Αριθμός 1366/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Θ. Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μουλά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΕ ΚΑΛΛΙΘΕΑ", με έδρα την Καλλιθέα Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπιο Εξαρχάκο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουνίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3396/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3303/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14.11.2001 αίτησή του και τους από 23.12.2008 πρόσθετους αυτής λόγους επί της οποίας εκδόθηκε η 620/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για τους λόγους, που αναφέρονται σ' αυτήν. Η υπόθεση επανέρχεται με την από 3 Δεκεμβρίου 2012 κλήση της ήδη αναιρεσιβλήτου . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 26 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 3303/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς την από 16.3.2000 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 3396/1999 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε ακολούθως λόγω παραγραφής την προβαλλόμενη με την από 8.6.1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος αξίωσή του, που είχε γίνει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση ως προς την αναιρεσίβλητη και είχε αυτή υποχρεωθεί να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό του 1.150.000 δραχμών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με το από 23.12.2008 ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε ως προς τα αυτά προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης. 2. Η διάταξη του άρθρ. 19 του ν. 1958/1991, που ίσχυσε έως τις 17.6.1999, οπότε καταργήθηκε με το άρθρ. 139 του ν. 2725/1999, όριζε μεν ότι η σύμβαση παροχής υπηρεσιών αθλητή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού και των εκδιδόμενων σε εκτέλεσή του κανονιστικών πράξεων, μη εφαρμοζομένων σε καμία περίπτωση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, όμως η έννοια της διάταξης αυτής δεν είναι ότι η ως άνω σύμβαση δεν μπορεί να έχει το χαρακτήρα σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας, αλλά ότι λόγω της ιδιορρυθμίας της παρεχόμενης από τους αμειβόμενους αθλητές εργασίας δεν εφαρμόζονται σ' αυτή οι προστατευτικές διατάξεις που αφορούν εργασιακά δικαιώματα πλήρους απασχόλησης, όπως οι υπερωρίες, οι προσαυξήσεις για εργασία κατά τις Κυριακές κλπ (πρβλ. και ΑΠ 1143/1989). Σε κάθε περίπτωση ο νομικός χαρακτηρισμός της εργασιακής σχέσης είναι ουσιαστικό ζήτημα και γίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο με συνεκτίμηση όλων των κρίσιμων περιστάσεων και μάλιστα ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα μέρη στην εργασιακή σχέση τους. Επομένως η σύμβαση, με την οποία επαγγελματίας ποδοσφαιριστής παρέχει έναντι αμοιβής τις ποδοσφαιρικές υπηρεσίες του σε ανώνυμη ποδοσφαιρική εταιρεία (Π.Α.Ε.) ή σε αθλητικό σωματείο, που διατηρεί τμήμα αμειβόμενων ποδοσφαιριστών, έχει το χαρακτήρα σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας κατά τα άρθρ. 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 ΕισΝΑΚ, εφόσον ο ποδοσφαιριστής είναι υποχρεωμένος από τη σύμβαση να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη του ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του, υποβαλλόμενος έτσι σε νομική και προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν (πρβλ. ΑΠ 319/2010? 466/2010). Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι μ' αυτή ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι είναι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και ότι στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς του έχει αγωνισθεί και συνέχιζε ακόμη τότε να αγωνίζεται σε διάφορα ποδοσφαιρικά σωματεία και ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες "με απόλυτη επιτυχία, επιδεικνύοντας πάντοτε επαγγελματική ευσυνειδησία και πειθαρχία στους όρους και συμφωνίες που διέπουν τα συμβόλαια και συμφωνητικά που εκάστοτε συνομολογούνται", ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη ανώνυμη ποδοσφαιρική εταιρεία και το συνεναγόμενο αθλητικό σωματείο με την επωνυμία "Γ.Σ. ΚΑΛΛΙΘΕΑ", στις ενοχικές υποχρεώσεις του οποίου αυτή υποκαταστάθηκε κατά το άρθρ. 16 του ν. 1958/1991, να του καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο το ποσό του 1.150.000 δραχμών, ως οφειλόμενο υπόλοιπο από το ποσό των 3.000.000 δραχμών, που συμφώνησε με το ως άνω σωματείο να λάβει απ' αυτό σε τρεις δόσεις, μέχρι τις 30.4.1991, ως δώρο για την ένταξή του στο ποδοσφαιρικό του τμήμα κατά την αγωνιστική περίοδο 1990-1991. Η πρωτόδικη απόφαση, αφού απέρριψε την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη ως προς το εναγόμενο αθλητικό σωματείο, τη δέχθηκε κατ' ουσίαν ως προς την αναιρεσίβλητη, κρίνοντας ότι η σχετική με το ποσό των 3.000.000 δραχμών συμφωνία του αναιρεσείοντος με το αθλητικό σωματείο