Αριθμός 1550/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ν. του Α. και της Ε., συζ. Ν. Κ., κατοίκου ... (για το υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 2) Π. Ν. του Α. και της Ε., κατοίκου ... (για το υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 3) Β. συζ. Κ./νου Μ., το γένος Ν. και Α. Κ., κατοίκου ... (για τα υπ' αριθ. ... και ... ΚΠΑ), 4) Φ. Κ. του Π. και της Ε., συζ. Δ. Τ., κατοίκου ... (για το υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 5) Ε. συζ. Χ. Γ., το γένος Ν. και Π. Η., κατοίκου ... (για το υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 6) Γ. Γ. του Π. και της Ν., κατοίκου .... (για τα υπ' αριθ. ... και ... ΚΠΑ), 7) Μ. Α. του Ι. και της Β., κατοίκου ... (για το 1/2 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 8) Π. Α. του Ι. και της Β., κατοίκου ... (για το 1/2 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 9) Γ. συζ. Ε. Τ., το γένος Κ. και Α. Ρ., κατοίκου ... (για το υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 10) Σ. Ρ. του Δ. και της Μ., κατοίκου ... (για το υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 11) α. Κ. Π. του Ν. και της Κ. και β. Γ. συζ. Κ. Π., το γένος Α. και Α. Γ., κατοίκων ... (για το 1/2 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 12) Ν. Π. του Κ. και της Γ., κατοίκου ... ... (για το 1/2 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 13) Σ. Σ. του Χ. και της Ε., κατοίκου ... ... (για το 1/2 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 14) Μ. συζ. Σ. Σ., το γένος Ι. και Μ. Π., κατοίκου ... ... (για το 1/2 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 15) Α. χήρας Γ. Ρ., το γένος Χ. και Ε. Π., κατοίκου ... ... (για τα 10/16 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 16) Κ. Ρ. του Γ. και της Α., κατοίκου ... ... (για τα 3/16 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 17) Α. Ρ. του Γ. και της Α., κατοίκου ... ... (για τα 3/16 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 18) Α. Κ. του Λ. και της Σ., κατοίκου ... ... (για το 1/2 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 19) Α. Χ. του Χ. και της Κ., συζ. Α. Κ., κατοίκου ... ... (για το 1/4 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 20) α. Ζ. Μ. του Κ. και της Μ., κατοίκου ... ... (για το υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), β. Ν. Μ. του Κ. και της Μ., κατοίκου ... ... (για το υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 21) Σ. Μ. του Ε. και της Φ., κατοίκου ... (για το υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 22) α. Ν. Χ. του Σ. και της Ά., κατοίκου ... ... (για το 1/2 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), β. Β. Χ. του Σ. και της Ά., κατοίκου ... ... (για το 1/2 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), 23) Σ. Λ. του Γ. και της Α., συζ. Β. Μ., κατοίκου ... (για το 1/2 του υπ' αριθ. ... ΚΠΑ) και 24) Π. Μ., το γένος Α. και Α. Μ., κατοίκου ... ... (για το υπ' αριθ. ... ΚΠΑ), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαδόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 685/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2014 μη οριστική και 132/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2021 αίτησή τους και τους από 6-6-2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων. γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1553/2021, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Ολ. ΑΠ 4/1994, Ολ.ΑΠ 2/1992, ΑΠ 762/2020, ΑΠ 1553/2021, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017). Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 782/2018, ΑΠ 365/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, για να συζητηθεί κατά την προκειμένη δικάσιμο της 2-12-2022. Κατά τη δικάσιμο αυτή (2-12-2022), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαδόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται για λογαριασμό όλων. Από τα διαδικαστικά έγγραφα όμως, που υπάρχουν στην δικογραφία και συγκεκριμένα από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων πληρεξουσίων, δεν προκύπτει ότι οι με αύξοντα αριθμό του αναιρετηρίου 3η, 12ος, 16η, 17η και 20οςβ αναιρεσείοντες έχουν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαδόπουλο (που υπογράφει το αναιρετήριο και παραστάθηκε για λογαριασμό τους στο ακροατήριο) πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., για την άσκηση από αυτούς της ένδικης αίτησης αναίρεσης και την επίσπευση της συζήτησής της. Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει, ότι οι πιο πάνω αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς παριστάμενους ομοδίκους τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση, ή από το αντίδικό τους - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα αυτοί να είναι δικονομικώς απόντες. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που παραδεκτά επισκοπούνται, οι αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους προαναφερόμενους με αύξοντα αριθμό του αναιρετηρίου 3η, 12ο, 16η, 17η και 20οβ αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, ενώ ως προς τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπούνται νομίμως από τον προαναφερθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους και επισπεύδουν εγκύρως τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση αυτή νομίμως. Κατά το άρθρο 569 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190/13-10-2021) [και κατά την παρ. 2β του άρθρου 116 του αυτού νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 4912/2022, (ΦΕΚ Α` 59), εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων] "1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 830/2021, ΑΠ 422/2019). Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση: Α) η από 25-1-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4/25-1-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 132/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 22 Ν. 2882/2001) και Β) οι από 6-6-2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, τριάντα (30) και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 29-6-2022, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 63/29-6-2022 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του αρμόδιου Γραμματέα του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή τους η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (2-12-2022) και οι οποίοι επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (βλ. την υπ' αριθμ. 5195 Γ/18-7-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, Φ. Α.. Σ.). Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω, όσον αφορά τους νομίμως παρισταμένους αναιρεσείοντες, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, AΠ 863/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 551/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015). Κατά το άρθρο 17 §§ 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο. 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή διά λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων". Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 SPORRONG AND LONNROTH v. SWEDEN). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24-6-1993, Π. κατά Ελλάδος), επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα ρύθμιση του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 2882/1991 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 § 4 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου). Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη (πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 61 Ν. 5016/2023 ΦΕΚ Α'21/4-2-2023) ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό" (ΟΛ. ΑΠ 2/2015). Από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης, που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (ΟΛ. ΑΠ 2/2015, ΟΛ. ΑΠ 14/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1004852/382/0010/29-1-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 57/11-2-2008, τεύχος ΑΑ και ΠΘ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και σε βάρος του Δημοσίου και των παρόδιων ιδιοκτητών, που θα συντελούνταν με δαπάνες του ενάριθμου έργου 2006ΣΕ07130034, για την κατασκευή του τμήματος του Αυτοκινητόδρομου Κόρινθος - Πάτρα, από την χ.θ. 109+100,00 έως την χ.θ. 118+400,00, σύμφωνα με την μελέτη οδοποιίας του υπόψη τμήματος, έκτασης συνολικού εμβαδού 189.358,58 τ.μ., όπως η απαλλοτριούμενη αυτή έκταση εικονίζεται σε κλίμακα 1:1000 στα από 27-3-2007 κτηματολογικά διαγράμματα με αριθμούς σχεδίων ... έως και ... και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, τα οποία συντάχθηκαν από τους μελετητές ... για λογαριασμό του αναδόχου γραφείου μελετών "Μ. Τ. Α..Ε.. - Σ. Μ." και θεωρήθηκαν την 27-3-2007 από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ.. Με την υπ' αριθμ. 