Αριθμός 610/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου Αρτέμιδος Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Ανδρουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Cyprus Popular Bank Public Co Ltd" (πρώην "Marfin Popular Bank Public Co Ltd", πρώην "Marfin Εγνατία Τράπεζα ΑΕ"), που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρίας με την επωνυμία "PIREUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" ("ALPHA BANK AE"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 15-12-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η, 2η και 3η δεν παραστάθηκαν. Των προσθέτως παρεμβαινουσών: 1) Εταιρίας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ" (πρώην "Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης εκπροσώπου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "SUNRISE I NPL Finance Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρίας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης διαχειρίστριας και εκπροσώπου των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "SUNRISE IΙ NPL Finance Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σταμαδιάνο με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας και συνεκδικάστηκε με τις προφορικώς ασκηθείσες στο ακροατήριο κύριες παρεμβάσεις της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "DINERS CLUB OF GREECE SA", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2014 εν μέρει οριστική και 462/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-6-2021 αίτησή του, οι δε προσθέτως παρεμβαίνουσες με τα από 1-12-2022 (αριθμ. 70/2022 και 71/2022) δικόγραφά τους ζητούν τα εις αυτά αναφερόμενα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων, η 4η των αναιρεσιβλήτων και οι προσθέτως παρεμβαίνουσες όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση, από 3-6-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 48174/95/2021), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλει την με αριθμ. 151/2021 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και της δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "ALPHA BANK AE" και "EUROBANK ERGASIAS AE", αντίστοιχα και ήδη τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων. Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ανωτέρω εκκαλούσα και δεύτερη και τρίτη των εφεσιβλήτων εταιριών, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β` περ. β` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην: α) της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" και β) των δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "ALPHA BANK AE" και "EUROBANK ERGASIAS AE", αντίστοιχα, οι οποίες (δεύτερη και τρίτη) σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 3η σελίδα αυτής), είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη δικάσιμο της 5-6-2020 ενώπιον, του ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση της εκκαλούσας και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρισε σαν να ήταν και αυτές (απολειπόμενες) παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επομένως, ως προς τις ανωτέρω ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες (εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση της εκκαλούσας), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς την ανωτέρω τρίτη των αναιρεσιβλήτων και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ`ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α` και 215 παρ. 1 εδ. α`του ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους δηλ. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας. Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 του ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1736/2017). Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1260/2019, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Λόγω δε της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1230/2008, ΑΠ 1145/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης"(ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019). Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρίας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρίες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ`του ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών - καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιριών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος(Ολ.ΑΠ 1/2023). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η εδρεύουσα στην Αθήνα (οδός Λ. Μεσογείων 109-111), ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Α.Α.Δ.Π.", όπως μετονομάστηκε η εταιρία με την επωνυμία "Alternative Financial Solutions Mονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2-12-2022 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στον αναιρεσείοντα και τις αναιρεσίβλητες (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα με αριθμ. 11055Δ'/12-12-2022, 10546Β'/9-12-2022, 10549Β'/9-12-2022, 3475Ε'/9-12-2022 και 3445Ε'/9-12-2022 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στη Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Παναγιώτας Αρβανίτη η πρώτη, Διονύσιου Σταθόπουλου η δεύτερη και τρίτη και Χαρίκλειας Σταθόπουλου οι λοιπές), άσκησε, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία 1. "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", ατομικά και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Cyprus Popular Bank Public Co Ltd", που εδρεύει στη Λευκωσία (πρώην Marfin Popular Bank Co Ltd) και 2. "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Α.