δεν αποτελεί υπόσχεση μισθού ή παροχής στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης τους, αλλά έχει το χαρακτήρα κοινής δωρεάς και συνεπώς η επίδικη αξίωσή του δεν ήταν παραγεγραμμένη, όπως κατ' ένσταση ισχυρίσθηκε η αναιρεσίβλητη, αφού υπόκειται στην κατ' άρθρ. 249 ΑΚ παραγραφή των είκοσι ετών και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρ. 250 αριθ. 17 ΑΚ. Ωστόσο αντίθετα με την απόφαση αυτή το Εφετείο, εκτιμώντας το δικόγραφο της αγωγής, έκρινε ότι με βάση την επικαλούμενη εκεί ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως επαγγελματία ποδοσφαιριστή, η εργασιακή του σχέση αρχικά με το αθλητικό σωματείο και στη συνέχεια με την αναιρεσίβλητη ήταν σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας το ποσό των 3.000.000 δραχμών, που συμφώνησε με το αθλητικό σωματείο να λάβει ως δώρο για την ένταξή του σ' αυτό, δεν αποτελούσε στην πραγματικότητα δωρεά και γενικότερα παροχή από ελευθεριότητα, αλλά αντάλλαγμα για την παροχή των ποδοσφαιρικών του υπηρεσιών. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δέχθηκε ακολούθως την ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης του αναιρεσείοντος, που επανέφερε η αναιρεσίβλητη με λόγο της έφεσής της, με συνέπεια να εξαφανίσει το Εφετείο την πρωτόδικη απόφαση και να απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή ως προς την αναιρεσίβλητη. Η παραπάνω εκτίμηση από το Εφετείο της ένδικης αγωγής είναι σύμφωνη με τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο προκειμένου να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής. Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται ενιαίως με την αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της δεν συνιστούν πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, που χωρίς αρίθμηση διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτηση και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της. Με την αίτηση αναίρεσης αποδίδεται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι απέδωσε στον αναιρεσείοντα την ιδιότητα του επαγγελματία ποδοσφαιριστή, μολονότι δεν έγινε πράγματι επίκλησή της και ενώ αυτός ήταν αντίθετα ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής, η δε αναφορά στην ένδικη αγωγή της φράσης ότι τυγχάνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής αφορούσε το χρόνο κατάθεσης της αγωγής του και όχι την αγωνιστική περίοδο 1990-1991 που εντάχθηκε στο ποδοσφαιρικό τμήμα του αθλητικού σωματείου "Γ.Σ. ΚΑΛΛΙΘΕΑ". Ωστόσο, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής που προπαρατέθηκε, σαφώς εκθέτει σ' αυτή ο αναιρεσείων ότι και κατά την ως άνω αγωνιστική περίοδο ετύγχανε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και στα πλαίσια ακριβώς της δραστηριότητάς του αυτής εντάχθηκε στη δύναμη του σωματείου "Γ.Σ. ΚΑΛΛΙΘΕΑ". Επομένως ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξ άλλου επικαλούμενος ο αναιρεσείων με την αγωγή του και συνεπώς ομολογώντας την ιδιότητά του ως επαγγελματία ποδοσφαιριστή και κατ' επέκταση την σύνδεσή του με σχέση εξαρτημένης εργασίας με το ως άνω αθλητικό σωματείο, αβάσιμα υποστηρίζει με την αίτηση αναίρεσης ότι το Εφετείο δέχθηκε και επί της ουσίας τα πράγματα αυτά χωρίς απόδειξη. Επομένως ο αντίστοιχος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος η εφετειακή απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη αναγνώρισε την επίδικη αξίωσή του και συνεπώς διακόπηκε έκτοτε η επικαλούμενη απ' αυτή πενταετής παραγραφή της αξίωσής του, διαλαμβάνοντας ειδικότερα η απόφαση ότι ο ισχυρισμός αυτός "πέραν της αοριστίας του, αφού δεν επικαλείται (ο αναιρεσείων) πότε και κατά ποιο τρόπο έγινε η τοιαύτη αναγνώριση, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον από κανένα από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, δεν προκύπτει ότι έγινε τέτοια αναγνώριση". Συνεπώς αβάσιμα υποστηρίζει με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων του ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του την κρίση του περί αοριστίας του παραπάνω ισχυρισμού του και είναι έτσι απορριπτέος ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ενώ με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του ίδιου άρθρου επιχειρείται με τον τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης να πληγεί ανεπίτρεπτα (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης, υποστηρίζοντας αβάσιμα ο αναιρεσείων με τον τελευταίο, ειδικότερα, των πρόσθετων λόγων του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη σχετική με τον παραπάνω ισχυρισμό του ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Πρέπει έτσι και οι λόγοι αυτοί να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της κατά τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14.11.2001 αίτηση του Θ. Α. και τους από 23.12.2008 πρόσθετους λόγους του για αναίρεση της υπ' αριθ. 3303/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