Αριθμός 1971/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Α. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Στεργιόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " …", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μεταξά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 202/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννη Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση λόγω συνταξιοδοτήσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα αρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 426/2010), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έτσι χρειάζονταν κατάλληλη συμπλήρωση ή ερμηνεία με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές . Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 30.3.2004 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η απόφαση 189/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία υποχρεώνεται αυτός να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία το ποσό των 22.068,96 ευρώ, οφειλόμενο από σύμβαση δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ της τελευταίας, ως δανείστριας, και του πρώτου, ως δανειολήπτη. Ήδη η αναιρεσείουσα προβάλλει με την αίτηση αναίρεσης τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε, α) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, διότι οδηγήθηκε σε ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των μερών για την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης δανείου, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και β) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης σύμβασης δανείου. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, η οποία διατηρεί επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών και επεξεργασίας άσβεστου στην Πάτρα, το Νοέμβριο του 1998, δια του νομίμου εκπροσώπου της, συμφώνησε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, μέσα στο κατάστημα της στην οδό Ακρωτηρίου αριθ. 227 και του κατέβαλε, ως δάνειο, το συνολικό ποσό των 7.520.000 δρχ. (22.068,96 ευρώ), ότι το δάνειο ήταν αποδοτέο σε τρεις δόσεις, σύμφωνα με τις ημερομηνίες εκδόσεως και τα ποσά τριών επιταγών που ο εναγόμενος παρέδωσε στην ενάγουσα προς εξασφάλιση των συμφωνηθέντων, ότι ειδικότερα ο εναγόμενος παρέδωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Β. Π. τις ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας με ημερομηνία εκδόσεως 30.12.1998 και 30.1.1999, ποσού 2.500.000 και 2.600.000 δρχ. αντίστοιχα και την ... επιταγή της εθνικής Τράπεζας, με ημερομηνία εκδόσεως 20.2.1999, ποσού 2.420.000 δρχ., ότι η συναλλαγή αυτή έγινε παρουσία του μάρτυρα Σ. Τ., ο οποίος ήταν υπάλληλος της ενάγουσας και παρευρισκόταν κατά τη συνάντηση του εναγομένου με το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας (ενάγουσας). Το αποδεικτικό αυτό πόρισμα διατυπώνει το δικαστήριο της ουσίας με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς να διαπιστώνει, ούτε με έμμεσο τρόπο, κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των μερών, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης δανείου, και χωρίς να προσφεύγει ή να υπαινίσσεται σε κανένα σημείο προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ουδόλως εφάρμοσε. Εξάλλου με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα της συντέλεσης της επίμαχης σύμβασης δανείου. Πληρότητα ενέχουν και οι περαιτέρω αιτιολογίες του Εφετείου, με τις οποίες αποκρούονται οι αρνητικοί ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για ανυπαρξία σύμβασης δανείου και αναπτύσσεται η επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου σε σχέση με τη διαμόρφωση της πιο πάνω δικανικής πεποίθησης του, και οι οποίες, άλλωστε, δεν αποτελούν ζητήματα δεκτικά αναιρετικού ελέγχου στο πλαίσιο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης και η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-3-2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 202/2006 του Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