Αριθμός 845/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Τσουμάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Πορφύρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αναίρεσης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1986/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 497/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 5.7.2021 και με αριθμό κατάθ. 5388/710/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 497/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 1.9.2019 και με αριθμό εκθ. καταθ. 6604/2019 έφεση που άσκησε η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, κατά της υπ' αριθμ. 2467/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 18.12.2016 και με αριθμό εκθ. καταθ. 2467/2016 αγωγή της και μετά από εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο (μετέπειτα) αναιρεσείων μπορεί να αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδοχή δε αυτή έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της μετά ταύτα ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, και υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αυτής, χωρίς να απαιτείται γι' αυτό η τήρηση ορισμένου τύπου. Επομένως, η αποδοχή μπορεί να γίνει είτε με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του ΚΠολΔ (με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο ή με δήλωση στις προτάσεις), είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά όμως από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν χωρεί σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφομένους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά. Εξ άλλου δεν συνιστά σιωπηρή αποδοχή της απόφασης η εκ μέρους του οφειλέτη καταβολή του συνόλου των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικών ποσών στον δικαιούχο, αφού η καταβολή των επιδικασθέντων, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, χρηματικών ποσών, γίνεται προδήλως προς αποφυγή των από τη μη πληρωμή συνεπειών, ήτοι της αναγκαστικής εκτέλεσης (με την έκδοση διαταγής πληρωμής επί αναγνωριστικής απόφασης) ή την επιβάρυνση με τόκους υπερημερίας (ΑΠ 641/2021, 1333/2021, 113/2016, 1306/2014, 1268/2009). Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει ασφαλώς οσάκις ο οφειλέτης, που κατέβαλε το σε βάρος του επιδικασθέν χρηματικό ποσό, ρητώς επιφυλάχθηκε του δικαιώματος αυτού ν' ασκήσει αναίρεση (ΟλΑΠ 15/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται με τις από 28.2.2023 προτάσεις της, ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η αναιρεσείουσα αποδέχτηκε σιωπηρά την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως συνάγεται από το ότι αυτή στις 13.7.2021 της κατέβαλε ήδη το σύνολο του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των 35.093,75 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και δικαστικής δαπάνης, γεγονός που αποδεικνύεται από την από … ηλεκτρονική απόδειξη καταβολής αυτού στον τραπεζικό της λογαριασμό. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης είναι απαράδεκτος, καθόσον η ως άνω καταβολή έγινε μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης στις 8.7.2021, οπότε δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά παραίτηση αυτής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 893/2017, 319/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 Ν.2112/1920 και 5 παρ.3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να εξειδικεύει εκάστοτε την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τον τόπο, το χρόνο, τον τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση (Α.