Αριθμός 1343/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Π. - Σ. Ο..Ε..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπούμπουρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Α. Λ. του Ι., κατοίκου …Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/9/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 512/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9639/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εάν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 26-6-2020 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-1-2022), επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Κατά συνέπεια, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (διαφορές από αμοιβές), υπ` αριθ. 9639/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας την έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 512/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 17-9-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας για καταβολή μεσιτικής αμοιβής ύψους 9.225 ευρώ, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε, και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ για την άσκησή της δεν απαιτείται η καταβολή του αναφερόμενου στο άρθρο 495 §4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4055/2012 (2-4-2012) παραβόλου δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη δεν ισχύει μεταξύ άλλων και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ήτοι, μεταξύ άλλων και για διαφορές για αμοιβές από παροχή εργασίας-δικηγόρων-μεσιτών-μηχανικών κλπ όπως η προκειμένη. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. Α'. Η διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του, δηλαδή, ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής του και ο εναγόμενος το βάρος απόδειξης της ανταγωγής, των ενστάσεων κοκ. Επίσης ορίζει στην παρ. 2 ότι, όταν ο νόμος θεσπίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη, ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη αν δεν ορίζεται διαφορετικά. Ειδικότερα, όταν ο νόμος προβλέπει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη πραγματικού γεγονότος ή κατάστασης, ο διάδικος υπέρ του οποίου έχει ταχθεί το τεκμήριο αρκεί να επικαλεσθεί τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ανυψωθεί σε προϋποθέσεις του τεκμηρίου (βάση του τεκμηρίου) και, εφόσον ο αντίδικός του τα αρνείται, να τα αποδείξει. Αν ο αντίδικος επικαλείται το εναντίον του συναγομένου δια του τεκμηρίου, το οποίο αποτελεί κανόνα δικαίου, αυτός φέρει το βάρος της απόδειξης, και οφείλει να αποδείξει κατά κύρια απόδειξη το αντίθετο του τεκμαρτώς συναγομένου, καθόσον η ανατροπή του τεκμαιρόμενου γεγονότος αποτελεί κυρία απόδειξη και όχι ανταπόδειξη (ΟΛΑΠ 21/1998, ΑΠ 894/2020). Οι σχετικές δε ως άνω με τη θέσπιση τεκμηρίων για την ύπαρξη, ενός πραγματικού γεγονότος, στα πλαίσια της απόδειξης, διατάξεις του KΠολΔ (άρθρ. 338 παρ. 2) έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του τετάρτου μέρους, υπό τον τίτλο "μεσίτες ακινήτων" (άρθρα 197 έως 204), του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α` 86/11-4-2012), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (11-4-2012), καταργηθέντος έκτοτε, με το άρθρο 204 παρ.2 αυτού, του π.δ. 248/1993 (εκτός της παρ.1 του άρθρου 2 αυτού, που παρέμεινε σε ισχύ έως την έναρξη της πλήρους λειτουργίας του Γ.Ε.