Αριθμός 984/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παππά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 338/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-2-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη, από 9-2-2021 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ...-2021), αίτηση αναιρέσεως του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", κατά της υπ' αριθμ. 338/18-1-2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων επί της από 28-2-2018 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ...-2-2018) εφέσεως του αναιρεσείοντος και των από 2-6-2020 προσθέτων λόγων αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 42/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 9-12-2015 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ...-2015) αίτηση του αναιρεσιβλήτου, που αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 558, 577 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), ήτοι, προ πάσης επιδόσεως, εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015). Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρο 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - καταθέσεως, στις 9-12-2015, της ένδικης αιτήσεως εκ του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 59/2021). Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσεως, κατά τα άρθρα 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί. Για τον προσδιορισμό ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015). Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικώς των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεώς του και όλων γενικώς των μερισμάτων και άλλων παροχών που λαμβάνει τακτικά από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ….που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιονδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ., μπορούν, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, να καθορίζονται όροι εξυπηρετήσεως, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικώς εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ.. Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι, στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμον, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους. Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα, θα το είχε πράξει ρητώς, όπως έπραξε με την προσθήκη της περιπτώσεως γ' στην διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκειμένη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του Ν. 3586/2007, ενώ ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ιδίου Ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Τ.Π.Δ. Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του Τ.Π.Δ. από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από τον Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκολύνσεως και εξυπηρετήσεως των δανείων, όχι, όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010. Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται εις βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του. Και τούτο, διότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη, που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών εις βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβιώσεώς του, κατάσταση η οποία δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 1379/2019). Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το Τ.Π.Δ. από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το Τ.Π.Δ. σύμβαση εκχωρήσεως, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και να επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της συντάξεώς του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν, παραμένει, αναλογικώς, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της συντάξεως του δανειολήπτη - οφειλέτη (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 549/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και, για το λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ. Α.Π. 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση, κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2020, Α.