Αριθμός 850/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ι. Τ. του Σ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σακελλαρίου. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.. Ε. - Μ.. Χ. ΟΕ", που εδρεύει στο ... (...) και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Ε. του Μ., κατοίκου ... ..., υπό την ιδιότητά της ως ομορρύθμου μέλους της ως άνω εταιρείας ΟΕ, 3) Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ... ..., ως τέκνου και νομίμου κληρονόμου της Μ. Χ., ομορρύθμου μέλους της ως άνω εταιρείας ΟΕ, 4) Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ... ..., ως τέκνου και νομίμου κληρονόμου της Μ. Χ., ομορρύθμου μέλους της ως άνω εταιρείας ΟΕ, 5) Γ. Χ. του Ν., κατοίκου ... ..., ως νομίμου κληρονόμου του Ν. Χ., τέκνου της Μ. Χ., ομορρύθμου μέλους της ως άνω εταιρείας ΟΕ και 6) Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ... ..., ως νομίμου κληρονόμου του Ν. Χ., τέκνου της Μ. Χ., ομορρύθμου μέλους της ως άνω εταιρείας ΟΕ. Οι 1η, 2η, 4ος, 5ος και 6η αναιρεσίβλητοι - καθών η κλήση εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Επιτροπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η 3η καθής η κλήση δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος - καλούντος, αφού έλαβε τον λόγο, δήλωσε στο ακροατήριο ότι στην από 28-12-2021 κλήση με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η υπόθεση, από παραδρομή συμπεριελήφθη η τρίτη καθής η κλήση Ι. Χ. του Γ.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-6-2019 αίτησή του. Μετά τη βίαιη διακοπή της δίκης στις 13-9-2021, λόγω θανάτου της Μ. συζύγου Γ. Χ., η συζήτησή της επαναφέρεται εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου αυτού με την από 28-12-2021 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την από 28-12-2021 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος, φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 18-06-2019 αίτηση αυτού για αναίρεση της υπ' αριθμ. 149/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής ..., μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13-09-2021. Με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την υπ` αριθμ. 275/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε κάνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε την αγωγή. 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ήτοι κατά εκείνου ο οποίος ήταν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε με αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 124/2006), ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτού ως διαδίκου στον πρώτο βαθμό (Ολ ΑΠ 11/1992, ΑΠ 666/2016, ΑΠ 807/2015). Για να απευθυνθεί η αίτηση κατά του αντιδίκου αυτού, πρέπει ο τελευταίος να είναι ικανός να είναι διάδικος, δηλαδή να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Έτσι, αν ο αντίδικος αποβιώσει, αυτή (αναίρεση) πρέπει να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του αποβιώσαντος. Τούτο, όμως, ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι, ο διάδικος είχε λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τον κληρονόμο του και να απευθύνει κατ' αυτού την αναίρεση (ΑΠ 433/2017, ΑΠ 433/2005). Εάν δεν γνωρίζει τον θάνατό του, η αναίρεση που απευθύνεται κατ' αυτού δεν είναι άκυρη και η συζήτηση χωρεί νομίμως με τον κληρονόμο του, ο οποίος εμφανίζεται στη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος και προβάλει υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009, 27/1987,ΑΠ 6/2019). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος), επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (ΑΠ 433/2017). 3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Κατά τη δικάσιμο της 13ης Σεπτεμβρίου 2021, που είχε ορισθεί αρχικά, μετά από αναβολή, η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω θανάτου της τρίτης αναιρεσίβλητης Μ. Χ. χας Γ.. Όπως, όμως, προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ' αριθ.126/1/10.12.2016 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που συντάχθηκε από το ... η τρίτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 10-12-2016, δηλαδή πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο (13-12-2016), χωρίς να γνωστοποιηθεί ο θάνατος αυτής ώστε να επέλθει η διακοπή της δίκης. Η εκδοθείσα απόφαση είναι μεν υποστατή και παραδεκτά προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, θα έπρεπε όμως να απευθυνθεί