Π. 927/2013). Αποτελεί, όμως, παραλλήλως το δικαίωμα αυτό και εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις, της εξουσίας του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο τρόπο (Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π. 927/2013,). Έχει δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τον κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτή κριτήρια (ΑΠ 1/2012). Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, υπό την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικά. Δεν επιτρέπεται δηλαδή κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δηλ. κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στον μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και ν' αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, ν' απαιτήσει από τον εργοδότη ν' αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής (βλ. ΑΠ 355/2009). Τέλος, αν η βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος ν' αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη, που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (βλ. ΑΠ 251/2008). Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος η ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος. Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεώς. Για να είναι καταχρηστική, στη περίπτωση αυτή, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1/2012, 927/2013). Τέτοια πραγματικά περιστατικά είναι η εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επιλύσεώς τους, η πολύχρονη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 133/2021, 641/2021, 751/2020, 1127/2018, 927/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα Ε.Υ.Δ.Α.Π.Α.Ε. στις ….. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος. Η ενάγουσα από την ημερομηνία προσλήψεώς της είναι μόνιμη υπάλληλος της εναγομένης υπαγόμενη στο Διοικητικό - Οικονομικό προσωπικό ανωτάτης εκπαίδευσης …… της εναγομένης, εργαζόμενη συνεχώς, καταλαμβάνοντας τις κάτωθι θέσεις: Από …. έως και ……….. ήταν Προϊσταμένη στην ………, όπως μετονομάστηκε η Υπηρεσία ……... Επισημαίνεται ότι από …….. έως και ……….. εκτελούσε χρέη Αναπληρώτριας Διευθύντριας ………. και Προϊσταμένης της Υπηρεσίας ….. (Υπηρεσίας ………, όπως μετονομάστηκε). Στη συνέχεια από ………. έως και ………… ήταν Διευθύντρια ……. και από ………… έως και ………….. ήταν Αναπληρώτρια Διευθύντρια …... Ακολούθως, η ενάγουσα - εκκαλούσα, τοποθετήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. ….. απόφασης της Διοίκησης της εναγομένης κατέχοντας στη βαθμολογική εξέλιξη τον 1ο Βαθμό, ο οποίος είναι καταληκτικός, στη θέση της Βοηθού Γενικής Διευθύντριας ……….. και ………. με ευθύνη όλων των Διευθύνσεων της Γενικής Διεύθυνσης. Από τη θέση αυτή, η ενάγουσα - εκκαλούσα παρείχε τις ακόλουθες υπηρεσίες: Συμμετείχε, στα Συμβούλια Διοίκησης μεταξύ Γενικών και Βοηθών Γενικών Δ/ντων, στην απόφαση στρατηγικών στόχων και πολιτικών της εναγομένης εταιρείας, στη σύνταξη του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας Προσωπικού, στην επίβλεψη προσλήψεων φοιτητών για καλοκαιρινή πρακτική άσκηση, στην επίβλεψη λειτουργιών των Διευθύνσεων ……., , επίσης, συμμετείχε και επέβλεπε το πρόγραμμα εκπαίδευσης προσωπικού, συμμετείχε στο Συντονισμό και επίβλεψη νομικών υποθέσεων, αγωγών, επιδομάτων κ.λ.