Π. 112/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψιν του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να παρατίθεται σε αυτό (αναιρετήριο), όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 43/1990, Α.Π. 734/2019). Τέλος, κατά το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 338/2021, απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί, στη συνέχεια, παρατιθέμενα: "Ο αιτών (ήδη εφεσίβλητος) και ήδη αναιρεσίβλητος, γεννηθείς το έτος 1978, άγαμος και χωρίς τέκνα, είναι αστυνομικός (με το βαθμό του αρχιφύλακα, στη Διεύθυνση Τροχαίας Θεσσαλονίκης). Μοναδικός πιστωτής του αιτούντος εμφανίζεται το καθ' ου η αίτηση (ήδη εκκαλούν) και ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) και δη δυνάμει της από 27/01/2010 και υπ' αριθμ. ... συμβάσεως στεγαστικού δανείου ποσού 110.000,00 ευρώ, που, κατά το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ανερχόταν σε 101.775,95 ευρώ και ήδη, την 25/05/2020, ανέρχεται σε 105.084,95 ευρώ (ήτοι, ανεξόφλητο κεφάλαιο 93.346,48 ευρώ, πλέον υπόλοιπο ποσό 11.738,47 ευρώ, σύμφωνα με σχετική κατάσταση οφειλών). Με τον πρώτο (Α) λόγο εφέσεως, το εκκαλούν διατείνεται ότι η ένδικη αίτηση είναι απαράδεκτη και δη λόγω μη στοιχειοθετήσεως της εκ μέρους του εφεσίβλητου επικαλούμενης μόνιμης αδυναμίας πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Ωστόσο, ... στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης Νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά Νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους. Έτσι, στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των τυχόν προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιο και για τυχόν λοιπά μέλη της οικογένειάς του, οπότε και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβιώσεώς του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019). Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το Νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχωρήσεως, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και να επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού του, καθ' όσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της συντάξεως του δανειολήπτη - οφειλέτη ... Εξάλλου, γενικώς οι ρυθμίσεις του Ν. 3867/2010 δεν αποκλείουν την υπαγωγή στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 σύμφωνα με το πνεύμα και το σκοπό του εν λόγω Νόμου, πρόκειται δε για ενάσκηση νομίμου δικαιώματος που παρέχει ο Νομοθέτης με τη θέσπιση των διατάξεων του Ν. 3869/2010, απορριπτομένου τοιουτοτρόπως καθ' ολοκληρία ως νόμω αβάσιμου του πρώτου (Α) λόγου εφέσεως. Περαιτέρω, με τον δεύτερο (Β) λόγο εφέσεως, το εκκαλούν επικαλείται έλλειψη μόνιμης και διαρκούς επιγενόμενης αδυναμίας του εφεσίβλητου ως προς την αποπληρωμή της οφειλής του. Όπως αναφέρεται στην εκκαλουμένη απόφαση, ο αιτών έχει (κατά το χρονικό σημείο συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) μηνιαίες εκ της εργασίας του μικτές αποδοχές ποσού 1.684,60 ευρώ και το τελικώς πληρωτέο ποσό ανέρχεται σε 970,86 ευρώ μηνιαίως (αφαιρουμένου ποσού 400,00 ευρώ κατά μήνα για την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου του ως τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως). Σύμφωνα με το ηλεκτρονικό αναλυτικό σημείωμα αποδοχών μηνός Απριλίου 2020, το πληρωτέο ποσό ανέρχεται πλέον σε 983,73 ευρώ μηνιαίως. Επιπλέον, σύμφωνα και με την εκκαλουμένη απόφαση, παρατηρείται μικρή διαφοροποίηση των εισοδημάτων του σε σχέση με το παρελθόν και δη κατά το χρόνο της δανειοδοτήσεώς του, ωστόσο, λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσεως που έχει συμβάλλει στην υπέρμετρη αύξηση των δαπανών διαβιώσεως, σύμφωνα και με τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψιν διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η διαφοροποίηση του εισοδήματος του αιτούντος εν τοις πράγμασι κρίνεται αρκετά σημαντική σε σχέση με το παρελθόν, ενόψει και των φορολογικών και λοιπών υποχρεώσεών του. Συνεπώς, ορθώς η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι, λόγω του ύψους του επίδικου δανείου και της πραγματικής οικονομικής καταστάσεως του αιτούντος, αυτός βρίσκεται πλέον σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία για την αποπληρωμή των χρεών του προς το καθ' ου και δη εκ της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως στεγαστικού δανείου (τότε ποσού 101.775,95 ευρώ), που αποτελεί και το σύνολο του χρέους του (για το οποίο γινόταν παρακράτηση του ποσού των 632,09 ευρώ μηνιαίως από το μισθό του από τον Ιούλιο 2010 και έως τη συζήτηση της Προσωρινής Διαταγής τον Ιούλιο 2016, ενώ, ακολούθως, διά της από 12/07/2016 εν λόγω Προσωρινής Διαταγής, διατάχθηκε η εκ μέρους του αιτούντος καταβολή ποσού 400,00 ευρώ μηνιαίως προς τον πιστωτή του). Επιπλέον, ως προς τον ειδικότερο ισχυρισμό του εκκαλούντος και δη περί μη ενεργειών του αιτούντος για διευθέτηση του δανείου του βάσει του Ν. 3867/2010, όπως ήδη και ανωτέρω επισημάνθηκε, οι ρυθμίσεις του Ν. 3867/2010 δεν αποκλείουν την υπαγωγή στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 σύμφωνα με το πνεύμα και το σκοπό του εν λόγω Νόμου, πρόκειται δε για ενάσκηση νομίμου δικαιώματος που παρέχει ο Νομοθέτης με τη θέσπιση των διατάξεων του Ν. 3869/2010. Ως προς δε τα κινητά περιουσιακά στοιχεία, κατά τα χρονικά σημεία καταθέσεως και συζητήσεως της αιτήσεως σε πρώτο βαθμό (ήτοι υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Suzuki και τύπου Swift, καθώς και υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο εργοστασίου κατασκευής Sanyang Indus 250 cc) κρίθηκε ότι δεν έχουν ιδιαίτερη εμπορική αξία (χωρίς να υπάρχει ειδικώς περί τούτων ειδικός λόγος εφέσεως), ούτε η συντήρησή τους καταδεικνύει οικονομική ευρωστία του αιτούντος, πολλώ δε μάλλον καθ' ότι πρόκειται περί μέσων αναγκαίων για τις μετακινήσεις του (των οποίων, εξάλλου, ζητήθηκε -διά της κρινόμενης αιτήσεως- η εξαίρεση από την εκποίηση). Η δε επί του παρόντος μη επιβάρυνση του αιτούντος με δαπάνες διαβιώσεως λοιπών προσώπων (πέραν των εξόδων του ιδίου, που ορθώς προσδιορίζονται στην εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένης της αντίθετης επιμέρους αιτιάσεως) και η τυχόν οικονομική προς αυτόν συνδρομή τρίτων προσώπων (όπως γονέων), που πάντως δεν προκύπτει ότι λαμβάνει χώρα σε σταθερά και τακτά χρονικά σημεία (μάλιστα, ο ίδιος μεν κατέθεσε ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι "προσπάθησε να βάλει και στην άκρη λεφτά", χωρίς να προκύπτει όμως εκ των στοιχείων της δικογραφίας ότι πράγματι κατάφερε να προβεί σε αποταμίευση και καταθέσεις), δεν αίρουν (όλα τα προαναφερθέντα) το γεγονός της μόνιμης αδυναμίας του για αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, απορριπτομένου τοιουτοτρόπως ως ουσιαστικώς αβάσιμου του δεύτερου (Β) λόγου εφέσεως και όλων των επιμέρους ισχυρισμών περί μη στοιχειοθετήσεως (για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010) της προϋποθέσεως της διαρκούς αδυναμίας πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την από 28-2-2018 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ...) έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 42/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε κρίνει ομοίως, όσον αφορά τη ρύθμιση των χρεών του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010, δεχόμενο την αίτηση και ρυθμίζοντας το χρέος του, σύμφωνα με τα, στην οριστική απόφαση, οριζόμενα. Κρίνοντας έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1, παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος, έστω και αν το μοναδικό δάνειό του προς το Τ.Π.Δ. είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως ποσοστού από το μισθό του, αν και δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλο πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται εις βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου, όταν, δηλαδή, αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιο. Το γεγονός ότι το Τ.Π.Δ. παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη - αναιρεσιβλήτου σύμβαση εκχωρήσεως ποσοστού του μισθού του τελευταίου, δεν συνεπάγεται ότι για το λόγο αυτό και μόνον ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παραλλήλως με την ικανοποίηση των απαιτήσεων του δανειστή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του Τ.Π.