Α.Δ.Π.", υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων με δικαιούχο την εδρεύουσα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρία με την επωνυμία "PIREUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της ως άνω εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "SUNRISE I NPL Fimance Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 του ΚΠολΔ), ζήτησε, ως ειδική διάδοχος της ως άνω τραπεζικής εταιρίας, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του καθού η παρέμβαση. Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρίας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/16-9-2019 (τόμος 10, αριθμ. 271), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "SUNRISE I NPL Fimance Designated Activity Company" ανώνυμη εταιρία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα την Ιρλανδία, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία, δυνάμει της από 11-6-2021 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσα σε περίληψη με αριθμ. πρωτ. 290/29-7-2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος 12, αριθμ. 280). Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις των υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τραπεζών, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε η πρώτη από αυτές με τον αναιρεσείοντα. Ομοίως, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Α.Α.Δ.Π.", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2-12-2022 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στον αναιρεσείοντα και τις αναιρεσίβλητες (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα με αριθμ. 11056Δ'/12-12-2022, 10550Β'/9-12-2022, 10518Β'/9-12-2022, 3476Ε'/9-12-2022 και 3446Ε'/9-12-2022 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στη Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Παναγιώτας Αρβανίτη η πρώτη, Διονύσιου Σταθόπουλου η δεύτερη και τρίτη και Χαρίκλειας Σταθόπουλου οι λοιπές), άσκησε, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία 1. "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", ατομικά και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Cyprus Popular Bank Public Co Ltd", που εδρεύει στη Λευκωσία (πρώην Marfin Popular Bank Co Ltd) και 2. "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Α.Α.Δ.Π.", υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων με δικαιούχο την εδρεύουσα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρία με την επωνυμία "PIREUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της ως άνω εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "SUNRISE I NPL Fimance Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 του ΚΠολΔ), ζήτησε, ως ειδική διάδοχος της ως άνω τραπεζικής εταιρίας, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του καθού η παρέμβαση. Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρίας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν . 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/16-9-2019 (τόμος 10, αριθμ. 272), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "SUNRISE I NPL Fimance Designated Activity Company" ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα την Ιρλανδία, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της από 5-11-2021 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσα σε περίληψη με αριθμ. πρωτ. …/8-11-2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος 13, αριθμ. 87). Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων και οι απαιτήσεις των υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τραπεζών, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε η πρώτη από αυτές με τον αναιρεσείοντα. Επομένως, οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις, οι οποίες, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχουν σαφώς χαρακτήρα αυτοτελών πρόσθετων παρεμβάσεων, είναι παραδεκτές και νόμιμες κατά τα άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ των κύριων διαδίκων και της προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτές να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους. ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις με αριθμ. 4744ΣΤ'/22-2-2022, 4745ΣΤ'/22-2-2022 και 4742ΣΤ'/22-2-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, Σταμάτη Χατζηδάκη, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (13-1-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις πρώτη (υπέρ ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις), δεύτερη (υπέρ ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις) και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (13-1-2023) κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες αυτές (πρώτη, δεύτερη, τρίτη) ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της. Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την από 18-4-2012 (αριθμ. καταθ. 226/2012) αίτηση με την οποία, επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τραπεζικές εταιρίες και ήδη αναιρεσίβλητες, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών του από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των πιστωτριών τραπεζών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή του κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή του, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογένειας αυτού. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", με την ιδιότητά της ως ειδική διάδοχος της πέμπτης των καθών η αίτηση πιστωτριών τραπεζών, με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIK CO LTD" και το διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕGΝΑΤΙΑ ΒΑΝΚ", άσκησε, με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παρέμβαση υπέρ αυτής (πέμπτης των καθών η αίτηση) και ζήτησε, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, ως ειδική διάδοχος της τελευταίας, να απορριφθεί η αίτηση, ενώ οι καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες προέβαλαν επίσης, μεταξύ άλλων ισχυρισμών που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη και την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Επί της ένδικης αίτησης εκδόθηκε η με αριθμ. 462/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας (κατόπιν της με αριθμ. 170/2014 μη οριστικής απόφασης), η οποία δέχτηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αίτηση του αιτούντος-αναιρεσείοντος, ρύθμισε τα χρέη του, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, που αναφέρεται αναλυτικά στο διατακτικό της και επέβαλε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωση της κύριας κατοικίας του. Κατά της απόφασης αυτής η ως άνω παρεμβαίνουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", για λογαριασμό της ίδιας και ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Cyprus Popular Bank Public Co Ltd" (πρώην Marfin Popular Bank Co Ltd), άσκησε την από 4-4-2018 (αριθμ. καταθ. 250/59/4-4-2018) έφεση, με την οποία επανέφερε, (με λόγο έφεσης), την ένσταση δόλου, που είχε προταθεί και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος ως Εφετείου, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Α.Α.Δ.Π.", όπως μετονομάστηκε η εταιρία με την επωνυμία "Alternative Financial Solutions Mονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", άσκησε, ως διαχειρίστρια και πληρεξούσια της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρίας με την επωνυμία "PIREUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της ως άνω εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της και με τις, νομίμως κατατεθείσες, προτάσεις της, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης. Το δικαστήριο, αφού χαρακτήρισε την εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση ως αυτοτελή και συνεκδίκασε τα ανωτέρω δικόγραφα (έφεσης και παρέμβασης), δέχθηκε κατ` ουσία την έφεση, με την κατάγνωση σε βάρος του αιτούντος ενδεχόμενου δόλου. Κατά το άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Μετά δε την ως άνω τροποποίηση του άρθρου αυτού, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης ορίστηκε σε δύο έτη. Από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου, άρθρο 1 παρ.2 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ενώ στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 Εισ.Ν. του ΚΠολΔ που ορίζει ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, προκύπτει ότι ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (Ολ.ΑΠ 10/2018, ΑΠ 254/2022, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 817/2020, ΑΠ 111/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ (που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από το άρθρο όμως 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (όπως και από το άρθρο 560 αριθμ. 1) δημιουργείται μόνο προκειμένου για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών. Επομένως, δεν ιδρύονται οι ίδιες αυτές πλημμέλειες επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλ. κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 961/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 554/2020, ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 1186/2012). Τέτοια είναι και η διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που καθορίζει την προθεσμία της έφεσης και το χρόνο έναρξής της. Το παραδεκτό άσκησης των ένδικων μέσων ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 664/2018, ΑΠ 1290/2017), το οποίο όμως δεν εφαρμόζεται σε δίκες που αφορούν αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων (άρθρο 560 του ΚΠολΔ)(Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 208/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στο, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε εμπρόθεσμη την από 4-4-2018 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλουμένης με αριθμ. 462/2015 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον η εν λόγω έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα και ειδικότερα μετά την πάροδο δύο ετών από την δημοσίευσή της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, στηριζόμενος σε πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι δικονομικού δικαίου και η παραβίασή της δεν μπορεί να ιδρύσει τον επικαλούμενο ως άνω αναιρετικό λόγο. Εξάλλου, το παραδεκτό άσκησης των ένδικων μέσων ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, το οποίο όμως δεν εφαρμόζεται σε δίκες που αφορούν αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Εκτός δε τούτου, ο λόγος είναι και αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η εκκαλούμενη, με αριθμ. 462/2015, απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δημοσιεύτηκε στις 30-4-2015, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και έκτοτε άρχισε, από 1-5-2015, η τριετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της έφεσης η οποία έληγε στις 1-5-2018, η δε, από 4-4-2018 (αριθμ. κατάθ. 