Αριθμός 1162/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Φ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕΕΓΑ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" και ήδη "ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και δ.τ. "ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 14-9-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1475/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4267/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-10-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 7-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4267/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681 Α' ΚΠολΔ). Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσίβλητη επικαλείται επίδοση αυτής. Είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ8/2018, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1130/2020). Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο διάδικος που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011). Στην προκειμένη περίπτωση τη συζήτηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης επέσπευσε ο αναιρεσείων, όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της αναίρεσης που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη (βλ. την από 26-7-2021 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Α. Μ. που διενήργησε την επίδοση επί του αντιγράφου της αίτησης). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. α` του Α.Κ. "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επιπλέον, εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του". Στα κατά τη διάταξη αυτή νοσήλια, περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει για την αποκατάσταση της υγείας του θύματος, μεταξύ των οποίων και οι πλασματικές δαπάνες του παθόντος προσώπου για τις υπηρεσίες που του προσφέρουν οι οικείοι του, σε περίπτωση αδυναμίας του προς αυτοεξυπηρέτηση. Από τον συνδυασμό δε της ως άνω διατάξεως του άρθρου 929 του ΑΚ, με αυτή του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι` αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 940/2010, ΑΠ 377/2009, ΑΠ 611/2008). Στην περίπτωση αυτή, για να δικαιωθεί τραυματισθείς την πιο πάνω αποζημίωση, δηλαδή τα διαφυγόντα εισοδήματα, πρέπει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει, ότι δεν μπόρεσε στο κρίσιμο χρονικό διάστημα να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε και, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε, αν δεν τραυματιζόταν, και έτσι ζημιώθηκε ορισμένο ποσό που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια εργασία (Α.Π. 637/2020, Α.Π. 259/2018). ΑΠ 1447/2022. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε και η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται από το νόμο ή από άλλο λόγο να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεών του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού ή αποκλειστικής νοσοκόμου, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου. Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να είναι και η σύζυγος, οι γονείς, τα πεθερικά ή άλλοι στενοί συγγενείς, αλλά και φιλικά πρόσωπα. Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτόν, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους πιο πάνω οικείους του, οι οποίοι με υπερένταση των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 132/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. (ΑΠ 1447/2022, ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 109/2020). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη υπ' αριθ. 4267/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 30-3-2013 ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) οδηγώντας το υπ'αρ. κυκλοφορίας …-… ΙΧΕ αυτοκίνητο εκινείτο επί της οδού Στ. Λ…. στη Χ.. με κατεύθυνση από τη πόλη της Χ.. προς Κ….