Δ. και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκειμένη του Ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Περαιτέρω και όσον αφορά τη ρευστότητα του αιτούντος κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως του επιδίκου στεγαστικού δανείου και της υποβολής της αιτήσεώς του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφέρονται αναλυτικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εισοδήματα του αιτούντος, τόσον κατά το χρόνο που αυτός συνήψε την επίδικη σύμβαση δανείου, όσο και κατά το χρόνο καταθέσεως της ενδίκου αιτήσεώς του, η μείωση αυτών, η μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση του δανείου του προς το Τ.Π.Δ., τα έξοδα αξιοπρεπούς διαβιώσεώς του, η (συνακόλουθη) αδυναμία πληρωμών του, προσδιορίσθηκε δε η καταβλητέα μηνιαία δόση σε 350 ευρώ και αιτιολογήθηκε επαρκώς, πλήρως και σαφώς, ότι ο αιτών δεν περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του προς το καθού. Κατά συνέπειαν, είναι αβάσιμος ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του Ν. 3869/2010, επειδή δεν τελεί, ούτε τελούσε κατά το χρόνο υποβολής της ενδίκου αιτήσεώς του, σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας εξυπηρετήσεως της μοναδικής και μη ληξιπρόθεσμης οφειλής του προς αυτό (αναιρεσείον Τ.Π.Δ.), με την ειδικότερη αιτίαση ότι ήταν γνωστές στον αιτούντα - ήδη αναιρεσίβλητο οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 (ειδικά για Τ.Π.Δ.) νομοθετικές ρυθμίσεις, δυνάμει των οποίων παρεχόταν και εξακολουθεί να παρέχεται σ' αυτόν εκ μέρους του αναιρεσείοντος Τ.Π.Δ. η δυνατότητα προσαρμογής του ύψους της μηνιαίας δόσεως του δανείου του, στο ποσό που αυτός δύναται να καταβάλει με ευνοϊκότατους όρους και από τις οποίες (κατά το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.) ευχερώς συνάγεται ότι ο αιτών δεν τελούσε, κατά την υποβολή της αιτήσεώς του, σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, ώστε δεχόμενη τα αντίθετα η προσβαλλομένη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου). Με το δεύτερο, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., λόγο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την κρίση της, περί μη δολίας περιελεύσεως του αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο αναιρετήριο την ως άνω ένσταση περί δολίας περιελεύσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με την έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, όπως προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς της, ούτε ότι επαναφέρθηκε και με ποιον τρόπο ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου από το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ., ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτή και νόμιμη. Πλέον αυτών, δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας αυτής. Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της εφέσεως και των προτάσεων ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος (δεν προσκομίζονται οι προτάσεις αυτού ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), ουδόλως προκύπτει ότι το τελευταίο προέβαλε την, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ένσταση, περί δολίας περιελεύσεως του αιτούντος οφειλέτη και ήδη αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών του και, μάλιστα, οφειλόμενη σε ενδεχόμενο δόλο του. Αντιθέτως, το αναιρεσείον προβάλλει λόγο, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αιτούντος. Επί των ισχυρισμών αυτών το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, με τον τρίτο (Γ) λόγο εφέσεως, το εκκαλούν επαναφέρει στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος εκ μέρους του αντιδίκου του. Ωστόσο, όπως ορθώς κρίθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση, ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος και δη, κατά μεν το μέρος που στρέφεται κατά της ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως, καθ' ότι δεν είναι κατά Νόμο δυνατό να προβληθεί κατά ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος ... , κατά δε το μέρος που στρέφεται κατά του περιεχομένου της εν λόγω αιτήσεως, καθ' ότι, εκ της συνεκτιμήσεως του συνόλου των εκατέρωθεν αποδεικτικών στοιχείων, ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο απών περιήλθε δολίως σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμής, ούτε ότι η συναλλακτική συμπεριφορά του υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, η δε επιλογή του να αιτηθεί τη ρύθμιση των οφειλών του βάσει των διατάξεων του Ν. 3869/2010 και όχι βάσει των διατάξεων για το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν καταδεικνύει, ούτε στοιχειοθετεί εκ μέρους του αιτούντος κατάχρηση δικαιώματος, αφού, πέραν από το ότι η επιδίωξη εντάξεως στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ... που του παρέχεται εκ του Νόμου (απόκειται δε στο Δικαστήριο να κρίνει με βάση τις αποδείξεις εάν αυτός συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις να εντάξει τα χρέη του σε ρύθμιση, καθώς και περαιτέρω το είδος της ρυθμίσεως όπου θα ενταχθεί), στις δε απαιτήσεις της έτερης ρυθμίσεως με το ΤΠΔ ενδεχομένως δεν θα μπορούσε ο ίδιος να ανταποκριθεί ... Ήτοι, εξαιτίας της εν λόγω μόνιμης οικονομικής αδυναμίας του αιτούντος, οι εκ μέρους του αντιδίκου του επικαλούμενες διατάξεις του Ν. 3867/2010 δεν θα ρύθμιζαν ενδεχομένως -παρά μόνον ίσως προσωρινώς- το οικονομικό πρόβλημα και δη εξαιτίας της μειώσεως των αποδοχών του σε συνάρτηση με την αύξηση του κόστους και των εξόδων διαβιώσεως, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του εκκαλούντος περί καταχρηστικής εκ μέρους του εφεσίβλητου ασκήσεως δικαιώματος και περί αντιθέσεως στο άρθρο 288 Α.Κ., αφού, άλλωστε, δεν προκύπτει ότι πρόκειται περί προσωρινής αλλά περί μόνιμης οικονομικής αδυναμίας σε συνάρτηση και με τη συνταγματική αρχή προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σε κάθε περίπτωση, εξάλλου, ο αιτών είναι υποχρεωμένος να δηλώνει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου οιαδήποτε σημαντική βελτίωση των εισοδημάτων του (άρθρ. 8 § 3 Ν. 3869/2010). Πάντως, ... η επιδίωξη για ρύθμιση δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά, αντιθέτως, κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του Νόμου και δεν ασκείται άσκοπα, αλλά σύμφωνα με το σκοπό των διατάξεων του Ν, 3869/2010, κατά την Αιτιολογική Έκθεση αυτού και σύμφωνα με τους παγιωμένους ηθικούς κανόνες που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου. Επίσης, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκειμένη του Ν. 3869/2010, καθώς, με τις διατάξεις του Νόμου αυτού, προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 και, επομένως, ο αιτών δεν μπορεί κατά Νόμο να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, ... απορριπτομένου καθ' ολοκληρία του τρίτου (Γ) λόγου εφέσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. Περαιτέρω, με τον τέταρτο (Δ) λόγο εφέσεως, το εκκαλούν επικαλείται -κατά τρόπο επαρκώς ορισμένο- δόλια περιέλευση του εφεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής. Ωστόσο, πέραν του ότι η εν λόγω ένσταση προβάλλεται ρητώς το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (όπως προκύπτει από τις προτάσεις του καθ' ου η αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και από τα σχετικά πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όμως απαντάται και από τον αιτούντα ως "τυχόν προβαλλόμενη" ένσταση σύμφωνα με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και από την εκκαλουμένη απόφαση), σε κάθε δε περίπτωση (ακόμη και κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ και δεδομένου ότι υπάρχει σχετική αιτιολογία στην εκκαλουμένη απόφαση), πρέπει να επισημανθεί ότι, εκ της συνεκτιμήσεως όλου του αποδεικτικού υλικού, ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο αιτών οδηγήθηκε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του με δόλο αλλά λόγω των ως άνω πραγματικών συνθηκών και χωρίς να είναι δυνατό να οδηγήσει σε διαφορετική κατά Νόμο κρίση ο εκ μέρους του εκκαλούντος ΤΠΔ επικαλούμενος τρόπος και το ιδιαίτερο καθεστώς χορηγήσεως των δανείων του ούτε ο σκοπός τους. Ήτοι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, γενικώς, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του Νόμου, ο δε δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων. Εν προκειμένω, κατά την ανάληψη της άνω οφειλής εκ στεγαστικού δανείου, αφενός τα εισοδήματα του αιτούντος ήταν υψηλότερα και αφετέρου η οικονομική κρίση επέφερε γενικώς δυσμενείς συνέπειες και κατέστησε ανέφικτη την αποπληρωμή του επίδικου χρέους και δη λόγω