2050/59/2018), έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε, με κατάθεση στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 4-4-2018, και επομένως, ήταν εμπρόθεσμη όπως έκρινε και η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` και β` και 2 περ. α` του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "1. φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1508/2022). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι κατά τα προαναφερόμενα η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020). Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1508/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση(Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020). Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017). Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017). Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης. Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: ''... ο αιτών, (ήδη αναιρεσείων) γεννηθείς το 1974 τυγχάνει έγγαμος με τη Σ. Σ., γεννηθείσα το 1979, με την οποία έχουν αποκτήσει τρία τέκνα που γεννήθηκαν τα έτη 2001, 2005 και 2008, αντίστοιχα. Μέχρι τον 9° του 2011, ο αιτών εργαζόταν ως χειριστής μηχανημάτων οδοποιίας, έκτοτε δε απώλεσε την εργασία του και παρέμεινε άνεργος έως τις 17/11/2013, οπότε προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, 8 μηνών, ως οδοκαθαριστής στον Δήμο Παλλήνης, έναντι μηνιαίου μισθού 780 ευρώ. Μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής, ο αιτών παρέμεινε άνεργος μέχρι το 2019, οπότε προσλήφθηκε με σύμβαση μερικής απασχόλησης από την εταιρεία "Π. Παπαλεξίου κ. ΣΙΑ ΟΕ" για να εργαστεί ως συντηρητής αντί μηνιαίων αποδοχών 143,12 ευρώ. Η σύζυγος του αιτούντος, η οποία κατά το παρελθόν δεν εργαζόταν, στις 5.12.2014 προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (6 μηνών) στον Δήμο Σπάτων - Αρτέμιδος αντί μηνιαίων αποδοχών 586,75 ευρώ, στη συνέχεια απασχολήθηκε για διάστημα ενός περίπου μηνός (8.8-13.9.2014) στην εταιρεία "ΑLBATROS Μον. ΙΚΕ" ως σερβιτόρα αντί αποδοχών 103,58 ευρώ, και, ακολούθως προσελήφθη από την εταιρεία "ΠΕΝΤΕ Α.Ε.-ΓΑΛΑΞΙΑΣ" και εργάζεται ως υπάλληλος σε κατάστημα - σουπερμάρκετ, αντί μηνιαίων αποδοχών 627,43 ευρώ. Κατά το παρελθόν λάμβανε επίδομα τρίτεκνης μητέρας ύψους 263,17 ευρώ και για τον μεγαλύτερο υιό της, Γ., που πάσχει από οξεία λεμβοβλαστική λευχαιμία, λάμβανε επίδομα αναπηρίας, ύψους 266,02 € μηνιαίως. Σύμφωνα με τις φορολογικές τους δηλώσεις, το καθαρό οικογενειακό τους εισόδημα, διακυμάνθηκε ανά αντίστοιχο φορολογικό έτος, στα ακόλουθα ποσά: το 2005 σε (25.521,34 - 1.254,88 φόρος=) 24.266,46, το 2006 σε (39.619,68-6904,88 φόρος =) 32.714,80 ευρώ, το 2007 σε (30.923,54 - 3.134,57 φόρος =) 27.788,97 ευρώ, το 2008 σε (32.963,65 -2.103,90 φόρος + 2.375,28 εισόδημα από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά συζύγου =) 33.235,03 ευρώ, το 2009 σε (32.801,18 - 1.528,59+3111,48=) 34.384,07, το 2010 σε (32.137,14 -265,43 φόρος + 3.192,30 αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά συζύγου =) 35.064,01, το 2011 σε (18.878,96-1.0,79,74 φόρος + 31.394,02 αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά =)49.193,24 ευρώ, το 2012 σε (6.232,34 -153,28 ειδική εισφορά αλληλεγγύης + 2.892,75 εισόδημα συζύγου - 125,40 ειδική εισφορά αλληλεγγύης συζύγου=) 8.846,41 ευρώ, το 2013 σε (1.158,09 + 0,09 - 153,28 ειδική εισφορά αλληλεγγύης =) 1.004,90 ευρώ, το 2014 σε (5.747,42 + 3.290,28 αυτοτ. φορολ., ποσά + 2.096,64 επίδομα ανεργίας - 0,01 φόρος - 123,88 ειδική εισφορά αλληλεγγύης + 726,87 εισόδημα συζύγου + 2.450 αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά συζύγου + 1.572,48 επίδομα ανεργίας συζύγου =) 15.579,80 ευρώ, το 2015 σε (2.460 αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά + 243,36 επίδομα ι ανεργίας + 1.235,52 επίδομα ανεργίας συζύγου =) 3.938,88 ευρώ, το 2016 σε (2.406 αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά + 3.214,98 εισόδημα συζύγου=) 5.620,98, το 2017 σε ( 2.406 αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά + 5.199,12 εισόδημα συζύγου=) 7.605,12 ευρώ, το 2018 σε (3.360 αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά + 5.110,55 εισόδημα συζύγου =) 8.470,55 ευρώ και το 2019 σε (1.814,92 + 3.360 αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά + 6.834,81 εισόδημα συζύγου=) 12.009,73 ευρώ. Η οικογένεια κατοικεί σε μονοκατοικία, συνολικής επιφάνειας 215,70 τμ, κτισμένη σε οικόπεδο, επιφάνειας 425,79 τμ, που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Ιωάννης" , στην Αρτέμιδα Αττικής , οδός ... αρ. 4. Το ακίνητο αυτό αγοράστηκε το 2007 αντί ποσού 370.000 ευρώ, με στεγαστικό δάνειο που έλαβε ο αιτών από την Τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ, περί του οποίου γίνεται λόγος κατωτέρω, έχει δε αντικειμενική αξία 110.654,47 ευρώ και αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του αιτούντος και της συζύγου του. Οι δαπάνες που απαιτούνται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, μετακινήσεις, επισκευή και συντήρηση οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, μόρφωση, υπηρεσίες τηλεφωνίας, εκπαίδευσης, κοινωνικής προστασίας, ιατρικές και οικονομικές υπηρεσίες) ανέρχονται, κατά δήλωση του αιτούντος, στο ποσό των 1.000 ευρώ, ήτοι στο ήμισυ του ποσού κρίνεται αναγκαίο για τη διαβίωση πενταμελούς οικογένειας, σύμφωνα με τον Πίνακα Ευλόγων Δαπανών Διαβίωσης, δημοσιευθέντος στην