685/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ορίστηκε, με κρίσιμο χρόνο την 13-1-2009, η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης του εδάφους των επίδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, καθώς και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομείναντων τμημάτων τους. Ακολούθως, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών την από 25-2-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 43/2010 αίτηση, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθώς και να αναγνωριστεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματά τους. Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με αντίθετες αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, που συζητήθηκαν στις 21-2-2013 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 78/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που κρίθηκαν ως απορριπτέες, και ως προς τις λοιπές αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με τα ειδικότερα σε αυτή οριζόμενα θέματα. Μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση, με κλήσεις και συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 7-3-2019, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 132/2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων και των συστατικών και επικειμένων τους, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των ειδικότερα αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων των ακινήτων, που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα αυτό, περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, για άλλα εναπομείναντα τμήματα απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα σ' αυτή και αναγνωρίστηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και στο διατακτικό της ακίνητα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, όσον αφορά τον κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, δέχθηκε τα εξής: "Το Δικαστήριο ... κρίνει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά τον χρόνο συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ... που απέχει πέραν του έτους από τον χρόνο συζήτησης της αίτησης προσωρινού καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως (13.1.2009) και, κατ' επέκταση, η πλήρης αποζημίωση, ήτοι εκείνη με την οποία δύνανται να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριωμένα με ισάξια αυτών ακίνητα υπό τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να συνυπολογίζεται τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτών συνεπεία της εξαγγελίας ή κήρυξης της προκείμενης απαλλοτρίωσης και της εκτέλεσης του έργου, συνυπολογιζομένης ωστόσο της επελθούσας ανατίμησης και μέχρι τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση υπόθεσης για λόγους άσχετους προς την εξαγγελία ή κήρυξη αυτής ή προς την κατασκευή του έργου, είναι η εξής ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι, εφόσον η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό και ως τέτοιο κρίσιμο χρόνο έλαβε υπόψη του, όπως συνάγεται από τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, το χρόνο της ενώπιόν του συζήτησης της υπόθεσης, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (7-3-2019) και όχι το χρόνο της πρώτης συζήτησης, κατά τον οποίο εκδικάστηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 74/2014 απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης (21-2-2013). Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 - 4 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001, με το να δεχθεί ως κρίσιμο χρόνο, για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους και των επικειμένων τους, εκείνον, κατά τον οποίο επαναλήφθηκε η συζήτηση ενώπιον του Εφετείου (7-3-2019), μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αν κατά την πρώτη συζήτηση για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημίωσης διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης, που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, ορθώς μεν έκρινε ότι εφόσον η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, πλην όμως ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη ως κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης εκείνον της ενώπιόν του συζήτησης της υπόθεσης, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την 7-3-2019 και όχι το χρόνο της πρώτης συζήτησης, κατά τον οποίο εκδικάστηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 74/2014 απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την 