Αριθμός 1134/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Αμιραλή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολέττα Τσαγκαράκη, η oποία κατέθεσε προτάσεις, και Β. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (ΕΒΕΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολέττα Τσαγκαράκη, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ά. - Μ. Γ., χήρας Γ. - Α., το γένος Μ. - Ρ. και Γ. Μ., κατοίκου ..., 2. Σ. - Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 3. Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., και 4. Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Οι τρεις πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Τασσοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και το τέταρτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Αμιραλή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2000 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Γ. Γ. του Α., δικαιοπαρόχου των τριών πρώτων των Β αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 31-10-2000 προσεπίκληση του νομικού προσώπου με την επωνυμία "Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2003 μη οριστική και 2097/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 528/2016 μη οριστική και 2264/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο (Α. αναιρεσείον) με την από 21-4-2021 αίτησή του και την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το "Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (ΕΒΕΑ)" (Β. αναιρεσείον) με την από 14-11-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του Ε.Β.Ε.Α. ζήτησε την απόρριψη της από 21-4-2021 αίτησης και την παραδοχή της από 14-11-2021 αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων Β. αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της τελευταίας, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση α) η από 14 Νοεμβρίου 2021 με αριθ. καταθ. 8981/1109/16.11.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών" (Ε.Β.Ε.Α.) κατά των αναιρεσίβλητων αα) Ά.-Μ. Γ., ββ) Σ.-Α. Γ., γ) Χ. Γ. και δ) Ελληνικού Δημοσίου και β) η από 21 Απριλίου 2021 με αριθ. καταθ. 2330/279/22.4.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών" (Ε.Β.Ε.Α.), με τις οποίες προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2264/22.4.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα α) στις 16.11.2021 η από 14.11.2021 αίτηση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ) και β) στις 22.4.2021 η από 21.4.2021 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν προκύπτει, η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 22.4.2019 και δεδομένου ότι λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με άρθρο 74 παρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) σύμφωνα με το άρθρο 83 του ν. 4790/2021, (ΑΠ 1301/2022, ΑΠ 1298/2022), στις οποίες (προθεσμίες) συμπεριλαμβάνεται και η διετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν 4963/2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 28.1.2000 με αριθμ. καταθ 12840/426/8.2.2000 αγωγή του ενάγοντος Γ. Γ. (ο οποίος απεβίωσε στις 14.5.2016 και στη θέση του έχουν υπεισέλθει, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, Ά.-Μ. Γ., σύζυγός του, ο Σ.-Α. Γ., υιός του και η Χ. Γ., θυγατέρα του, (ήδη πρώτη, δεύτερος και τρίτη των αναιρεσίβλητων της από 14.11.2021 αίτησης αναίρεσης, αντίστοιχα) κατά του πρώτου εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών" (Ε.Β.Ε.Α.) και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου και κατά του δεύτερου εναγόμενου Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ως εκπροσώπου του εποπτεύοντος το πρώτο εναγόμενο (Ε.Β.Ε.Α.) Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι στις 12.11.1979 συνήψε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με το πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., δυνάμει της οποίας εργαζόταν ως ειδικός επιστήμων του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου του στις Βρυξέλες και ότι στη σύμβασή του προβλέφθηκε ότι λύεται στην περίπτωση κατάργησης του ως άνω Γραφείου. Ότι με την από 20.12.1999 πράξη της Διοικούσας Επιτροπής του πρώτου εναγομένου αποφασίσθηκε η κατάργηση του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου Βρυξελλών, ότι με την υπ' αριθμ. .../27.12.1999 πράξη του Προέδρου του πρώτου εναγομένου αποφασίσθηκε η λύση της σύμβασης εργασίας του και ότι η ως άνω απόλυσή του είναι άκυρη, κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτή. Ζητούσε, δε, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω πράξης απόλυσής του, να καταδικασθεί το πρώτο εναγόμενο να δέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2001, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά που αντιστοιχούν στις αποδοχές που θα ελάμβανε, μετ'αφαίρεση του ποσού των 1.500.000 δραχμών που του καταβλήθηκε ως αποζημίωση απόλυσης και επικουρικά την καταδίκη αμφότερων των εναγομένων να του καταβάλουν τα ως άνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από της υποβολής της αγωγής. Περαιτέρω, το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον-πρώτο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α.) άσκησε την από 31.10.2000 με αριθμ. καταθ. 111355/4049/3.11.2000 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του καθού η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος-τέταρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου με την οποία προσεπικαλούσε το καθού η προσεπίκληση να παρέμβει στην δίκη επί της ως άνω από 28.1.2000 αγωγής και σε περίπτωση ήττας αυτού να υποχρεωθεί το παρεμπιπτόντως εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής Γ. Γ. οποιοδήποτε ποσό επιδικασθεί υπέρ αυτού πλέον τόκων και εξόδων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 180/2003 μη οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την από 28.1.2000 αγωγή και την από 31.10.2000 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, μέχρι εκδόσεως αμετακλήτων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας: α) επί της από 26.1.2000 αιτήσεως ακυρώσεως του Γ. Γ. (ενάγοντος) κατά της από 20.12.1999 πράξης της Διοικητικής Επιτροπής του Ε.Β.Ε.Α.(πρώτου εναγομένου-παρεμπιπτόντως ενάγοντος) και β) επί της από 2.7.2001 εφέσεως του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ (Ε.Β.Ε.Α.) κατά του Γ. Γ. και κατά της υπ'αριθμ 312/2001 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν της από 12.5.2011 κλήσης του ενάγοντος εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών , η υπ'αριθμ. 2097/2014 οριστική απόφαση, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε η από 31.10.2000 προσεπίκληση του προσεπικαλούντος, απορρίφθηκε η από 28.1.2000 αγωγή του ενάγοντος ως προς το δεύτερο εναγόμενο ως κατ'ουσία αβάσιμη, έγινε δεκτή η αγωγή αυτή ως προς το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α.) ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε αυτό να απασχολεί τον ενάγοντα και να του καταβάλει το ποσό των 125.598,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το πρώτο εναγόμενο-προσεπικαλούν και παρεμπιπτόντως ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 29.9.2014 με αριθμ καταθ. 6442/2.10.2014 έφεσή του κατά α) του ενάγοντος της κυρίας αγωγής (Γ. Γ.), β) του δεύτερου εναγόμενου της κυρίας αγωγής (Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας), ως εκπροσώπου του εποπτεύοντος το πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. Ελληνικού Δημοσίου και γ) του προσεπικαλουμένου-παρεμπιπτόντως εναγομένου (Ελληνικού Δημοσίου). επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 528/2016 απόφαση με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους δεύτερο και τρίτο εφεσίβλητους και αναβλήθηκε η συζήτηση της έφεσης ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο. Ακολούθως και κατόπιν της από 28.2.2017 κλήσης του καλούντος-εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α.) εκδόθηκε, αντιμωλία του καλούντος-εκκαλούντος, των τριών πρώτων των καθών η κλήση (Ά.-Μ. Γ., Σ.-Α. Γ. και Χ. Γ.), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος πρώτου εφεσίβλητου (Γ. Γ.), του τετάρτου των καθών η κλήση-δεύτερου εφεσίβλητου (Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας) και του πέμπτου των καθών η κλήση-τρίτου εφεσίβλητου (Ελληνικού Δημοσίου), η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2264/2019 απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως προς το τέταρτο των καθών η κλήση-δεύτερο εφεσίβλητο ως απαράδεκτη (λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος), έγινε τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η έφεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως αόριστη η από 31.10.2000 προσεπίκληση, παραπέμφθηκε η σωρευόμενη με την ως άνω προσεπίκληση από 31.10.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως αρμόδιου καθύλην Δικαστηρίου να δικάσει αυτή κατά την τακτική διαδικασία, κρατήθηκε και δικάσθηκε η από 28.1.2000 κυρία αγωγή, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της υπ'αριθμ. .../27.2.1999 πράξης απόλυσης του ενάγοντος και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ενάγοντος, το ποσό των 120.398,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : Α) Ως προς το παραδεκτό της από 29.9.2014 έφεσης του εκκαλούντος ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ) ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο (Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας): "...Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ'αριθμ. 2097/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της αναγκαίως συμπροσβαλλόμενης με αυτήν υπ'αριθμ. 180/2013 μη οριστικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου κατά το μέρος κατά το οποίο στρέφεται κατά του δεύτερου εφεσίβλητου Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (ήδη Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης) ως εκπροσώπου του εποπτεύοντος το ΕΒΕΑ Ελληνικού Δημοσίου, που είχε στην πρωτόδικη δίκη την ιδιότητα του δεύτερου εναγομένου, κατά το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής, απαραδέκτως στρέφεται κατ'αυτού και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος, την ύπαρξη του οποίου ερευνά αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 532 ΚΠολΔ) δεδομένου ότι με την εκκαλουμένη απόφαση δεν περιλήφθηκε οποιαδήποτε διάταξη σε βάρος του εναγομένου τούτου ενώ απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το φερόμενο κατά το σκεπτικό της απόφασης ως εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και στο διατακτικό της εκκαλουμένης δεν περιλήφθηκε διάταξη υπέρ του ιδίου εναγομένου, ήτοι του ομοδίκου του εκκαλούντος ΝΠΔΔ που να βλάπτει το τελευταίο και χωρίς να προκύπτει δεδικασμένο μεταξύ των ομοδίκων αυτών. Άλλωστε, το ίδιο το εκκαλούν δεν επανέφερε στο δικόγραφο της ένδικης έφεσης ειδικό λόγο, με τον οποίο να αιτιολογεί το έννομο συμφέρον το οποίο προκύπτει από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης και επί του οποίου να στηρίζει την άσκηση της έφεσης και κατά του εφεσίβλητου αυτού, ούτε επικαλείται βλάβη του ιδίου (εκκαλούντος), από τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης σε ότι αφορά τον εφεσίβλητο αυτό και με την ιδιότητα την οποία είχε αρχικώς εναχθεί. (...) Β) Ως προς το λόγο της έφεσης του εκκαλούντος ότι εσφαλμένα δεν κρίθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 28.1.2000 αγωγής του ενάγοντος (Γ. Γ.) "...Στην προκειμένη περίπτωση, το εκκαλούν ισχυρίζεται με το σχετικό λόγο έφεσής του και κατ' ορθή εκτίμηση τούτου, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δεχόμενο το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδικο και κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ.1 του από 26/6/10/7/1944 βασιλικού διατάγματος συζήτησε την ένδικη αγωγή χωρίς να έχει επιδοθεί αυτή (αγωγή) προς τον εν λόγω νόμιμο εκπρόσωπό του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι προς τον Υπουργό των Οικονομικών. Ο λόγος όμως αυτός της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν βάλλει κατά της εκκαλουμένης είναι απορριπτέος, κατά τα προαναφερόμενα, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον ο λόγος αυτός δεν άγει (και βάσιμος ακόμη) στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς το εκκαλούν ΝΠΔΔ, αφού δεν αφορά την νομιμοποίηση του τελευταίου και την εγκυρότητα της συζήτησης της αγωγής ως προς αυτό, αλλά αφορά άλλο εναγόμενο για τον οποίο όμως απορρίφθηκε η αγωγή και εναντίον της απορριπτικής αυτής διατάξεως δεν ασκήθηκε έφεση από τον διάδικο αυτό ως ηττηθέντα (....). Γ) Ως προς τους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της από 28.1.2000 αγωγής του ενάγοντος "...Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (Ε.Β.Ε.) Ελλάδος στις Βρυξέλλες ιδρύθηκε και υπήχθη στο Γραφείο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (Ε.Β.Ε.Α.), που λειτουργεί στην πόλη αυτή, με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 307/1976 και την απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 504/1976. Ακολούθως με το άρθρο 3 παρ. 10 του Ν. 2081/1992 χορηγήθηκε η δυνατότητα ιδρύσεως γραφείων στο εξωτερικό σε κάθε επιμελητήριο και στο άρθρο 7 παρ. 2 του ίδιου νόμου περιελήφθη ειδική ρύθμιση για το πιο πάνω Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ε.Β.Ε. Ελλάδας, το οποίο είναι πλέον Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ελληνικών Επιμελητηρίων. Από αυτές τις διατάξεις σε συνδυασμό, με τη γενική αρχή ότι ο νόμος ισχύει για το μέλλον, εκτός εάν περιέχει ρήτρα αναδρομικής ισχύος ή είναι ερμηνευτικός και δεν εμπίπτει στις απαγορεύσεις που απορρέουν από διατάξεις του Συντάγματος, όπως τα άρθρα 7, 77 και 78, προκύπτει ότι από τη δημοσίευση αυτού, του Ν. 2741/1999, από την οποία άρχισε η ισχύς του, σύμφωνα με το άρθρο 25 αυτού, και εφεξής, δηλαδή από την 28-9-1999, γραφεία εξωτερικού ιδρύονται μόνο από την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 10 του Ν. 2741/1999, και όχι από κάθε Επιμελητήριο, αφού η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 3 του Ν. 2081/1992, που παρείχε αυτή τη δυνατότητα αντικαταστάθηκε με την από πάνω νεότερη διάταξη, στην οποία, μάλιστα, ορίζεται και ρητά ότι η διάταξη αυτή του Ν. 2081/1992 καταργείται. Δεν καταργήθηκαν όμως ρητώς ούτε αντικαταστάθηκαν το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 307/1976, με το οποίο ιδρύθηκε το Γραφείο των Βρυξελλών, ούτε το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 2081/1992 που αφορά ειδικώς το Γραφείο αυτό. Και ναι μεν ο Ν. 2741/1999 (άρθρο 25) αναφέρει ότι καταργείται κάθε διάταξη νόμου αντίθετη προς τις διατάξεις του δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ότι με τη γενική αυτή διάταξη καταργούνται και οι πιο πάνω ειδικές διατάξεις που αφορούν την ίδρυση και οργάνωση του συγκεκριμένου Γραφείου (ΣτΕ 885/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο ενάγων, στη θέση του οποίου ήδη υπεισήλθαν οι ανωτέρω καθολικοί του διάδοχοι, ήταν υπάλληλος του ΕΒΕΑ. Συγκεκριμένα ο ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο ΕΒΕΑ, το οποίο ιδρύθηκε και λειτούργησε υπό το καθεστώς των ανωτέρω διατάξεων, δυνάμει της από 12-12-1978 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εργάστηκε έκτοτε ως ειδικός επιστήμονας στο Αντιπροσωπευτικό Γραφείο του ΕΒΕ Ελλάδος στις Βρυξέλλες. Σε εκτέλεση της συμβάσεως του παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του, με πλήρη απασχόληση, μέχρι 20-12-1999 οπότε και με την υπ αριθ. 20-12-1999 πράξη της Διοικούσης Επιτροπής του ΕΒΕΑ καταργήθηκε το ως άνω γραφείο των ΕΒΕ της Ελλάδος στις Βρυξέλλες. Ως επακόλουθο της κατάργησης εκδόθηκε η υπ αριθμ. .../27-12-1999 πράξη του Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής του ΕΒΕΑ, με την οποία διαπιστώθηκε η λύση της σύμβασής του ενάγοντος λόγω καταργήσεως του γραφείου Βρυξελλών. Ο ενάγων στη συνέχεια άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών την από 27-1-2000 (αρ. κατ. 286/2000) αίτηση ακυρώσεως, ζητώντας την ακύρωση της με αριθ. .../27-12-1999 πράξεως του ΕΒΕΑ περί λύσεως της σχέσης του και αίτηση ακυρώσεως στο ΣτΕ κατά του ΕΒΕΑ για την ακύρωση της πράξεως καταργήσεως του γραφείου Βρυξελλών. Επί της ασκηθείσης αίτησης ακυρώσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 312/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία την έκανε δεκτή. Με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτό ότι το άρθρο 10 παρ. 7 του Ν. 2741/1999 δεν κατάργησε το αντιπροσωπευτικό γραφείο Βρυξελλών, το οποίο συνεστήθη με το Ν. 307/1976 και συνεπώς ότι τόσο το κλείσιμο του γραφείου αυτού όσο και η απόλυσή του ενάγοντος ήταν παράνομα. Η δικαστική αυτή απόφαση είναι αμέσως εκτελεστή και παράγεται δεδικασμένο μεταξύ των μερών ως προς το κριθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα του παράνομου της απόλυσής του (καταγγελίας της σύμβασής του) σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 95 παρ. 5 Συντ. κατ 50 παρ. 4 κατ 5 του πδ. 18/1989. Επισημαίνεται ότι οι αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου επί αιτήσεων ακυρώσεως έχουν ακριβώς τις ίδιες συνέπειες με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικράτειας και είναι αμέσως εκτελεστές (Βλ. Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, 11η έκδοση, Αθήνα 2001, σελ.651, υποσημείωση 89). Ακόμη ο ενάγων είχε ασκήσει και την από 26-1-2000 αίτηση ακυρώσεως στο ΣτΕ κατά της από 20-12-1999 πράξης της Διοικούσας Επιτροπής του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, με την οποία αποφασίζεται το κλείσιμο του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (ΕΒΕ) Ελλάδος στις Βρυξέλλες, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω με αριθμό 885/2003 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αίτησή του περί ακύρωσης της παραπάνω πράξης της Διοικητικής Επιτροπής του ΕΒΕΑ (20-12-1999). Περαιτέρω απορρίφθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 3926/2005 απόφασης του ΣτΕ η από 2-7-2001 και με αρ. καταθ. 164/3-7-2001 έφεση του ΕΒΕΑ κατά της υπ' αριθμ. 312/2001 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, όπως επίσης απορρίφθηκε δυνάμει της με αριθ. 1786/2006 απόφασης του ΣτΕ η από 13-8-2001 έφεση του Υπουργού Ανάπτυξης κατά της με αριθ. 312/2001 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Συνεπώς η ως άνω από 20-12-1999 Πράξη της Διοικούσας Επιτροπής του ΕΒΕΑ δεν επέφερε τη λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε η από 20-12-1999 πράξη της Διοικούσας Επιτροπής του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε το κλείσιμο του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (Ε.Β.Ε.) Ελλάδος στις Βρυξέλλες κατ' επίκληση των .../10.11.1999, .../23.11.1999 και .../6.12.1999 εγγράφων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης προς το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών, δεν είναι νόμιμη, και, ήδη κρίθηκε ακυρωτέα με την 885/2003 απόφαση του ΣτΕ και συνεπώς το εναγόμενο κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος. (...). Στην προκειμένη περίπτωση το εκκαλούν (εναγόμενο) με το σχετικό τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσής του και κατ'ορθή εκτίμηση του ισχυρισμού αυτού ισχυρίζεται ότι είχε αμφιβολίες σχετικά με την κατάργηση του γραφείου των Βρυξελλών και την άμεση απόλυση του ενάγοντος, ενώ το ίδιο το Υπουργείο Ανάπτυξης, επέμενε στην απόλυσή του και συνεπώς έπρεπε να συμμορφωθεί προς τις εντολές του Υπουργείου αυτού, συνακόλουθα, δε, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη δεδομένου ότι το ίδιο (εκκαλούν) δεν περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας κατά τα ανωτέρω από δική του υπαιτιότητα αλλά από υπαιτιότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης. Πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος, ήτοι ότι άνευ υπαιτιότητάς του προέβη στην απόλυση του ενάγοντος και ο οποίος συνολικά εκτιμώμενος κατά περιεχόμενο συνιστά την κατ'άρθρο 342 ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι η ένδικη υπόθεση εκδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών δεν προτάθηκε παραδεκτώς ενώπιόν του, ήτοι προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, με συνοπτική ανάπτυξη των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και καταχώρηση στα πρακτικά, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και τα ταυτάριθμα με τη συμπροσβαλλόμενη (υπ'αριθ. 180/2013) μη οριστική απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ δεν προτάθηκε ούτε με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως, ενόψει του ότι η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και γεννήθηκε πριν την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την επίδοση ήδη της αγωγής στο εκκαλούν οπότε και έλαβε γνώση όλων των ισχυρισμών του ενάγοντος χωρίς την επίκλκηση συνδρομής τυχόν λόγου που συγχωρεί τη βραδεία προβολή της, ήτοι τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 παρ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και συνακόλουθα ο σχετικός λόγος της ένδικης έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λόγω της υπερημερίας του εκκαλούντος λόγω της άκυρης απόλυσής του δικαιούται αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2000 έως και μέχρι το χρόνο συνταξιοδότησής του τον οποίο προσδιορίζει ως Δεκέμβριο του έτους 2001, χρονικό διάστημα για το οποίο το εκκαλούν δεν αντιλέγει. Ο ενάγων, κατά τον τελευταίο προ της απολύσεώς του μήνα λάμβανε ως τακτικές αποδοχές το ποσό των 441.280 δραχμών πλέον επιδόματος αλλοδαπής 1.330.628 δραχμών και συνολικά το ποσό του 1.771.908 δραχμών, το οποίο δεν αμφισβητείται ειδικότερα από το εκκαλούν. Συνεπώς λόγω της κατά τα ανωτέρω υπερημερίας του εκκαλούντος δικαιούται ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2000 έως το Δεκέμβριο του 2001 το ποσό των 42.525.792 δραχμών (1.771.908 δραχμές X 24 μήνες = 42.525.792 δραχμές) το οποίο όπως ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί στην αγωγή του πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των 1.500.000 δραχμών το οποίο του καταβλήθηκε ως αποζημίωση απόλυσης, ήτοι ο ενάγων δικαιούται για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 41.025.792 δραχμών μέχρι 31-12-2001 και ήδη το ποσό των 120.398,75 ευρώ από 1-1-2002 [άρ. 1 του Ν. 2842/2000 Λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των Κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, 974/98 και 2866/98 του Συμβουλίου (ΦΕΚ Α'207 27-9-2000), όπως ισχύουν σχετικά με την εισαγωγή του ευρώ με το οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή ως εθνικό νόμισμα] με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής (...). Δ) Ως προς το λόγο έφεσης του εκκαλούντος που αφορά την από 31.10.2000 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή "...Στην προκειμένη περίπτωση το εκκαλούν ΝΠΔΔ ως εναγόμενο της από 28-1-2000 με γενικό αριθμό κατάθεσης 12840/8-2-2000 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 426/8-2-2000 ένδικης αγωγής, με το από 31-10-2000 με γενικό αριθμό κατάθεσης 111355/3-11-2000 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4049/3-11-2000 ιδιαίτερο δικόγραφο προσεπίκλησης που απηύθυνε κατά του Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενο από τους Υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης, αφού ενσωμάτωσε σε αυτήν το δικόγραφο της από 28-1-2000 με γενικό αριθμό κατάθεσης 12840/8-2-2000 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 426/8-2-2000 ένδικης αγωγής προσκάλεσε τούτο στη δίκη να παρέμβει υπέρ αυτού και να υποχρεωθεί να καταβάλει προς αυτόν παν ότι ήθελε επιδικασθεί υπέρ αυτού κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα σε περίπτωση ήττας του. Εξάλλου, το προσεπικαλούμενο Ελληνικό Δημόσιο, προσήλθε στη δίκη αλλά δεν παρενέβη σε αυτή, ούτε επικουρικώς, περιορισθέν μόνο στην απόκρουση της προσεπικλήσεως και την άρνησή του για υποχρέωση αποζημιώσεως. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη οριστική του απόφαση απέρριψε πανηγυρικά την προσεπίκληση ως απαράδεκτη, αλλά και σιγή την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, χωρίς να συμπεριλάβει όμως ιδιαίτερη απορριπτική διάταξη. Δεδομένου όμως ότι η εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή αφενός δεν αφορούσε διαφορά εργαζομένου και εργοδότη (άρθρο 16 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής), ήτοι δεν αφορούσε διαφορά που υπαγόταν στην ειδική διαδικασία των άρθρων 666 επ. ΚΠολΔ, δεδομένου ότι εργοδότης του ενάγοντος μπορούσε να είναι μόνο ο ΕΒΕΑ, που υπήρξε και ο φορέας της τελευταίας απασχόλησής του, γιατί μόνο αυτός, με την ιδιότητα του εργοδότη, θα μπορούσε να αξιώσει την παροχή της εργασίας του από τον ενάγοντα και, αντίστοιχα, μόνο έναντι αυτού του ΕΒΕΑ ο ενάγων, ως εργαζόμενος, θα μπορούσε να απαιτήσει την καταβολή του μισθού του και συνεπώς εργοδότης του δεν θα μπορούσε να είναι ούτε το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε ο εκάστοτε αρμόδιος Υπουργός, και αφετέρου λόγω της αξίας του αντικειμένου υπαγόταν στην καθύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εφόσον τα χρηματικά ποσά των οποίων ζητήθηκε η επιδίκαση υπερέβαιναν το ποσό του 1.000.000 δραχμών, έσφαλε κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου, με το να μη κρίνει ότι είναι αναρμόδιο καθύλην προς εκδίκαση της ανωτέρω παρεμπίπτουσας αγωγής και παραλείποντας να διατάξει το χωρισμό της και να την παραπέμψει στο αρμόδιο προς εκδίκασή της κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Περαιτέρω, με την ασκηθείσα προσεπίκληση το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι σε βάρος του ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει αυτολεξεί και ότι προσεπικαλεί το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Ισχυρίζεται το εκκαλούν αυτολεξεί ότι ".... ως προκύπτει και από το κείμενο της ενδίκου αγωγής ο ενάγων απελύθη, με την με αριθ. .../27.12.1999 πράξη του Προέδρου του ΔΣ του ΕΒΕΑ, του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Ελλάδος στις Βρυξέλλες, στο οποίο υπηρετούσε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, λόγω καταργήσεως του Γραφείου τούτου με το αρθρ. 10 του ν. 2741/1999, άποψη την οποία μετ'επιτάσεως το Υπουργείο Ανάπτυξης υιοθέτησε, ως συνάγεται και από τα με αριθ. .../10.11.1999, .../23.11.1999 και .../6.12.1999 έγγραφά του Τομέα Εμπορίου του άνω Υπουργείου προς το Επιμελητήριό μας. ως ασκούσης την εποπτεία Αρχής επί τούτου. Η ως άνω πράξη απολύσεώς του ενάγοντος θεμελίωσε κατ'αυτόν και την αγώγιμη αξίωσή του και ότι αν ενδεχομένως κριθεί ως μη νόμιμος η απόλυσις του ενάγοντος, τούτο θα έχει ως συνέπεια ότι και οι πράξεις του εποπτεύοντος το Επιμελητήριό μας Υπουργείου Ανάπτυξης, με τις οποίες τούτο μας δήλωσε ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των ΕΒΕ Ελλάδος στις Βρυξέλλες παύει να υφίσταται με την δημοσίευση του ανωτέρω νόμου (σ.σ. του ν.2741/1999) και συνεπώς καταργούνται και οι θέσεις με σχέση εργασίας ιδ.δικαίου αορίστου χρόνου... στερούνται νομιμότητος. Ως εκ τούτου κατ'αρθρ.105 Εισ.Ν.Α.Κ., εν περιπτώσει ήττης του Επιμελητηρίου μας, το Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση προς το Επιμελητήριό μας, συνισταμένης στο ισόποσο όσων θα υποχρεωθούμε να καταβάλλομε στο Γ.Γ., κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα ή θα αναγνωρισθεί ότι οφείλομε να του καταβάλλομε κατά το αιτητικόν της ενδίκου αγωγής". Ότι για το λόγο αυτό προσεπικαλεί το εν λόγω εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που επέχει θέση δικονομικού εγγυητή έναντι αυτού και ζητεί α) να παρέμβει προς υποστήριξη τους στην ανοιγείσα με την κύρια αγωγή δίκη. Δεδομένου όμως ότι η προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή, προϋποθέτει προϋφιστάμενη έννομη σχέση (από το νόμο, από σύμβαση ή από αδικοπραξία) μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλούμενου η οποία θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως του προσεπικαλούντος αν ηττηθεί στη δίκη η ως άνω ασκηθείσα από το εκκαλούν προσεπίκληση με το πιο πάνω περιεχόμενο παρίσταται ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ενόψει του ότι δεν προσδιορίζεται η έννομη σχέση μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλουμένου από την οποία πηγάζει η αξίωση αποζημιώσεως σε περίπτωση ήττας του στη δίκη αφού αόριστα αναφέρει ότι υφίσταται αξίωσή του κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και ως εκ τούτου, λόγω της αοριστίας της πρέπει η προσεπίκληση να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Δεν έσφαλε, επομένως, κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε, ομοίως, ως απαράδεκτη την προσεπίκληση αν και με διαφορετική αιτιολογία. Πρέπει, επομένως, αφού αντικατασταθεί από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αιτιολογία της εκκαλουμένης, κατ' άρθρ. 534ΚΠολΔ, να απορριφθεί, ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, βάλλει κατά του σχετικού απορριπτικού κεφαλαίου της εκκαλουμένης...". Στη συνέχεια των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, α) απέρριψε τυπικά την έφεση ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο, β) δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους, γ) εξαφάνισε την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου , δ) απέρριψε ως αόριστη την από 31.10.2000 προσεπίκληση, ε) παρέπεμψε τη σωρευόμενη με την ως άνω προσεπίκληση από 31.10.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως αρμόδιο καθύλην Δικαστήριο να δικάσει αυτή κατά την τακτική διαδικασία, στ) κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 28.1.2000 αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της υπ'αριθμ. .../27.2.1999 πράξης απόλυσης του ενάγοντος και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ενάγοντος, το ποσό των 120.398,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Α) Ως προς την από 14.11.2021 αίτηση αναίρεσης Με το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 υπήχθησαν, μεταξύ άλλων, στην δικαιοδοσία των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και οι διαφορές που αφορούν στην ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν σχετίζονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΠ 1555/2022). Ειδικότερα ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου νοούνται οι αναγόμενες σε δικαιώματα και γενικότερα σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών. Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και γενικότερα της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και όχι της πράξεως από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό. Επομένως, διαφορές, που αναφύονται κατά τη σύσταση, αλλοίωση, εξέλιξη ή την εν γένει λειτουργία μιας σχέσης ή σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 598/2020, ΑΠ 356/2020, ΑΠ 1339/2018, ΑΠ 1122/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου, που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής ( ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1097/2019, ΑΠ 43/2016) ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου ή είχε υπαχθεί εγκύρως στη διαιτησία ή συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 87/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ) με τον πρώτο εκ των αριθμών 4 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αληθώς, όμως μόνο εκ του αριθμού 4 του ως άνω άρθρου, ως εκ του αποδιδόμενου με το λόγο αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι η από 28.1.2000 αγωγή του ενάγοντος αρμοδίως κατά δικαιοδοσία εισήχθη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και ακολούθως να χωρήσει στην κατ'ουσία έρευνα της υποθέσεως, υπερέβη τη δικαιοδοσία του, καθότι όφειλε να απορρίψει την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι το προέχον αίτημα αυτής ήταν η ακύρωση της υπ'αριθμ. .../27.12.1999 διοικητικής πράξης του Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής του ΕΒΕΑ περί απολύσεως του ενάγοντος από το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων της Ελλάδας στις Βρυξέλλες. Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), του δικογράφου της από 28.1.2000 αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων εξέθετε σ'αυτή ότι εργαζόταν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ) ως ειδικός επιστήμων στο Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ελληνικών Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (Ε.Β.Ε.) της Ελλάδος στις Βρυξέλλες, ότι με την από 22.12.1999 πράξη της Διοικούσας Επιτροπής του πρώτου εναγομένου αποφασίσθηκε το κλείσιμο του ως άνω Γραφείου που είχε ως επακόλουθο τη λύση της σύμβασης εργασίας του και ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της πράξης απόλυσής του, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει τις αποδοχές του μέχρι τη συνταξιοδότησή του το Δεκέμβριο του έτους 2001. Συνεπώς με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αλλά και με της ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι σε εκτέλεση της σύμβασης παρείχε σ'αυτό τις υπηρεσίες του με πλήρη απασχόληση μέχρι 20.12.1999, οπότε με την από 20.12.1999 πράξη της Διοικούσας Επιτροπής του πρώτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. καταργήθηκε το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ε.Β.Ε. της Ελλάδος στις Βρυξέλλες όπου εργαζόταν και με την υπ'αριθμ. .../27.12.1999 πράξη του Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής αυτού διαπιστώθηκε η λύση της σύμβασης εργασίας του, η ένδικη διαφορά που αφορά την ακυρότητα της απόλυσης του ενάγοντος, που εργαζόταν στο πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και την καταβολή σ'αυτόν αποδοχών, λόγω της ως άνω ακυρότητας της απόλυσης του, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Και είναι μεν αληθές, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο ενάγων α) άσκησε αίτηση ακύρωσης κατά της ως άνω υπ'αριθμ. .../27.12.1999 διαπιστωτικής πράξης του Προέδρου του Ε.Β.Ε.Α. ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 312/2001 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, που δέχθηκε την αίτηση και ακύρωσε την ως άνω διαπιστωτική πράξη, και β) άσκησε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της από 20.12.1999 πράξης της Διοικούσας Επιτροπής του Ε.Β.Ε.Α. (με την οποία αποφασίσθηκε το κλείσιμο του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των ΕΒΕ στις Βρυξέλλες) επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 885/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αίτηση και ακύρωσε την ως άνω διοικητική πράξη και ότι με την ένδικη από 28.1.2000 αγωγή του ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω υπ'αριθμ .../27.12.2009 πράξης απόλυσής του από το Ε.Β.Ε.Α., πλην, όμως, εκτιμάται ότι ζητεί με αυτή (αγωγή) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής του που έγινε με την ως άνω πράξη, αίτημα για το οποίο υφίσταται αρμοδιότητα των πολιτικών Δικαστηρίων. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η ένδικη από 28.1.2000 αγωγή του ενάγοντος αρμοδίως εισήχθη στα πολιτικά δικαστήρια, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, ως καθολικών διαδόχων του ενάγοντος, ως προς τους οποίους ερευνάται η βασιμότητά του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 126 παρ. 1 εδ. ε' του ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο. Κατά το άρθρο 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ν.δ/γμα 356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Δημόσιο εκπροσωπεί ο διευθυντής του δημόσιου ταμείου, κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών. Εξάλλου, με το άρθρο 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), ορίζεται ότι "μόνον αι προς τον Υπουργόν Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 ν.ΡλΡ' γενόμεναι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας. Η διάταξις εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Ελληνικό Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή απαραδέκτου στις δίκες του ΚΕΔΕ, ακυρότητας δε στις λοιπές, τόσον στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 1274/2021, ΑΠ 198/2020). Εξάλλου, από σε συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 74, 75, 76 παρ. 4 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η δικονομική θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη έναντι των υπολοίπων (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 106/2019, ΑΠ 1414/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 12/2000, ΑΠ 106/2019). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με το δεύτερο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι α) με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή του ενάγοντος, που δεν επιδόθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών, κατά παραβίαση του άρθρου 5 του Β.