ιστοσελίδα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα δικαίου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο της κοινοποίησης αυτής, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ 3 ν. 3869/2010): 1) από την Τράπεζα "CITIBANK INTERNAT IONAL PLC", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η "ALPHA ΒΑΝΚ" ως ειδική διάδοχος (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη): α) από τη με αριθμό λογ. ... σύμβαση προσωπικού δανείου το ποσό των 14.035,76 ευρώ , ήτοι για κεφάλαιο το ποσό των 12.738,85 ευρώ και για τόκους μέχρι τις 6/5/2011, το ποσό των 789,82 ευρώ και για έξοδα, το ποσό των 507,09 ευρώ, β) από τη με αριθ. λογ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 1.965,35 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο το ποσό των 1.682,40 ευρώ, για τόκους το ποσό των 246,95 ευρώ μέχρι τις 6/5/2011 και για έξοδα, το ποσό των 36 ευρώ, γ) από τη με αριθ. λογ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 7.813,92 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο το ποσό των 6.837,58 € , για τόκους το ποσό των 741,05 ευρώ και για έξοδα το ποσό των 235,29 ευρώ. 2) Από την κυρίως παρεμβαίνουσα στην πρωτοβάθμια δίκη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η "ALPHA ΒΑΝΚ" ως ειδική διάδοχος, (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 1.231,65 ευρώ, από την με αρ. λογ. 36131002648476 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ήτοι για κεφάλαιο 1.069,09 ευρώ και για τόκους 162,56 ευρώ μέχρι τις 6/5/2011. 3) Από την Tράπεζα "ΠΕΙΡΑΙΩΣ" (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη): α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 15.786,86 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο 14.405,94 ευρώ, για τόκους μέχρι τις 10/5/2011 ποσό 1.344,02 ευρώ και για έξοδα 36,90 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου το ποσό των 16.111,76 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο 14.219,41 ευρώ, για τόκους μέχρι τις 10/5/2011, ποσό 18.58,45 ευρώ και για έξοδα 36,90 ευρώ, γ) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 394.283,17 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο 393.374,79 ευρώ, για τόκους 834,58 ευρώ και για έξοδα 73,80 Ευρώ. Το δάνειο αυτό είναι εξασφαλισμένο με εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειάς του για το ποσό των 481.000 ευρώ. 4) Από τη "CYPRUS POPULAR BANK CO LTD", όπως μετονομάσθηκε η τράπεζα "ΜΑRFIN POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η Tράπεζα "ΠΕΙΡΑΙΩΣ" (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ως ειδική διάδοχος έχοντας ασκήσει σχετικώς κύρια παρέμβαση πρωτοδίκως: α) από την υπ' αρ. ΜΟ 0731700013 σύμβαση, το ποσό των 3.069,70 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο 2.428,07 ευρώ, τόκους 411,62 ευρώ και έξοδα 230 ευρώ, β) από την υπ' αρ. ΜΟ ... σύμβαση το ποσό των 3.823,39 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο 3060,81 ευρώ, για τόκους 686,32 ευρώ και έξοδα 76,26 ευρώ. 5) Από την "EUROBANK" (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη): α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 3.579,60 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο 2.767,48 ευρώ και για τόκους μέχρι τις 30.1.2012 ποσό 812,12 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 17.985,30 ευρώ, ήτοι, για κεφάλαιο 14.474,47 ευρώ και για τόκους μέχρι τις 30.1.2012 ποσό 3.510,83 ευρώ, γ) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 18.181,30 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο 13.504,13 ευρώ και για τόκους μέχρι τις 30/1/2012, 4.677,17 ευρώ , δ) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 4.255,55 ευρω, ήτοι, για κεφάλαιο 3.215,83 ευρώ και για τόκους μέχρι τις 30/1/2012, 1.039,72 ευρώ. 6) Από την ALPHA ΒΑΝΚ ΑΕ, (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 5.680,66 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο 4.449,96 ευρώ και για τόκους μέχρι τις 26.1.2012, 1.230,70 ευρώ. Ήτοι ο αιτών οφείλει με βάση τα παραπάνω δανειακά προϊόντα το συνολικό ποσό των 507.806,97 ευρώ. Για την κανονική εξυπηρέτηση των παραπάνω οφειλών απαιτείτο κατά την κρίση του Δικαστηρίου ποσό 3.000 ευρώ μηνιαίως κατ' ελάχιστον, δεδομένου ότι μόνο για το στεγαστικό δάνειο, αρχικού κεφαλαίου 370.000 ευρώ, απαιτείτο η καταβολή δόσης ποσού 1.700 ευρώ μηνιαίως (βλ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης Β. Κ. και καρτέλα δανείου τράπεζας Πειραιώς), ενώ για τα λοιπά υψηλότοκα τραπεζικά προϊόντα (καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες) ύψους 114.432,18 ευρώ, για την πληρωμή μόνο των τόκων, με ελάχιστο μέσο επιτόκιο 14% (βλ. στατιστικά δελτία ΤτΕ για μέσα επιτόκια καταναλωτικών δανείων περιόδου 2008-2011) απαιτείτο ποσό 1.330 ευρώ, ήτοι ποσό ακόμα μεγαλύτερο για την καταβολή των οφειλόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Ο αιτών αορίστως αρνείται τον συναφή ισχυρισμό της εκκαλούσας περί του ύψους των καταβλητέων ενήμερων δόσεων ποσού 3.500 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως δεν προσδιορίζει ο ίδιος ούτε, πολύ περισσότερο, αποδεικνύει, το ύψος των ενήμερων δόσεων σε ποσό μικρότερο του ανωτέρω. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του δανεισμού του (το αναφερθέν στεγαστικό δάνειο) για την αγορά της περιγραφείσας κατοικίας του, στις 19.9.2007, όταν το μέσο μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά του ανερχόταν σε (27.788,97:12=) 2.315,75 ευρώ. Όπως προκύπτει από την καρτέλα του δανείου, το πρώτο έτος συμφωνήθηκε ως περίοδος χάριτος με κεφαλαιοποίηση των τόκων και έτσι το διάστημα μέχρι 18.9.2007 ουδέν κατέβαλε ως δόση δανείου, το κεφάλαιο του οποίου ανήλθε σε 384.646 ευρώ, άρχισε δε να καταβάλλει τοκοχρεωλυτικές δόσεις στις 20.10.2008. Κατέβαλε τις δόσεις κανονικά για μικρό χρονικό διάστημα και δη έως τις 28.5.2009 έκτοτε δε, κατόπιν ρύθμισης, κατέβαλε το ήμισυ σχεδόν της δόσεως (μόνο τόκους) για το διάστημα έως 19.12.2009. Ακολούθως κατέβαλε κανονικά τις δόσεις μέχρι τις 18.6.2010, έκτοτε δε προέβη σε νέα ρύθμιση καταβολής μειωμένων δόσεων, την οποία όμως δεν τήρησε, καθώς δεν κατέβαλε ούτε το συμφωνηθέν ήμισυ των κανονικών δόσεων από 19.9.2010 και εφεξής. Έκτοτε προέβη σε τυπικές καταβολές ποσών 45,69 € στις 16.9.2010,9 € στις 18.10.2010 με τελευταία καταβολή ποσού 761,92 € στις 18.12.2010. Αντίστοιχα, ο αιτών σταμάτησε να προβαίνει σε καταβολές για το υπ' αριθμ. ... καταναλωτικό δάνειο κεφαλαίου 15.000, που είχε αναλάβει το 2008 στις 2.2.2010 και για την ... πιστωτική κάρτα στις 29.3.2010. Εν όψει των παραπάνω συνάγεται ότι ο αιτών αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και αδυνατούσε να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του δανεισμού του ήδη από το έτος 2009 βρέθηκε δε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του το 2010. Με βάση τα παραπάνω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, είναι προφανές, ότι οι δανειακές υποχρεώσεις του αιτούντος ήταν εξαρχής υπέρμετρα δυσανάλογες με τα εισοδήματά του, αυτός δε, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία ανέλαβε και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και των πιστωτών του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωνόταν εφόσον πραγματοποιούταν ο κίνδυνος, προέβη στη σύναψη των άνω δανειακών συμβάσεων, επειδή έκρινε, ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Ήτοι, ενώ γνώριζε την πρόδηλη αναντιστοιχία των εισοδημάτων του προς τις οφειλές και ενώ προέβλεψε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, είναι προφανές ότι ο αιτών, με βάση τα αναλυτικώς εκτεθέντα ετήσια οικογενειακά εισοδήματά του σε συνδυασμό με το κόστος διαβίωσης της οικογενείας του, ουδέποτε ήταν σε θέση να εξυπηρετεί προσηκόντως τις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε, τόσο κατά την ανάληψή τους όσο και μεταγενέστερα, γεγονός που προδήλως γνώριζε κατά τον χρόνο της ανάληψής τους. Αυτό καθίσταται εναργές αν ληφθεί υπόψη ότι το 2007, οπότε ο αιτών ανέλαβε το κύριο μέρος της οφειλής του (το στεγαστικό δάνειο), το μέσο μηνιαίο εισόδημά του ανερχόταν σε 2.315,75 ευρώ, το οποίο προφανώς δεν επαρκούσε για να αποπληρώνει το δάνειο αυτό, γεγονός που πέραν πάσης αμφιβολίας γνώριζε ο αιτών, αφού το 2009 με ουσιωδώς μεγαλύτερο μηνιαίο εισόδημα (2.865,34€) βρισκόταν σε αδυναμία κανονικής εξυπηρέτησης του βασικού δανείου του και ζητούσε ρυθμίσεις, το δε 2010 με μέσο μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 2.922€ έπαυσε τις πληρωμές προς τους πιστωτές του, ενώ ουδέν κατέβαλε σε αυτούς ούτε το 2011 οπότε το μηνιαίο εισόδημά του ανήλθε σε (49.193,24: 12=) 4.099,43 ευρώ. Εξάλλου, τη γνώση του περί της επικείμενης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του και αποδοχή του ενδεχομένου αυτού, συνομολογεί εμμέσως, ο αιτών, ο οποίος ισχυριζόταν με την αίτησή του ότι "στη λήψη των ανωτέρω δανείων και λοιπών μορφών πιστώσεων κατέφυγα μεν αναγκαστικά με απόλυτη όμως επίγνωση των συνεπειών που αυτά θα έφερναν στη ζωή μου για τα επόμενα χρόνια". Ο ισχυρισμός του, ότι τα ανωτέρω χρηματικά ποσά δανείων έλαβε για να καλύψει το αυξημένο κόστος ιατρικών δαπανών που απαιτούνταν για την αντιμετώπιση της ασθένειας του υιού του Γ., από ουδέν στοιχείο προκύπτει, καθώς δεν προσκομίζονται σχετικές αποδείξεις, ούτε οι μάρτυρες απόδειξης κατέθεσαν σχετικώς οιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο, έρχεται δε και σε πλήρη αντίφαση με τον ισχυρισμό του ότι το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογένειας του, περιλαμβανομένων τυχόν ιατρικών εξόδων του υιού του, ανέρχονταν σε 1.000 ευρώ μηνιαίως. Συναφώς προς αυτά, από τα εκκαθαριστικά σημειώματα του φόρου εισοδήματος του αιτούντος, μόνο σε αυτά των οικ. ετών 2005, 2006 και 2011 προκύπτει η πραγματοποίηση ιατρικών δαπανών για το τέκνο του, ποσού 75, 203,92 και 100 ευρώ, αντίστοιχα, που εξέπεσαν από το φορολογητέο εισόδημα. Ως εκ τούτου, ο αιτών περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε η εκκαλούσα με τη νομίμως προβληθείσα πρωτοδίκως σχετική ένστασή της την οποία επαναφέρει και συμπληρώνει με τους λόγους της έφεσης, χωρίς να απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή της, να αναφέρει η ενιστάμενη, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στην άνω μείζονα σκέψη, συγκεκριμένες ενέργειες, των οποίων μετήλθε ο αιτών με σκοπό την απόκρυψη της πραγματικής του περιουσιακής κατάστασης, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει ο αιτών. Επίσης η ενιστάμενη κατά τρόπο ορισμένο επικαλείται τα στοιχεία του χρέους του αιτούντος και του ύψους των αναγκαίων για την κανονική αποπληρωμή του μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων που, σε συνάρτηση προς τις εκτεθείσες οικονομικές του δυνατότητες κατά τον χρόνο ανάληψής τους, επαρκώς θεμελιώνουν το συμπέρασμα ότι ο αιτών κατά τη λήψη των δανείων τελούσε σε γνώση του ενδεχομένου αδυναμίας αποπληρωμής τους και αποδεχόταν το ενδεχόμενο αυτό. Μετά τις παραδοχές αυτές, αφού απορριφθεί ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας μη νόμιμη την ένστασή της, ως αλυσιτελής, αφού ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης καθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε νόμιμη την ένσταση αλλά την απέρριψε στην ουσία της, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της έφεσης ως και κατ' ουσίαν βάσιμος αφού, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, κρίνοντας διαφορετικά, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση, έσφαλε, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναλυτικά εκτίθενται, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και οδηγήθηκε σε εσφαλμένο συμπέρασμα ...