Αριθμός 282/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη-Eισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ..... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1028/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1366/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 222 του Π.Κ. για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του αρ. 13 εδ. γ΄ Π.Κ. προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικό κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού του έγκλημα αυτό είναι απλώς διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου και η χρήση αυτού από τον ίδιο (υπαίτιο), υποκειμενικά δε λόγος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ΄ αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Με την προσβαλλομένη υπ΄ αριθμ. 1028/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 14 μηνών ανασταλείσαν επί 3ετίαν για πλαστογραφία μετά χρήσεως και υπεξαγωγή εγγράφων. Ειδικότερα το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση εδέχθη τα ακόλουθα : Ο κατηγορούμενος .... , ήταν υπάλληλος του Yπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και συγκεκριμένα του ΚΤΕΟ ..... . Κατά το έτος 1998 είχε χρηματική απαίτηση κατά του εγκαλούντος ..... και μετά από αίτησή του εκδόθηκε σε βάρος εκείνου η 253/1998 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο κατηγορούμενος για την ικανοποίηση της πιο πάνω απαιτήσεώς του προέβη στην κατάσχεση του δημοσίας χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου του εγκαλούντος με τα στοιχεία κυκλοφορίας ..... . Ο εγκαλών στις 20-6-1999 κατέβαλε στον κατηγορούμενο το οφειλόμενο ποσό και έτσι ήρθη η κατάσχεση. Κατά το έτος 2000, επειδή ο εγκαλών χρειάστηκε κάποια έγγραφα από το φάκελο του πιο πάνω φορτηγού αυτοκινήτου, καθώς και από το φάκελο του ίδιου φορτηγού με στοιχεία κυκλοφορίας .... , το οποίο είχε αποχαρακτηρισθεί λόγω καταστροφής του και είχε αντικατασταθεί με το προαναφερθέν με στοιχεία κυκλοφορίας .... , πήγε στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών .... και ζήτησε τους φακέλους. Όμως εκεί πληροφορήθηκε ότι αυτοί είχαν διαβιβασθεί στις 16-3-1999 στην Διεύθυνση Συγκοινωνιών ... . Τους αναζήτησε και εκεί αλλά δεν βρέθηκαν. Όταν ο εγκαλών ζήτησε να μάθει πώς έγινε η αφαίρεση των φακέλων, πληροφορήθηκε ότι αυτό είχε γίνει στις 16-3-1999 με βάση μία υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν.1599/1986, με την οποία δήθεν ο ίδιος ζητούσε να μεταφερθούν αυτοί στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών .... για το λόγο ότι δήθεν άλλαξε διεύθυνση και μετώκησε στην οδό .... , με την οποία στην πραγματικότητα δεν είχε καμία σχέση. Την πιο πάνω πλαστή ως προς όλα τα στοιχεία της υπεύθυνη δήλωση κατάρτισε εξ υπ' αρχής ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 1999 και σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί, και σ' αυτήν έθεσε, χωρίς δικαίωμα και χωρίς να έχει τη σχετική συναίνεση του εγκαλούντος, υπογραφή κατ' απομίμηση της δικής του, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της άλλους και συγκεκριμένα τους αρμοδίους υπαλλήλους της Διευθύνσεως Συγκοινωνιών .... σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι ο εγκαλών ζητούσε τη μεταφορά των φακέλων στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών .... . Στη συνέχεια έκανε χρήση της πλαστής αυτής υπεύθυνης δηλώσεως, αφού την προσκόμισε στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών .... , αιτούμενος τη μεταφορά των παραπάνω φακέλων στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών .... . Επί πλέον ο κατηγορούμενος στις 16-3-1999, με σκοπό να βλάψει τον εγκαλούντα, αφαίρεσε από τη Διεύθυνση Συγκοινωνιών .... τους φακέλους των πιο πάνω φορτηγών αυτοκινήτων και τους απέκρυψε, μέχρι σήμερα δε αυτοί δεν έχουν βρεθεί. Ο κατηγορούμενος είχε τις γνώσεις και την πρόσβαση στους φακέλους των αυτοκινήτων του εγκαλούντος λόγω της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, είχε δε και το κίνητρο, διότι κατά το διάστημα κατά το οποίο έγιναν οι πιο πάνω πράξεις είχε χρηματική απαίτηση κατά του εγκαλούντος και είχε συμφέρον να μη γίνει οποιαδήποτε πράξη μεταβιβάσεως των αυτοκινήτων του. Σαφής και κατηγορηματική για όλα τα πιο πάνω είναι η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας .... (εγκαλούντος), η οποία ενισχύεται από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας .... , κοινής γνωστής και των δύο, που βεβαιώνει ότι ο κατηγορούμενος κατά το έτος 1999 ή 2000 της επέδειξε τους φακέλους αυτούς, που τους είχε στα χέρια του. Η κρίση του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος .... , ειδικής γραφολόγου, και από την αναγνωσθείσα βεβαίωση γραφολογικής διερευνήσεως της ιδίας, με την οποία αυτή βεβαιώνει ότι η προαναφερθείσα υπεύθυνη δήλωση δεν έχει συνταχθεί από τον κατηγορούμενο, διότι η κρίση της αυτή δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει η ανωτέρω μάρτυρας, η οποία σημειωτέον προέβη στη γραφολογική διερεύνηση κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου, δεν ερεύνησε αν η φερόμενη ως υπεύθυνη δήλωση του εγκαλούντος έχει συνταχθεί από τον ίδιο, και συνακόλουθα δεν μπορεί να συνεισφέρει οτιδήποτε για τις άλλες κατηγορίες που βαρύνουν τον κατηγορούμενο, ήτοι εκείνη της χρήσεως πλαστού εγγράφου ούτε για εκείνη της υπεξαγωγής εγγράφων. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκομένων εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 216 παρ. 1 και 222 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε κατά τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, είναι αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την καταδίκη του για υπεξαγωγή εγγράφων, γιατί ενώ δέχεται στο σκεπτικό της ότι υπήρχαν δύο φάκελοι που αφορούσαν δύο ξεχωριστά αυτοκίνητα, το ένα εκ των οποίων αφορούσε αποχαρακτηρισμένο λόγω καταστροφής όχημα, εν τούτοις τον κατεδίκασε και για τους δύο φακέλους, χωρίς να παραθέτει ποια ήταν η δυνατότητα βλάβης του εγκαλούντος για το φάκελο που αφορούσε το αποχαρακτηρισμένο και ήδη αντικατασταθέν όχημα και δη το υπ' αριθ. .... Δ.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο. Τούτο, διότι, είναι αυτονόητο ότι ο πρώτος φάκελος, που αφορούσε το παραπάνω αυτοκίνητο και πιστοποιούσε τον αποχαρακτηρισμό του, νομιμοποιούσε την αντικατάσταση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και την κυκλοφορία στη θέση αυτού του δευτέρου υπ' αριθ. .... Δ.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, για την αφαίρεση του φακέλου του οποίου προσδιορίζεται στην προβαλλόμενη απόφαση η δυνατότητα βλάβης του εγκαλούντος. Περαιτέρω, είναι αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα και η άλλη αιτίαση του αυτού αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία δεν παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το περιεχόμενο των φερομένων ως υπεξαχθέντων φακέλων, προκειμένου να διαπιστωθεί η δυνατότητα πλήρωσης της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων, με αποτέλεσμα να μην έχει η απόφαση αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και να στερείται νόμιμης βάσης, αφού εξαιτίας του μη προσδιορισμού του περιεχομένου των συγκεκριμένων φακέλων δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 222 του ΠΚ. Τούτο, διότι α) διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι προαναφερόμενοι φάκελοι αυτοκινήτων ετηρούντο στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών ..... , από την οποία και αφαιρέθηκαν, και ανήκαν, επομένως, αυτοί και το περιεχόμενό τους κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, και β) δεν ήταν απαραίτητη η κατά κατηγορίες εξατομίκευση των εμπεριεχομένων στους φακέλους αυτούς εγγράφων, δεδομένου ότι οι τηρούμενοι στις κατά τόπους αρμόδιες Διευθύνσεις Συγκοινωνιών για τα δημοσίας χρήσεως φορτηγά αυτοκίνητα φάκελοι εμπεριέχουν, σύμφωνα με το νόμο, έγγραφα σχετικά με την ταυτότητά τους, τη θέση τους σε κυκλοφορία, τις μεταβιβάσεις τους κ.λ.π. Τέλος, είναι επαρκώς αιτιολογημένη η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η γενόμενη στις 2-1-2006 από τη μάρτυρα υπερασπίσεώς του .... γραφολογική διερεύνηση της φερόμενης ως πλαστής υπεύθυνης δήλωσης, ενώ δεν είναι ενδοιαστική η κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως προς την πράξη της καταρτίσεως της τελευταίας, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, καθόσον δικαιολογείται η απόρριψη της προαναφερόμενης γραφολογικής διερεύνησης εγγράφου με την ακόλουθη αιτιολογία "..... Η κρίση του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος .... , ειδικής γραφολόγου, και από την αναγνωσθείσα βεβαίωση γραφολογικής διερευνήσεως της ιδίας, με την οποία αυτή βεβαιώνει ότι η προαναφερθείσα υπεύθυνη δήλωση δεν έχει συνταχθεί από τον κατηγορούμενο, διότι η κρίση της αυτή δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει η ανωτέρω μάρτυρας, η οποία σημειωτέον προέβη στη γραφολογική διερεύνηση κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου, δεν ερεύνησε αν η φερόμενη ως υπεύθυνη δήλωση του εγκαλούντος έχει συνταχθεί από τον ίδιο, και συνακόλουθα δεν μπορεί να συνεισφέρει οτιδήποτε για τις άλλες κατηγορίες που βαρύνουν τον κατηγορούμενο, ήτοι εκείνη της χρήσεως πλαστού εγγράφου, ούτε εκείνη της υπεξαγωγής εγγράφων....", η οποία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, χωρίς να εμπεριέχει ενδοιαστική κρίση ως προς την πλαστότητα της υπεύθυνης δήλωσης. Είναι, επομένως, αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Προσέτι αυτός (αναιρεσείων) πρέπει να καταδικασθεί και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-6-2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1028/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος την οποία προσδιορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