Αριθμός 973/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Τ. Χ. Α. Ε. Ε. Κ. Λ. Φ. Υ. Μ." και τον διακριτικό τίτλο "Μ. Τ. Α..Ε.." (πρώην Ι. G. Γ. Κ. Χ. Α.Ε.), που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., εως και 27.Α. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Υφαντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-10-2012 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων (με αριθμούς κατάθεσης 1244/2012 και 1245/2012) που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 789/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 16054/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14-2-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Με την από 14.2.2020 και με αριθ. κατάθ. … αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 16054/23.12.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 29.10.2014 και με αριθμό …2014 έφεσης, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 789/25.9.2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, με την οποία είχαν γίνει δεκτές, ως ουσιαστικά βάσιμες, οι συνεκδικασθείσες α) από 19.10.2012 και με αριθμό κατ. …2012 και β) από 19.10.2012 και με αριθμό κατ. …2012 αγωγές και υποχρεώθηκε η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ι. G. - Γ. Κ. Χ." και ήδη αναιρεσείουσα, καθολική διάδοχος αυτής, με την επωνυμία "Μ. Τ. Χ. Α. Ε. Ε. Κ. Λ. Φ. Υ. Μ. Α..Ε.." και το διακριτικό τίτλο "Μ. Τ. Α.", να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων, για (συμπληρωματικό) επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση. Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, καθότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 6.3.2020, ήτοι εντός διετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας, που έλαβε χώρα στις 23.12.2019 (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.-Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης". Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου, οι κανονιστικοί όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές Διαιτητικών Αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος. Μεταξύ των επιδομάτων που διατηρήθηκαν είναι και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξει συλλογική ρύθμιση επίδομα επικίνδυνης εργασίας, δηλαδή η πρόσθετη παροχή που έχει ως λόγο καταβολής της την παροχή εργασίας που συνεπάγεται κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του εργαζομένου. Επομένως στην έννοια του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας δεν περιλαμβάνεται και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξει συλλογική ρύθμιση επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο έχει ως αιτία καταβολής το εργασιακό περιβάλλον στο οποίο παρέχεται η εργασία, το οποίο (περιβάλλον) ειδικά για το νοσηλευτικό προσωπικό διαφοροποιείται από το κοινό εργασιακό περιβάλλον και απαιτεί από το προσωπικό την τήρηση με σχολαστικότητα των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας προκειμένου να επιτευχθεί το έργο της ίασης των νοσηλευομένων ασθενών, δεν επάγεται όμως κίνδυνο για τη ζωή ή σωματική ακεραιότητα του νοσηλευτικού προσωπικού. Του εν λόγω επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας παύει επομένως η καταβολή, μετά την πάροδο του κατά τα ανωτέρω τριμήνου, κατ' εφαρμογή της άνω διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 2 της υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή προκύπτει και από τις σχετικές διατυπώσεις, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 28 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο κεφάλαιο 4 με τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της Ανάπτυξης" παρ.4.1 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής που έχουν ενσωματωθεί ως παράρτημα V στο Ν. 4046/2012 και συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής (άρθρο 1 παρ.6 του Νόμου αυτού), όπου γίνεται λόγος για "επίδομα επικινδυνότητας" (στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο "hazardous") και "επίδομα βαρέων επαγγελμάτων" (στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο "hazardous professions"). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή ότι στο νόμο δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ επιδόματος επικίνδυνης και επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 III α και 2 του Ν. 754/1978 "Περί ρυθμίσεως των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και στρατιωτικών, των υπαλλήλων ΝΠΔΔ, ως και άλλων τινών συναφών διατάξεων" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 Α περ. α και 2 παρ. 1 κεφ. IV περ. α εδάφια αα.και γγ και β εδάφιο ββ του Π.Δ/τος 904/1978 (ΦΕΚ Α 217), με τις οποίες διατηρήθηκε σε ισχύ το επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ή άλλων Υπουργείων και συγκεκριμένα σε ακτινολόγους και ακτινοθεραπευτές ιατρούς, εμφανιστές χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων και αδελφές νοσοκόμους που απασχολούνται σε κέντρα ή σταθμούς αιμοδοσίας, του άρθρου 4 του Ν. 1031/1982 "Περί του υπηρετούντος νοσηλευτικού και παραϊατρικού προσωπικού εις υπηρεσίας Αιμοδοσίας Νοσηλευτικών ιδρυμάτων ΝΔ 2592/1953", με το οποίο χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" σε όλο το προσωπικό που απασχολείται στα εν λόγω κέντρα και σταθμούς, των άρθρων 40, 41 παρ. 1 και 2 και 43 του Ν. 1193/1981 "Περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας και ρυθμίσεων συναφών θεμάτων", με τις δύο πρώτες των οποίων χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" στους παρασκευαστές των αμιγών μικροβιολογικών εργαστηρίων και του ΚΕΕΦ (άρθ. 40), στο πάσης φύσεως μόνιμο νοσηλευτικό προσωπικό και τους φυσικοθεραπευτές που απασχολούνται σε σανατόρια και φυματιολογικές κλινικές ή διαγνωστικά κέντρα, νοσοκομεία λοιμωδών νοσημάτων και αιμοδυναμικά εργαστήρια (εδάφιο ββ της περ. α του κεφ. IV της παρ. 1 του άρθ. 2 του ως άνω 904/1078 Π. Δ/τος) και στους χημικούς, βιοχημικούς, φυσικούς και χημικούς - μηχανικούς των εργαστηρίων βιοχημείας και ιστοχημείας (άρθ. Α' παρ. 1 και 2 αντιστοίχως) και με τη τρίτη των οποίων χορηγήθηκε επίδομα "ανθυγιεινής εργασίας" στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμους και τις μαίες των κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, του άρθρου 14 παρ.1 και 2 του Ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (στις διατάξεις του οποίου υπάγονται κατά το άρθρο 1 αυτού οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ και το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό των ΟΤΑ), με την οποία ορίσθηκε ότι τα επιδόματα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπονται από τις διατάξεις του Π. Δ/τος 904/1978 και 2 του Ν. 1160/1981 (η τελευταία αφορούσε τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και στο προσωπικό των ΑΕΙ που απασχολείται αποκλειστικά σε αντίστοιχα εργαστήρια ή κλινικές των ανωτέρω εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή σε εργαστήρια ιατροδικαστικής και τοξικολογίας ή περιγραφικής ανατομικής και στους επόπτες δημόσιας υγείας του κλάδου ΑΡ 6 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών) εξακολουθούν να καταβάλλονται με τις ίδιες προϋποθέσεις και στα ποσά που είχαν διαμορφωθεί κατά τη δημοσίευση του Νόμου αυτού, ακόμη και στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος δεν απασχολείται στο αντικείμενο ή σε χώρο που κατά τις οικείες διατάξεις δικαιολογεί την καταβολή του, και των παραγράφων 1 περ. Α υποπ. α και 2 περ. α της υπ' αριθ. οικ2/16519/ 0022/24.2.2012 Κοινής Υπουργικής Απόφασης "Καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ.1 