Δ της 26.6/10.7.1944, δεν αφορά τη νομιμοποίηση αυτού (πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ) και την εγκυρότητα της συζήτησης της από 28.1.2000 αγωγής ως προς αυτό, αλλά ότι αφορά το δεύτερο εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) κατά του οποίου απορρίφθηκε πρωτοδίκως η αγωγή και β) να απορρίψει το σχετικό λόγο της έφεσης αυτού, παραβίασε την ως άνω διάταξη, εφόσον το απαράδεκτο της αγωγής που στρέφεται κατά του Δημοσίου και δεν επιδόθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών αφορά όλους τους εναγομένους και όχι μόνο το Δημόσιο. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, ως καθολικών διαδόχων του ενάγοντος, ως προς τους οποίους ερευνάται η βασιμότητά του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" τέθηκε προς μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και επομένως η ακυρότητα από τη μη νόμιμη επίδοση του δικογράφου της από 28.1.2000 αγωγής στον Υπουργό των Οικονομικών, με βάση τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή, μπορούσε να προβληθεί μόνο από το Ελληνικό Δημόσιο και όχι από το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ), εφόσον το τελευταίο ως απλός ομόδικος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του δεύτερου εναγομένου, δεν μπορούσε να επικαλεσθεί την ως άνω ακυρότητα της επίδοσης, καθότι η δικονομική του θέση είναι ανεξάρτητη του απλού συνεναγόμενου ομοδίκου του, ούτε, άλλωστε, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. επικαλέσθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας ότι υπέστη βλάβη από την παράλειψη επίδοσης της αγωγής στον Υπουργό των Οικονομικών που να μη μπορεί να αποκατασταθεί ως προς αυτό παρά μόνο με την κήρυξη ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 159 αριθ.3 του ΚΠολΔ. Επομένως, ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται αυτό με τον ως άνω λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από τις στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019). Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 353/2020). Συνακόλουθα, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1275/2018), δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 131/2020) και να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, (ΑΠ 1715/2022, ΑΠ 115/2022), στην οποία (αίτηση) πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα αυτής (ΑΠ 1715/2022, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 53/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 216 και 219 του ΚΠολΔ δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από 28.1.2000 αγωγή του ενάγοντος, λόγω αοριστίας αυτής, καθότι ο ενάγων δεν επικαλείται τη μη τήρηση των τασσομένων από το νόμο προϋποθέσεων για τη μη εγκυρότητα της απόλυσής του, δηλαδή τη μη τήρηση εγγράφου τύπου, ή τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης ή την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, ούτε άλλα περιστατικά που καθιστούν μη νόμιμη την απόλυσή του, ότι, ακόμη, δεν προσδιορίζεται με αυτή (αγωγή) επακριβώς το αιτούμενο ποσό και η έναρξη της τοκοδοσίας του και ότι σωρεύεται με αυτή αίτημα καταβολής αποδοχών και αποζημίωσης απόλυσης ταυτόχρονα. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, ως καθολικών διαδόχων του ενάγοντος, ως προς τους οποίους ερευνάται η βασιμότητά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής του ενάγοντος τον είχε προτείνει παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, ούτε, άλλωστε, αναφέρεται σ'αυτό (αναιρετήριο) το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής, ώστε από την αντιπαραβολή του περιεχομένου αυτής με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης ή δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το Εφετείο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια δεν την απέρριψε ως αόριστη. Σε κάθε, δε, περίπτωση από την επισκόπηση της από 29.9.2014 έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ προκύπτει ότι το αναιρεσείον, ως εκκαλούν δεν είχε προβάλλει με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ως άνω αγωγής λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής. Με το Π.Δ/γμα 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (Α' 191) ορίζεται στο άρθρο 46 ότι "Η σύμβαση εργασίας λύεται: α) Με θάνατο. β) Με έκπτωση. γ) Με την απόλυση. δ) Με την καταγγελία. ε) Με τη λήξη του χρόνου διάρκειάς της", στο άρθρο 48 ορίζεται ότι "Οι προσλαμβανόμενοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού, απολύονται: α) Για συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, που ορίζεται στο επόμενο άρθρο. β) Για υπηρεσιακή ανεπάρκεια. γ) Για σωματική ή πνευματική ανικανότητα και δ) για κατάργηση θέσης" με το άρθρο 52 παρ.1 ορίζεται ότι "1. Η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδικαίως με την κατάργηση της θέσης του απασχολούμενου...."" και στο άρθρο 55 παρ.1 του ΠΔ 410/1988 ορίζεται ότι " Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής : α) Για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη οι αποδοχές ενός μήνα, πάνω από τρία και μέχρι έξι έτη οι αποδοχές δύο μηνών, πάνω από έξι και μέχρι οκτώ έτη οι αποδοχές τριών μηνών και πάνω από οκτώ και μέχρι δέκα έτη οι αποδοχές τεσσάρων μηνών. β) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα". Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 307/1976 "Περί Εμπορικών Αντιπροσώπων Εισαγωγής και Εξαγωγής" (ΦΕΚ 101 Α') ορίσθηκε ότι : "Δι' αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, δύναται να ιδρύωνται εις την αλλοδαπήν Αντιπροσωπευτικά Γραφεία των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Ελλάδος προς τον σκοπόν της διενέργειας επαφών και της συνεργασίας μετά των επιτοπίων επιμελητηρίων ...", ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε ότι : "Το εν Βρυξέλλαις λειτουργούν μόνιμον Ελληνικόν Εμπορικόν Κέντρον, υπάγεται εις το εν αυταίς λειτουργούν Γραφείον του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, όπερ εφεξής καλείται Αντιπροσωπευτικόν Γραφείον των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων της Ελλάδος". Ακολούθως στην παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν. 504/1976 (ΦΕΚ 350 Α') ορίσθηκε ότι : "'Εκαστον των υπό του άρθρου 14 του Ν. 307/1976 περί Εμπορικών Αντιπροσώπων Εισαγωγής και Εξαγωγής προβλεπομένων αντιπροσωπευτικών Γραφείων των Επιμελητηρίων αποτελεί υπηρεσίαν εν τω εξωτερικώ του δι' αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου καθοριζομένου Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Διά Π.Δ/των εκδιδομένων τη προτάσει των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Εμπορίου συνιστώνται παρά τω οικείω Εμπορικώ και Βιομηχανικώ Επιμελητηρίω οργανικαί θέσεις, επί σχέσει εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικού επιστημονικού ή βοηθητικού προσωπικού, ... διατιθέμεναι εις τα οικεία αντιπροσωπευτικά Γραφεία και μη δυνάμεναι να υπερβαίνουν τον αριθμόν των τριών θέσεων κατά αντιπροσωπευτικόν Γραφείον". Με την υπ'αριθμ. 30291/5.4.1977 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 395 Β'), που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της πιο πάνω εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 504/1976, και ειδικότερα με το άρθρο 1 αυτής ορίσθηκε ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Ελλάδος στις Βρυξέλλες, που προβλέπεται από το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 307/1976, αποτελεί υπηρεσία στο εξωτερικό του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών και ανήκει στη Γεν. Δ/νση Εμπορίου και Βιομηχανίας αυτού του Επιμελητηρίου. Περαιτέρω στην παρ. 10 του άρθρου 3 του Ν. 2081/1992 (ΦΕΚ 154 Α') ορίστηκαν τα εξής : "Γραφεία εξωτερικού : Κάθε Επιμελητήριο είναι δυνατό να ιδρύει γραφεία στο εξωτερικό, στελεχούμενα με ειδικό επιστημονικό και βοηθητικό προσωπικό είτε ημεδαπής είτε αλλοδαπής ιθαγενείας, που βαρύνουν τον προϋπολογισμό τους ...". Με το άρθρο 5 παρ.1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Κεντρική Ενωση Επιμελητηρίων" (Κ.Ε.Ε.) με έδρα την Αθήνα. Η Κ.Ε.Ε. τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης και έχει ως μέλη της όλα τα Επιμελητήρια της χώρας. Σκοπός της Κ.Ε.Ε. είναι η εκπροσώπηση των Ελληνικών Επιμελητηρίων στο εξωτερικό, η μελέτη θεμάτων ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας και η παροχή προς τις δημόσιες αρχές γνωμοδοτήσεων για κάθε θέμα που είναι σχετικό με τους σκοπούς των Επιμελητηρίων. Μέλη της Κ.Ε.Ε., χωρίς δικαίωμα ψήφου, μπορεί να είναι, με απόφαση αυτής, και τα Ελληνόφωνα Επιμελητήρια της χώρας, ύστερα από σχετική αίτησή τους. Οι Αρμοδιότητες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 ασκούνται κατ` αναλογία και από την Κ.Ε.Ε. σε πανελλήνιο επίπεδο." Στην παρ. 2 του άρθρου 7 του ίδιου νόμου ειδικά για το Γραφείο Βρυξελλών ορίσθηκαν τα εξής : "Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εμπορίου, μετά από σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Αθηνών, Πειραιά και Θεσσαλονίκης και της Κεντρικής 'Ενωσης Επιμελητηρίων, ρυθμίζεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς του κτιρίου του Παγκόσμιου Εμπορικού Κέντρου στις Βρυξέλλες, η κυριότητα του οποίου ανήκει κατά 50% στο Ε.Β.Ε. Αθηνών και κατά 25% σε καθένα από τα Ε.Β.Ε. Πειραιά και Θεσσαλονίκης και μεταβιβάζεται στην Κεντρική 'Ενωση Επιμελητηρίων. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα ρυθμίζονται και οι εργασιακές σχέσεις του προσωπικού, που ήδη υπηρετεί στο Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ε.Β.Ε. Ελλάδας, που λειτουργεί στις Βρυξέλλες. Το παραπάνω γραφείο καλείται Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ελληνικών Επιμελητηρίων". Με το άρθρο 10 παρ. 7 του Ν. 2741/1999 (ΦΕΚ 199 Α') καταργήθηκε η πιο πάνω παρ. 10 του άρθρου 3 του ν. 2081/1992 και αντικαταστάθηκε ως εξής : "Η Κεντρική 'Ενωση Επιμελητηρίων μπορεί να ιδρύει γραφεία στο εξωτερικό που στελεχώνονται με ειδικό επιστημονικό και βοηθητικό προσωπικό, η μισθοδοσία των οποίων βαρύνει τον προϋπολογισμό της. Ειδικά το βοηθητικό προσωπικό θα προσλαμβάνεται επί τόπου. Θα έχουν δε ελληνική ή αλλοδαπή ιθαγένεια ελληνικής όμως καταγωγής". Τέλος, στο άρθρο 25 αυτού του νόμου ορίζεται ότι η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις και ότι "Κάθε διάταξη Νόμου αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος καταργείται". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (Ε.Β.Ε.) Ελλάδος στις Βρυξέλλες ιδρύθηκε και υπήχθη στο Γραφείο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (Ε.Β.Ε.Α.), που λειτουργεί στην πόλη αυτή, με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 307/1976 και την υπ'αριθμ. 30291/5.4.1977 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 504/1976. Ακολούθως με το άρθρο 3 παρ. 10 του Ν. 2081/1992 χορηγήθηκε η δυνατότητα ιδρύσεως γραφείων στο εξωτερικό σε κάθε επιμελητήριο και στο άρθρο 7 παρ. 2 του ίδιου νόμου περιελήφθη ειδική ρύθμιση για το πιο πάνω Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ε.Β.Ε. Ελλάδας, το οποίο είναι πλέον Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ελληνικών Επιμελητηρίων. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από τη δημοσίευση του Ν. 2741/1999 (28.9.1999), γραφεία εξωτερικού ιδρύονται μόνο από την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 10 του Ν. 2741/1999, και όχι από κάθε Επιμελητήριο, αφού η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 3 του Ν. 2081/1992, που παρείχε αυτή τη δυνατότητα αντικαταστάθηκε με την πιο πάνω νεότερη διάταξη, στην οποία, μάλιστα, ορίζεται και ρητά ότι η διάταξη αυτή του Ν. 2081/ 1992 καταργείται. Δεν καταργήθηκαν όμως ρητώς ούτε αντικαταστάθηκαν το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 307/1976, με το οποίο ιδρύθηκε το ως άνω Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Βρυξελλών, ούτε το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 2081/1992 που αφορά ειδικώς το Γραφείο αυτό. Και ναι μεν ο Ν. 2741/1999 (άρθρο 25) αναφέρει ότι καταργείται κάθε διάταξη νόμου αντίθετη προς τις διατάξεις του δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ότι με τη γενική αυτή διάταξη καταργούνται και οι πιο πάνω ειδικές διατάξεις που αφορούν την ίδρυση και οργάνωση του συγκεκριμένου Γραφείου (ΣτΕ 855/2003). