Αριθμός 1596/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ανδρέα Ξένου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου), Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια και Πάνο Πετρόπουλο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Φ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χειμωνίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2994/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "ΑΦΟΙ Γ. Ο.Ε." που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 453/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 394 §1 Π.Κ. όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος από τον οποίο προέρχεται το πράγμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτησης, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους, την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Ο δόλος αυτός, διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που τον καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχούμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και θέλει την αποδοχή του. Δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευσή του. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι, για να είναι κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, πρέπει να αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του δράστη το πράγμα, όπως και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την κρίση του, ότι εκείνος τελούσε σε γνώση της προέλευσης του πράγματος, από αξιόποινη πράξη. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ" είδος (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς κα αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατά το είδος τους, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) τέλεση την αξιόποινη πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Συγκεκριμένα ο Σ. Σ. από κοινού με άλλους άγνωστους δράστες μετέβη την 11-12/4/2004 στο 16ο χιλιόμετρο της Π.Ε.Ο Θεσσαλονίκης - Βεροίας στο μηχανουργείο του εγκαλούντος και αφήρησε με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους σίδερα διαφόρων διαστάσεων ήτοι άξονες, σωλήνες, 40 πλακίδια, μήτρες και καλούπια μπετόβεργας και γωνίας, δύο σταντ σωληνομηχανής και οκτώ μεταλλικές ζάντες αυτοκινήτων, συνολικής αξίας αυτών τουλάχιστον 25.000 Ευρώ. Την 13-4-2004 που επέστρεψε ο εγκαλών στην επιχείρησή του διαπίστωσε, ότι το κατάστημα ήταν ανοικτό και συνειδητοποίησε ότι έλειπαν τα πιο πάνω αντικείμενα (9 τόννων περίπου). Αφού δε επικοινώνησε με όλες τις μάντρες σιδηρικών της περιοχής προκειμένου να μάθει αν κάποιος πήγε να παραδώσει σ' αυτούς τα κλαπέντα αντικείμενα ειδοποίησε σχετικά την Ασφάλεια της Σίνδου και από εκεί τον ενημέρωσαν ότι στον κρίσιμο χρόνο η ΣΙΔΕΝΟΡ δέχθηκε σίδερα από κάποιο Φ. Κ. (αναιρεσείοντα) ο οποίος εμπορεύεται συναφή είδη. Κατόπιν αυτών ο εγκαλών μετέβη στην μάντρα του τελευταίου και διαπίστωσε, ότι στην αποθήκη αυτού υπήρχε ένα ψυγείο το οποίο το είχε κατασκευάσει ο ίδιος καθώς και μπρούντζινους οδηγούς, αντικείμενα τα οποία είχαν κλαπεί από το κατάστημά του και τα αναγνώρισε αμέσως, ενώ τα υπόλοιπα των κλαπέντων σιδηρικών και εξαρτημάτων δεν υπήρχαν εκεί αλλά στην εταιρεία ΣΙΔΕΝΟΡ όπου τον πληροφόρησαν, ότι τα είχαν παραλάβει από τον Κ. (αναιρεσείοντα) και τα οποία έριξαν στο καμίνι για λιώσιμο, λόγος για τον οποίο και δεν υπήρχαν αυτά στην επιχείρηση του τελευταίου. Ο εγκαλών μετέβη εκεί αρχικά μόνος του και στη συνέχεια με αστυνομικά όργανα ενώ ο Κ. (αναιρεσείων) απουσίαζε και τις δύο φορές. Στη συνέχεια όμως ο Κ. επικοινώνησε με τον εγκαλούντα και παραδέχθηκε ότι πράγματι ο πρώτος κατηγορούμενος (Σ.) στον κρίσιμο χρόνο του πήγε για πώληση 9 τόννους σίδηρα με τρία φορτηγά αυτοκίνητα συνοδευόμενος από τον γαμπρό του και ότι επειδή ο Σ. ήταν πελάτης του (και άλλες δύο φορές του πώλησε σίδερα) τα δέχθηκε στις 13-4-2004 