του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011" (ΦΕΚ Β 465), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού και προέβλεψε τη χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" ύψους 150 ευρώ μηνιαίως στους μόνιμους, δόκιμους και με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού με ειδικότητα, μεταξύ άλλων, προσωπικού νοσηλευτικής υπηρεσίας, απασχολουμένου σε Νοσοκομεία, Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, ΕΚΑΒ, Κέντρα Υγείας και σε ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και αγροτικά ιατρεία που υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία. Και τούτο διότι οι ανωτέρω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής στις συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού του στενού δημόσιου τομέα (Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ) στους οποίους χορηγούν το χαρακτηριζόμενο από αυτές ως "επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" και κατά συνέπεια δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής, ούτε και αναλόγως, επί του νοσηλευτικού προσωπικού του απασχολουμένου σε ιδιωτικές κλινικές. Επί του νοσηλευτικού προσωπικού που απασχολείται σε ιδιωτικές κλινικές και κατά τη διάρκεια του σταδίου της μετενέργειας, αντιθέτως, εφαρμόζονται οι σχετικές ρυθμίσεις των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ.4 της υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. μετά τη λήξη της μετενέργειας, με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων ρυθμίσεων της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα, με τις διατάξεις της από 17.5.2005 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Ιδιωτικών Κλινικών όλης της χώρας (πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 53/25.5.2005) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 12969/7.10.2005 Απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 1415), της οποίας οι διατάξεις - ρυθμίσεις διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 5 παρ.2 από 22.6.2009 όμοιας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 39/13.7.2009) και στη συνέχεια με το άρθρο 2 του κεφαλαίου Δ της υπ' αριθμό 20/2011 όμοιας Διαιτητικής Απόφασης (πρ. κατάθ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφάλισης 12/22.11.2011), γίνεται σαφής διαφοροποίηση μεταξύ επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που χορηγείται σε πολλές κατηγορίες προσωπικού (ακόμη και σε περιπτώσεις που οι συνθήκες εργασίας δεν το δικαιολογούν ή το δικαιολογούν οριακά) και επιδόματος επικίνδυνης εργασίας, που χορηγείται σπανιότερα και για συγκεκριμένες ειδικότητες εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές. Ειδικότερα, η χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας με βάση τις οικείες ρυθμίσεις της πρώτης, από τις πιο πάνω, συλλογικής σύμβασης εργασίας, προβλέπεται για όλες σχεδόν τις ειδικότητες ιατρικού προσωπικού [άρθ. 3 κεφ. I (ΙΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) παρ 2 εδ. ια], για το νοσηλευτικό προσωπικό [άρθ. 3 κεφ. II (ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) παρ 2 εδ. β5], για τους φυσιοθεραπευτές (άρθ. 3 κεφ. IV (ΠΑΡΑΪΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) περ. Α παρ 2.5], για τους αρχιμαγείρους, μαγείρους και βοηθούς αυτών, ως και για τους λατζέρηδες, ράπτες, κουρείς και ταξινόμους [άρθ. 3 κεφ. VI περ. Α, Β, Γ, Δ παρ 2.2], για τους θυρωρούς, κλητήρες, οδηγούς ανελκυστήρων, φύλακες, νυκτοφύλακες, για τους καθαριστές, τραπεζοκόμους, θαλαμηπόλους, πλύντες, σιδερώτριες, κλιβανιστές, αποστειρωτές [άρθ. 3 κεφ. VI περ. Ε, ΣΤ παρ 2.2), για τους τεχνίτες υδραυλικούς και εργαζομένους στα καλοριφέρ, για τους ξυλουργούς συντηρητές και για τους εργατοτεχνίτες οικοδόμους και βοηθούς αυτών [άρθ. 3 κεφ. VI περ. Ζ, παρ. 2,2, περ. Η παρ 2.4 και περ. Θ παρ. 2.2). Αντιθέτως, η χορήγηση του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας με βάση τις οικείες ρυθμίσεις της εν λόγω συλλογικής σύμβασης εργασίας προβλέπεται μόνο για τους συντηρητές ιατρικών μηχανημάτων που απασχολούνται με τη συντήρηση μηχανημάτων σε τμήματα ακτινοθεραπείας (κοβάλτιο) ή τμήματα πυρηνικής ιατρικής (γ - κάμερα) [άρθ. 3 κεφ. Ill (ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ) περ. I παρ 2 εδ. τελ.]