21-2-2013, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομου και ένατου αναιρετικών λόγων, καθώς και των πρώτου, τρίτου και τέταρτου πρόσθετων λόγων, από τους αριθμούς 1 περ. α' και β', 8, 9, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο, καθόσον καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή τους, διότι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός. Επίσης, μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του όγδοου αναιρετικού λόγου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη γενομένη δεκτή μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... ακινήτων των ειδικότερα αναφερομένων αναιρεσειόντων, κατά το οποίο συναναιρείται (ΑΠ 57/2021, ΑΠ 965/2021), μόνο ως προς το ύψος του ποσού της καθορισθείσας ιδιαίτερης αποζημίωσης, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης που έγινε δεκτός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α'/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα, που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε. Η αποζημίωση αυτή καλύπτει όχι μόνο τη ζημία από την απομείωση της έκτασης του ακινήτου, αλλά και εκείνη που επέρχεται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (Ολ. ΑΠ 31/2005, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 1069/2018, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1554/2017). Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 96/2015). Εξάλλου, ενόψει της ως άνω διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης που επιδικάζει ή δεν επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών, για να είναι πλήρης και να μη θεωρείται ανεπαρκής, πρέπει να ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και των λοιπών προσδιοριστικών τους στοιχείων και να αναφέρει την, κατά προορισμό, χρήση των εναπομεινάντων τμημάτων και την, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 882/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1957/2017, ΑΠ 1201/2017, ΑΠ 205/2017). Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά τη διάταξη αυτή, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης εξαιτίας μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 205/2017). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ, των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ.1 και 13 παρ.1, 2 και 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο η δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου και β) ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί, ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι σε περίπτωση που σε χρόνο μεταγενέστερο απαλλοτριωθεί τμήμα ιδιοκτησίας, το οποίο έχει απομείνει από προγενέστερη απαλλοτρίωση, τότε, προκειμένου να είναι πλήρης η αποζημίωση την οποία θα λάβει τελικώς ο δικαιούχος, θα πρέπει να καταβληθούν σε αυτόν τόσο η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτρίωσης, όσο και το υπόλοιπο της αξίας του τμήματος αυτού, το οποίο απαλλοτριώθηκε στα πλαίσια της δεύτερης, μεταγενέστερης, απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα, στην οριστική τιμή που θα καθοριστεί για το μεταγενεστέρως απαλλοτριωθέν εναπομείναν τμήμα, θα συνυπολογισθεί και η μείωση της αξίας που καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια προγενέστερης απαλλοτριωτικής δίκης, δηλαδή θα καθοριστεί οριστική τιμή, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη μείωση της αξίας του ακινήτου, η οποία καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτρίωσης και την αξία του εναπομείναντος τμήματος, διότι τότε, η οριστική αυτή τιμή ανταποκρίνεται πλέον αυτοτελώς στην πλήρη αξία του απαλλοτριωθέντος εναπομείναντος τμήματος και ικανοποιείται πλήρως η απορρέουσα από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, το Σύνταγμα και τον ΚΑΑΑ απαίτηση για πλήρη ικανοποίηση του δικαιούχου (ΑΠ 1277/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη του, καθώς και το συναφή δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, για το λόγο ότι το Εφετείο : α) απέρριψε, το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όσον αφορά το εναπομείναν τμήμα του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... ακινήτου, διότι, όπως δέχθηκε, υπάρχει συμπληρωματική απαλλοτρίωση, β) απέρριψε, το ίδιο αίτημα των αναιρεσειόντων, δηλαδή για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όσον αφορά τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... και ... ακινήτων, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι δεν υπάρχει μείωση της αξίας τους, γ) δέχθηκε ότι υπάρχει μείωση κατά ποσοστό μόνο 40% και 50% της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... ακινήτων και δ) εσφαλμένα εφάρμοσε, όσον αφορά τα αμέσως προαναφερόμενα εναπομείναντα τμήματα απαλλοτριωθέντων ακινήτων, την έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, η οποία επαναφέρθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ανωτέρω αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όσον αφορά τα ανωτέρω ακίνητα, δέχθηκε τα εξής: " Για τα υπ' αρ. ... ... ακίνητα της αίτησης των αυτοτελώς αιτούντων .... που έχουν αναγνωριστεί δικαιούχοι αποζημίωσης με την υπ' αρ. 511/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, τα αιτήματα περί ιδιαίτερης αποζημίωσης πρέπει να απορριφθούν ως άνευ αντικειμένου, διότι έχει εμφιλοχωρήσει συμπληρωματική απαλλοτρίωση και κρίνονται στο εναπομείναν τμήμα", "Για το υπ' αρ. ... ακίνητο (οικόπεδο) της αίτησης της αυτοτελώς αιτούσας .... που έχει αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης με την ως άνω απόφαση, η ζώνη της απαλλοτρίωσης των 20 μ. μετατοπιζόμενη κατά 6,5 μ. κατά μέσο όρο προς την πλευρά της κατοικίας καλύπτει επιπλέον επιφάνεια (από την επιφάνεια των 38 τ.μ. της οικίας) αφήνοντας 32 τ.μ. για μελλοντική οικοδομική εκμετάλλευση, εμβαδόν μη πρόσφορο. Τα όρια της απαλλοτρίωσης διέρχονται σε επαφή με το δυτικό τοίχο της οικίας που έχει ανεγερθεί στο ακίνητο, καταλαμβάνοντας σχεδόν όλο τον προαύλιο χώρο του. Η προσέγγιση της οδού και η σε επαφή γειτνίαση με την παραπάνω οικοδομή επιδρά μειωτικά στην αξία της (για 125,59 τ.μ.) και πρέπει να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση 200 ευρώ/τ.μ. για την οικία αυτή. Το ακίνητο δεν μπορεί να οικοδομηθεί περαιτέρω, απομένει μία μακρόστενη λωρίδα 8,05 μ. και μειώνεται η αξία του εναπιμείναντος τμήματος (...,35 τ.μ.) κατά ποσοστό 50%. Το σχετικό αίτημα περί ιδιαίτερης αποζημίωσης πρέπει να γίνει δεκτό εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμο"... "Για το υπ' αρ. ... ακίνητο της αίτησης του αυτοτελώς αιτούντα .... που έχει αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης με την υπ' αρ. 530/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα περί ιδιαίτερης αποζημίωσης ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δεν αποδεικνύεται ότι το ακίνητο υπέστη ζημία για γεωργική εκμετάλλευση που επικαλείται ο αιτών, από την μείωσή του, ούτε ως προς την οικοδομησιμότητά του"... "Για το υπ' αρ. ... ακίνητο (οικόπεδο) της αίτησης του αυτοτελώς αιτούντα .... που έχει αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης με την υπ' αρ. 171/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δεδομένου ότι εξαρχής δεν ήταν οικοδομήσιμο, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται εντός ζώνης 30 μ. από τον άξονα της υφισταμένης ΝΕΟ ή εντός ζώνης 20 μ. από το όριο παλαιάς απαλλοτρίωσης, που είναι και όριο της υφισταμένης ΝΕΟ, όταν δεν υπάρχει παράπλευρος, μετά δε την απαλλοτρίωση εξακολουθεί να μην οικοδομείται, πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό το αίτημα ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα 541,85 τ.μ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διότι δεν αποδεικνύεται μείωση της αξίας του"... "Για το υπ' αρ. ..., ..., ..., ... ακίνητο (οικόπεδα, κτιριακό συγκρότημα σε ακίνητο συνολικά εκτιμώμενο 1.026,80 τ.μ., που ήταν άρτιο κατά κανόνα με ωφέλιμο χώρο οικοδόμησης πριν την απαλλοτρίωση) της αίτησης των ..., η ζώνη των 20 μ. πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης κάλυπτε τμήμα 470 μ. από την επιφάνεια του άνω κτιρίου, απέμεινε, ωστόσο, επιφάνεια 138 τ.μ. σε περίπτωση καθ' ύψος επέκτασης, αλλά και σημαντικός χώρος 290 τ.μ. για την περίπτωση ολικής κατεδάφισης του κτιρίου και επανοικοδόμησης. Με την κήρυξη της απαλλοτρίωσης η ζώνη των 20 μ. επικάθεται σε όλη την επιφάνεια του κτιριακού συγκροτήματος αφήνοντας ως οικοδομικό ωφέλιμο χώρο μία στενή λωρίδα γης, που λόγω του ακανόνιστου σχήματός της προκύπτει ακατάλληλη για οποιαδήποτε οικοδομική εκμετάλλευση. Με την μετατόπιση του ορίου απαλλοτρίωσης προς την πλευρά του κτιριακού συγκροτήματος, οι κατοικίες απέχουν ελάχιστα μέτρα από την οδό (2,5 - 4,5 μ.), δεχόμενος την ηχορύπανση, την μετάδοση κραδασμών και τους ρύπους και υφίστανται μείωση της αξίας τους από 200 ευρώ/τ.μ. το ισόγειο και ο πρώτος όροφος (για το ... ισόγειο 99,65 τ.μ., α' όροφος 107,35 τ.