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 95 παρ.5 του Συντάγματος, 50 του Π/Δτος 18/1989 ("Κωδικοποίηση διατάξεως νόμων για το Συμβούλιο Επικρατείας"), και 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977 "Περί υπαγωγής, υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια κλπ" προκύπτει, ότι η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου επί αίτησης ακύρωσης, υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και μάλιστα όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε, αμέσως ή εμμέσως, από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλούσα ή τροποποιούσα τις σχετικώς, στο μεταξύ, εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδουσα άλλες με αναδρομική ισχύ, για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (ΑΠ 957/2013, ΣτΕ 1288/2020, ΣτΕ 787/2017, ΣτΕ 4016/2012), Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, ΟλΑΠ 1/2021). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 312/2022, ΑΠ 38/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 844/2022, ΑΠ 790/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τέταρτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η από 20.12.1999 διαπιστωτική πράξη της Διοικητικής Επιτροπής ΕΒΕΑ, με την οποία αποφασίσθηκε το κλείσιμο του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων της Ελλάδος και η υπ'αριθμ. .../27.12.1999 πράξη του Προέδρου του ΕΒΕΑ με την οποία διαπιστώθηκε η λύση της συμβάσεως του ενάγοντος δεν ήταν νόμιμες και ότι αυτό (ΕΒΕΑ) κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46 παρ.γ, 48 περ.δ, 52 παρ.1 και 55 του Π.Δ 410/1988 και του άρθρου 3 παρ. 10 του Ν. 2081/1992, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 10 παρ. 7 του ν. 2741/1999. Και τούτο διότι η απόλυση του ενάγοντος δεν ήταν αποτέλεσμα της καταργήσεως του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου στις Βρυξέλες αλλά της καταργήσεως της θέσεως του ενάγοντος και ότι ως εκ τούτου τόσο η από 20.12.1999 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής ΕΒΕΑ περί κλεισίματος (καταργήσεως) του ως άνω Γραφείου, όσο και η υπ'αριθμ. .../27.12.1999 πράξη του Προέδρου του ΕΒΕΑ περί λύσεως της συμβάσεως του ενάγοντος ήταν απολύτως σύννομες. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, ως καθολικών διαδόχων του ενάγοντος, ως προς τους οποίους ερευνάται η βασιμότητά του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (Ε.Β.Ε.) Ελλάδος στις Βρυξέλλες που ιδρύθηκε και υπήχθη στο Γραφείο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (Ε.Β.Ε.Α.), με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 307/1976 και με την υπ'αριθμ. 30291/5.4.1977 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, δεν καταργήθηκε με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 10 του ν. 2741/1999 με την οποία ορίζεται ότι γραφεία εξωτερικού ιδρύονται μόνο από την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων, και όχι από κάθε Επιμελητήριο (δυνατότητα που όριζε το καταργηθέν με την ως άνω διάταξη άρθρο 3 παρ. 10 του Ν. 2081/1992), αφού με την ως άνω διάταξη δεν καταργήθηκαν ρητά, ούτε αντικαταστάθηκαν ούτε το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 307/1976, με το οποίο ιδρύθηκε το Γραφείο των Βρυξελλών, ούτε το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 2081/1992 που αφορά ειδικώς το Γραφείο αυτό (ΣτΕ 885/2003). Συνακόλουθα το Εφετείο με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) ότι η υπ' αριθ. 20-12-1999 πράξη της Διοικητικής Επιτροπής του ΕΒΕΑ, με την οποία αποφασίσθηκε το κλείσιμο του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (Ε.Β.Ε.) Ελλάδος στις Βρυξέλλες και η κατόπιν τούτου εκδοθείσα υπ' αριθμ. .../27-12-1999 πράξη του Προέδρου του ΕΒΕΑ, με την οποία διαπιστώθηκε η λύση της σύμβασής του ενάγοντος λόγω του κλεισίματος του ως άνω Γραφείου, ακυρώθηκαν αα) η μεν πρώτη (από 20.12.1999 πράξη) με την υπ'αριθμ. 885/2003 απόφαση του ΣτΕ, που έκρινε ότι η πράξη αυτή ήταν μη νόμιμη, για το λόγο ότι το ως άνω Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των ΕΒΕ δεν καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν 2741/1999 και ββ) η δε δεύτερη (.../27.12.1999 διαπιστωτική πράξη) με την υπ'αριθμ. 312/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, που, επίσης, έκρινε ότι η πράξη αυτή δεν είναι νόμιμη για το λόγο ότι η λύση, με αυτή, της υπαλληλικής σχέσης του ενάγοντος στηρίζεται στην από 20.12.1999 πράξη της Διοικητικής Επιτροπής του ΕΒΕΑ, που δεν είναι νόμιμη, β) ότι από τις ως άνω αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων παράγεται δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων μερών (ενάγοντος και πρώτου εναγομένου ΝΠΔΔ) ως προς τα κριθέντα διοικητικής φύσεως ζητήματα της ακυρότητας των ως άνω πράξεων, που δεσμεύουν τα πολιτικά Δικαστήρια, γ) ότι η ως άνω από 20-12-1999 πράξη της Διοικητικής Επιτροπής του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε το κλείσιμο του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (Ε.Β.Ε.) Ελλάδος στις Βρυξέλλες, κατ' επίκληση των υπ'αριθμ. .../10.11.1999, .../23.11.1999 και .../6.12.1999 εγγράφων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης προς το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον (ΕΒΕΑ), δεν είναι νόμιμη και ακυρώθηκε, όπως προεκτέθηκε, με την υπ'αριθμ. 885/2003 απόφαση του ΣτΕ και ότι ως εκ τούτου με την υπ'αριθμ. .../27.12.1999 πράξη του Προέδρου του ΕΒΕΑ δεν επήλθε η λύση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, με συνέπεια αυτό (ΕΒΕΑ) να καταστεί υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 10 του Ν. 2081/1992 και τις διατάξεις των άρθρων 95 αρ.5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 και 5 του ΠΔ 18/1989 και ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 46 περ.γ, 48 περ.δ, 52 παρ.1 και 55 παρ.1 του ΠΔ 410/1988 που δεν ήταν εφαρμοστέες. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφάρμοσε και βάσει των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η από 20-12-1999 πράξη της Διοικούσας Επιτροπής του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΕΒΕΑ με την οποία αποφασίσθηκε το κλείσιμο του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (Ε.Β.Ε.) Ελλάδος στις Βρυξέλλες δεν είναι νόμιμη και ότι ως εκ τούτου δεν επέφερε τη λύση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με το πρώτο εναγόμενο (ΕΒΕΑ). Με το Π.Δ. 81/1997 με τίτλο "Τροποποίηση και συμπλήρωση του Π.Δ 102/1990 (ΦΕΚ 47/Α/90) "Οργανισμός Κεντρικής Ενωσης Επιμελητηρίων"" (ΦΕΚ Α 69) που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 8 και 10 του Ν 2081/1992 (ΦΕΚ Α 154) προστέθηκε στο άρθρο 1 του Π.Δ 102/1990 στην περίπτωση Δ εδάφιο γ το οποίο (άρθρο 1) διαμορφώθηκε ως ακολούθως " Οι υπηρεσίες της Κεντρικής Ένωσης των Επιμελητηρίων αποτελούν Διεύθυνση που συγκροτείται ως κατωτέρω: Α) Τμήμα Επιμελητηριακών θεμάτων Β) Τμήμα Εμπορικού Μητρώου και Μηχανογραφικών Εφαρμογών Γ) Τμήμα Διοικητικού-Οικονομικού Δ) Αυτοτελή Γραφεία α) Γραφείο Προέδρου των Οργάνων της ΚΕΕ - Δημοσίων Σχέσεων και Εκδόσεων β) Γραφείο Νομικών Υποθέσεων γ) Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ελληνικών Επιμελητηρίων στις Βρυξέλλες". Με τον πέμπτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι α) με το ν. 2081/1992 δεν καταργήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 307/1976 (εννοεί του άρθρου 14 του ν. 307/1976), του άρθρου 5 παρ.2 του ν. 504/1976 και η υπ αριθμ. 30291/1997 (ενν. 30291/1977) απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που αφορούν το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο του ΕΒΕΑ στις Βρυξέλλες, β) ότι με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 7 του Ν. 2741/1999 δεν καταργήθηκε το εν λόγω Γραφείο και γ) ότι η από 20.12.1999 πράξη της Διοικητικής Επιτροπής του ΕΒΕΑ, με την οποία καταργήθηκε το εν λόγω Γραφείο δεν είναι νόμιμη, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 10 εδ.α και 7 παρ.2,3,5 και 5 αριθ. 1 εδ.α του Ν. 2081/1992, των άρθρων 10 παρ. 7 και 25 εδ. β του Ν 2741/1999 τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. Δ περ. Γ και παρ. 2Α περ. γ του Π.Δ. 102/1999 (ενν. 102/1990), που προστέθηκαν με τα άρθρα 1 και 2 του ΠΔ 81/1997, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες, καθότι από της δημοσιεύσεως του ΠΔ 81/1997 το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ε.Β.Ε. έκλεισε (καταργήθηκε) και περιήλθε στην Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων, προς διαπίστωση δε του γεγονός αυτού εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 20.12.1999 διαπιστωτική πράξη αυτού (αναιρεσείοντος). Ο λόγος αυτός αναίρεσης , κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, ως καθολικών διαδόχων του ενάγοντος, ως προς τους οποίους ερευνάται η βασιμότητά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι είχε προβάλλει στο Δικαστήριο της ουσίας τον ως άνω ισχυρισμό του ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο του ΕΒΕΑ των Βρυξελλών καταργήθηκε από της δημοσιεύσεως του Π.Δ. 81/1997, που περιήλθε στην Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων της οποίας κατέστη αυτοτελές Γραφείο και ότι προς διαπίστωση του γεγονότος αυτού εκδόθηκε η από 20.12.1999 πράξη της Διοικητικής Επιτροπής αυτού (ΕΒΕΑ). Εξάλλου, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561παρ. 2 ΚΠολΔ) της από 29.4.2014 έφεσης του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. (ΕΒΕΑ) και των από 23.10.2018 προτάσεων του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι το εκκαλούν δεν είχε προβάλλει ισχυρισμό περί καταργήσεως του ως άνω Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Βρυξελλών με το Π.Δ. 81/1997, διατύπωσε, δε, σοβαρές επιφυλάξεις, ως προς τη θέση της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, που διατυπώθηκε στα υπ'αριθμ. .../10.11.1999, .../23.11.1999 και .../6.12.1999 έγγραφα, που φέρουν την υπογραφή του Γενικού Γραμματέα με αποδέκτη το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (αναιρεσείον), ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των ΕΒΕ στις Βρυξέλλες παύει να υφίσταται βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 2471/1999, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Βρυξελλών δεν καταργήθηκε με τον ως άνω νόμο (σελ. 3 της εφέσεως και σελ. 14 προτάσεων του εκκαλούντος). Σε κάθε, δε, περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των ΕΒΕ Ελλάδος των Βρυξελλών έκλεισε με την από 20.12.1999 πράξη της Διοικητικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, που συμμορφώθηκε στη θέση του Υπουργείου Ανάπτυξης ότι με τις διατάξεις του ν. 2471/1999 έπαυσε αυτό να υφίσταται και όχι ότι αυτό έπαυσε να υφίσταται, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., βάσει των διατάξεων του Π.Δ. 81/1997. Και είναι μεν αληθές ότι με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ. 81/1997, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 8 και 10 του Ν. 2081/1992, ορίσθηκε ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο στις Βρυξέλλες αποτελεί Υπηρεσία της Κεντρικής Ένωσης των Επιμελητηρίων, πλην, όμως, δεν μεταβλήθηκε η εργασιακή σχέση του ενάγοντος με το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α.) μέχρι την έκδοση της υπ'αριθμ. .../27.12.1999 διαπιστωτικής πράξης του Προέδρου του ΕΒΕΑ, με την οποία λύθηκε η εργασιακή σχέση του ενάγοντος με το πρώτο εναγόμενο ΕΒΕΑ κατ'επίκληση της κατάργησης (με το ν. 2741/1999) του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Βρυξελών. Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι η από 20-12-1999 πράξη της Διοικητικής Επιτροπής του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε το κλείσιμο του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (Ε.Β.Ε.) Ελλάδος στις Βρυξέλλες δεν είναι νόμιμη, ότι, ως εκ τούτου, η απόλυση του ενάγοντος με την υπ'αριθμ. .../27.12.1999 διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του Ε.Β.Ε.Α. ήταν παράνομη και ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 10 και 7 παρ.2 του Ν. 2081/1992, του άρθρου 10 παρ. 7 και 25 εδ. β του Ν 2741/1999 και ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. Δ περ. Γ και 2 παρ. Α περ. γ του ΠΔ 102/1990, όπως προστέθηκαν με τα άρθρα 1 και 2 του Π.