. Επίσης προβλέπεται η χορήγηση χωριστού επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και χωριστού επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στους χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων [άρθ. 3 κεφ. IV (ΠΑΡΑΪΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) περ. Α παρ 2.3 και 2.4], ως και η χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" (ένα επίδομα) στους παρασκευαστές και βοηθούς εργαστηρίων που απασχολούνται σε εργαστήρια ισοτόπων, μικροβιολογίας, κυτταρολογίας, αιματολογίας, αιμοδοσίας, ενδοκρινολογίας, μονάδων τεχνητού νεφρού και στους χειριστές ηλεκτροεγκεφαλογραφικών μηχανημάτων, αξονικών και μαγνητικών τομογράφων και ακτινοθεραπευτικών μηχανημάτων [άρθ. 3 κεφ. IV περ. Γ παρ 2.4], στους παρασκευαστές και βοηθούς τμημάτων βιοχημείας και ιστοχημείας παθολογοανατομικών εργαστηρίων [άρθ. 3 κεφ. IV περ. Γα παρ 2.4], στους βιοχημικούς, βιολόγους και κλινικούς χημικούς [άρθ. 3 κεφ. IV περ. Δ παρ 2.5] και στους οδηγούς ασθενοφόρων [άρθ. 3 κεφ. V (ΟΔΗΓΟΙ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΩΝ) παρ 2.5], Επομένως, με βάση τις ανωτέρω ρυθμίσεις η καταβολή του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας είτε αυτοτελώς, είτε ως επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας προβλέπεται για ειδικότητες εργαζομένων σε ιδιωτικές κλινικές, των οποίων η εργασία επάγεται κινδύνους για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα αυτών (ΑΠ 507/2017). 3.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, που αποτελεί αντιγραφή του λόγου του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το ν. 5335/2015 και εφαρμόζεται στις αναιρέσεις που ασκούνται μετά την 1.1.2016 "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: . . .6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 607/2016). 4.-Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ". . . Η εκκαλούσα υπέγραψε την από 28.6.2012 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ του Συνδέσμου Ελληνικών Κλινικών με έδρα την Αθήνα και της Ομοσπονδίας Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας (ΟΣΝΙΕ) (πράξη κατάθ. Υπ. Εργ. 7/2.7.2012), που προβλέπει τη χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" και στους νοσηλευτές. Ότι οι εφεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την εκκαλούσα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθούν σε αυτήν ως Παρασκευαστές στο Παθολογοοανατομικό και στο Κυτταρολογικό Τμήμα, αλλά και ως παρασκευαστές στα κεντρικά εργαστήρια. Ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των ιδιωτικών κλινικών όλης της χώρας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 2007 μέχρι τέλη του 2012, διεπόταν από την κλαδική σ.σ.ε. της ΟΣΝΙΕ και ειδικότερα εφαρμοστέες ήταν η από 30/09/2008 ΣΣΕ της ΟΣΝΙΕ (κήρυξη υποχρεωτικής: ΥΑ 16116/05.01.2009 - ΦΕΚ 8106/27.01.2009) και η υπ' αριθμόν 36/2009 ΔΑ (κήρυξη υποχρεωτικής: ΥΑ 408/66/11.01.2010 - ΦΕΚ Β 56/26.01.2010). Περαιτέρω το έτος 2008 υπεγράφη μεταξύ της ΟΣΝΙΕ και εργοδοτικών οργανώσεων κωδικοποίηση όλων των συμβάσεων, που είχαν υπογραφεί από την προηγούμενη κωδικοποίηση του 2005 έως την υπογραφή της ΣΣΕ του 2008. Η εν λόγω ΣΣΕ προέβλεπε τόσο στην κωδικοποίηση του 2005 όσο και στην κωδικοποίηση του 2008 ότι: "στους παρασκευαστές και βοηθούς εργαστηρίων, που εργάζονται σε μικτά εργαστήρια και απασχολούνται με