ΑΡΙΘΜΟΣ 570/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 489/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και με πολιτικώς ενάγοντα τον .... Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 94/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 270/5-6-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το 948/2005 βούλευμα, παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου τον ..., για να δικαστεί ως υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαίρεσης σε βάρος του.... ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο η 110/30-9-2005 έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το 489/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, που επικύρωσε το παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα. ΙΙΙ. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμό 38/15-12-2005 αίτηση αναίρεσης, στην οποία επικαλείται ως λόγο αναίρεσης, την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, λόγω ασάφειας ως προς τις αποδείξεις, που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο, για να καταλήξει στην κρίση του. Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως και στρέφεται κατά βουλεύματος, που μπορεί να προσβληθεί, με αναίρεση από τον κατηγορούμενο (άρθρ. 462, 463, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1α΄, σε συνδ. με 484 παρ. 1δ΄ ΚΠΔ). IV. Γίνεται δεκτό από τη νομολογία του Δικαστηρίου σας ότι προκειμένου η απόφαση ή το βούλευμα να έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θα πρέπει ως προς την έκθεση των αποδείξεων, να προκύπτει ότι το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (βλ. μεταξύ πολλών ΑΠ 117/2006). V. Στην προκειμένη περίπτωση από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι αυτό εκδόθηκε με ολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία κατά την έκθεση των αποδείξεων αναφέρονται τα εξής: "Από το αποδεικτικο υλικό της διενεργηθείσας κυρίας ανακρίσεως και ειδικότερα τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν, τα εισκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και με την απολογία και το υπόμνημα που υπέβαλε ο εκκαλών κατηγορούμενος κατά την άσκηση της κρινομένης εφέσεώς του, προέκυψαν τα εξής περιστατικά.....". Όμως από την επισκόπηση του αποδεικτικού υλικού, που παραδεκτώς γίνεται, για να κριθεί η βασιμότητα ή μη του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι πλην των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων, στη δικογραφία υπάρχει η από 22-11-2004 "ανωμοτί" εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος ..., ενώπιον της Ανακρίτριας Β΄ Τμήματος Πειραιά, ενώ περαιτέρω δεν προκύπτει η ύπαρξη "υπομνήματος" που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο κατά την άσκηση της εφέσεώς του. Βασίμως λοιπόν παραπονείται δια του σχετικού λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, ότι από την παραπάνω έκθεση των αποδείξεων, ανακύπτει ασάφεια το μεν ως προς το αν λήφθηκε υπόψη από το Συμβούλιο η παραπάνω "ανωμοτί κατάθεση" του πολιτικώς ενάγοντος, το δε ότι φέρεται να λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, που στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. IV. Πρέπει συνεπώς η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τον μοναδικό λόγο αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 δ΄ ΚΠΔ), να αναιρεθεί το παραπάνω βούλευμα και να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα απαρτισθεί από άλλους δικαστές. Για τους λόγους αυτούςΠ ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να γίνει δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η 38/15-12-2005 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ... κατά του 489/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. ΙΙ.Να εξαφανιστεί το βούλευμα αυτό ως προς όλες τις διατάξεις του και ΙΙΙ. Να παραπεμφθεί υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 8-5-2006-05 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.Με το προσβαλλόμενο με αριθμό 489/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς απορρίφθηκε η με αριθμ.110/30-9-2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και επικυρώθηκε το πρωτόδικο με αριθμ. 948/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του Τριμελούς Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς για να δικαστεί για το κακούργημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας άνω των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ίδιου Κώδικα , όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ΄αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθέν χωριστά. Απαιτείται, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ'αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με τη οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσβαλλόμενο ως άνω με αριθμ. 489/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς προκύπτει ότι αυτό εκδόθηκε με επιτρεπτή ολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, στην οποία κατά την έκθεση των αποδείξεων αναφέρονται τα εξής: "Από το αποδεικτικό υλικό της διενεργηθείσας κυρίας ανακρίσεως και ειδικότερα τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν, τα εισκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και με την απολογία και το υπόμνημα που υπέβαλε ο εκκαλών κατηγορούμενος κατά την άσκηση της κρινομένης εφέσεώς του, προέκυψαν τα εξής περιστατικά...". Από την επισκόπηση του αποδεικτικού υλικού που παραδεκτώς γίνεται για να κριθεί η βασιμότητα ή μη του λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι στη δικογραφία υπάρχουν, εκτός των εγγράφων, και η από΄15-11-2004 ένορκη εξέταση του μοναδικού μάρτυρα ... ενώπιον της Ανακρίτριας Β' τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, τον οποίο πρότεινε με τη μήνυσή του ο πολιτικώς ενάγων και η από 22-11-2004 "ανωμοτί" εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος ... ενώπιον της ίδιας πιο πάνω Ανακρίτριας καθώς και το από 26-1-2005 υπόμνημα του κατηγορουμένου που υπέβαλε αυτός κατά την απολογία του ενώπιον της ίδιας πιο πάνω Ανακρίτριας. Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω, το γεγονός ότι ενώ μία ήταν η ένορκη μαρτυρική κατάθεση, στην εισαγγελική πρόταση χρησιμοποιείται πληθυντικός και αναφέρεται η φράση "τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν" και το όλο περιεχόμενο της Εισαγγελικής προτάσεως, την οποία υιοθέτησε εξολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, όπου διαλαμβάνονται και τα περιστατικά της καταθέσεως του ως άνω πολιτικώς ενάγοντος, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το ως αν Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, η δε αναφορά ότι λήφθηκε υπόψη και υπόμνημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά την άσκηση της κρινόμενης εφέσεώς του ενώ τέτοιο δεν υποβλήθηκε κατ΄αυτήν αλλά, όπως προαναφέρθηκε, είχε υποβληθεί μόνο κατά την απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον της προαναφερόμενης Ανακρίτριας, οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η αντίθετη πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. κατ΄ακολουθίαν πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση του κατηγορουμένου ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ. 489/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2006. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