με χαμηλή ταχύτητα και η Δ. Α. οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας …… ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της αυτής οδού με αντίθετη κατεύθυνση. Από αμέλεια της Α…. και της αυξημένης ταχύτητας το αυτοκίνητό της εξετράπη της πορείας του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο ο ενάγων, και παρ' ότι αυτός τροχοπέδησε το αυτοκίνητό του, συνεκρούσθη μετωπικώς με το αυτοκίνητο της ανωτέρω. Με τα περιστατικά αυτά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της Α….., όπως έκρινε με την υπ' αριθμόν 3201/2015 απόφαση του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά της οποίας η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δεν άσκησε ένδικο μέσο, επομένως η απόφαση αυτή είναι τελεσίδικη και υφίσταται δεδικασμένο ως προς την υπαιτιότητα. Λόγω του ένδικου ατυχήματος ο ενάγων υπέστη τραύματα, και συγκεκριμένα υπέστη νεκρογενή βλάβη Α7 δεξιά σε έδαφος κάκωσης ΑΜΣΣ, σπονδυλοαρθρίτιδα Α5-Α6 και Α6-Α7τα οποία προκάλεσαν σ' αυτόν ποσοστό αναπηρίας 50% για το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 2013 μέχρι την 31-3-2017, όπως τούτο προκύπτει από την με ημερομηνία 11-12-2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΙΚΑ/Διεύθυνση Αναπηρίας και ιατρικής της εργασίας. Εξάλλου με την από 29-9-2017 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας η ανωτέρω διεύθυνση του ΙΚΑ διέγνωσε ότι ο ενάγων πάσχει από δυσχρησία δεξιού άνω άκρου μετά από κάκωση ΑΜΣΣ και βλάβη της Α7 ρίζας και πιστοποίησε ότι ο ενάγων έχει ποσοστό αναπηρίας 50% για το χρονικό διάστημα από 1-4- 2017 έως 31-3-2022. Επίσης με τις υπ'αριθμούς …/2013, …./2013, …./2013 γνωματεύσεις το ΙΚΑ ανεγνώρισε ότι ο ενάγων είναι ανίκανος για εργασία 1) από 30-3-2013 έως 30-4-2013 με διάγνωση κάκωση ΑΜΣΣ 2) από 3-6-2013 έως 2-7-2013 3) από 3-7-2013 έως 19-7-2013 με διάγνωση στις δύο τελευταίες εμμένουσα αυχεναλγία με νευρολογική σημειολογία. Αντιστοίχως με την από 31-5-2013 ιατρική γνωμάτευση ο διευθυντής της νευρολογικής κλινικής του Γ. Ν. Χ… " Σ…" διέγνωσε ότι ο ενάγων πάσχει από υπνηλία και συνέστησε διεύρυνση-αποχή από την εργασία του για επιπλέον οκτώ ημέρες και με την από 30-4-2013 ιατρική γνωμάτευση του ιδίου διαγνώσθηκε ότι ο ενάγων πάσχει από κάκωση ΑΜΣΣ και συνεστήθη άδεια 32 ημερών. Τέλος ο ιατρός ακτινολόγος Λ. Μ. εξέτασε τον ενάγοντα στις 30-5-2013, 5-8-2013 και 3-8-2016 και στην τελευταία διεπίστωσε επιδείνωση της ακτινολογικής εικόνας στα Α3-Α4 και Α4-Α5 μεσοσπονδύλια διαστήματα, ενώ χωρίς ουσιώδη μεταβολή επανελέχθηκαν τα λοιπά ευρήματα. Εξάλλου με την υπ' αριθμόν 3201/2015 προαναφερθείσα απόφαση κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων δεν είχε (σ. ορθό είχε) ανάγκη αποκλειστικής νοσοκόμου μόνο για το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητούσε το σχετικό κονδύλιο με την από 20-5-2014 αγωγή ο ανωτέρω και όχι για μεταγενέστερο διάστημα, απορριπτέου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης. Ακολούθως δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για το διάστημα από 1-3-2013 έως 31-3-2017 είχε επιδείνωση της υγείας του, η οποία καθιστούσε αναγκαία τη βοήθεια τρίτου προσώπου- αποκλειστικής νοσοκόμας, επειδή δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί. Συγκεκριμένα εξ ουδενός προσκομισθέντος εγγράφου αποδείχθηκε ότι υφίσταται τέτοια αδυναμία του ενάγοντος, δεδομένου ότι με τις προαναφερθείσες γνωματεύσεις συνεστήθη αποχή από την εργασία στον τελευταίο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 και ουδεμία αποχή από την εργασία συνεστήθη πέραν της τελευταίας ημερομηνίας, ούτε πολύ περισσότερο διαπιστώθηκε αδυναμία αυτού να αυτοεξυπηρετηθεί για το εκτιθέμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα (1-4-2013 έως 31-3-2017), η δε περί του αντιθέτου ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος ελέγχεται ως ανακριβής, απορριπτέου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι ο ενάγων δεν είναι σε θέση να αυτοεξυπηρετείται και επεδίκασε για πλασματική αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας το ποσό των 3.700 Ευρώ εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι ελεύθερος επαγγελματίας. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την από 28-3-1986 βεβαίωση περί επιδόσεως δηλώσεως ενάρξεως ασκήσεως επιτηδεύματος της οικονομικής εφορίας Χίου ο ενάγων υπέβαλε σχετική δήλωση με αντικείμενο εργασιών "εμπόριο ταπετσαριών-μοκεττών", όμως κατά τη κρίση του δικαστηρίου διατηρούσε μόνο επιχείρηση καθαριστηρίου χαλιών, δεδομένου ότι ο μάρτυράς του, ο οποίος είναι οικογενειακός φίλος του επί 20 έτη, με τις ένορκες καταθέσεις του τις περιεχόμενες στα υπ' αριθμούς 3201/2015 και 1475/2016 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ρητώς και κατ' επανάληψη ανέφερε ότι ο ενάγων "έχει ταπητοκαθαριστήριο" και ουδεμία μνεία έκανε για εμπόριο χαλιών, ούτε άλλωστε προκύπτει το τελευταίο από οποιοδήποτε έγγραφο ή ένορκη κατάθεση. Επίσης όπως τόσο ο ίδιος ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του όσο και ο μάρτυράς του κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο ενάγων απασχολεί στην επιχείρηση του προ και μετά τον τραυματισμό του έναν αλλοδαπό ως υπάλληλο. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων χρειάζεται, λόγω του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα να απασχολήσει χωρίς αμοιβή επί 8 ώρες ημερησίως τον ανηψιό του Κ. Φ. για όσο χρονικό διάστημα από 1-4-2014 έως 31-3- 2017. Ειδικότερα ο αλλοδαπός υπάλληλος, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας του ενάγοντος, "ασχολείται με τα χαλιά μόνος του" δηλαδή αυτός διενεργούσε μόνος του τη μεταφορά, το πλύσιμο και τη φύλαξη των χαλιών. Αντιστοίχως ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι ο Κ. Φ. "το ταπητοκαθαριστήριο του ενάγοντος το κρατάει σε σχέση με τα οικονομικά κυρίως" χωρίς να διασαφήσει, εκτός από τα οικονομικά της επιχείρησης, με ποια ακριβώς άλλη εργασία του ταπητοκαθαριστηρίου ασχολείτο, εκτός από τις εργασίες που έκανε ο προαναφερθείς υπάλληλος. Ωστόσο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οικονομικά αλλά και τα διοικητικά μιας απλής επιχείρησης ταπητοκαθαριστήριου, δηλαδή προμήθεια υλικών, τηλεφωνικές παραγγελίες, πληρωμές, είναι εργασίες τις οποίες θα μπορούσε με ευχέρεια να εκτελέσει ο ίδιος ο ενάγων, λαμβανομένης υπόψιν της προαναφερθείσας αναλυτικά αναφερθείσας κατάστασης της υγείας του από το γραφείο της επιχείρησης του, και κατ' ακολουθίαν δεν υπήρχε ανάγκη να απασχολεί τον ανηψιό του για την εργασία αυτή. Επιπλέον κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι δυνατόν ο ανηψιός του ενάγοντος να εργάζεται επί 8 ώρες ημερησίως, επί μία τριετία (από 1-3-2014 έως 31-3-2017), όπως εκτίθεται στην αγωγή, χωρίς αμοιβή, όταν μάλιστα 1) αυτός κάνει καθημερινά και άλλη εργασία και συγκεκριμένα κάνει delivery και 2) με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε με την υπ' αριθμόν 3201/2015 προαναφερθείσα απόφαση ότι ο ανηψιός του ενάγοντος είχε ήδη εργασθεί από 1-4-2013 έως 28-2-2014 στην επιχείρηση του ενάγοντος άνευ αμοιβής. Άλλωστε για την ανωτέρω άνευ αμοιβής εργασία μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο είναι η κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρος, η κατάθεση του οποίου ελέγχεται ως ανακριβής, λαμβανομένου υπόψιν ότι ο ίδιος μάρτυρας, όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθμόν 3201/2015 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέθεσε ότι ο ενάγων "τον πλήρωσε τον ανηψιό του για την αντικατάστασή του, δεν γνωρίζω πόσο την πλήρωσε", ερχόμενος σε αντίθεση με τη σχετική από 20-5-2014 αγωγή του νυν ενάγοντος, πρέπει λοιπόν να απορριφθεί το σχετικό αγωγικό κονδύλιο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ανωτέρω κονδύλιο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του δεύτερου λόγου έφεσης. Κατόπιν τούτων παρέλκει να εξετασθεί ο τέταρτος λόγος έφεσης ο αναφερόμενος σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε τις μελλοντικές περιοδικές παροχές της πλασματικής δαπάνης του ενάγοντος για την εργασία του ανηψιού του. Επίσης δεδομένου ότι ο ενάγων έχει αναπηρία 50% τουλάχιστον μέχρι 31-3-2022, στην οποία περιλαμβάνεται δυσχρησία του άνω δεξιού άκρου, χωρίς να αναμένεται βελτίωση της υγείας του, αφού οι προαναφερθείσες βλάβες του δεν φαίνεται με τα έως τώρα προσκομιζόμενα στοιχεία να είναι ιατρικώς ανατρέψιμες, γεγονός που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση στη μελλοντική, επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του ενάγοντος. Δεδομένης της ηλικίας του παθόντος και του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας του, πρέπει να επιδικασθεί σ'αυτόν αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ., η οποία είναι πρόδηλο ότι είναι διαφορετική από την αξίωση του άρθρου 929 Α.Κ. για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 Α.Κ., ποσού 15.000 Ευρώ. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο επεδίκασε για την ανωτέρω αιτία το ίδιο ποσό, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτέου ως ουσιαστικά αβάσιμου του τρίτου λόγου έφεσης". Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 1475/2016 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έκανε δεκτή κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα το ποσό των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, ενώ απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή κατά τα αιτήματα αυτής που αφορούσαν πλασματική αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας και της πλασματικής δαπάνης για την εργασία του ανηψιού του. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 929 και 930 ΑΚ, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, αφού παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα για την έλλειψη αναγκαιότητας του αναιρεσείοντος να προσφύγει στις υπηρεσίες τρίτου προσώπου (εν προκειμένω της συζύγου του) λόγω αδυναμίας αυτού να αυτοεξυπηρετηθεί. Ειδικότερα στην προσβαλλομένη εκτίθενται λεπτομερώς α) ο τραυματισμός του ενάγοντος από το ένδικο ατύχημα, β) οι βλάβες τις οποίες αυτός υπέστη, με παράθεση των σχετικών ιατρικών γνωματεύσεων, γ) η δυνατότητα αυτού να εξυπηρετηθεί με βάση το ποσοστό αναπηρίας (50%) που κρίθηκε με τις αναφερόμενες γνωματεύσεις του ασφαλιστικού του φορέα και τις συστάσεις περί αποχής από την εργασία μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2013 και δ) ότι απασχολεί στην επιχείρησή του (καθαριστήριο χαλιών) έναν υπάλληλο, ο οποίες διενεργεί τις εργασίες μεταφοράς, καθαρισμού και φύλαξης των ταπήτων και ότι αναιρεσείων ασχολείται με τα διοικητικά και οικονομικά της επιχείρησης, τις οποίες μπορεί με ευχέρεια να εκτελέσει χωρίς να αναγκάζεται να προσφεύγει στις υπηρεσίες τρίτου προσώπου. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή. Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται, και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014). Εξάλλου, ο, από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 796/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 51/2011). Περαιτέρω, κατ` άρθρο 324 ΚΠολΔ "δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία" ενώ, η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δηλαδή λόγω μη απαιτητού του χρέους, δεν παράγει δεδικασμένο για την ουσία του δικαιώματος, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (ΑΠ 416/2019, ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 2076/2006). Τέλος, προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 416/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου, και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ` αριθ. 3201/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει επί της προηγούμενης αγωγής αποζημιώσεως που αυτός είχε ασκήσει εναντίον της ίδιας εναγομένης - αναιρεσίβλητης, από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, αιτούμενος (μεταξύ άλλων) το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε στην εκ μέρους του (αναιρεσείοντος) απασχόληση στην επιχείρησή του του ανηψιού του Κ. Φ., κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2014 έως 31-3-2017, επειδή ο ίδιος αδυνατούσε να εκτελέσει, λόγω της αναπηρίας του τις απαιτούμενες εργασίες. Ειδικότερα με την υπ` αριθ. 3201/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι ο ανηψιός του αναιρεσείοντος εργάσθηκε, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, στην επιχείρηση καθαριστηρίου χαλιών που αυτός διατηρούσε άνευ αμοιβής και του επιδικάσθηκε σχετικά το χρηματικό ποσό της πλασματικής δαπάνης του αναιρεσείοντος για την εργασία του ανηψιού του. Η εν λόγω τελεσίδικη κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν παράγει δεδικασμένο όσον αφορά την αποζημίωση του αναιρεσείοντος για τις μελλοντικές περιοδικές παροχές της πλασματικής δαπάνης εν προκειμένω για την εργασία του ανηψιού του στην επιχείρησή του, για μεταγενέστερο χρόνο (ήτοι από 1-4-2014 έως 31-3-2017), κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας με την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 735/2021). Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-10-2019 αίτηση του Χ. Φ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4267/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