κατά των κληρονόμων της αποβιώσασας τρίτης αναιρεσίβλητης. Μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ως άνω αποβιώσασας τρίτης αναιρεσίβλητης, είναι οι αναφερόμενοι στα πρακτικά, τέταρτος,πέμπτος και έκτη των καθ'ων η κλήση (βλ. το από 14-1-2021 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του ... ... και απόσπασμα της υπ'αριθμ.56/1/17.7.2017 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Βιάννου ...), οι οποίοι παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη. Δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ο αναιρεσείων γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο της προαναφερόμενης αντιδίκου του, οι δε κληρονόμοι αυτής (άρθρ. 1710, 1813 και 1846 ΑΚ) νομίμως παρίστανται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο στη θέση της κληρονομηθείσας διαδίκου, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο νομοτύπως διορισμένο και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη στρεφόμενη κατά της αρχικής διαδίκου αποβιώσασας τρίτης αναιρεσίβλητης και, ως εκ τούτου, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). 4. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., που εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε, ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί το οποίο αντίκειται προς την ηθική και ευπρέπεια (ΑΠ 599/2016,ΑΠ 265/2015,ΑΠ 1455/2014). Για την πλήρωση δε της αντικειμενικής τους υπόστασης δεν ενδιαφέρει, αν οι "τρίτοι" γνωρίζουν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός ή θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν από άλλους. Τούτο, διότι και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, αφού ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος. Ενώπιον "τρίτου" τελείται μια πράξη ακόμη και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων. Στην έννοια του "τρίτου", κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1693/2018, ΑΠ 681/2014). Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020). 5. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη) με έδρα το ... ... ... και αντικείμενο δραστηριότητας τη λειτουργία ελαιουργείου, υπέβαλε την από 25.2.2003 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... με την οποία κατήγγειλε τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) για τέλεση υπεξαίρεσης σε βάρος της και για απάτη στο δικαστήριο. Η έγκληση απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία με την με αριθμό 3/2003 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών ... η οποία επικυρώθηκε μετά την απόρριψη της ασκηθείσας προσφυγής με την με αριθμό 64/2003 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών ..., με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε ιδιοποίηση του τιμήματος από την πώληση ελαιολάδου, αλλά με το τίμημα που εισπράχθηκε εξοφλήθηκαν από τον ενάγοντα υποχρεώσεις της εκπροσωπούμενης από αυτόν πρώτης εναγομένης. Κατά το ίδιο σκεπτικό δεν αποδείχθηκε ούτε απάτη στο δικαστήριο το οποίο επιδίκασε στον ενάγοντα το υπόλοιπο της αμοιβής του, για τις υπηρεσίες του ως διαχειριστή της πρώτης εναγομένης, αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι εξαπάτησε κανένα άλλο Δικαστήριο. Εξάλλου ο ενάγων για την αμοιβή του ως διαχειριστή της εναγομένης άσκησε την με αριθμό 6554/1998 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 222/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... που έκανε δεκτή την αγωγή, ενώ η τριτανακοπή που άσκησε κατ' αυτής η δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 141/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 131/2001 απόφαση Εφετείου .... Η τρίτη εναγόμενη (τρίτη αναιρεσίβλητη) άσκησε ομοίως τριτανακοπή κατά της με αριθμό 222/1999 απόφασης... που απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 61/2004 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Εξάλλου η πρώτη εναγόμενη άσκησε κατά της με αριθμό 222/1999 απόφασης... αίτηση αναψηλάφησης, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 570/2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και επικυρώθηκε με την με αριθμό 309/2005 απόφαση του Εφετείου ....... Αν και είχαν προηγηθεί οι ανωτέρω δικαστικές κρίσεις η πρώτη εναγομένη άσκησε την με αριθμό καταθέσεως 2846/2005 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... στην οποία ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων ότι ο ενάγων πώλησε χωρίς δικαίωμα ελαιόλαδο και υπεξαίρεσε το τίμημα αυτού ύψους 30.962,14 ευρώ, ότι παρακράτησε ποσό 13.628,85 ευρώ ως οφειλόμενη αμοιβή και ότι εξαπάτησε το δικαστήριο να του επιδικάσουν ποσό 7.876,65 ευρώ επίσης ως οφειλόμενη αμοιβή, χωρίς ωστόσο να του οφείλεται κανένα ποσό αμοιβής. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό 109/2007 απόφαση του Μονομελούς ... και εν συνεχεία με την 555/2011 απόφαση του Εφετείου ......Η αγωγή κρίθηκε με τις εν λόγω αποφάσεις....ως αόριστη σχετικά με την υπεξαίρεση του ποσού του τιμήματος και ως αναπόδεικτη σχετικά με την υπεξαίρεση του ποσού της αμοιβής. Κατ' ακολουθία, τα περιστατικά των αποδιδόμενων στον ενάγοντα πράξεων της υπεξαίρεσης και της απάτης στο Δικαστήριο είναι αναληθή, αφού απορρίφθηκαν τόσο η έγκληση όσο και η αγωγή της πρώτης εναγόμενης σε βάρος του, αφού τον εμφανίζουν παρανομούντα. Επιπλέον ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, αφού τον εμφανίζουν ως παρανομούντα. Ωστόσο η επίκληση των ανωτέρω αναληθών περιστατικών δεν έγινε με επίγνωση της αναλήθειάς τους από τις εναγόμενες, η πρώτη από τις οποίες ενεργούσε με τον τότε νόμιμο εκπρόσωπό της, αλλά έγινε με την πεπλανημένη πεποίθησή τους ότι οι ισχυρισμοί τους είναι αληθινοί και με την επίκλησή τους στο δικόγραφο της αγωγής τους εξαντλούν όλα τα νόμιμα μέσα για την δικαστική διερεύνηση αυτών. Η εμμονή των εναγομένων στη δικαστική επίλυση των οικονομικών και εν γένει επαγγελματικών διαφορών τους με τον ενάγοντα, με τον οποίο υπάρχει μακροχρόνια συνεχής, αστική και ποινική αντιδικία, ενισχύει την έλλειψη γνώσης και δικαιολογεί την πεποίθηση ότι προασπίζουν με την άσκηση της αγωγής αυτής τα δικαιώματά τους. Η επί σειρά ετών συνεχιζόμενη αντιδικία των διαδίκων, ανέκυψε ιδίως μετά την ανάμειξη του ενάγοντος στη διαχείριση της πρώτης εναγομένης, δυνάμει του με αριθμό 164/7-2-1997 πρακτικό συμβιβασμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Το έργο του διαχειριστή της πρώτης εναγομένης, ομόρρυθμης εταιρίας, άσκησε ο ενάγων, ως διορισμένος τρίτος μη εταίρος της, από το Φεβρουάριο 1997 μέχρι τον Απρίλιο 1998, οπότε και αντικαταστάθηκε με άλλο διαχειριστή, που διορίστηκε μετά από αίτησή του με την με αριθμό 658/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Η συνεργασία τους απ' την αρχή δεν εξελίχθηκε σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, απεναντίας δημιουργήθηκαν αλλεπάλληλες δικαστικές διενέξεις με την υποβολή πληθώρας εκατέρωθεν μηνύσεων και αγωγών. Στο πλέγμα των διαταραγμένων σχέσεων και συνεχιζόμενων αντιδικιών των διαδίκων εντάσσεται και η άσκηση της επίμαχης αγωγής, που περιλαμβάνει τα ανωτέρω αναληθή περιστατικά της υπεξαίρεσης χρηματικών ποσών και της απάτης στο Δικαστήριο. Η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών και των νομικών επιχειρημάτων έγιναν από εσφαλμένη αντίληψη και πεπλανημένη πεποίθηση των εναγομένων και τότε εναγουσών, οι οποίες θεώρησαν ότι απαιτείται η αναφορά τους στο δικόγραφο για τη στήριξη των αγωγικών αξιώσεων κατά του ενάγοντος και τότε εναγομένου. Έτσι...ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη προάσπιση των συμφερόντων τους στο πλαίσιο της παροχής έννομης προστασίας και δεν έγιναν με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού... Δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας της συκοφαντικής αλλά της απλής δυσφημήσεως της προσωπικότητας του ενάγοντος με τους ισχυρισμούς των περιστατικών της αγωγής των εναγομένων, που έλαβαν γνώση τρίτα άτομα.... Η προβολή των ανωτέρω δυσφημιστικών αγωγικών ισχυρισμών δεν αποτελούν ηθελημένη ενέργεια των εναγομένων να μειώσουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, δηλαδή δεν είχαν πρόθεση κατευθυνόμενη στην προσβολή της προσωπικότητάς του, αλλά έγιναν για τη διαφύλαξη και προστασία των δικαιωμάτων τους, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς τους και κατ' ακολουθία του παρανόμου της πράξης τους, γεγονός που αποκλείει την παροχή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι από τον τρόπο και υπό τις περιστάσεις που εκδήλωσαν την δυσφημιστική συμπεριφορά τους οι εναγόμενες ότι προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή δεν συνάγεται η πρόθεσή τους να τρώσουν την αξιοπρέπεια του ενάγοντος σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους των εκκαλουσών - εναγομένων αναφορά στο παραπάνω δικόγραφο, σε βάρος του εφεσιβλήτου - ενάγοντος για τα αδικήματα της