αυξήσεως των τρεχουσών δαπανών διαβιώσεως. Εξάλλου, το ύψος της επίδικης οφειλής του αιτούντος δεν κρίνεται ασύνηθες για τα δεδομένα της Ελληνικής κοινωνίας προ της οικονομικής κρίσεως, πρόκειται δε για μία μόνο οφειλή και μάλιστα αφορά σε ένα στεγαστικό δάνειο. Έτσι, λόγω υπάρξεως υψηλότερων εισοδημάτων κατά το παρελθόν, ο αιτών πίστευε ότι μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ήταν σε θέση να προβλέψει τη γενικότερη οικονομική κρίση που θα επακολουθούσε και που τον οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Η δε σχέση ρευστότητας του αιτούντος προς τις οικονομικές υποχρεώσεις του είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι, μετά την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο της εν λόγω οφειλής του ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος της, χωρίς προς τούτο να φέρει οιαδήποτε ευθύνη. Επομένως, ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση ότι η αδυναμία του αιτούντος προς πληρωμή είναι επιγενόμενη και δεν προϋπήρχε κατά τη σύναψη της επίδικης δανειακής συμβάσεως και κατά την εξ αυτής ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων, η δε δανειοδότησή του κινείται σε κατά βάση λογικά πλαίσια και μάλιστα μόνο για τις στεγαστικές του δαπάνες, κατά δε το χρόνο αναλήψεως του εν λόγω χρέους, τούτο βρισκόταν εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του για αποπληρωμή. Άλλωστε, η επίδικη δανειακή σύμβαση του αιτούντος αφορά στις στεγαστικές του δαπάνες και μόνο, η δε συμπεριφορά του δεν κρίνεται δόλια και το γεγονός ότι ανέλαβε τις εν λόγω δανειακές υποχρεώσεις στις απαρχές της οικονομικής κρίσεως και δη κατά το έτος 2010 (ήτοι σύναψη και λήψη δανείου την 27/01/2010 και έναρξη εξυπηρετήσεως την 01/07/2010) δεν στοιχειοθετεί κατάχρηση δικαιώματος, ούτε αναιρεί όλα τα προαναφερθέντα περί ελλείψεως δόλου, καθ' όσον, ως αστυνομικός, είχε -ως εκ του ειδικού μισθολογίου του- την πεποίθηση ότι θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή, χωρίς να ήταν τότε δυνατό να προβλέψει την περαιτέρω επέκταση της γενικότερης οικονομικής κρίσεως ούτε τις επιπλέον μειώσεις των αποδοχών του που θα επακολουθούσαν, οπότε ακόμη και οιαδήποτε τυχόν υπαιτιότητά του κινείται εντός των πλαισίων μόνο της ενσυνείδητης αμέλειας, που, όμως, δεν αρκεί για τη μη υπαγωγή οφειλέτη στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, απορριπτομένου και του δεύτερου (2ου) πρόσθετου λόγου εφέσεως (που προβλήθηκε διά των προτάσεων του εκκαλούντος). Επιπροσθέτως, όπως ορθώς επισημαίνεται στην εκκαλουμένη απόφαση, αν και δεν απαιτείται γενικώς ως πρόσθετο στοιχείο για την κατάφαση του δόλου του οφειλέτη, εν προκειμένω, πάντως, ουδόλως αποδείχθηκε οιαδήποτε εξαπάτηση των υπαλλήλων του εκκαλούντος εκ μέρους του εφεσίβλητου, προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι Τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους μέσω του συστήματος μηχανοργανώσεως που αυτές διαθέτουν (ούτε προκύπτει άμεσος δόλος, ούτε έστω ενδεχόμενος δόλος, ούτε εκ μέρους του αιτούντος πρόκληση πλάνης για την πραγματική οικονομική του κατάσταση, ούτε αποδεικνύεται θέμα μη συνετής διαχειρίσεως της περιουσίας και των δαπανών του, όπως αβασίμως διατείνεται το εκκαλούν και διά των προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), απορριπτομένου καθ' ολοκληρία ως αβάσιμου του τέταρτου (Δ) λόγου εφέσεως περί δόλιας περιελεύσεως του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής". Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης εκ του περισσού διατυπώθηκαν στην απόφαση και δεν ήταν απαραίτητες για τη στήριξη της κρίσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί της αιτήσεως του αναιρεσιβλήτου, δοθέντος, μάλιστα, ότι το αναιρεσείον δεν είχε προβάλλει σχετικό ισχυρισμό, εκ του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, που όφειλε να αντιμετωπίσει η προσβαλλόμενη απόφαση. Συνακόλουθως, οι σχετικές προς θεμελίωση του υπό κρίσιν δευτέρου λόγου αναιρέσεως αιτιάσεις στηρίζονται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-2-2021 αίτηση αναιρέσεως του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" κατά της υπ' αριθμ. 338/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