Αριθμός 589/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΠΕΖΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΝΩΣΗ ΠΕΖΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ηλία Κατσερέλη και Αντώνιο Βγόντζα. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χαρίλαο Πετρακάκο και Μαργαρίτα Δαλαμάγκα - Καλογήρου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Δεκεμβρίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7078/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5869/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Ιανουαρίου 2012 αίτησή της ως και τους από 20 Δεκεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/1981 "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ. μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατο την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας". Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της τριακονθήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της καταθέσεως και επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 33/96, Α.Π. 1198/2010, Α.Π. 1095/2010). Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Πρόεδρος του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την από 10 Φεβρουαρίου 2012 πράξη του, όρισε δικάσιμο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης την 21 Ιανουαρίου 2013, η δε αναιρεσείουσα, την 20Δεκεμβρίου 2012, κατέθεσε στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου το υπό την ίδια ημερομηνία δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Έτσι όμως, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, συμπίπτει με την ημέρα Σάββατο, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του έτους 2013. Επειδή όμως η επόμενη ημέρα είναι Κυριακή, η πιο πάνω 30νθήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την μεθεπόμενη εργάσιμη ημέρα, δηλαδή στις 21 Ιανουαρίου 2013, που όμως είναι η ημέρα της ορισθείσας για τη συζήτηση της αναίρεσης δικασίμου. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι κατατέθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτοι. Επειδή, με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ και δ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. Με την διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκαν οι οριζόμενες στην διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη τους, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο τριών κατ' ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά. Συνεπώς, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις πέραν των τριών πρώτων, ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στις από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. α και 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειες ήτοι της λήψης υπόψη μη επιτρεπομένων από το νόμο αποδεικτικών μέσων και της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου τούτων ενώ αν δεν λάβει υπόψη ως απαράδεκτη κάποια από τις τρεις πρώτες(με τη σειρά της επίκλησης) ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέστηκε και προσκόμισε οιοσδήποτε από τους διαδίκους υποπίπτει στις από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ' και 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 11 γ' και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη ως υπεράριθμη και δεν έλαβε υπόψη του την υπ. αριθ. 505/ 25-5-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ηρακλείου του Γ. Χ. την οποία το αναιρεσείον με τις από 21 Μαΐου 2011 προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου την είχε προσκομίσει και επικαλεστεί πρώτη κατά σειρά επικλήσεως για την απόδειξη του ισχυρισμού περί ύπαρξης σπουδαίου λόγου για την εκ μέρους αυτού καταγγελία της ένδικης σύμβασης. Από την επισκόπηση των από 21-5-2011 προτάσεων που κατέθεσε το αναιρεσείον ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 505/25-5-2011 ένορκη βεβαίωση προσκόμισε και επικαλέστηκε πρώτη κατά σειρά σε σχέση με τις λοιπές πέντε ένορκες βεβαιώσεις που επίσης προσκόμισε και επικαλέστηκε το αναιρεσείον (4015, 4016, 4017, 4018 και 4019/24-5-2011). Συνεπώς εφόσον η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των τριών πρώτων ένορκων βεβαιώσεων κατά σειρά επίκλησης των δεν αποτελεί απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο και συνεπώς το Εφετείο που δεν την έλαβε υπόψη του ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι πρόκειται για έκτη ένορκη βεβαίωση υπέπεσε στη πλημμέλεια των αριθ. 11 γ' και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το βάσιμο ως άνω λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν.4055/2012 και κατά διορθωτική ερμηνεία αυτού, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση παρελκούσης ύστερα απ' αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων. Εξάλλου ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τους από 20-12-2012 πρόσθετους λόγους της αναίρεσης. Αναιρεί την υπ' αριθ. 5869/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