υπεξαίρεσης και της απάτης στο δικαστήριο, που του προσάπτουν (άνευ της συνδρομής των στοιχείων του νόμου) ως ισχυρισμός γεγονότος (ήτοι ανακοίνωση περιστατικών εμπλοκής του σε σοβαρά ποινικά αδικήματα) ήταν αντικειμενικώς ικανός να προσβάλει την τιμή και την υπόληψή του και την εν γένει προσωπικότητα του, οι δε εναγόμενες γνώριζαν ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού εμπεριέχουν αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης αυτού και αφορά στην ηθική ακεραιότητά του. Η συγκεκριμένη δε κατηγορία περιήλθε σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων (δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων αλλά και προσώπων του κοινωνικού και επαγγελματικού περιβάλλοντος του ενάγοντος) και είχε ως αποτέλεσμα την τρώση της τιμής και της υπόληψης αυτού, ο οποίος εμφανίστηκε ότι ενέχεται στην τέλεση αξιόποινων πράξεων. Επομένως, οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος του ενάγοντος το αδίκημα της απλής και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης, όμως από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέστηκε η πράξη τους, δεν προκύπτει ότι αυτοί αποσκοπούσαν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, αλλά αυτοί ενήργησαν αποκλειστικά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων τους, αιτούμενοι δικαστική προστασία, αναγράφοντας με τις φράσεις αυτές, όσα από τα νόμο απαιτούνται για το ορισμένο της αδικοπρακτικής, λόγω της αγώγιμης αξίωσης τους, βασιζόμενης στην υπεξαίρεση και εκθέτοντας αναγκαίως τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά στοιχεία του πραγματικού των κανόνων των άρθρων 914 επ. ΑΚ, 375, 386 ΠΚ. Οι εν λόγω φράσεις, με τον τρόπο και το ύφος που συντάχθηκαν, δεν υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο προς τούτο μέτρο για το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της διαφύλαξης και προστασίας των δικαιωμάτων τους, καθόσον ήταν αναγκαίο να αναφερθούν τα παραπάνω περιστατικά, για τη νομική στήριξη των ισχυρισμών τους, δεδομένου ότι τίποτε άλλο πέραν του πραγματικού του κανόνα δικαίου αναφέρθηκε σε βάρος του ενάγοντος όσον αφορά την τιμή και την υπόληψη του. Ο σκοπός ασκήσεως της αγωγής κατά του ενάγοντος ήταν να επιδιώξουν σχετική δικαστική διερεύνηση και να αξιολογηθούν τα περιστατικά, ώστε οι εναγόμενες να μην στερηθούν δικαστικής προστασίας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ένσταση, που κατ' άρθρο 367 παρ. 1 εδ. γ ΠΚ, προέβαλαν οι εναγόμενες με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν στην παρούσα δίκη με συναφή λόγο εφέσεως και να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η αντένσταση που, κατ' άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, προέβαλε ο ενάγων καθ' υποφορά με την αγωγή του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. 6. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με τη μη στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, λόγω προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφήμησης αυτού, και ειδικότερα, ως προς το αναγκαίο για την κατάφαση της τέλεσης υποκειμενικώς της άνω πράξεως στοιχείο της υπαιτιότητας, ήτοι του δόλου των αναιρεσιβλήτων, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 330, 914, 932 του ΑΚ και 363 ΠΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχεται 1) ότι η επίμαχη με αριθμό καταθέσεως 2846/2005 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία οι αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν, ότι ο αναιρεσείων πώλησε χωρίς δικαίωμα ελαιόλαδο και υπεξαίρεσε το τίμημα αυτού ύψους 30.962,14 ευρώ, ότι παρακράτησε ποσό 13.628,85 ευρώ ως οφειλόμενη αμοιβή και ότι εξαπάτησε το δικαστήριο να του επιδικάσουν ποσό 7.876,65 ευρώ επίσης ως οφειλόμενη αμοιβή, απορρίφθηκε με την με αριθμό 109/2007 απόφαση του Μονομελούς ... και εν συνεχεία με την 555/2011 απόφαση του Εφετείου ... ως αόριστη σχετικά με την υπεξαίρεση του ποσού του τιμήματος και ως αναπόδεικτη σχετικά με την υπεξαίρεση του ποσού της αμοιβής και 2) ότι τα ως άνω περιστατικά των αποδιδόμενων στον αναιρεσείοντα πράξεων της υπεξαίρεσης και της απάτης στο Δικαστήριο είναι αναληθή και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, αφού τον εμφανίζουν ως παρανομούντα, στη συνέχεια δέχεται ότι η επίκληση των ανωτέρω αναληθών περιστατικών δεν έγινε με επίγνωση της αναλήθειάς τους από τις αναιρεσίβλητες, αλλά έγινε με την πεπλανημένη