εντολή του εργοδότη τους, ή σε εξετάσεις μικροβιολογικές, παθολογοανατομίας κλπ. ή σε εξετάσεις βιοχημείας, ιστοχημείας, παθολογοανατομικών εργαστηρίων, χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, σε ποσοστό 50%, όπως ήδη χορηγείται στους εργαζομένους στα αμιγή εργαστήρια βιοχημείας και ιστοχημείας". Η επικινδυνότητα δε της κυτταρολογίας έγκειται στο γεγονός ότι στις κυπαρολογικές εξετάσεις χρησιμοποιούνται αντιδραστήρια, χαρακτηριστικά για την τοξικότητά τους, ενώ της παθολογοανατομίας, στο ότι οι εργαζόμενοι έχουν να κάνουν με βιοπτικά υλικά και την ανοσοϊστοχημεία, ήτοι μονοκλωνικά αντισώματα ενωμένα με διάφορες ουσίες. Ότι στα κεντρικά εργαστήρια διενεργούνται μικροβιολογικές και βιοχημικές εξετάσεις, αλλά και ανοσολογικές, ουροχημικές, αιματολογικές, ορμονολογικές κλπ., με αποτέλεσμα οι εφεσίβλητοι να πληρούν τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις προκειμένου να λαμβάνουν το επίδομα επικινδυνότητας σε ποσοστό 50% και όχι σε 25%, που τους καταβάλλεται από την εκκαλούσα. Συνεπώς, κρίνοντας κατά τα ως άνω και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως διαλαμβάνεται στην εκκαλουμένη απόφαση, ορθά εφάρμοσε το νόμο και αξιολόγησε τις αποδείξεις και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις αγωγές των εφεσιβλήτων, οι δε σχετικοί λόγοι έφεσης θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. . .". Με βάση τα ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε την έφεση στην ουσία. 5.-Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες α) της ευθείας παραβίασης της έχουσας ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγμ. σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του ν. 1876/1990), από 30.9.2008 ΣΣΕ της ΟΣΝΙΕ και ειδικότερα του κανονιστικού όρου 2.6 αυτής (πρώτος λόγος αναίρεσης) και β) της εκ πλαγίου παραβίασης του ανωτέρω κανονιστικού όρου, λόγω ανεπάρκειας αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα της απασχόλησης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε μεικτό εργαστήριο στο οποίο διενεργούνται εξετάσεις παθολογοανατομίας (δεύτερος λόγος αναίρεσης). Αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι για τους ακόλουθους λόγους: O πρώτος από αυτούς, γιατί σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη στο κεφάλαιο 2 της παρούσας, ως προς τους πρώτους οκτώ των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αυτοί απασχολούνταν στο παθολογοανατομικό και κυτταρολογικό τμήμα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, στα οποία διενεργούνταν βιοχημικές και ιστοχημικές εξετάσεις και συνεπώς δικαιούνται με βάση τον κανονιστικό όρο 2.6 της από 30.9.2008 ΣΣΕ της ΟΣΝΙΕ, το εν λόγω επίδομα σε ποσοστό 50% επί του βασικού μισθού. Ως προς τους λοιπούς ενάγοντες (9η έως και 27η) και ήδη αναιρεσίβλητους, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της, ότι αυτοί εργάζονταν στα Κεντρικά εργαστήρια της εναγομένης, όπου συνιστούν μικτά εργαστήρια, καθώς σε αυτά διενεργούνται όλες οι διαγνωστικές εξετάσεις και δη ιατρικής βιοχημείας, κλινικής μικροβιολογίας, ανοσολογικές, ουροχημικές, εργαστηριακής αιματολογίας και ορμολογικές και συνεπώς δικαιούνται και αυτοί, με βάση τον κανονιστικό όρο 2.6 της από 30.9.2008 ΣΣΕ της ΟΣΝΙΕ, το εν λόγω επίδομα σε ποσοστό 50% επί του βασικού μισθού. Ορθά, λοιπόν, η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε την από 30.9.2008 ΣΣΕ της ΟΣΝΙΕ, η οποία για τους απασχολούμενος στο Παθολογοανατομικό - Κυτταρολογικό Εργαστήριο "άρθρο 3, κεφ. ΙΙΙ ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ, στ. Δα Παρασκευαστές και βοηθοί τμημάτων βιοχημείας και ιστοχημείας παθολογοανατομικών εργαστηρίων", όριζε ότι σε αυτούς χορηγείται "επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 50%", ενώ αντιστοίχως για τους απασχολούμενους στα Κεντρικά Εργαστήρια προέβλεπε στην "παρ. 2 Επιδόματα, υποπαρ. 