Δ. 81/1997, που δεν ήταν εφαρμοστέες. Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών που εφάρμοσε και βάσει των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η απόλυση του ενάγοντος από το πρώτο εναγόμενο δεν ήταν νόμιμη και ότι αυτό κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 50 παρ.5 του Π.Δ/τος 18/1989, 4 παρ.1 του Ν. 702/1977 και 197 παρ. 1 του ΚΔιοικΔ προκύπτει ότι οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων παράγουν δεδικασμένο που δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το διοικητικής φύσης ζήτημα που κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως στη διοικητική δίκη και αποτελεί ήδη προδικαστικό ζήτημα στην εκκρεμή πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 39/1988, ΑΠ 1366/2018). Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 302/2011). 'Έτσι οι αποφάσεις του ΣΤΕ και των διοικητικών δικαστηρίων, αν καταστούν απρόσβλητες, δημιουργούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον επί του διοικητικής φύσεως ζητήματος που κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως προς θεμελίωση της κρίσης του σχετικά με το κύρος της διοικητικής πράξης (Ολ ΑΠ 39/1988, ΑΠ 1690/2022, ΑΠ 20/2020, ΑΠ 302/2011), δεν αποτελούν δε δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα ιδιωτικού δικαίου που παρεμπιπτόντως εξετάσθηκαν, για τα οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια κατ' αρθρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1690/2022, ΑΠ 20/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 561 παρ. 2 και 568 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα για τον προσδιορισμό δικασίμου της αναίρεσης και, πάντως, κατά τη συζήτησή της πρέπει να προσκομίζονται και όσα έγγραφα είναι αναγκαία για τη διάγνωση του κατ' ουσίαν βασίμου των λόγων αναίρεσης, τα οποία για το σκοπό αυτό ο Άρειος Πάγος επισκοπεί. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την απόφαση, από την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι δεν προκύπτει δεδικασμένο και ελέγχει, με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του, που πλήττεται με λόγο αναίρεσης. Επομένως, η απόφαση αυτή πρέπει να προσκομίζεται το βραδύτερο κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, διαφορετικά ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 790/2021, ΑΠ 846/2018, ΑΠ 152/2007).Τέλος, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ235/2019). Για τη θεμελίωση, δε, του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας. Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1521/2021, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 751/2017, ΑΠ 621/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον έκτο εκ των αριθμών 1,19 και 20 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως, εκ των αριθμών 16 και 20 του ΚΠολΔ, ως εκ των αποδιδόμενων με το λόγο αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικών σφαλμάτων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες α) ότι κατά παράβαση των άρθρων 1, 2, 321, 322 παρ.1 του ΚΠολΔ και 50 παρ.5 του ΠΔ 18/2019 δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την υπ'αριθμ. 312/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε η υπ' αριθ. .../27.12.1999 διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του ΕΒΕΑ βάσει της οποίας λύθηκε η υπαλληλική σχέση του ενάγοντος "λόγω της επικαλούμενης καταργήσεως του Γραφείου των Βρυξελλών" και το οποίο δεσμεύει αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) στην υπό κρίση υπόθεση, β) ότι ενώ στην υπ'αριθμ. .../27-12-1999 πράξη του προέδρου του ΕΒΕΑ αναφέρεται ότι "....Διαπιστώνουμε ότι ο Ειδικός Επιστήμονας του ΕΒΕΑ Γ. -Α. Γ. του Α., που υπηρετεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, απολύεται αυτοδίκαια από την υπηρεσία την 31η Δεκεμβρίου 1999, λόγω κατάργησης της θέσης την οποία υπηρετεί, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 2741/1999" το Εφετείο κατά παραμόρφωση της ανωτέρω πράξης του Προέδρου της ΕΒΕΑ δέχθηκε ότι "με την από 20-12-1999 πράξη της Διοικούσας Επιτροπής του ΕΒΕΑ καταργήθηκε το ως άνω Γραφείο της ΕΒΕ της Ελλάδος στις Βρυξέλλες. Ως επακόλουθο της κατάργησης εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../27.12.1999 πράξη του Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής με την οποία διαπιστώθηκε η λύση της σύμβασης του ενάγοντος λόγω καταργήσεως του γραφείου των Βρυξελλών" δηλαδή δέχθηκε γεγονότα καταδήλως διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στην ως άνω πράξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, ως καθολικών διαδόχων του ενάγοντος, ως προς τους οποίους ερευνάται η βασιμότητά του, ως προς αμφότερα τα σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν προσκόμισε, ούτε, άλλωστε, με τις από 6.3.2023 προτάσεις του επικαλείται ότι προσκομίζει α) την υπ'αριθμ. 312/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με βάση την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο , με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο ως προς το κριθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα της ακυρότητας της υπ' αριθ. .../27.12.1999 διαπιστωτικής πράξης του Προέδρου του ΕΒΕΑ με την οποία λύθηκε η υπαλληλική σχέση του ενάγοντος με το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΕΒΕΑ, προκειμένου, από την επισκόπηση της απόφασης αυτής (312/2001), να ελεγχθεί η σχετική παραδοχή του Εφετείου περί ύπαρξης δεδικασμένου που απορρέει από την ως άνω απόφαση που πλήττεται με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, και β) την υπ' αριθ. .../27.12.1999 διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του ΕΒΕΑ, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991) έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 674/2021, ΑΠ 1383/2021, ΑΠ 318/2021), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τον έβδομο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι ενώ είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά και με την έφεσή του και με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τους ισχυρισμούς ότι με την υπ'αριθμ. .../27.12.2019 πράξη του Προέδρου αυτού (αναιρεσείοντος ΕΒΕΑ) διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος λόγω κατάργησης της θέσης αυτού και όχι λόγω της κατάργησης του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων στις Βρυξέλλες και ότι η λύση της σύμβασης του ενάγοντος και η περί αυτής εκδοθείσα ως άνω διοικητική πράξη επιβλήθηκε από το εποπτεύον Υπουργείο Αναπτύξεως με τα υπ'αριθμ. .../10.11.1999, .../10.11.1999 και .../6.12.1999 έγγραφα αυτού, από τα οποία αυτό δεν μπορούσε να αποστεί, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και παρέλειψε να διερευνήσει τους ως άνω ισχυρισμούς του. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί αλλά είναι αρνητικοί ισχυρισμοί του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος ότι λύθηκε η σχέση εργασίας του με το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ λόγω της κατάργησης του αντιπροσωπευτικού Γραφείου των ΕΒΕ της Ελλάδος στις Βρυξέλλες. Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ'ουσία τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο ενάγων απολύθηκε λόγω κατάργησης της θέσης του στο ΕΒΕΑ, δεχόμενο, αντίθετα με τον ως άνω ισχυρισμό, ότι με την από 20.12.1999 πράξη της Διοικούσας Επιτροπής του ΕΒΕΑ καταργήθηκε το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των Ε.Β.Ε. της Ελλάδος στις Βρυξέλλες και ότι ως επακόλουθο εκδόθηκε η υπ'αριθμ. .../ 27.12.1919 πράξη του Προέδρου του ΕΒΕΑ με την οποία διαπιστώθηκε η λύση της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος λόγω της κατάργησης του ως άνω Γραφείου. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δε ζητήθηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 346 του ΑΚ ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Εξάλλου, στο υποβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, για επιδίκαση τόκων από χρονική αφετηρία προγενέστερη της επίδοσης της αγωγής, περιλαμβάνεται, εφόσον δεν αναφέρεται σ' αυτήν το αντίθετο, και αίτημα για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της, επειδή στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο οποίο ανάγεται το αίτημα των τόκων περιλαμβάνεται και το μικρότερο διάστημα που αρχίζει από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 448/2016, ΑΠ 1047/2014, ΑΠ 1126/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι επιδίκασε σε βάρος του και υπέρ των κληρονόμων του ενάγοντος τόκους επί του κεφαλαίου ύψους 120.398,75 ευρώ από την επίδοση της αγωγής μολονότι σ' αυτήν υπήρχε αίτημα τοκοδοσίας μόνον από της υποβολής της αγωγής και όχι από την επίδοση της και ότι ως εκ τούτου υπέπεσε στην εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, ως προς τους οποίους ερευνάται η βασιμότητά του, είναι απορριπτέος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει τόκους από την επίδοση της αγωγής, δεν υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, εφόσον, από την επισκόπηση της αγωγής του ενάγοντος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων ζητούσε την επιδίκαση τόκων από της υποβολής της αγωγής, δηλαδή από την κατάθεσή της, στο δε μεγαλύτερο αιτούμενο από την κατάθεση της αγωγής χρονικό διάστημα επιδίκασης τόκων περιλαμβάνεται και το μικρότερο διάστημα που αρχίζει από την επίδοση αυτής (αγωγής), σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Περαιτέρω, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τον ένατο εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεσή του, σε σχέση με την ασκηθείσα από αυτό (αναιρεσείον) προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή που στρεφόταν κατά του τέταρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον στην εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε περιληφθεί διάταξη περί απόρριψης της ασκηθείσας προσεπίκλησης, ενώ δεν είχε περιληφθεί διάταξη ως προς τη σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να εκδικάσει και ότι στην έφεσή του είχε περιληφθεί λόγος για εσφαλμένη και παρά το νόμο απόρριψη της προσεπίκλησης και της παράλειψης της εκδίκασης της παρεμπίπτουσας αγωγής του. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τέταρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το οποίο ερευνάται η βασιμότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς όλες του τις αιτιάσεις γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α) καθό μέρος αυτή στρεφόταν κατά του δεύτερου εναγομένου της από 28.1.2000 κυρίας αγωγής -δεύτερου εφεσίβλητου Υπουργού Ανάπτυξης με την αιτιολογία ότι δεν είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση κατ'αυτού, ενώ, αντίθετα, σε σχέση με την από 31.10.2000 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά του προσεπικαλουμένου-παρεμπιπτόντως εναγομένου-τρίτου εφεσίβλητου και ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, το Εφετείο δεν έκρινε απαράδεκτη την έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ, αλλά αντίθετα δέχθηκε τυπικά αυτή ως προς το τρίτο εφεσίβλητο (Δημόσιο) και εξέτασε κατ'ουσία το λόγο έφεσης που αφορούσε την προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του, τον οποίο απέρριψε (25ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης) δεχόμενο α) ότι η ασκηθείσα από το εκκαλούν προσεπίκληση είναι αόριστη, αντικαθιστώντας την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την προσεπίκληση με διαφορετική αιτιολογία και β) ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας "σιγή" τη (σωρευμένη με την προσεπίκληση) παρεμπίπτουσα αγωγή του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, χωρίς να συμπεριλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη απορριπτική διάταξη για αυτή, έσφαλε με το να μην κρίνει ότι είναι αναρμόδιο καθύλην προς εκδίκαση της παρεμπίπτουσας αγωγής (φύλλα 23 και 24 της προσβαλλόμενης) και ακολούθως εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και παρέπεμψε την παρεμπίπτουσα αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως αρμόδιο καθύλην δικαστήριο να δικάσει αυτή κατά την τακτική διαδικασία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση θεώρησε ότι απορρίφθηκε "σιγή" η σωρευόμενη με την προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή, εφόσον από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας που ασκήθηκε από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του απορρίφθηκε στο σύνολό της, έστω και χωρίς ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1228/2019 ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1180/2017,ΑΠ 1613/2013 ΑΠ 528/2009). Επομένως, τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το ως άνω λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή το Εφετείο υπέπεσε στις εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 του ιδίου κώδικα, συνάγεται ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ. ΑΠ 5/2003, ΑΠ 447/2021, ΑΠ 328/2020, ΑΠ 907/2015). Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει η αποδιδόμενη παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις και όχι κανόνα δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 383/2021,ΑΠ 1200/2019, ΑΠ 1277/2017) στους οποίους (δικονομικούς κανόνες) περιλαμβάνονται και οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 41 του ΚΠολΔ, που καθορίζουν την καθύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα (ΑΠ 1535/2018, ΑΠ 901/2013, ΑΠ 805/2011) καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 282-285 του ΚΠολΔ που αφορούν παρεμπίπτοντα ζητήματα και παρεμπίπτουσες αγωγές. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με το δέκατο από τους αριθμ. 5 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η από 31.10.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι η διαφορά που εισάγεται με αυτή δεν υπάγεται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 666 επ. του ΚΠολΔ, στο οποίο (Δικαστήριο) και την παρέπεμψε για να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία και ότι με την ως άνω κρίση του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 285 και 31 παρ.1 του ΚΠολΔ . Ο ως άνω δέκατος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τέταρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το οποίο ερευνάται η βασιμότητα του, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης α) ως προς το πρώτο εκ του αριθμού 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του είναι απαράδεκτος για το λόγο ότι η ως άνω προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης, αλλά σε σφάλμα του Δικαστηρίου αυτού που, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, δέχθηκε αα) ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην να δικάσει την από 31.10.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή του παρεμπιπτόντως ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου-τρίτου εφεσίβλητου και ήδη τετάρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και ββ) εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και παρέπεμψε την παρεμπίπτουσα αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως αρμόδιο καθύλη δικαστήριο να τη δικάσει κατά την τακτική διαδικασία, και β) ως προς το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του είναι, επίσης, απαράδεκτος, καθότι το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα της ευθείας παραβίασης των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 31 παρ.1 και 285 του ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αφορά μόνο παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β`, 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 δ` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος από 1.1.2016 του ν. 4335/2015 (άρθρο ένατο παρ. 2) και εφαρμόζονται εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής (8.2.2000) και της ένδικης έφεσης (2.10.2014), συνάγεται ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη υπό μορφή ένστασης ή αντένστασης, προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν. Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 731/2022, ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 1351/2019, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 1271/2018, ΑΠ 1389/2018). Για την παραδεκτή, όμως, προβολή κατά τα ανωτέρω των σχετικών ισχυρισμών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον έχουν κατατεθεί προτάσεις που περιέχουν έκθεση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν, αρκεί η επιγραμματική καταχώριση αυτών στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθότι στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο (ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 981/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή, μεταξύ άλλων, αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι : α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 1245/2019). Ακόμη, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 682/2022, ΑΠ 416/2022, ΑΠ 447/2020, 493/2020). Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 342 του ΑΚ ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Ο ως άνω ισχυρισμός του οφειλέτη θεμελιώνει ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο οφειλέτης να επικαλεστεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία (ΑΠ 485/2020, ΑΠ 1951/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον ενδέκατο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την εκ του άρθρου 342 του ΑΚ ένστασή του ότι δεν περιήλθε σε υπερημερία έναντι του ενάγοντος, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής του, ενώ η ένστασή του προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις προτάσεις του, χωρίς να απαιτείται η καταχώρησή της στα πρακτικά, εφόσον έγινε προφορική ανάπτυξή των προτάσεων του αυτών. Ο ως άνω ενδέκατος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, ως καθολικών διαδόχων του ενάγοντος, ως προς τους οποίους ερευνάται η βασιμότητά του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, στη διαδικασία των εργατικών διαφορών απαιτείται σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής τους από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον ΝΠΔΔ. Επομένως εφόσον ο ως άνω ισχυρισμός (ένσταση) του αναιρεσείοντος δεν προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο με συνοπτική ανάπτυξη των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και με καταχώρηση στα πρακτικά, ούτε προβλήθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από αυτό, ως εκκαλούν, με επίκληση λόγου που να δικαιολογεί τη βραδεία προβολή του, ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως απαράδεκτο, για το λόγο ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά ούτε και ενώπιον του, και κατόπιν τούτου απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως αβάσιμο. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ.1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου (ΑΠ 1105/2017). Περαιτέρω, με το άρθρο 88 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στην δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι για το παραδεκτό της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει ο προσεπικαλών να ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου υπάρχει, σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 777/2016, ΑΠ 1372/2015). Απαιτείται, δηλαδή, στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκούμενη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη, κύρια δίκη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης, με βάση τη δεύτερη έννομη σχέση, κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1105/2017). Επομένως, βάση της κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ ασκούμενης από τον εναγόμενο προσεπίκλησης και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του προσεπικαλούμενου τρίτου, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η τυχόν συνδέουσα τον προσεπικαλούντα και τον προσεπικαλούμενο ειδική έννομη σχέση, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου (προσεπικαλουμένου) να καταβάλει στον πρώτο (προσεπικαλούντα) την αποζημίωση που αξιώνει απ' αυτόν (προσεπικαλούντα) ο κυρίως ενάγων (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1105/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον δωδέκατο και τελευταίο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε την από 31.10.2020 προσεπίκλησή του ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται η έννομη σχέση μεταξύ του προσεπικαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος (ΕΒΕΑ) και του προσεπικαλουμένου και ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου (Δημοσίου). Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), της από 31.10.2000 προσεπίκλησης του προσεπικαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α.) κατά του καθού η προσεπίκληση και ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (στην οποία ενσωματώνεται η από 28.1.2000 κυρία αγωγή του ενάγοντος Γ. Γ.), αναφέρεται ότι "...ως προκύπτει και από το κείμενο της ενδίκου αγωγής ο ενάγων απελύθη, με την με αριθ. .../27.12.1999 πράξη του Προέδρου του ΔΣ του ΕΒΕΑ, του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Ελλάδος στις Βρυξέλλες, στο οποίο υπηρετούσε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, λόγω καταργήσεως του Γραφείου τούτου με το αρθρ. 10 του ν. 2741/1999, άποψη την οποία μετ'επιτάσεως το Υπουργείο Ανάπτυξης υιοθέτησε, ως συνάγεται και από τα με αριθ. .../10.11.1999, .../23.11.1999 και .../6.12.1999 έγγραφά του Τομέα Εμπορίου του άνω Υπουργείου προς το Επιμελητήριό μας. ως ασκούσης την εποπτεία Αρχής επί τούτου. Η ως άνω πράξη απολύσεώς του ενάγοντος θεμελίωσε κατ'αυτόν και την αγώγιμη αξίωσή του" και ότι "αν ενδεχομένως κριθεί ως μη νόμιμος η απόλυσις του ενάγοντος, τούτο θα έχει ως συνέπεια ότι και οι πράξεις του εποπτεύοντος το Επιμελητήριό μας Υπουργείου Ανάπτυξης, με τις οποίες τούτο μας δήλωσε ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των ΕΒΕ Ελλάδος στις Βρυξέλλες παύει να υφίσταται με την δημοσίευση του ανωτέρω νόμου (σ.σ του ν.2741/1999) και συνεπώς καταργούνται και οι θέσεις με σχέση εργασίας ιδ.δικαίου αορίστου χρόνου στερούνται νομιμότητος. Ως εκ τούτου κατ'αρθρ.105 Εισ.Ν.Α.Κ., εν περιπτώσει ήττης του Επιμελητηρίου μας, το Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση προς το Επιμελητήριό μας, συνισταμένης στο ισόποσο όσων θα υποχρεωθούμε να καταβάλλομε στο Γ.Γ., κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα ή θα αναγνωρισθεί ότι οφείλομε να του καταβάλλομε κατά το αιτητικόν της ενδίκου αγωγής". Με το πιο πάνω περιεχόμενο η ως άνω προσεπίκληση, τυγχάνει αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη, καθότι δεν προσδιορίζεται η έννομη σχέση (από το νόμο, από σύμβαση ή από αδικοπραξία) μεταξύ του προσεπικαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α.) και του προσεπικαλουμένου και ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως δικονομικού εγγυητή αυτού από την οποία πηγάζει η αξίωση αποζημίωσης του προσεπικαλούντος (σε περίπτωση ήττας του στη δίκη επί της από 28.1.2000 αγωγής) κατά του προσεπικαλουμένου, εντελώς, δε, αόριστα αναφέρει σ'αυτή (προσεπίκληση) ότι υφίσταται αξίωσή του κατ' άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την προσεπίκληση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, με την ως άνω αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον και ως εκ τούτου ο δωδέκατος και τελευταίος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τέταρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το οποίο ερευνάται η βασιμότητα του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Β) Ως προς την από 21.4.2021 αίτηση αναίρεσης Κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά, ενώ κατά το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 στοιχ. η' του ν. 