ΜΗ.), ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του μεσίτη από φυσικά και νομικά πρόσωπα, ο τύπος και το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης μεσιτείας. Για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον ανωτέρω νόμο, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 703 έως 707 του Αστικού Κώδικα περί μεσιτείας (άρθρο 197 παρ.3 ν. 4072/2012). Στο άρθρο 200 §4 του εν λόγω νόμου ορίζονται τα εξής: "4. Επιτρέπεται η σύμβαση αποκλειστικής μεσιτείας, στο πλαίσιο της οποίας ο εντολέας δεν έχει το δικαίωμα να αναθέσει εντολή με το ίδιο περιεχόμενο σε άλλο μεσίτη ούτε και να δραστηριοποιηθεί ο ίδιος ή τρίτος για λογαριασμό του για την αναζήτηση ευκαιρίας για όσο χρόνο ισχύει η σύμβαση, ο δε μεσίτης έχει την υποχρέωση να δραστηριοποιηθεί για την εκτέλεση της εντολής. Εξαιρέσεις από τη μη δραστηριοποίηση τρίτων για λογαριασμό του εντολέα είναι δυνατές μόνο αν αφορούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα που κατονομάζονται ρητά στη σύμβαση. Η σύμβαση αποκλειστικής μεσιτείας δεν μπορεί να έχει διάρκεια πάνω από οκτώ (8) μήνες, με δικαίωμα παράτασης για τέσσερις (4) ακόμα μήνες, ύστερα από μονομερή έγγραφη δήλωση του εντολέα, μετά δε από τη λήξη της μπορεί να συναφθεί νέα σύμβαση. Αν η κύρια σύμβαση καταρτίστηκε κατά τη διάρκεια της αποκλειστικής μεσιτείας, τεκμαίρεται ότι καταρτίστηκε με την υπόδειξη ή μεσολάβηση του αποκλειστικού μεσίτη, εκτός εάν η κατάρτιση της κύριας σύμβασης έγινε με κάποιο από τα ρητά αναφερόμενα στη σύμβαση αποκλειστικής μεσιτείας πρόσωπα, για τα οποία συμφωνήθηκε ότι είναι δυνατή η προσωπική δραστηριοποίηση του εντολέα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο μεσίτης έχει αξίωση αποκατάστασης όλων των δαπανών, στις οποίες έχει υποβληθεί για την προώθηση του ακινήτου, πλέον μιας εύλογης αποζημίωσης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 της συμφωνηθείσας αμοιβής, χωρίς το συνολικό ποσό να είναι μεγαλύτερο από το ήμισυ της συμφωνηθείσας αμοιβής. Αν η κύρια σύμβαση καταρτίστηκε μέσα στο τρίμηνο από τη λήξη του χρόνου της αποκλειστικής μεσιτείας και στο μεταξύ ο εντολέας έχει δώσει εντολή σε άλλο μεσίτη, τότε αμοιβή στον (πρώτο) αποκλειστικό μεσίτη οφείλεται μόνο αν αποδειχθεί ότι η κατάρτιση της σύμβασης οφείλεται σε δικές του ενέργειες". Β'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν αφορά παράβαση δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 369/2021, ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1140/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην πληττομένη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ.1 του KΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 2 του KΠολΔ, απαιτώντας στην ένδικη περίπτωση της αποκλειστικής μεσιτείας την ύπαρξη πραγματικής αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας (μεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας) και της κατάρτισης της πράξης, για την οποία δόθηκε η εντολή, κατά παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 338 παρ. 2 ΚΠολΔ και της λειτουργίας του τεκμηρίου που αναφέρεται στο άρθ. 200 παρ. 4 Ν. 4072/2012, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία του άρθρου 338 παρ. 2 ΚΠολΔ θα έπρεπε να δεχθεί ότι εκπληρώθηκε το τεκμήριο του νόμου, δεδομένου ότι η εντολέας-εναγομένη παρέβη τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, δοθέντος ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη του άρθρου 338 παρ. 2 του KΠολΔ, προβλέπουσα την ύπαρξη τεκμηρίου για την ύπαρξη, ενός πραγματικού γεγονότος, έχει καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δε ρυθμίζει τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζει αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Ούτε εξάλλου, στοιχειοθετείτε λόγος περί παραβίασης των διατάξεων περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων (όπως στην προκειμένη περίπτωση), επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020). Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 KΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019). Εξάλλου, οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ` αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 1406/2021). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το ως Εφετείο Δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι ομόρρυθμη εταιρεία, εγγεγραμμένη στην υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. του επαγγελματικού επιμελητηρίου Αθηνών με αριθμό ... και έχει εταιρικό σκοπό, μεταξύ άλλων, τη μεσολάβηση προς σύναψη συμβάσεων πωλήσεων ακινήτων. Η εναγομένη είχε την κυριότητα οικοδομής τεσσάρων ορόφων, επί της οδού …αρ. 19, Αθήνα, περιοχή ...-κόμβος Κ. με έτος κατασκευής το 2008, υπόγειο χώρο σταθμεύσεως και συνολικό εμβαδό 774 τμ περίπου. Επειδή η εναγομένη επιθυμούσε να προβεί στην πώληση του εν λόγω ακινήτου, περί τα τέλη του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2013 απευθύνθη στην ενάγουσα, επειδή θεωρούσε ότι ήταν γραφείο με κύρος, ώστε να μεσολαβήσει για την πώληση του ακινήτου. Μετά από συνάντηση με τους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγούσης, απεστάλη στην εναγομένη η από 22-11-2013 σύμβαση εντολής, συμπληρωμένη με τα στοιχεία των διαδίκων, πλήρη περιγραφή του ακινήτου και τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως. Στις 28-11-2013, η εναγομένη επέστρεψε δια τηλεομοιοτυπίας, την σύμβαση προσηκόντως υπογεγραμμένη. Δια της συμβάσεως αυτής, η εναγομένη ανέθεσε κατ' αποκλειστικότητα την πώληση του επίδικου ακινήτου στην ενάγουσα, αντί τιμήματος 700.000 ευρώ, δεσμευόμενη να μην αναθέσει την πώληση σε άλλο μεσίτη και να καταβάλει την συμφωνηθείσα αμοιβή ποσού 7.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, είτε ο αγοραστής βρεθεί με ενέργειες της εναγούσης, είτε όχι. Συγκεκριμένα, η εν λόγω ρήτρα περί καταβολής της αμοιβής είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Υποχρεούμαι και υπόσχομαι να σας καταβάλω τη συμφωνηθείσα αμοιβή σε οποιονδήποτε αγοραστή και αν πωληθεί το ακίνητο, είτε αυτός βρέθηκε από τις δικές σας ενέργειες για την πώληση και η αγοραπωλησία συνετελέσθη με τη δικής σας μεσολάβηση, είτε όχι". Περαιτέρω, προκειμένου να γίνει καλύτερη προώθηση του ακινήτου, η εναγομένη παρείχε στην ενάγουσα φωτογραφίες αυτού. Μετά την, κατά τα ανωτέρω, ανάθεση της πωλήσεως του ακινήτου, η ενάγουσα καταχώρησε αγγελία πωλήσεως σε τρία φύλλα της εφημερίδας "..., ήτοι αυτά της ..2014, …2014 και …2014. Επίσης, η ενάγουσα έδειξε το ακίνητο σε ενδιαφερομένους αγοραστές στις 15-1-2014, 27-1-2014, 29-1-2014, 30-1-2014 (2 φορές), 6-2-2014, 13-2-2014, ήτοι μόνο κατά τη διάρκεια ενός μηνός. Τέλος, ο μάρτυς της ενάγουσας κατέθεσε ότι τα ακίνητο είχε αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της εναγούσης, πλην όμως δεν προσκομίζεται εκτύπωση οθόνης από την οποία να επιρρωνύεται ο ισχυρισμός αυτός. Επειδή, η εναγομένη έκρινε ότι η ενάγουσα δεν δραστηριοποιείται επαρκώς για την προώθηση της εντολής πωλήσεως και επειδή δεν πίστεψε τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της ότι η πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου είναι δύσκολη, ανέθεσε περί τις αρχές του μηνός Ιουλίου 2014, στον μεσίτη Σ. Κ., να πωλήσει το ακίνητο. Όμως, η εναγομένη δεν προσκομίζει τη σύμβαση εντολής που υπέγραψε με τον ανωτέρω Σ. Κ., ώστε να προκύπτει ότι πράγματι τον μήνα Ιούλιο του έτους 2014 ανέθεσε σε αυτόν την εντολή για πώληση του ακινήτου της. Τέλος, στις 18-7-2014 υπεγράφη το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Μπιμπλή, το οποίο μετεγράφη στις 29-7-2014 στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών. Το συμβόλαιο δεν προσκομίζεται αλλά η ημερομηνία της υπογραφής του, που είναι κρίσιμη για την οφειλή της μεσιτικής αμοιβής, αναφέρεται τόσο στο δικόγραφο της αγωγής, όσο και στις προτάσεις της εναγομένης και έτσι προκύπτει ομολογία της εναγομένης περί αυτής. Απ' όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγονται τα ακόλουθα κρίσιμα συμπεράσματα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής. Εφόσον το έντυπο με τη ρήτρα αποκλειστικής εντολής για διάρκεια 8 μηνών, εστάλη υπογεγραμμένο στην ενάγουσα στις 28-11-2013, η σύμβαση πωλήσεως που υπεγράφη στις 18-7-2014, πράγματι συνήφθη εντός της περιόδου που ίσχυε η σύμβαση της εντολής, χωρίς συνεπώς, να τίθεται ζήτημα έρευνας της νομιμότητος ή μη της σιωπηρής ανανεώσεως που προβλέπεται στη σύμβαση. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσης, πρέπει να ερευνηθεί κατά πόσο η ενάγουσα εκπλήρωσε τις εκ της συμβάσεως απορρέουσες υποχρεώσεις της, ώστε να δικαιούται την μεσιτική αμοιβή, έστω και κατά το τεκμήριο του άρθρου 200 παρ. 4 του νόμου 2072/2012. Σημειώνεται ότι η εναγομένη δια του πρώτου λόγου της εφέσεώς της επαναφέρει την, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προβληθείσα, ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, επικαλούμενη την παράλειψη της εναγούσης να δραστηριοποιηθεί για την εκτέλεση της εντολής. Επίσης, η εναγομένη δια του δευτέρου λόγου της εφέσεώς της επαναφέρει την, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προβληθείσα, ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, επικαλούμενη την καταχρηστικότητα της επίδικης συμβάσεως μεσιτείας η οποία προβλέπει υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει την αμοιβή ακόμα και αν η ενάγουσα δεν δραστηριοποιήθηκε προς εκτέλεση της εντολής. Πράγματι, στην επίδικη σύμβαση ενώ προβλέπεται, κατά τα ανωτέρω, ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει τη μεσιτική αμοιβή είτε ο αγοραστής βρεθεί με ενέργειες της εναγούσης, είτε όχι, δεν υπάρχει καμία μνεία για τις ενέργειες στις οποίες η ενάγουσα οφείλει να προβεί για την πραγματοποίηση της πωλήσεως. Όμως, η εν λόγω ρήτρα, σε συνδυασμό με την απουσία ρητής αναφοράς της υποχρεώσεως της εναγούσης προς δραστηριοποίηση για την προώθηση και εν τέλει πώληση του ακινήτου, διαταράσσει υπέρμετρα την ισορροπία των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων των συμβαλλομένων, διότι επιβάλλοντας στην εναγομένη, ως εντολέα, την υποχρέωση να καταβάλει σε κάθε περίπτωση την μεσιτική αμοιβή, καθιστά το τεκμήριο που αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 200 παρ. 4 του νόμου 4072/2012 αμάχητο και αποδεσμεύει την ενάγουσα από κάθε υποχρέωση δραστηριοποιήσεως για την εκτέλεση της εντολής. Συγκεκριμένα, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 200 παρ. 4 του νόμου 4072/2012, σε περίπτωση συμβάσεως αποκλειστικής μεσιτείας, τεκμαίρεται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πωλήσεως και μεσιτικών ενεργειών από τον μεσίτη, έτσι