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, Δικαστήριο, δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμο τον ισχυρισμό της εκκαλούσας πιστώτριας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ότι ο αιτών - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων περιήλθε εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε αδυναμία πληρωμών και δέχθηκε και κατ' ουσία την προαναφερόμενη έφεση αυτής κατά της πρωτόδικης 462/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη από 18-4-2012 αίτηση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένστασης της τότε εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης. Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3896/2010, καθώς και αυτές των άρθρων 27 του ΠΚ και 330 του ΑΚ, που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, με το να δεχθεί την ύπαρξη του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος, διότι αυτός, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων (στεγαστικό δάνειο 19-9-2007), αλλά και μεταγενέστερα (καταναλωτικά δάνεια το έτος 2009), σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης (20-4-2012), συνολικού ύψους 507.806,97 ευρώ και ειδικότερα καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες από τις πιστώτριες ύψους 114.432,18 ευρώ και στεγαστικό δάνειο, από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ποσού 394.283,17 ευρώ [το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, αντιμετωπίζεται δε κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος], είχε προβλέψει την αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών του και αποδέχθηκε τούτο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, διέλαβε δε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή της περιέλευσής του, από ενδεχόμενο δόλο, σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί το αποδεικτικό της πόρισμα και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 507.806,97 ευρώ, προερχόμενο από δέκα τέσσερα συνολικά τραπεζικά προϊόντα και, ειδικότερα, δεκατρία καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες και ένα στεγαστικό δάνειο από έξι πιστωτικά ιδρύματα, β) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος και της συζύγου του Σ. Σ., κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2005 έως 2019 με τις κατά μήνα αποδοχές τους, όταν, ο μεν αιτών εργαζόταν ως χειριστής μηχανημάτων οδοποιίας μέχρι τον ένατο μήνα του έτους 2011, έκτοτε, από 17-11-2013 και για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών ως οδοκαθαριστής στο Δήμο Παλλήνης και από το έτος 2019 ως συντηρητής στην εταιρία "Π. Παπαλεξίου κ. Σια ΟΕ", η δε σύζυγός του, από 5-12-2014 εργαζόταν με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου έξι μηνών στο Δήμο Σπάτων-Αρτέμιδος, στη συνέχεια απασχολήθηκε για διάστημα ενός περίπου μηνός στην εταιρία "ΑLBATROS Μον. ΙΚΕ" ως σερβιτόρα και, ακολούθως, προσελήφθη από την εταιρία "ΠΕΝΤΕ Α.Ε.-ΓΑΛΑΞΙΑΣ", όπου εργάζεται ως υπάλληλος σε κατάστημα-σουπερμάρκετ, υπολογίζοντας στις αποδοχές της και το επίδομα τρίτεκνης μητέρας, ύψους 263,17 ευρώ και το επίδομα αναπηρίας του μεγαλύτερου γιού της, (Γ.) που πάσχει από οξεία λεμβοβλαστική λευχαιμία, ύψους 266,02 ευρώ κατά μήνα, γ) ότι κατά το χρόνο ανάληψης των ως άνω δανειακών του υποχρεώσεων το έτος 2007 αλλά και μεταγενέστερα το έτος 2009-2010 προέβαινε σε αλόγιστο δανεισμό και διαρκείς λήψεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, πλέον του στεγαστικού δανείου, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να είναι δυσχερής η αποπληρωμή των χρεών του, καθόσον εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική του κατάσταση και ότι ήταν αδύνατον να τα εξυπηρετήσει συνολικά, δεδομένου ότι το μόνο εισόδημά του ήταν ο μισθός του ιδίου και περιστασιακά της συζύγου του. Συνήπτε, δηλαδή, με μεγάλο αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων [6], την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων [14], προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, όμως, αποδεχόταν το αποτέλεσμα αυτό, δ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών του, υπερέβαιναν τις δυνατότητές του με βάση τα ετήσια οικογενειακά εισοδήματά του (και της συζύγου του) σε συνδυασμό με το κόστος διαβίωσης της οικογενείας του, το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 1.000 ευρώ και τέλος ε) την ηλικία του αναιρεσείοντος (γεννήθηκε το έτος 1974), καθώς και ότι από τον γάμο του με την ως άνω σύζυγό του (γεννήθηκε το έτος 1979), απέκτησε τρία τέκνα που γεννήθηκαν τα έτη 2001, 2005 και 2008. Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, 27 του ΠΚ και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος, κατά την ανάληψη και μετά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων, μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες, θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι περιήλθε από ενδεχόμενο δόλο σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των οφειλών του προς τις πιστώτριες Τράπεζες, παραβιάζοντας την έννοια του δόλου του άρθρου 330 του ΑΚ και 27 του ΠΚ, ενώ η αδυναμία πληρωμών οφείλεται: 1] στη μείωση των εισοδημάτων του, εξαιτίας της πτώσης που σημειώθηκε στον κλάδο της οδοποιίας, στον οποίο απασχολούνταν, καθώς και στην οικονομική κρίση, που ενέσκηψε κατά το έτος 2010 και της εξ αυτής μείωσης των εσόδων του, τα οποία συνιστούν απρόβλεπτα και αιφνίδια γεγονότα και 2] στα υψηλά έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει από την ηλικία των δύο ετών ο γιός του, καθώς και η σύζυγός του, αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος για την πληρέστερη, κατά την άποψή του, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτός συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ο οποίος εμπεριέχεται στους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, ότι η ένσταση δόλου της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις από 4-12-2013 προτάσεις της και επαναφέρθηκε με το δεύτερο λόγο της από 4-4-2018 έφεσής της, με την οποία ισχυρίζεται ότι "... ο αιτών ανέλαβε δόλια δανειοδότηση-πίστωση από την τράπεζά μας γνωρίζοντας όχι μόνο ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών του από τον ίδιο, αλλά και δεν επιθυμεί να πράξει τούτο, γεγονός που αποδεικνύεται από τη μετέπειτα σώρευση οφειλών προς άλλους πιστωτές και από το συνολικό ύψος των πιστώσεων που εξέλαβε. Ο αιτών αντίδικος περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών καθότι ο υπερβολικός δανεισμός του, ο οποίος υπερβαίνει το ποσό των ευρώ 507.806,97 δεν δικαιολογείται, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας ούτε από το εισόδημά του, ούτε από τις στεγαστικές και οικογενειακές του ανάγκες. Το ποσό δε των ευρώ 113.523,80, το οποίο είναι ιδιαίτερα υψηλό, αφορά σε πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια. Για το ποσό αυτό γεννιούνται εύλογα ερωτηματικά ως προς το που κατασπαταλήθηκε και τι είδους ανάγκες κάλυψε πέραν της δανειοδότησης των 370.000,00 ευρώ που αφορά σε αγορά κατοικίας. Περαιτέρω, υπολογίζεται ότι η μέση μηνιαία δόση την οποία οφείλει να καταβάλει προς τους πιστωτές ο αντίδικος ώστε να είναι συνεπής προς τις δανειακές του υποχρεώσεις ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των ευρώ 3.500,00. Ο υπερδανεισμός του αντιδίκου δεν δικαιολογείται ούτε από τους λόγους που προβάλλει στο δικόγραφο της αίτησής του, οι οποίοι είναι παντελώς αντιφατικοί και ανακριβείς. Η δημιουργία των ανωτέρω χρεών οφείλεται αποκλειστικά σε δόλο του αιτούντος και τούτο διότι προέβαινε σε συνεχή και υπέρογκο δανεισμό μολονότι γνώριζε την αδυναμία κάλυψης των χρεών του, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που επέτρεπε το εισόδημά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή ...", είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 αρ.2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός (περί απαραδέκτου της ένστασης δόλου) είχε προταθεί παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα ως εφεσίβλητο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως όφειλε προς αντίκρουση του λόγου έφεσης, ούτε, σε κάθε περίπτωση από τις προτάσεις του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι τον παραπάνω ισχυρισμό, τον είχε προτείνει, ως εφεσίβλητος, με νόμιμο και ορισμένο τρόπο στο Εφετείο, δηλαδή με τις από 11-6-2020 προτάσεις του, που υπέβαλε κατά τη συζήτηση σ` αυτό της έφεσης της αντιδίκου του, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και μπορούσε να προβληθεί, παρά μόνο επίκληση του λόγου αυτού γίνεται με το αναιρετήριο, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ (ΑΠ 834/2021). Πιο συγκεκριμένα, από την επιτρεπτή (άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση των κατ` έφεση, από 11-6-2020, προτάσεών του, ως διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αιτούμενος την απόρριψη της έφεσης της αντιδίκου του ισχυρίζεται ότι " ... ο λόγος έφεσης περί δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών μου πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος καθόσον ... δεν εξειδικεύει τις συγκεκριμένες ενέργειες με τις οποίες δήθεν απέκρυψα από τους πιστωτές μου την οικονομική μου κατάσταση και το σύνολο των δανειακών μου υποχρεώσεων προκειμένου να τύχω περαιτέρω δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστωτές έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους ... και να διαπιστώσουν την εν γένει οικονομική τους συμπεριφορά μέσω του συστήματος ''Τειρεσίας''...", ισχυρισμός, όμως, ο οποίος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. τελ. του ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη (ΑΠ 70/2020). Επομένως, μετά τα παραπάνω, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι δεν περιήλθε από δόλο (ενδεχόμενο) σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις πιστώτριες, είναι αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Σε ακολουθία των παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 3-6-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 48174/95/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 151/2021 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