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, οι διοικητικές διαφορές ουσίας που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά στην ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ. Με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το Δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ο νομοθέτης, μετά τις 11-6-1985 που τέθηκε σε ισχύ ο ν. 1486/1983, θέλησε να υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά την πρόβλεψη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας που στο πλαίσιο της δημόσιας δράσης της Διοίκησης γεννώνται από την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, η δε σχετική αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου παρέχεται τόσο στις περιπτώσεις ευθύνης του τελευταίου από εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων όσο και από υλικές ενέργειες που τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 1/2021, ΑΠ 1992/2017, ΑΠ 397/2018, ΑΠ 1415/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως, εκ του αριθμού 4 του ως άνω άρθρου, ως εκ ως εκ του αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να αποφανθεί ότι η ασκηθείσα από 31.10.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή του παρεμπιπτόντως ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α.) κατ'αυτού (αναιρεσείοντος) υπάγεται στην καθύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου και την παρέπεμψε προς εκδίκαση κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 88 του ΚΠολΔ, 105 του Εισ.ΝΑΚ, 1 παρ.1 και 2 του ν. 1406/1983 και 94 του Συντάγματος, καθότι η ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή, που στηριζόταν στη νομοθετική δράση της Διοίκησης και στη γεννώμενη από αυτή διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόταν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και όχι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και συνεπώς όφειλε να απορρίψει αυτή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και ότι τον ισχυρισμό αυτό είχε προβάλλει παραδεκτά με τις προτάσεις του τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της σωρευόμενης στην από 31.10.2000 προσεπίκληση παρεμπίπτουσας αγωγής του παρεμπιπτόντως ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ) κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δημοσίου (στην οποία ενσωματώνεται η από 28.1.2000 αγωγή του ενάγοντος Γ. Γ.) αναφέρεται ότι "...ως προκύπτει και από το κείμενο της ενδίκου αγωγής ο ενάγων απελύθη, με την με αριθ. .../27.12.1999 πράξη του Προέδρου του ΔΣ του ΕΒΕΑ, του Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Ελλάδος στις Βρυξέλλες, στο οποίο υπηρετούσε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, λόγω καταργήσεως του Γραφείου τούτου με το αρθρ. 10 του ν. 2741/1999, άποψη την οποία μετ'επιτάσεως το Υπουργείο Ανάπτυξης υιοθέτησε, ως συνάγεται και από τα με αριθ. .../10.11.1999, .../23.11.1999 και .../6.12.1999 έγγραφα του Τομέα Εμπορίου του άνω Υπουργείου προς το Επιμελητήριό μας, ως ασκούσης την εποπτεία Αρχής επί τούτου. Η ως άνω πράξη απολύσεώς του ενάγοντος θεμελίωσε κατ' αυτόν και την αγώγιμη αξίωσή του και ότι αν ενδεχομένως κριθεί ως μη νόμιμος η απόλυσις του ενάγοντος, τούτο θα έχει ως συνέπεια ότι και οι πράξεις του εποπτεύοντος το Επιμελητήριό μας Υπουργείου Ανάπτυξης, με τις οποίες τούτο μας δήλωσε ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των ΕΒΕ Ελλάδος στις Βρυξέλλες παύει να υφίσταται με την δημοσίευση του ανωτέρω νόμου (σ.σ του ν.2741/1999) και συνεπώς καταργούνται και οι θέσεις με σχέση εργασίας ιδ.δικαίου αορίστου χρόνου στερούνται νομιμότητος. Ως εκ τούτου κατ'αρθρ.105 Εισ.Ν.Α.Κ., εν περιπτώσει ήττης του Επιμελητηρίου μας, το Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση προς το Επιμελητήριό μας, συνισταμένης στο ισόποσο όσων θα υποχρεωθούμε να καταβάλλομε στο Γ.Γ., κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα ή θα αναγνωρισθεί ότι οφείλομε να του καταβάλλομε κατά το αιτητικόν της ενδίκου αγωγής". Με αυτό το ιστορικό, η άνω από 31.10.2020, σωρευόμενη με την προσεπίκληση, παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, διότι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή, η αξίωση αποζημίωσης του παρεμπιπτόντως ενάγοντος ΝΠΔΔ (Ε.Β.Ε.Α) κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου (Ελληνικού Δημοσίου) θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.ΝΑΚ και ειδικότερα στη ζημία που αυτό υφίσταται, σε περίπτωση που γίνει δεκτή σε βάρος του η από 28.1.2000 κυρία αγωγή του ενάγοντος Γ. Γ. για ακύρωση της απόλυσής του από αυτό, απόλυση που, κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτή, έγινε λόγω της διατυπωθείσας προς αυτό (παρεμπιπτόντως ενάγον ΝΠΔΔ), στα με αριθ. .../10.11.1999, .../23.11.1999 και .../6.12.1999 έγγραφα του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, θέσης ότι το Αντιπροσωπευτικό Γραφείο των ΕΒΕ Ελλάδος στις Βρυξέλλες έπαυσε να υφίσταται με την δημοσίευση του ν.2741/1999 και ότι ως εκ τούτου καταργούνται και οι θέσεις εργασίας του προσωπικού του και συνακόλουθα και η θέση εργασίας του ενάγοντος της κυρίας αγωγής, δηλαδή θεμελιώνεται σε ενέργειες υπηρεσιακού οργάνου του παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου που τελέστηκαν κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, εφόσον ασκήθηκαν στα πλαίσια της εποπτείας που ασκούσε ο ως άνω Υπουργός στο παρεμπιπτόντως ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ) και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας αυτού, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα του οργάνου αυτού, που να ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Κατόπιν τούτων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι υφίσταται ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, αφού έκρινε ότι αρμόδιο καθύλην να δικάσει την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία, στο οποίο και παρέπεμψε αυτή, απορρίπτοντας σιωπηρά τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης (που, άλλωστε, ερευνάται και αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης κατ'άρθρο 4 του ΚΠολΔ), υπέπεσε στην εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθότι όφειλε να κρίνει ότι η ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και κατόπιν τούτου να την απορρίψει λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά πρώτα, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι λόγοι του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης και ακολούθως, αν κρίνει αυτή παραδεκτή και νόμιμη, προχωρεί στην έρευνα του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης του διαδίκου που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης (ΑΠ 109/2022) όχι μόνο γενικώς ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης , αλλά και ειδικώς ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 170/2021, ΑΠ 126/2020, ΑΠ 1070/2015, ΑΠ 26/2008), θεμελιώνεται δε αυτό στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 126/2020, ΑΠ 901/2019, ΑΠ 26/2008). Εάν, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο περιστατικά, η επιβλαβής αυτή συνέπεια δεν εκλείπει ουσιαστικώς και μετά την αναίρεση της απόφασης, ο βλαπτόμενος διάδικος δεν μπορεί να θεμελιώσει έννομο συμφέρον προς άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 492/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1532/2014, ΑΠ 26/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι η από 31.10.2000 προσεπίκληση του προσεπικαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α.) που ασκήθηκε κατά αυτού (αναιρεσείοντος Δημοσίου) είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια καθότι όφειλε να απορρίψει την εναντίον του ασκηθείσα προσεπίκληση ως απαράδεκτη για το λόγο ότι αυτό (αναιρεσείον) ήταν συνεναγόμενο του προσεπικαλούντος στην συνεκδικασθείσα με την προσεπίκληση από 28.1.2000 αγωγή του ενάγοντος Γ. Γ.. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί υπό τα εκτιθέμενα, στο αναιρετήριο περιστατικά, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ως προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την από 31.10.2000 προσεπίκληση του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α.) κατά του αναιρεσείοντος (που δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά αρνήθηκε την προσεπίκληση ως μη νόμιμη και ζήτησε την απόρριψή της), καθότι αυτό δεν υφίσταται βλάβη από την αιτιολογία της απόρριψης ως απαράδεκτης της προσεπίκλησης, εφόσον με την επιδιωκόμενη με το λόγο αυτό αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επέρχεται η ίδια δικονομική συνέπεια της απόρριψης της προσεπίκλησης, επίσης, ως απαράδεκτης. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον προς άσκηση του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, α) να απορριφθεί η από 14.11.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) στη δικαστική δαπάνη αα) των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις η οποία δεν επιβάλλονται μειωμένη, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του Ν.3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 151/2020) και ββ) του τέταρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ'αριθμ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του ν. 1738/1987 , κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό και β) να γίνει δεκτή η από 21.4.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ως προς την έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων σε σχέση με τη σωρευόμενη στην από 31.10.2000 με αριθμ. καταθ. 111355/4049/3.11.2000 προσεπίκληση, παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, και δεδομένου ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή κατά το ως άνω μέρος και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή , η από 29.9.2014 με αριθμ καταθ. 6442/2.10.2014 έφεση του εκκαλούντος, να εξαφανισθεί η πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε "σιγή" την από 31.10.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή του παρεμπιπτόντως ενάγοντος ΝΠΔΔ κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου Δημοσίου και να απορριφθεί αυτή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Τέλος πρέπει α) να καταδικασθεί το παρεμπιπτόντως ενάγον-εκκαλούν ΝΠΔΔ (Ε.Β.Ε.Α), λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του παρεμπιπτόντως εναγομένου-εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου , του πρώτου βαθμού και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που αντίστοιχα υπέβαλε, (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό και β) να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ) της παρούσης αναιρετικής διαδικασίας, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (εφόσον η αίτηση αναίρεσης έγινε εν μέρει δεκτή), σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.2 εδ. β του Ν. 3693/1957 (ΑΠ 1328/2022, ΑΠ 5676/2018, ΑΠ 943/2014). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 14 Νοεμβρίου 2021 με αριθ. καταθ. 8981/1109/16.11.2021 αίτηση αναίρεσης και την από 21 Απριλίου 2021 με αριθμ. καταθ. 2330/279/22.4.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 2264/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2021 αίτηση αναίρεσης. Καταδικάζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Β.Ε.Α.), στη δικαστική δαπάνη α) των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και β) του τέταρτου αναιρεσίβλητου την οποία την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Δέχεται την από 21 Απριλίου 2021 αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί την με αριθ. 2264/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 29.9.2014 με αριθμ. καταθ. 6442/2.10.2014 έφεση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος - εκκαλούντος ΝΠΔΔ κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Δέχεται την έφεση κατ' ουσία κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Εξαφανίζει την με αριθμ. 2097/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά την από 31.10.2000 με αριθμ. καταθ. 111355/4049/3.11.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή.. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 31.10.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή. Απορρίπτει την παρεμπίπτουσα αγωγή. Καταδικάζει το παρεμπιπτόντως ενάγον-εκκαλούν ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ) στα δικαστικά έξοδα του παρεμπιπτόντως εναγομένου - τρίτου εφεσίβλητου (Ελληνικού Δημοσίου) των πρώτου και δεύτερου βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη της παρούσας αναιρετικής δίκης μεταξύ του αναιρεσείοντος (Δημοσίου) και του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (ΕΒΕΑ). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