ώστε αν ο εντολέας αρνείται την μεσιτική αμοιβή, να πρέπει να αποδείξει ότι η πώληση δεν είναι αποτέλεσμα ενεργειών του μεσίτη. Όμως, η επίδικη ρήτρα καταβολής της μεσιτικής αμοιβής, σε κάθε περίπτωση υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει την αμοιβή ακόμα και αν η ενάγουσα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της, συνεπάγεται παραίτηση της εναγομένης από τα δικαιώματά της σε περίπτωση μη εκπληρώσεως ή πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής της εναγούσης, ακόμη και αν η ενάγουσα βαρύνεται με πταίσμα και, εν τέλει, επιφυλάσσει στην ενάγουσα το δικαίωμα να κρίνει μονομερώς αν η παροχή της είναι σύμφωνη με τη σύμβαση. Συνεπώς, γενομένης δεκτής της ενστάσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ως ουσία βάσιμης, κρίνεται ότι η ρήτρα δια της οποίας η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, σε οποιονδήποτε αγοραστή και αν πωληθεί το ακίνητο, είτε αυτός βρέθηκε από τις ενέργειες της εναγούσης, είτε όχι, είναι καταχρηστική. Εν όψει τούτου, πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν γενικά οι κόποι και οι προσπάθειες της εναγούσης, οι δαπάνες της, ο χρόνος της απασχολήσεώς της και η εν γένει επιμέλεια που επέδειξε για την εκτέλεση της συμβάσεως (ΑΠ 95/2012, 1039/2008, 495/2007 ιστότοπος Αρείου Πάγου, ΕφΑθ 1147/2012 τ.ν.π. Ισοκράτης). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρήλθε χρονικό διάστημα 48 ημερών (28-11-2013 ανάθεση εντολής έως 15-2-2014 πρώτη επίδειξη σε υποψήφιο πελάτη) χωρίς η ενάγουσα να προβεί σε απολύτως καμία ενέργεια. Επίσης, παρήλθε χρονικό διάστημα 2 μηνών και 5 ημερών (28-11-2013 ανάθεση εντολής έως 2-2-2014 πρώτη δημοσίευση σε εφημερίδα) χωρίς η ενάγουσα να έχει προβεί σε δημοσίευση στον τύπο. Επίσης, επί χρονικό διάστημα 8 περίπου μηνών, η ενάγουσα προέβη μόνο στις τρεις ανωτέρω αναφερόμενες δημοσιεύσεις και αυτές σε μία μόνο εφημερίδα ("...). Αντίθετα δε, με όσα ανακριβώς κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγούσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι δημοσιεύσεις που αφορούν το επίδικο ακίνητο δεν είναι ολοσέλιδες, αλλά επί μίας στήλης, σε σελίδα με δύο στήλες, και επί 3 γραμμών σε στήλη με 62 γραμμές, και μία φωτογραφία μικρού μεγέθους. Το κείμενο δε, της αγγελίας κρίνεται ανεπαρκέστατο ως προς την προσέλκυση ενδιαφερομένων αγοραστών, εφόσον δεν αναφέρει αν το ακίνητο εξυπηρετείται από συγκοινωνίες, ποια είναι η χρήση αυτού και ποια είναι τα χαρακτηριστικά που το καθιστούν ελκυστικό προς αγορά, ή μη μόνον αναφέρει "κοντά στον κόμβο K-..., νεόκτιστο ακίνητο 632 τμ, επιπλέον υπόγειο πάρκινγκ 250 τμ σε οικόπεδο 341 τμ. Τιμή 700.000", έπειτα δε, σε συμφωνία με την εναγομένη, η τιμή ανήλθε σε 800.000 ευρώ. Αντίθετα, σε άλλες αγγελίες στις ίδιες σελίδες που είχε δημοσιεύσει η ενάγουσα αναφερόταν για άλλα ακίνητα ενδεικτικά: "κατάλληλο για πολλές χρήσεις", "κατάλληλο για εστιατόριο", "βιομηχανικό ακίνητο", "διαμπερές ακίνητο", "σε καλό γωνιακό σημείο", "σε κτήριο προβολής", "σε καλό σημείο", "πλησίον αγοράς", "πλησίον κόμβου", "σε πυκνοκατοικημένο σημείο" και άλλους πολλούς παρεμφερείς προσδιορισμούς οι οποίοι καθιστούν το ακίνητο πιο ελκυστικό. Επίσης, μετά από την επίδειξη σε υποψήφιο αγοραστή στις 13-2-2014, η ενάγουσα δεν επέδειξε το ακίνητο σε κανένα άλλο πρόσωπο. Απ' όλα τα ανωτέρω, κρίνεται ότι οι ενέργειες στις οποίες προέβη η ενάγουσα προς εκπλήρωση της ανατεθείσης σε αυτήν εντολής είναι ανεπαρκείς και δεν θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την πώληση του ακινήτου. Συνεπώς, η ενάγουσα δεν τήρησε την υποχρέωση που εκ του νόμου είχε προς δραστηριοποίηση για την εκτέλεση της εντολής και γενομένου δεκτού του πρώτου λόγου της εφέσεως, δια του οποία επαναφέρεται η ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, ως βασίμου, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και κατ` ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης-εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε της εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από την εναγόμενη νόμιμης ένστασης του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 374 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 200 §4 του ν. 4072/2012 σε συνδυασμό με το άρθρο 338 ΚΠολΔ, τεκμήριο για την ύπαρξη πραγματικού γεγονότος και δη για το γεγονός ότι εφόσον η κύρια σύμβαση καταρτίστηκε κατά τη διάρκεια της αποκλειστικής μεσιτείας, τεκμαίρεται ότι καταρτίστηκε με την υπόδειξη ή μεσολάβηση του αποκλειστικού μεσίτη και συγκεκριμένα της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, η τελευταία, υπέρ της οποίας έχει ταχθεί το τεκμήριο, προκειμένου να λάβει την αμοιβή της, αρκεί να επικαλεσθεί τα ως άνω πραγματικά γεγονότα που έχουν ανυψωθεί σε προϋποθέσεις του τεκμηρίου (βάση του τεκμηρίου), ήτοι ότι η σύμβαση καταρτίστηκε κατά τη διάρκεια της αποκλειστικής μεσιτείας, οπότε και τεκμαίρεται κατά τα άνω ότι καταρτίστηκε με την υπόδειξη ή μεσολάβηση του αποκλειστικού μεσίτη. Περαιτέρω, η εναγομένη-αναιρεσίβλητη αντίδικός της, η οποία επικαλέστηκε το εναντίον του συναγομένου δια του τεκμηρίου, και ειδικότερα προέβαλε τον ισχυρισμό από το άρθρο 374 ΑΚ ότι η ενάγουσα δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση μεσιτείας, ήτοι δεν δραστηριοποιήθηκε για την εκτέλεση της εντολής, το οποίο αποτελεί κανόνα δικαίου, φέρει και το βάρος απόδειξης και οφείλει να αποδείξει κατά κύρια απόδειξη το αντίθετο του τεκμαρτώς συναγομένου. Το Εφετείο, με βάση τις ως άνω παραδοχές του, διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία όσον αφορά τη βασιμότητα του προβληθέντος από την εναγομένη ισχυρισμού από το άρθρο 374 ΑΚ, ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση μεσιτείας και δεν δραστηριοποιήθηκε επαρκώς για την εκτέλεση της εντολής, διαλαμβάνοντας σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που οδηγούν στην κρίση για μη τήρηση της εκ του νόμου υποχρέωσής της προς δραστηριοποίηση για την εκτέλεση της εντολής, όπως πάροδος ικανού χρόνου χωρίς οποιαδήποτε ενέργεια, λίγες και ελλιπείς δημοσιεύσεις στον τύπο, επίδειξη του ακινήτου σε ελάχιστους αγοραστές κλπ. Δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθενται άλλα στοιχεία, αφού αρκεί να αναφέρεται σαφώς τί αποδείχτηκε, ενώ ελλείψεις αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως, ο δεύτερος από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, επειδή δεν αιτιολογεί πώς έφθασε στο ανωτέρω συμπέρασμα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης, (560 αρ. 6 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος, (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσείουσας, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε σε έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-6-2020 αίτηση της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. - Σ. Ο..Ε..", για αναίρεση της υπ' αριθ. 9639/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένης της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