Αριθμός 1335/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντα: Κ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φθενάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της 2-11-2009 αιτήσεώς του για αναίρεση, ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο Ι. Σ.. Της αναιρεσιβλήτου: 1. Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2193/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5439/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2009 αίτησή του και εκδόθηκε η 142/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κρίνει την αίτηση ως απαράδεκτη, την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση με την από 30-3-2011 κλήση ο αναιρεσείων. Εκδόθηκε η 205/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε απαράδεκτη την συζήτηση της αιτήσεως και την επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 27-7-2012 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ιωάννας Λούκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 294,296 και 297ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ1 του ίδιου κώδικα, στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το ένδικό μέσο που έχει ασκηθεί, όπως είναι η αναίρεση (άρθρο 495 παρ.1ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Η παραίτηση αυτή επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 27-7-2012 δήλωση παραιτήσεως του, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο αποδεικτικό επιδόσεως, παραιτήθηκε από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς το διάδικο αυτόν. Την περί παραιτήσεως δήλωση επανέλαβε και ενώπιον του Δικαστηρίου πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης, με δήλωση του πληρεξούσιου αυτού δικηγόρου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως μη ασκηθείσα (άρθρα 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 20/1999). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από. την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη των αγωγικό ισχυρισμό, με τον οποίο ζητούσε από τους εναγομένους διαφυγόντα εισοδήματα λόγω ανικανότητάς του προς εργασία συνεπεία του ατυχήματος που συνέβη την 26-9-2003 για το χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών από την απόλυσή του από τις τάξεις του στρατού που έγινε στις 12-11-2003. Όπως δε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, το Εφετείο, παρόλο ότι ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο εφέσεων διατύπωνε σχετικό παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως δεν ερεύνησε τον λόγο αυτόν, που αφορούσε το αγωγικό κονδύλιο περί απώλειας εισοδημάτων λόγω ανικανότητας προς εργασία συνεπεία του ένδικου ατυχήματος συνολικού ύψους 5400ευρώ.Αντίθετα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω λόγο εφέσεως με την εξής αιτιολογία "ο πρώτος ενάγων αναιρεσείων, μετά το ατύχημα που έλαβε χώρα την 26-9-2003) μεταφέρθηκε στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη συντριπτικό κάταγμα (ΑΡ) βραχιονίου, το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά με οστεοσύνθεση. Μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο στις 7-10-2003 υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπεία για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών και ήταν ανίκανος για εργασία για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών. Ο ενάγων κατά το ατύχημα υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία, απολύθηκε δε στις12-11-2003, ουδεμία δε απώλεια εισοδημάτων είχε εξαιτίας του τραυματισμού του, αφού το οκτάμηνο χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία εμπίπτει στη στρατιωτική του θητεία γι' αυτό και το αγωγικό κονδύλιο πρέπει ν απορριφθεί ως ουσιαστικό αβάσιμο. Από την αντιπαραβολή των ως άνω αιτιολογιών προς το περιεχόμενο της αγωγής αναφορικώς με το άνω αγωγικό κονδύλιο προκύπτει, ότι το Εφετείο αντιμετώπισε το χρονικό διάστημα των οκτώ (8) μηνών της ανικανότητας προς εργασία του αναιρεσείοντος ως εμπίπτον στο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας και όχι ως αναφερόμενο στο μετά την απόλυσή του από το στράτευμα, όπως αναφερόταν με την αγωγή χρονικό διάστημα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη ¨πράγματα¨ ασκούνται ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. 3. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που οφείλεται στο δικαιούχο κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος), ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στον νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος) είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Επί αδικοπραξίας, ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, με την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, ο νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Έτσι, δικαστική απόφαση, που δεν προβαίνει σε καθορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και εντός των πλαισίων που αυτά παρέχουν. Επομένως, το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση από αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ (Ολ ΑΠ 6/2009, 547/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια ότι κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στο ποσό των 8000ευρώ αντί του αιτηθέντος με την αγωγή ποσού των 25.000 ευρώ, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 του ΑΚ και 25 παρ.1 του Συντάγματος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για το ουσιώδες αυτό ζήτημα περιστατικά: Ο ενάγων μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη συντριπτικό διαϋπεκονδύλιο κάταγμα (ΑΡ) βραχιονίου, το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά με οστεοσύνθεση. Μετά την έξοδο τον από το νοσοκομείο στις 7-10-2003 υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπεία για χρονικό διάστημα 4 μηνών και ήταν ανίκανος για εργασία για χρονικό διάστημα 8 μηνών. Ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, του είδους και της εκτάσεως του τραυματισμού του ενάγοντος και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, πλην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 8000ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτός έχει υποστεί, εξαιτίας του ατυχήματος, το οποίο είναι εύλογο¨. Με την κρίση αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού του επιδικασθέντος ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, στο οποίο προέβη μετά από εκτίμηση των ανωτέρω κατά νόμο στοιχείων, χωρίς υπέρβαση από αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914, 294 και 932 του ΑΚ, που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται περαιτέρω η αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 25 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, η ωε άνω διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως, αλλά το δικαστήριο καθορίζοντας την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ. Ούτε στέρησε το Εφετείο την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Με τον καθορισμό του πιο πάνω επιδικασθέντος ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως, στον οποίο προέβη το Δικαστήριο της ουσίας, μετ' εκτίμηση των κατά νόμο στοιχείων που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διαπιστώνεται υπέρβαση από αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Κατ' ακολουθίαν τω ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στην αποζημίωση από διαφυγόντα εισοδήματα λόγω ανικανότητας προς εργασία συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ι. Σ.. Αναιρεί την 5439/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναφερόμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