Αριθμός 770/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 108/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1847/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 18/05.01.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την 129/13-11-06 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ...., κατά του 108/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτόδικου 1707/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε το βούλευμα τούτο και τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη, κατ' εξακολούθηση, (άρθρα 60, 98 και 386 παρ. 1α, 3α ΠΚ), και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ασκήθηκε από την ειδική πληρεξούσια του δικηγόρο Χρυσάνθη Τσιμπινού, στον οποίο ο νόμος του δίνει το σχετικό δικαίωμα, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα τον παραπέμπει για το κακούργημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης απάτης, με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοσή του, που έγινε με παράδοση στα χέρια του ενήλικου συνοίκου του ...., ως προκύπτει από το επιδοτήριο του δικ. επιμελητή...... Η έκθεση συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα Αικ. Σωφρόνη με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει το λόγο για τον οποίο ασκείται, ο οποίος έγκειται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, [άρθρα 139 και 484 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ]. Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της. 3-Η έλλειψη αιτιολογίας Α-Νομικές διατάξεις. α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225, ΠΧΡ. 02/402,ΠΛΟΓ.01/1693]. β- ατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού, β) Η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος. και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η διάταξη της παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά μεν από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ακολούθως δε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 22721/1999, που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών. γ-Κατά το άρθρο 98 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Στη διάταξη αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/3-6-1999 προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος, που ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας) προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά τους τέσσερις τελευταίους μήνες του έτους 2000, όντας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία ..... ΕΠΕ, που εδρεύει στο ....., με αντικείμενο την εμφιάλωση και εμπορία οίνων, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στην υπ' αυτού εκπροσωπούμενη εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε διαδοχικά στον εκπρόσωπο της ανώνυμης βιομηχανικής εταιρίας υπό την επωνυμία ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ, που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης, και στην εξουσιοδοτημένη υπάλληλό της στην Αθήνα .... ότι τόσον η εταιρία του όσο και αυτός ατομικά είναι οικονομικά φερέγγυοι, με ευρύ κύκλο εργασιών και με ιδιόκτητες κατοικίες στα .... και στην νήσο ...., και τους έπεισε να του μεταβιβάσουν αιτία πωλήσεως οίνο με πίστωση του τιμήματος κατά το Σεπτέμβριο 13.393.526 δρχ., κατά τον Οκτώβριο 40.546.724 δρχ., κατά το Νοέμβριο 74.974.408 δρχ. και κατά το Δεκέμβριο 58.000.000 δρχ., ήτοι συνολικής αξίας 187.114.658 δρχ., για την εξόφληση των οποίων εξέδωσε και τους παρέδωσε ισόποσες επιταγές εκδόσεώς του. Έτσι προξένησε ζημία στην περιουσία της ως άνω παθούσας εταιρίας ίσης με την αξία των οίνων, με αντίστοιχο περιουσιακό αυτού και της εταιρίας του όφελος, στο οποίο εξαρχής με τις τέσσερις ως άνω κατά μήνα πράξεις του απέβλεπε, καθόσον οι παραστάσεις του προς αυτούς ήσαν ψευδείς, αφού 1) ούτε η εταιρία του ούτε αυτός ατομικά ήσαν οικονομικά φερέγγυοι, με ευρύ κύκλο εμπορικών εργασιών και με ακίνητα στα .... και στη νήσο ...., 2) η εταιρία του αντιμετώπιζε αδυναμία να ανταποκριθεί στους δανειστές της και με την 663/01 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, και 3) οι επιταγές που του μεταβίβασε παρέμειναν απλήρωτες ελλείψει αντικρίσματος. Η ανωτέρω περιουσιακή ζημία και το αντίστοιχο περιουσιακό όφελος που αποκόμισε αυτός και η εταιρία του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ. Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι πληρούται η ποινική υπόσταση του εγκλήματος της ιδιαίτερα διακεκριμένης απάτης, που τέλεσε ο κατηγορούμενος, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ, με αντικείμενο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 187.114.658 δρχ., που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ. Στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και τον παραπέμπει ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος τελέσεως του εγκλήματος τούτου. Γ-Κριτική αξιολόγηση Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της απάτης, κατ' εξακολούθηση, με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων ότι η προθενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο περιουσιακό αυτού και της εταιρίας του όφελος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ακόμη ότι υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ., καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1α, 3β ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνει από πλευράς μεν της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος προέκυψαν ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε ψευδείς παραστάσεις στον εκπρόσωπο της παθούσας εταιρίας και στην εξουσιοδοτημένη υπάλληλό της στην Αθήνα ....., ότι έτσι τους έπεισε να του μεταβιβάσουν εμπορεύματα με πίστωση του τιμήματος και ότι προξένησε ζημία με αντίστοιχο περιουσιακό αυτού και της εταιρίας του όφελος που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ., και από πλευράς δε της υποκειμενικής υπόστασης ότι τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας των ψευδών τούτων παραστάσεώς του και ότι σκόπευσε εξαρχής στον προορισμό του παράνομου περιουσιακού οφέλους που αποκόμισε. Η αιτίασή του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του εισαγγελέα είναι αβάσιμη διότι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. [ΑΠ.205/05]. Η αιτίασή του ότι το Συμβούλιο Εφετών εκτίμησε εσφαλμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και έτσι λαθεμένα πείσθηκε ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, για την οποία κατηγορείται, είναι απαράδεκτη διότι βάλλει κατά της ανέλεγκτα αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. 4-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί η 129/13-11-06 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ...., κατά του 108/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 108/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επικυρώθηκε το με αριθμό 1707/2005 όμοιο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχε παραπεμφθεί ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται απ' αυτόν τελεσθείσα στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 έως τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Συμβούλιο Εφετών, εδέχθη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει και με καθολική, αλλά παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος .... ήταν διαχειριστής εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..... ΕΠΕ" με αντικείμενο την πώληση οίνων και ποτών, και έδρα το ..... Κατά τα μέσα του έτους 2000 ο κατηγορούμενος άρχισε να προμηθεύεται εμπορεύματα (ποτά) από την εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "Αφοί ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και είχε υποκατάστημα στην Αθήνα. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2000 η συνεργασία ήταν ομαλή. Μετά ταύτα όμως η εταιρία του κατηγορουμένου είχε πολύ σοβαρά, οικονομικά προβλήματα. Παρά ταύτα όμως ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να προμηθεύεται εμπορεύματα από την εγκαλούσα εταιρία, στην υπεύθυνη υπάλληλο της οποίας παρέστησε ψευδώς ότι είναι φερέγγυος τόσο αυτός όσο και η εταιρία του και ότι είχε οικονομική επιφάνεια μεγάλη με ακίνητη περιουσία και ιδιόκτητα ακίνητα στα ... και την ..... Η αλήθεια όμως ήταν ότι η εταιρία του κατηγορουμένου συνεπεία των κρισίμων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, αδυνατούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμ. 663/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν αιτήσεως του εκ των πιστωτών του ....., προς τον οποίο ο κατ/νος όφειλε το χρέος (μόνον) των 4.000.000 δρχ., ενώ προς την εγκαλούσα εταιρία όφειλε το ποσό των 187.000.000 δρχ. Έτσι ο κατηγορούμενος παραπλανώντας την ως άνω υπεύθυνη της εγκαλούσης εταιρείας, την έπεισε να του πωλήσει και να του παραδώσει εμπορεύματα κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 συνολικής αξίας 13.593.526 δρχ., κατά τον μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους εμπορεύματα αξίας 40.546.724 δρχ., κατά τον μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους εμπορεύματα συνολικής αξίας 74.974.408 δρχ. και κατά τον μήνα Δεκέμβριο του ιδίου έτους εμπορεύματα αξίας 58.000.000 δρχ. Δέχθηκε δε η ως άνω εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας προς καταβολή του τιμήματος, το οποίο ανήλθε στο συνολικό ποσό 187.114.658 δρχ. μεταχρονολογημένες επιταγές του ιδίου συνολικού ποσού, εκδόσεως της εταιρίας του κατηγορουμένου, εις διαταγήν της εγκαλούσης εταιρίας. Οι επιταγές του αυτές όμως καίτοι εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στις πληρώτριες τράπεζες, δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Εξ αιτίας των πιο πάνω περιγραφεισών παρανόμων ενεργειών του κατηγορουμένου επήλθε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία στην εγκαλούσα εταιρία, η οποία συνίσταται στην απώλεια του τιμήματος των εμπορευμάτων που παραδόθηκαν στον κατ/νο και υπερβαίνει (η ζημία) το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 €), ανερχομένη στο ποσό των 187.114.658 δρχ. (549.126 €), ενώ η εκπροσωπούμενη από τον κατ/νο εταιρεία ωφελήθηκε παρανόμως κατά το αντίστοιχο ποσό, αφού απέφυγε την πληρωμή του ως άνω τιμήματος των εμπορευμάτων που παρέλαβε από την εγκαλούσα. Εν όψει όλων των εκτεθέντων ανωτέρω είναι αναγκαίο να ελεγχθούν στο σημείο αυτό οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου. Ωρισμένως, απολογούμενος ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και υποστήριξε ότι πρόκειται περί μιας εμπορικής συναλλαγής μεταξύ της εταιρίας του και της εγκαλούσης, η οποία (συναλλαγή) λόγω κακής συγκυρίας της μη πληρωμής των υποχρεώσεων πελατών του, τον οδήγησε σε αθέτηση και αδυναμία πληρωμής των οφειλών του προς την εγκαλούσα. Και η εξήγηση για την συμπεριφορά του αυτή, την οποία δίδει ο κατηγορούμενος (ή μάλλον η δικαιολογία) είναι, όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος αναφέρει: "Το μόνο μου ποινικό αμάρτημα είναι ότι εξέδωσα ακάλυπτες επιταγές στα πλαίσια της μεταξύ μας εμπορικής συναλλαγής". Τα όσα, όμως πιο πάνω υποστηρίζει ο κατηγορούμενος αφ' ενός μεν δεν επιστηρίζονται επί των δεδομένων και των στοιχείων της προκειμένης δικογραφίας, αφ' ετέρου δε δεν κλονίζουν, ούτε κατά το ελάχιστον την σοβαρά κατ' αυτού κατηγορία και τις συναφείς ενδείξεις, που προέκυψαν γι' αυτήν σε βάρος του. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της απάτης, κατ' εξακολούθηση, με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων ότι η προθενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο περιουσιακό αυτού και της εταιρίας του όφελος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ακόμη ότι υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ., καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1α, 3β ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνει από πλευράς μεν της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος προέκυψαν ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε ψευδείς παραστάσεις στον εκπρόσωπο της παθούσας εταιρίας και στην εξουσιοδοτημένη υπάλληλό της στην Αθήνα ...., ότι έτσι τους έπεισε να του μεταβιβάσουν εμπορεύματα με πίστωση του τιμήματος και ότι προξένησε ζημία με αντίστοιχο περιουσιακό αυτού και της εταιρίας του όφελος που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ., και από πλευράς δε της υποκειμενικής υπόστασης ότι τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας των ψευδών τούτων παραστάσεώς του και ότι σκόπευσε εξαρχής στον προορισμό του παράνομου περιουσιακού οφέλους που αποκόμισε. Η αιτίασή του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του εισαγγελέα είναι αβάσιμη διότι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η αιτίασή του ότι το Συμβούλιο Εφετών εκτίμησε εσφαλμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και έτσι εσφαλμένα πείσθηκε ότι ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης για την οποία κατηγορείται, είναι απαράδεκτη γιατί βάλλει κατά των ουσιαστικών παραδοχών του βουλεύματος. Ενόψει των προεκτεθέντων η αίτηση αναιρέσεως, με τους λόγους της οποίας πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § 1δ ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του ....., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 108/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κ α ι Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