μ., για το ... ισόγειο 100,80 τ.μ., α' όροφος 100,80 τ.μ., για το ... ισόγειο 100,80 τ.μ., α' όροφος 100,80 τ.μ., για το ... ισόγειο 104,10 τ.μ., α' όροφος 104,10 τ.μ.). Μειώνεται δε και η αξία των ακινήτων με την προβληματική δόμηση για τα εναπομείναντα τμήματα (179,79 τ.μ., 197,22 τ.μ., 209,93 τ.μ., 187,47 τ.μ. αντίστοιχα), ως ανωτέρω αναφέρεται, κατά ποσοστό 50% και τα αιτήματα ιδιαίτερης αποζημίωσης πρέπει να γίνουν δεκτά εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμα"... "Για το υπ' αρ. ... ακίνητο (οικόπεδο) της αίτησης του αυτοτελώς αιτούντος ... το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση πρέπει να γίνει δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο, διότι με τη μετατόπιση του ορίου της απαλλοτρίωσης κατά 7 μ. περίπου σε βάρος της ιδιοκτησίας, δεν απομένει ουσιαστικά ελεύθερος χώρος για οριζόντια (μελλοντική) επέκταση οικίας, αφού ο χώρος μεταξύ αυτής και του πέρατος του ορίου απαγόρευσης δόμησης ανέρχεται σε 2,5 μ. περίπου, η οποία (κατοικία) θα δέχεται την ηχορύπανση, τη μετάδοση κραδασμών και τους ρύπους, οπότε επέρχεται μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος (562,63 τ.μ.) κατά ποσοστό 50%"... "Για το υπ' αρ. ... ακίνητο (οικόπεδο) της αίτησης των αυτοτελώς αιτούντων ... το αίτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης πρέπει να γίνει δεκτό εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμο, διότι η ζώνη των 20 μ. καλύπτει το σύνολο σχεδόν της επιφανείας του ακινήτου (βλ. πραγματογνωμοσύνη) και θα δέχεται η κατοικία, που υφίσταται σ' αυτό την ηχορύπανση, τη μετάδοση κραδασμών και τους ρύπους, οπότε υφίσταται μείωση της αξίας της και πρέπει να λάβει ιδιαίτερη αποζημίωση από 200 ευρώ το τ.μ. το ισόγειο και ο α' όροφος (123,20 τ.μ. ισόγειο, 116 τ.μ. α' όροφος). Περαιτέρω, μειώνεται και η αξία του εναπομείναντος τμήματος (194,48) κατά ποσοστό 50%"... "Για το υπ' αρ. ... ακίνητο (οικόπεδο) της αίτησης της αυτοτελώς αιτούσας ... που έχει αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης με την υπ' αρ. 248/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, υφίσταται μείωση της αξίας του για το εναπομείναν ακίνητο (363 τ.μ.), κατά ποσοστό 50%, αφού καθίσταται πλέον μη οικοδομήσιμο, ενώ είναι προβληματική η δόμηση των υφισταμένων οικιών, διότι πριν από την απαλλοτρίωση η ζώνη των20 μ. κάλυπτε εξ ολοκλήρου το εγγύτερο προς τη ΝΕΟ κτίσμα, ενώ άφηνε εκτός ορίων τα υπόλοιπα δύο. Με την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, η ίδια ζώνη των 20 μ. (από το νέο όριο της απαλλοτρίωσης) καλύπτει πλέον και το ενδιάμεσο κτίσμα, αφαιρώντας του τη δυνατότητα της καθ' ύψος επέκτασης. Η κατοικία της αιτούσας απέχει 5 μ. από τη ΝΕΟ, μετά τη μετατόπιση του ορίου απαλλοτρίωσης κατά 6 μ. προς τις κατοικίες, που υφίστανται πριν από το 1993 στο ακίνητο, και λόγω της ηχορύπανσης, της μετάδοσης των κραδασμών και ρύπων πρέπει να λάβει ιδιαίτερη αποζημίωση το ποσό των 150 ευρώ το τ.μ. (40,80 τ.μ.). Συνεπώς, το αίτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν (363 τ.μ.) και την κατοικία πρέπει ως ανωτέρω, να γίνει δεκτό εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμο"... "Για το υπ' αρ. ... ακίνητο (οικόπεδο) της αίτησης της αυτοτελώς αιτούσας ... που έχει αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης με την υπ' αρ. 249/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που βρίσκεται στο άνω κτιριακό συγκρότημα, όπως αναφέρεται για τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης, με την μετατόπιση του ορίου απαλλοτρίωσης προς την πλευρά του κτιριακού συγκροτήματος, η κατοικία απέχει ελάχιστα μέτρα από την οδό (2-4 μ.), δεχόμενη την ηχορύπανση, την μετάδοση κραδασμών και τους ρύπους και υφίστανται μείωση της αξίας της από 200 ευρώ/τ.μ. (110,80 τ.μ.). Μειώνεται δε και η αξία του εναπομείναντος τμήματος (205,78 τ.μ.) κατά ποσοστό 50% και τα σχετικά αιτήματα πρέπει να γίνουν δεκτά εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμα"... "Για το υπ' αρ. ... ακίνητο (αγρός) της αίτησης της αυτοτελώς αιτούσας ... απομένει έκταση 1.098,75 τ.μ., ευρισκόμενη σε καλή τοποθεσία, η οποία, ως προς ενδεχόμενη δευτερεύουσα χρήση, καθίσταται μη οικοδομήσιμη, σε περιοχή που παρουσιάζει οικιστική ανάπτυξη, αφού εμπίπτει στα όρια της απαγόρευσης δόμησης, 60 μ. από τον άξονα της οδού και 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, οπότε υφίσταται μείωση της αξίας της κατά 40% και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο το αίτημά της περί ιδιαίτερης αποζημίωσης ..". Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο : Α) Όσον αφορά το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το εναπομείναν τμήμα του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... ακινήτου, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, την οποία παραβίασε ευθέως, και τούτο διότι η μεταγενέστερη συμπληρωματική απαλλοτρίωση του τμήματος ιδιοκτησίας, το οποίο έχει απομείνει από προγενέστερη απαλλοτρίωση, δεν καθιστά το αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, άνευ αντικειμένου, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, για να είναι πλήρης η αποζημίωση την οποία θα λάβει τελικώς ο δικαιούχος στην εν λόγω περίπτωση θα πρέπει να καταβληθούν σε αυτόν τόσο η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος (εφόσον κριθεί ότι επήλθε σημαντική μείωση της αξίας αυτού), όσο και το υπόλοιπο της αξίας του τμήματος αυτού, το οποίο απαλλοτριώθηκε στα πλαίσια της δεύτερης, μεταγενέστερης, απαλλοτρίωσης και κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής για το μεταγενεστέρως απαλλοτριωθέν εναπομείναν τμήμα, θα συνυπολογισθεί και η μείωση της αξίας που καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια προγενέστερης απαλλοτριωτικής δίκης. Επομένως, ο κρινόμενος όγδοος αναιρετικός λόγος, κατά το ανωτέρω οικείο σκέλος αυτού [ήτοι όσον αφορά το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του με ΑΚΠ ... ακινήτου], από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του ιδίου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όσον αφορά το εν λόγω ακίνητο. Β) Όσον το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ... και ... ακινήτων (ως προς τα οποία απορρίφθηκε το αίτημα αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο) και των με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... ακινήτων (ως προς τα οποία έγινε δεκτό ότι υπάρχει μείωση κατά ποσοστό 40% και 50% της αξίας τους, όπως ειδικότερα για το καθένα προαναφέρεται), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 [ όπως η παράγραφος αυτή (4) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (10-4-2012), απαλλοτριώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου και συνεπώς εφαρμόζεται και στην ένδικη απαλλοτρίωση, που ήταν εκκρεμής και δεν είχε καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας, κατά την ως άνω έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ], τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, όσον αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ... και ... ακινήτων, ως προς τα οποία απορρίφθηκε το αίτημα αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενώ αντίθετα πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, όσον αφορά τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... ακινήτων, ως προς τα οποία έγινε δεκτό ότι υπάρχει μείωση της αξίας τους, κατά τα προεκτιθέμενα ποσοστά, οι προαναφερόμενες δε παραδοχές του Εφετείου δικαιολογούν την ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος ως την έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας των άνω ακινήτων, που επαναφέρθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 και εφαρμόζεται, όπως προαναφέρθηκε και στην ένδικη υπόθεση. Επομένως, οι ερευνώμενοι όγδοος αναιρετικός λόγος και δεύτερος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος τους, κατά το οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και, ως εκ τούτου, απορριπτέοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ενδιαφέρον ζήτημα της μείωσης ή μη της αξίας των εναπομείναντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων, καθώς και του ποσοστού της μείωσης στις περιπτώσεις που αυτή έγινε δεκτή, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω διατάξεων, με την έννοια αυτών, που διαλαμβάνεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για την πληρότητα του άνω αποδεικτικού του πορίσματος και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, οι ίδιοι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος τους, κατά το οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση όλες οι περιλαμβανόμενες σε αυτούς αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις, ανεπάρκειες και αντιφάσεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και επαρκές αποδεικτικό του πόρισμα και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων. Επισημαίνεται ότι ως προς τα ανωτέρω εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... ακινήτων, οι ανωτέρω όγδοος αναιρετικός λόγος και δεύτερος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, ερευνώνται μόνο ως προς τα γενόμενα δεκτά ποσοστά μείωσης της αξίας τους, δεδομένου ότι ως προς το ύψος του ποσού της καθορισθείσας για αυτά ιδιαίτερης αποζημίωσης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν συναναιρεθεί εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πρώτου λόγου της αναίρεσης, που έγινε δεκτός. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου και του τρίτου των εδαφίων της, με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012 (Α' 82) και του τέταρτου εδαφίου της, με την παρ. 10 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (Α'90), ορίζεται ότι: "4. Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α' 32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων. Η απόφαση του μονομελούς εφετείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης". Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης, που αυτός δικαιούται (Ολ. ΑΠ 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ήδη Μονομελούς Εφετείου) και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης: α) κατά το ανωτέρω άρθρο 63 του Κώδικα Δικηγόρων, για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) κατά το ανωτέρω άρθρο 68 του Κώδικα Δικηγόρων, στο ήμισυ της αμοιβής αυτής για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και κυρίας παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο. Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995, ο οποίος εισήχθη με τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4070/2012 απαλλοτριώσεις, όπως προβλέπει το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ` των μεταβατικών διατάξεων του νόμου αυτού, με την προϋπόθεση ότι η υπόθεση συζητήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή μετά την 10-4-2012 (ΑΠ 664/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 272/2018, ΑΠ 440/2017, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 926/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 2227/2013). Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις, η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (ΑΠ 664/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 683/2021, ΑΠ 272/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασής του, καταδίκασε το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που συνιστά φορέα υπαγόμενο στη Γενική Κυβέρνηση, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των δικαιούχων, την οποία όρισε, όσον αφορά την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο και, δεδομένου ότι η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών μετά την 10.4.2012, ορθά τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφάρμοσε και, επομένως, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δέκατο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να εφαρμόσει κατά τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, που προβλέπει μειωμένη δικαστική δαπάνη για το Δημόσιο, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, του άρθρου 18 παρ. 4 του Κ.Α.Α.Α., όπως ίσχυε πριν την ως άνω αντικατάστασή του, του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και του άρθρου 2 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και μόνο ως προς τους ανωτέρω νομίμως παρισταμένους αναιρεσείοντες και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σ' αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 εδάφιο β' ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 162/2016). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -Συνεκδικάζει την από 25-1-2021 αίτηση και τους από 6-6-2022 πρόσθετους αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 132/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. -Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ως προς τους 3η, 12ο, 16η, 17η και 20οβ των αναιρεσειόντων. -Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσείοντες. -Δέχεται εν μέρει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους. -Αναιρεί την υπ' αριθμ. 132/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της και κατά το μέρος που αφορά στους νομίμως παρισταμένους αναιρεσείοντες. -Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. -Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες. -Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