πεποίθησή τους ότι οι ισχυρισμοί τους είναι αληθινοί και, επίσης, ότι η εμμονή των εναγομένων στη δικαστική επίλυση των οικονομικών και εν γένει επαγγελματικών διαφορών τους με τον ενάγοντα, ενισχύει την έλλειψη γνώσης και δικαιολογεί την πεποίθηση ότι προασπίζουν με την άσκηση της αγωγής αυτής τα δικαιώματά τους, μολονότι ταυτόχρονα, με άλλες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχεται, ότι τα συγκεκριμένα περιστατικά είχαν ήδη γίνει αντικείμενο δικαστικής έρευνας και είχε επιβεβαιωθεί η αναλήθεια των καταγγελόμενων σε βάρος του αναιρεσείοντος αξιόποινων πράξεων, και συγκεκριμένα α) ότι η από 25.2.2003 έγκληση που υπέβαλε η πρώτη αναιρεσίβλητη, με την οποία κατήγγειλε τον αναιρεσείοντα για τέλεση υπεξαίρεσης σε βάρος της και για απάτη στο δικαστήριο, απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία με την με αριθμό 3/2003 διάταξή του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ..., η οποία επικυρώθηκε μετά την απόρριψη της ασκηθείσας προσφυγής με την με αριθμό 64/2003 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών ..., καθόσον κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ιδιοποίηση του τιμήματος από την πώληση ελαιολάδου, αλλά με το τίμημα που εισπράχθηκε εξοφλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα υποχρεώσεις της εκπροσωπούμενης από αυτόν πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας και ότι δεν αποδείχθηκε ούτε απάτη στο δικαστήριο το οποίο επιδίκασε στον αναιρεσείοντα το υπόλοιπο της αμοιβής του, για τις υπηρεσίες του ως διαχειριστή της πρώτης εναγομένης, αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι εξαπάτησε κανένα άλλο Δικαστήριο, και β) ότι επί της 6554/1998 αγωγής του αναιρεσείοντος για την αμοιβή του ως διαχειριστή της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας είχαν εκδοθεί: 1.η με αριθμό 222/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... που έκανε δεκτή την αγωγή, 2. η με αριθμό 141/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που απέρριψε τριτανακοπή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, 3. η με αριθμό 131/2001 απόφαση του Εφετείου ... που επικύρωσε την παραπάνω απόφαση, 4.η με αριθμό 61/2004 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου που απέρριψε τριτανακοπή της τρίτης αναιρεσίβλητης, 5. η με αριθμό 570/2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου που απέρριψε αίτηση αναψηλάφησης της πρώτης αναιρεσίβλητης και 6. η με αριθμό 309/2005 απόφαση του Εφετείου ..., που επικύρωσε την παραπάνω απόφαση, χωρίς περαιτέρω να παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να δικαιολογούν, καίτοι είχαν προηγηθεί οι ανωτέρω δικαστικές κρίσεις, την ύπαρξη αμφιβολιών στις αναιρεσίβλητες ως προ την ορθότητα των κρίσεων αυτών και, συνακόλουθα, την εμμονή τους στην εκ νέου δικαστική διερεύνηση των ίδιων πράξεων, με αποτέλεσμα να μη αιτιολογείται επαρκώς η ύπαρξη πεπλανημένης πεποίθησης των αναιρεσιβλήτων ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών τους κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής. Επομένως, o δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ.1 όπως ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων),κατά το πρώτο σκέλος, με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος. 7. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος με το οποίο έκρινε, ότι δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση, αναφορικά με τα αναφερόμενα στην 2846/2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3), χωρίς να ερευνηθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος τους, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, (κατά το μέρος που δέχτηκε ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της απλής δυσφήμησης κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1γ του Π.Κ., καθόσον έγινε λόγω του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος των αναιρεσιβλήτων για την προάσπιση των συμφερόντων τους και δεν έγινε με σκοπό εξύβρισης του αναιρεσείοντος κατ'αρθ.367 παρ.2β ΠΚ), πλημμέλειες από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναίρεσης. Οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτόν, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 149/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής .. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτόν. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