π., συμμετείχε στο Σχεδιασμό, Οργάνωση, Επίβλεψη και Διεκπεραίωση προσλήψεων … μέσω … για 1η φορά στην εναγομένη εταιρεία, είχε την επίβλεψη και το Συντονισμό όλης της αλληλογραφίας εσωτερικής και εξωτερικής καθώς επίσης ασχολείτο με το Σχεδιασμό και την Ένταξη Νέου Νόμου περί των πειθαρχικών παραβάσεων στην ΕΥΔΑΠ. Στη συνέχεια, η ενάγουσα - εκκαλούσα, δυνάμει της υπ' αριθ. ….. απόφασης της Διοίκησης της εναγομένης έγινε … και ……., θέση στην οποία παρέμεινε από ……….. έως και ………….. Σημειωτέον ότι με την ίδια ως άνω απόφαση της Διοίκησης της εναγομένης, τοποθετήθηκε στη θέση της Βοηθού Γενικής Διευθύντριας ……….., δηλαδή στη θέση που κατείχε μέχρι τότε η ενάγουσα - εκκαλούσα, η Α. Σ.. Ως Σύμβουλος του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου η ενάγουσα δεν είχε καμία από τις εκ της θέσεως της Βοηθού Γενικής Διευθύντριας ... απορρέουσες ευθύνες και ανάλογα καθήκοντα, αφού η εναγομένη την απέκλεισε από την εισερχόμενη και εξερχόμενη αλληλογραφία, της διέθεσε γραφείο, παρότι δεν είναι η συνήθης τακτική, μετά από επιμονή της ενάγουσας, το οποίο της παραχωρήθηκε μετά από 2 μήνες από την τοποθέτησή της και το οποίο βρισκόταν επί της οδού …, ήτοι σε μακρινή απόσταση τόσο από τον τόπο κατοικίας της όσο και από τον μέχρι πρότινος τόπο εργασίας της. Επίσης, δεν της ανατέθηκε κάποιο αντικείμενο εργασίας, ούτε προέκυψε ότι ο Πρόεδρος ή ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης - εφεσίβλητης ζήτησε τη συνδρομή της ή τη συμβουλή της για κάποιο υπηρεσιακό θέμα, ούτε ότι την δέχθηκε στο γραφείο του ή της τηλεφώνησε για κάποιο υπηρεσιακό λόγο. Τα γεγονότα αυτά άλλωστε επιβεβαίωσε και ο νομίμως εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάρτυράς της, Ε. Α., ο οποίος κατέχει τη θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή …. στην εναγομένη - εφεσίβλητη, είναι μέλος του Δ.Σ. αυτής, καθώς και εκπρόσωπος των εργαζομένων στο Δ.Σ., φέρουσα η κατάθεσή του εξ αυτού του λόγου ιδιαίτερη αξιοπιστία, αφού έχει άμεση γνώση και ίδια αντίληψη των συνθηκών εργασίας στην εναγομένη και των υπηρεσιακών θεμάτων των εργαζομένων της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας - εκκαλούσας. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ότι, η θέση της Συμβούλου του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου στην οποία τοποθετήθηκε η ενάγουσα στις ……, ήταν υποδεέστερη υπηρεσιακά, χαρακτηρίζοντάς την ως "θέση ψυγείο", ... Εξάλλου, και από την κατάθεση του νομίμως εξετασθέντος ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα της εναγομένης, Λ. Κ., ο οποίος τυγχάνει Αναπληρωτής Διευθυντής στη Διεύθυνση …..της εναγομένης, εμμέσως επιβεβαιώθηκε η έλλειψη εργασιακού αντικειμένου της ενάγουσας μετά την τοποθέτησή της ως Συμβούλου του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου. Ειδικότερα, αυτός κατέθεσε ότι η διαφορά ανάμεσα στη θέση της Βοηθού Γενικής Διευθύντριας ….. που προηγουμένως κατείχε η ενάγουσα και στη θέση της Συμβούλου του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου, είναι ότι η πρώτη, είναι θέση εκτελεστική ενώ η δεύτερη, είναι θέση συμβουλευτική, χωρίς ωστόσο να είναι συγκρίσιμες μεταξύ τους και να αξιολογηθεί κάποια από τις δύο θέσεις ανώτερη (υπηρεσιακά) από την άλλη. Όμως, παρότι, ανέφερε όσον αφορά τις θέσεις του Γενικού Διευθυντή και Βοηθού Γενικού Διευθυντή ότι, "ο γενικός διευθυντής και ο βοηθός γενικός δεν έχει ωράριο, φεύγει κάθε μέρα αργά, συμμετέχει στα διοικητικά συμβούλια που τελειώνουν αργά. Δεν έχει υπερωρίες και έχει αυξημένες ευθύνες γιατί υπογράφει νομικά όλες τις αποφάσεις της διοίκησης. Γι' αυτό δίνονται αυτά τα υψηλά επιδόματα", επιρρωνύοντας ότι πρόκειται για θέσεις ευθύνης με πολύ αυξημένο εργασιακό αντικείμενο, αντιθέτως όσον αφορά τη θέση του Συμβούλου του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου περιορίστηκε να αναφερθεί στο συμβουλευτικό χαρακτήρα της θέσεως αυτής χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση του αντικειμένου εργασίας. Η υπηρεσιακή αυτή μεταβολή της ενάγουσας - εκκαλούσας, για την οποία αυτή, όπως ανέφερε ο προαναφερθείς μάρτυράς της, Ε. Α., διαμαρτυρήθηκε αρχικώς προφορικά και ακολούθως και εγγράφως, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, επέφερε πέραν του προαναφερόμενου υποβιβασμού με την αφαίρεση των συναφών της θέσεώς της καθηκόντων και δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και στη μισθολογική της κατάσταση, διότι μειώθηκε έκτοτε ο μηνιαίος μισθός της κατά το ποσό των … ευρώ μηνιαίως, δεδομένου ότι πριν την τοποθέτησή της στη θέση της Συμβούλου του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου, οι μηνιαίες αποδοχές της περιελάμβαναν μεταξύ άλλων και το ποσό των ….. ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο μηναίο επίδομα θέσης του Γενικού Διευθυντή και Βοηθού Γενικού Διευθυντή (βλ. τα ενδεικτικά προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας των μηνών …… ….), το οποίο μετά την τοποθέτησή της στη θέση της Συμβούλου του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου περικόπηκε, ανερχόμενο πλέον στο ποσό των ….. ευρώ μηνιαίως (βλ. το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό μισθοδοσίας του μηνός …..). Ακολούθως, παρά την εκπεφρασμένη δυσαρέσκειά της για την ανωτέρω υπηρεσιακή μεταβολή που υπέστη, η ενάγουσα - εκκαλούσα, τοποθετήθηκε από τις …. έως και τις …. στη θέση της Αναπληρώτριας Διευθύντριας στη Διεύθυνση ….. και στη συνέχεια τοποθετήθηκε από την …… και εντεύθεν στη θέση του Συμβούλου του Γενικού Διευθυντή ….. Σε αμφότερες από τις ανωτέρω τελευταίες θέσεις στις οποίες τοποθετήθηκε η ενάγουσα το αντικείμενο των εργασιών της ήταν υποδεέστερο αυτού που είχε ως Βοηθός Γενική Διευθύντρια ….., όπως αυτό αναλύθηκε ανωτέρω. Ειδικότερα, από τη θέση της Αναπληρώτριας Διευθύντριας στη …., η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της σχετικά με οτιδήποτε αφορούσε την εξυπηρέτηση πελατών, την υπογραφή εγγράφων, τα ραντεβού και τις συναντήσεις με πελάτες, τις απαντήσεις στον συνήγορο του καταναλωτή, τη συμμετοχή σε συναντήσεις ….., κ.λ.π. ενώ από θέση της Συμβούλου του Γενικού Διευθυντή……, έχει τοποθετηθεί σε γραφείο στο Περιφερειακό Κατάστημα του ……, καθώς δεν έχει βρεθεί γραφείο πλησίον του Γενικού Διευθυντή, ενώ δεν της έχει ανατεθεί κάποια σημαντική αρμοδιότητα, πλην της συμμετοχής της στη λήψη απόφασης για την τήρηση του ωραρίου του προσωπικού. Από τη σύγκριση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων της ενάγουσας στις προαναφερόμενες θέσεις με αυτές που είχε ως Βοηθός Γενική Διευθύντρια ….., προκύπτει ότι οι αρμοδιότητες που της ανατέθηκαν στις νέες αυτές τοποθετήσεις της, από την εναγομένη ήταν υποδεέστερες, αφού δεν αποτελούσαν θέσεις ευθύνης, όπως αυτή που αρχικώς κατείχε και από την οποία έπαιρνε κρίσιμες αποφάσεις σχετικά με το ανθρώπινο δυναμικό, αλλά επιπλέον συμμετείχε στα συμβούλια της Διοίκησης της εναγομένης και επίλυε σημαντικά ζητήματα, όπως κατέθεσε ο ίδιος ως άνω εξετασθείς μάρτυράς της. Σημειωτέον ότι η ενάγουσα δυνάμει του με αριθ. πρωτ. ….. έγγραφο της απευθυνόμενο προς τον Γενικό Διευθυντή …… κοινοποιούμενο και προς τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, διαμαρτυρήθηκε για την τοποθέτησή της στη θέση της Αναπληρώτριας Διευθύντριας στη Διεύθυνση …… και το ίδιο έπραξε και μεταγενέστερα με το με αριθ. πρωτ. …. έγγραφό της. Πρέπει, να επισημανθεί δε, ότι η ενάγουσα εξακολούθησε να διεκδικεί τη θέση της Βοηθού Γενικής Διευθύντριας ….. που κατείχε μέχρι και τις …, υποβάλλοντας υποψηφιότητα για τη θέση του Γενικού Διευθυντή … και επικουρικώς για τη θέση του Γενικού Διευθυντή …, καταθέτοντας προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης την από … αίτησή της και εν συνεχεία την από … όμοια αίτησή της, με την οποία υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση του Βοηθού Γενικού …, επικουρικώς για τη θέση του Βοηθού Γενικού Διευθυντή … και σε περίπτωση μη ευόδωσης των ανωτέρω αιτημάτων της, αιτούνταν τη θέση του Διευθυντή … ή του Διευθυντή …, θέσεις στις οποίες ουδέποτε την τοποθέτησε η εναγομένη, παρότι διέθετε τόσο τα τυπικά όσο και τα ουσιαστικά προσόντα. Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, η μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας που προπεριγράφηκε, δεν είναι ούτε σύννομη, ούτε αιτιολογημένη με αποτέλεσμα να καθίσταται βλαπτική και καταχρηστική και να συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς της ως εργαζόμενης, η οποία δεν δικαιολογείται από την προαναφερόμενη συμπεριφορά της εργοδότριας εναγομένης, διότι υπερβαίνει τα όρια άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την … έως και …, οπότε έλαβε χώρα η βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσό των … ευρώ ανά μήνα, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, αυτή δικαιούται για την ανωτέρω αιτία να λάβει για το έτος ... το ποσό των ... ευρώ (11 μήνες x … ευρώ), για το έτος ... το ποσό των ... ευρώ (12 μήνες x ... ευρώ) και για το έτος ... το ποσό των ... ευρώ (12 μήνες x ... ευρώ) και συνολικά το ποσό των ... ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο που το απαρτίζουν κατέστη απαιτητό. Εξάλλου, από τα ίδια προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία μετά τη στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων πρέπει να οριστεί στο εύλογο ποσό των 3.000 ευρώ και το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της το καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι οι επίδικες τοποθετήσεις της ενάγουσας συνδέονταν αιτιωδώς με επιλογές της εναγομένης που αφορούσαν την ομαλή και αποδοτική οργάνωση των Διευθύνσεών της και δεν στοιχειοθετούσαν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι επίδικες τοποθετήσεις της ενάγουσας ήταν απόρροια εμπάθειας, κακότητας και εκδίκησης των προϊσταμένων της εναγομένης προς το πρόσωπό της και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που την έκρινε ορισμένη ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους λόγους της ένδικης εφέσεως, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επομένως, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα ανωτέρω εκκληθέντα κεφάλαια, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, δικαζόμενη η από 18.12.2016 αγωγή, να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και ως ουσιαστικώς βάσιμη και α) να αναγνωρισθεί ότι η τοποθέτηση της ενάγουσας αρχικά στη θέση της Συμβούλου του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου, στη συνέχεια στη θέση της Αναπληρώτριας Διευθύντριας στη Διεύθυνση ... και ακολούθως στη θέση της Συμβούλου του Γενικού Διευθυντή ... συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της ατομικής συμβάσεως εργασίας της και ως τέτοια υπήρξε άκυρη, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας στη θέση της Βοηθού Γενικής Διευθύντριας ... και Οργανωτικών Λειτουργιών, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην εκδοθησόμενη απόφαση, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των ... ευρώ, ως μισθολογική διαφορά για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους ... μέχρι τις 31.12...., με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή από αυτές που το συναπαρτίζουν κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των … ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Υπό τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την από 1.9.2019 έφεση της αναιρεσίβλητης και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 1986/2018 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία η από 18.12.2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσία ως ανωτέρω. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 και 656 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ και άρθρο 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Ειδικότερα πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο εκ μέρους του εργοδότη και δικαιολογούν τη βασιμότητα της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ότι η τοποθέτηση αυτής αρχικά στη θέση της Συμβούλου του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου, στη συνέχεια στη θέση της Αναπληρώτριας Διευθύντριας στη Διεύθυνση ... και ακολούθως στη θέση της Συμβούλου του Γενικού Διευθυντή …, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας της, υποχρεωμένης της αναιρεσείουσας να αποδέχεται να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης στη θέση της Βοηθού Γενικής Διευθύντριας …, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι η αναιρεσίβλητη, μόνιμη υπάλληλος της αναιρεσείουσας και υπαγόμενη στο Διοικητικό - Οικονομικό προσωπικό ανωτάτης εκπαίδευσης …αυτής, μετά συνεχή εξέλιξη στον καταληκτικό 1ο Βαθμό στη βαθμολογική εξέλιξη τοποθετήθηκε στη θέση της Βοηθού Γενικής Διευθύντριας …, με συμμετοχή στα Συμβούλια Διοίκησης μεταξύ Γενικών και Βοηθών Γενικών Διευθυντών, στην απόφαση στρατηγικών και πολιτικών στόχων της αναιρεσείουσας, σύνταξη Κανονισμού, επίβλεψη προγραμμάτων εκπαίδευσης, συμμετοχή, επίβλεψη, διεκπεραίωση νομικών και λοιπών υποθέσεων της αναιρεσείουσας, β) ότι από 7.2.... η τοποθέτησή της ως Σύμβουλος Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου δεν είχε καμία θέση ευθύνης ούτε της ανατέθηκε κάποιο αντικείμενο εργασίας, ήταν δε υποδεέστερη υπηρεσιακά και είναι θέση συμβουλευτική και όχι εκτελεστική, όπως η πρώτη θέση της αναιρεσίβλητης, γ) ότι η μεταβολή της θέσης της αναιρεσίβλητης επέφερε αφ' ενός υποβιβασμό αυτής και αφ' ετέρου δυσμενείς οικονομικές συνέπειες, δ) ότι η τοποθέτηση της αναιρεσίβλητης από 15.9.... έως και 30.9.... στη θέση της Αναπληρώτριας Διευθύντριας στη Διεύθυνση ... και στη συνέχεια στη θέση του Συμβούλου του Γενικού Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού είχε αντικείμενο εργασίας υποδεέστερο της πρώτης θέσης και ε) ότι η αναιρεσίβλητη εξακολουθητικά και εγγράφως υπέβαλε τη διαμαρτυρία της προς τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της αναιρεσίβλητης για τον υποβιβασμό της και υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση του Γενικού Διευθυντή …και επικουρικά για τη θέση Γενικού Διευθυντή …, στη συνέχεια για τη θέση Βοηθού Γενικού Δ/ντή … και επικουρικά για τη θέση του Βοηθού Γενικού Διευθυντή ... και σε περίπτωση μη ευόδωσης των ανωτέρω αιτημάτων της, αιτείτο τη θέση του Διευθυντή … ή του Διευθυντή Ασφαλείας …, θέσεις στις οποίες η αναιρεσίβλητη δεν τοποθέτησε την αναιρεσίβλητη, παρά το ότι διέθετε τόσο τα τυπικά όσο και τα ουσιαστικά προσόντα. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μονομερούς μεταβολής των όρων εργασίας κατά κατάχρηση δικαιώματος, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που διατυπώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης δεν ήταν σύννομη και αιτιολογημένη με αποτέλεσμα να καθίσταται βλαπτική και καταχρηστική, μη δικαιολογούμενη και υπερβαίνουσα τα όρια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας. Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί πρώτος και δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, 76/2016). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως καταχρηστικώς ασκηθείσα. Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο περιστατικά αντίθετα προς αυτό που τον συγκροτούν. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5.7.2021αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 497/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