αντί ασήμαντου σε κάθε περίπτωση (ήτοι και αληθώς υποτιθέμενου του ισχυρισμού του περί του ύψους αυτών) ποσού των 600 Ευρώ χωρίς να γνωρίζει ότι αυτά αποτελούσαν προϊόν κλοπής κατά τους ισχυρισμούς του, καθόσον άλλωστε ο Σ. του είπε, ότι τα πήρε από μία τεχνική εταιρία και στη συνέχεια την ίδια ημέρα και μία ώρα μετά την παραλαβή τους τα μετέφερε και τα παρέδωσε στη ΣΙΔΕΝΟΡ η οποία απέχει από το κατάστημά του 6 χιλιόμετρα περίπου. Ο ισχυρισμός αυτός του δευτέρου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) ότι δηλ. δεν γνώριζε, ότι τα αντικείμενα που δέχθηκε από τον πρώτο ήταν προϊόν κλοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, λαμβανομένου υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, καθόσον άλλωστε ο κατηγορούμενος Κ. (αναιρεσείων) λόγω της εμπειρίας του προδήλως αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για προϊόντα κλοπής και λόγω της σημαντικής διαφοράς της πραγματικής αξίας αυτών σε σχέση με το τίμημα που ισχυρίζεται, χωρίς να εξακριβωθεί το ύψος αυτού κατέβαλε για την αγορά τους (σιδηρικών), αλλά και του εσπευσμένου της μεταφοράς αυτών από το δικό του μαγαζί στην επιχείρηση του Κ. (αναιρεσείοντος) με τρία φορτηγά ο οποίος με τη σειρά του αμέσως τα μετέφερε στην ΣΙΔΕΝΟΡ (βλ. σχετ. το Φ/073/13-4-2004 τιμολόγιο παραδόσεως της ΣΙΔΕΝΟΡ) γνωρίζοντας ότι αυτά θα ριχθούν στο καμίνι για λιώσιμο και δεν θα υπήρχαν για να αναγνωρισθούν. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί του ότι δηλ. ο κατηγορούμενος Κ. αποδέχθηκε τα άνω αντικείμενα με γνώση του, ότι αυτά είναι προϊόντα κλοπής, ενισχύεται και από την παραδοχή του, ότι ρώτησε τον Σ. από πού τα πήρε και εκείνος του ανέφερε γενικόλογα από κάποια τεχνική εταιρία και αυτός αρκέσθηκε τελικώς στις ασαφείς αυτές εξηγήσεις παρά τη μεγάλη ποσότητα και βάρος των αντικειμένων από τα οποία αμέσως ο ίδιος φρόντισε να απαλλαγεί. Εξάλλου ο εγκαλών κατηγορηματικά κατέθεσε ότι αναγνώρισε άμεσα το ψυγείο που εκλάπη από την επιχείρησή του καθώς και κάτι μπρούντζινους οδηγούς, όταν μετέβη στην αποθήκη του δευτέρου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) και αυτός έλειπε ενώ στη συνέχεια όταν μετέβη εκεί εκ νέου συνοδευόμενος από αστυνομικούς τα εν λόγω αντικείμενα δεν υπήρχαν πλέον και τούτο καθόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος ενημερώθηκε σχετικά από τους υπαλλήλους του φρόντισε ν' απαλλαγεί από αυτά για να μην βρεθούν στην κατοχή του". Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για το έγκλημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 13 μηνών ανασταλείσα. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 199 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 394 §1 Π.Κ. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με όσα εκθέτει στο σκεπτικό και στο διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνεται, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι τα πράγματα (σιδηρικά 9 τόννων) που περιήλθαν στην κατοχή αυτού, προέρχονταν από κλοπή, ότι αυτός τα αποδέχθηκε και τα μετέφερε κατά το μεγαλύτερο μέρος άμεσα στη ΣΙΔΕΝΟΡ προκειμένου να ριχθούν για λιώσιμο στο καμίνι της εταιρίας και έτσι να εξαφανισθούν, παρότι γνώριζε ότι προέρχονταν από αξιόποινη πράξη. Αναφέρει επίσης ότι η γνώση της παράνομης προέλευσης των σιδηρικών συνάγεται από το γεγονός της αμέσου μεταφοράς προς την εταιρία ΣΙΔΕΝΟΡ των σιδηρικών για λιώσιμο, από το ύψος της αμοιβής, από την μεγάλη ποσότητα των σιδηρικών και από το ότι δεν έγινε επίκληση παραστατικών στοιχείων αγοράς, πράγμα που δεν δικαιολογεί άγνοια για την παράνομη προέλευση των σιδηρικών. Επομένως ο μόνος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση η αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-3-2012 αίτηση του Φ. Κ. του Π. για αναίρεση της 2994/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