Αριθμός 68/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Γ. του Χ., δικηγόρου, κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Του αναιρεσίβλητου: Μ. Π. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σοφιανό. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαρτίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1247/2001 μη οριστική, 5864/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4703/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 261 παρ.1 Α.Κ., 215 παρ.1 και 221 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής επιφέρει διακοπή της παραγραφής, αφού αυτή είναι αποτέλεσμα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχεται με την έγερση της αγωγής, και επομένως για να επέλθει το αποτέλεσμα απαιτείται η εγκυρότητα της επίδοσης και του επιδιδομένου στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ. κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγουμένη αγωγή, εφόσον η αγωγή επιδόθηκε εγκύρως. Ωστόσο, ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, εξ αιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για τον δικαιούχο της εξ αδικοπραξίας απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι είναι οι, κατ` άρθρο 255 Α.Κ., λόγοι αναστολής της παραγραφής από δικαιοστάσιο ή ανωτέρα βία, των οποίων κοινό χαρακτηριστικό είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστού να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, μέσε στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 257 του ΑΚ, το χρονικό διάστημα της αναστολής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής, ενώ όταν λήξει ο διακωλυτικός της ασκήσεως της αξιώσεως λόγος, η προθεσμία συνεχίζεται αλλά δεν λήγει πριν περάσουν έξι μήνες ή όταν είναι μικρότερης διάρκειας, όταν παρέλθει η μικρότερη αυτή προθεσμία. Εάν, όμως, κατά την διάρκεια της τελευταίας προθεσμίας ανακύψει νέος λόγος αναστολής, η παραγραφή συνεχίζεται και πάλι μετά την παύση της νέας αναστολής και συμπληρώνεται μόλις παρέλθει η τελευταία προθεσμία. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανωτέρας βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής, συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που προτείνεται από το εναγόμενο, και ερείδεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 255 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δε εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως, κατά δε κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Αρχικώς ο ενάγων άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 5-9-1994 αγωγή του κατά, εκτός του νυν εναγομένου, των Δ. Α. και Π. Α., με την οποία ζητούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από προσβολή της προσωπικότητας του και αδικοπραξία εις βάρος του. Οι παρά του τρίτου εναγομένου φερόμενες αξιόποινες πράξεις φέρεται ότι συνέβησαν στις 12-10-1989 και 22-1-1990. Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στον τότε τρίτο εναγόμενο στις 9-9-1994 (βλ. υπ' αριθμ. … /9-9-94 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …) και τελικά αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη, δηλαδή για τυπικό λόγο με την υπ' αριθμ.8359/30-9-1998 απόφαση του Εφετείου αυτού. Μετά ο ενάγων άσκησε κατά των παραπάνω εναγομένων με την ίδια ιστορική και νομική αιτία την κρινόμενη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον νυν εναγόμενο (τρίτο) την 1-4-1999, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ…/1-4-1999 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για τον εν λόγω διάδικο, κάτοικο …, οδός … αρ... Με την υπ' αριθμ. 1247/2002 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κατέστη αμετάκλητος, κρίθηκε άκυρη η διαδικαστική πράξη της επίδοσης αυτής, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου, ο οποίος υποστήριξε ότι δεν έλαβε γνώση του δικογράφου επειδή ήταν κάτοικος … και όχι … (άρθρα 159 και 161 Κ.Πολ.Δ.) και ακολούθως διατάχθηκε η με την επιμέλεια του ενάγοντος νέα επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημεροχρονολογία κατάθεσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση της ιδίας αγωγής. Πράγματι η διαταχθείσα αυτή νέα επίδοση έλαβε χώρα στις 26-6-2002 (βλ. την υπ' ' αριθμ…/26-6-2002 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …). Κατόπιν αυτών, η ασκηθείσα με την κρινόμενη αγωγή αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου το πρώτον στις 26-6-2002, δεν θεωρείται ότι διακόπηκε με την άσκηση της πρώτης αγωγής στις 9-9-1994 διότι η επίδοση της δεύτερης ορισμένης αγωγής την 1-4-1999 (την τελευταία ημέρα του εξαμήνου) κρίθηκε άκυρη δεσμευτικώς για το παρόν δικαστήριο, με δύναμη δεδικασμένου από την υπ' αρ. 1247/2002 αμετάκλητη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με συνέπεια να μην επιφέρει τα διακοπτικά αποτελέσματα της ως διαδικαστική πράξη. Συνεπώς, από την εκδήλωση του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή την γένεση της ένδικης αξίωσης, η οποία ανατρέχει στα έτη 1989-1990 μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στις 26-6-2002 με την οποία (αγωγή) ζητείται η επιδίκαση της αξίωσης αυτής, πέρασε πενταετία μετά την οποία η αξίωση υπέκυψε στην παραγραφή. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε την αγωγική αξίωση ως παραγεγραμμένη και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεν έσφαλε, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις.....". Επί τη βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει, μετ' αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937, 261 και 263 AΚ, περαιτέρω δε το δικαστήριο αυτό της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα. Ουδόλως δε το Εφετείο περαιτέρω παραβίασε το εκ της ως άνω και υπ' αριθ. 1247/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρέον δεδικασμένο και της δεσμευτικότητας της αναγνωριζομένης στην απόφαση ως επελθούσης κατά τα ανωτέρω έννομης συνέπειας. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως, οι οποίοι, όπως εκτιμάται, στηρίζονται στους αριθ. 1, 19 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι απορριπτέοι. Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφόσον η παραγραφή είχε συμπληρωθεί οπωσδήποτε στις 16.3.2000, ήτοι κατά τον χρόνο της συζητήσεως της υπό κρίση αγωγής, μετά τη συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα 1247/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν τίθεται ζήτημα αναστολής της παραγραφής κατά το χρονικό που μεσολάβησε από τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής (16.3.2000) και μέχρι τη δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως (15.2.2002), και επομένως οι διαλαμβανόμενες διάσπαρτα στην αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, από τον αριθ 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παράβαση του άρθρου 255 παρ.1 του Α.Κ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατ' ακολουθίαν απορριπτέος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, είναι και ο τρίτος, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου από το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία, της εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος) υποβληθείσας αντενστάσεως αναστολής της παραγραφής, λόγω της βραδείας προβολής της ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12.7.2011 αίτηση του Σ. Γ., για την αναίρεση της 4073/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2012.Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