2.6 α) ότι στους παρασκευαστές και βοηθούς εργαστηρίων, που εργάζονται σε μικτά εργαστήρια και ασχολούνται με εντολή του εργοδότη τους, ή σε εξετάσεις μικροβιολογικές, παθολογοανατομίας κλπ ή σε εξετάσεις βιοχημείας, ιστοχημείας παθολογοανατομικών εργαστηρίων, χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, σε ποσοστό 50%, όπως ήδη χορηγείται στους εργαζόμενους στα αμιγή εργαστήρια βιοχημείας και ιστοχημείας" και οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες. Ο δεύτερος από αυτούς (λόγος αναίρεσης) γιατί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με επαρκείς αιτιολογίες οδηγήθηκε στην κρίση ότι τα Κεντρικά Εργαστήρια της εναγομένης, στα οποία εργάζονταν η 9η έως και 27η των εναγουσών, αποτελούν μικτά εργαστήρια και ότι σε αυτά τα μικτά εργαστήρια, εκτός των άλλων εξετάσεων που διενεργούνται, γίνονται και κάποιες ειδικά προβλεπόμενες εξετάσεις, μεταξύ των οποίων και οι μικροβιολογικές ή οι παθολογοανατομίας ή οι εξετάσεις βιοχημείας ή ιστολογίας παθολογοανατομικών εργαστηρίων. Τα αντίθετα παράπονα της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση "δεν έχει διαλάβει στο σκεπτικό ότι οι αντίδικοι απασχολήθηκαν πράγματι σε μεικτό εργαστήριο στο οποίο διενεργούνται εξετάσεις παθολογοανατομίας", είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. 6.-Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου [...]. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος [...], 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 394/2021, ΑΠ 608/2015, ΑΠ 91/2015), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 394/2021, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αρ. 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018). Εξάλλου, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα. Με βάση τη διάκριση αυτή επί αποφάσεων Εφετείου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο (ΟλΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγους (ΑΠ 59/2019). Επί αποφάσεων Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, δεν ελέγχεται η ποσοτική αοριστία, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017). 7.-Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά την εκτίμηση του δικογράφου αυτής, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας, που πρόβαλε νομότυπα πρωτοδίκως και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σχετικό λόγο της έφεσής της, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, αφού στο οικείο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο οι ενάγοντες δεν εκθέτουν με σαφήνεια το είδος των καθηκόντων που ασκούσαν αυτοί, ούτε τις συνθήκες εργασίας τους, που θα δικαιολογούσε την εφαρμογή του επικαλούμενου κανόνα δικαίου ώστε να κριθούν ως δικαιούχοι του αυξημένου επιδόματος. Η αιτίαση αυτή συνιστά ποσοτική αοριστία της αγωγής, καθόσον δεν αφορά στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση της αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων για καταβολή του αυξημένου επιδόματος, αλλά ανάγονται στην έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που αναφέρονται σ' αυτή (αγωγή) και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης ως προς τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως εκτέθηκε στην πιο πάνω νομική σκέψη, από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, (όπως στην προκείμενη περίπτωση), επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο αντίστοιχος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος. 8.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.2.2020 και με αριθμό κατάθ. …6.3.2020 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 16.054/23.12.2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800)ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