Αριθμός 916/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ........, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βουβάκη, περί αναιρέσεως της 24943/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1204/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ.2 εδ. γ, πρέπει δε, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει στην δήλωσή του την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του. Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου να δεχθεί την εκπροσώπηση αυτού από συνήγορο, όπως ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 ΚΠΔ, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, η άρνηση δε του Δικαστηρίου να δεχθεί την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου, κατά παράβαση της διατάξεως αυτής, συνεπάγεται ακυρότητα (171 παρ. 1 εδ. δ ΚΠΔ), που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, με την 525/2004 απόφασή του, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (που δίκασε στην μεταβατική του έδρα στη Νέα Ιωνία Αττικής), κήρυξε ένοχο τον (απόντα) κατηγορούμενο-και ήδη αναιρεσείοντα, διότι ως εργοδότης και διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "ΙΜΠΕRIAL CLOTHING ΕΠΕ", δεν κατέβαλε οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές προς το ΙΚΑ, συνολικού ύψους 33.844,99 ευρώ (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/67, σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ. 1 του ΠΚ και 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν. 2113/52) και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ ημερησίως, καθώς και συνολική χρηματική ποινή 1.500 ευρώ. Κατά της αποφάσεως εκείνης ο ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση, κατά την γενομένη συζήτηση της οποίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, του επετράπη να παραστεί διά πληρεξουσίου, δυνάμει της από 31/1/206 εξουσιοδοτήσεως, ο οποίος (πληρεξούσιος) προέβαλε τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του, μεταξύ των οποίων, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν εν τοις πράγμασι εργοδότης και διαχειριστής της πιο πάνω ΕΠΕ, διότι κατά το διάστημα εκείνο ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ανέβαλε την υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις, με την 7374/2006 απόφασή του, προκειμένου να προσκομισθεί από τον αναιρεσείοντα βεβαίωση περί ναυτολογήσεώς του κατά το εν λόγω διάστημα. Κατά την μετ' αναβολή συζήτηση της υποθέσέως, ο αναιρεσείων ζήτησε να του επιτραπεί και πάλι η διά του ίδιου πληρεξουσίου παράσταση, δυνάμει της από 31/1/206 εξουσιοδοτήσεως. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, όμως απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος κατηγορουμένου να εκπροσωπηθεί, κατά το άρθρο 340 ΚΠΔ, με την αιτιολογία ότι "η από 30-1-2006 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου, που αναγνώσθηκε, με την οποία διορίζει συνηγόρους για να τον εκπροσωπήσουν στην παρούσα δίκη, δεν αναφέρει καθόλου την διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου και συνεπώς είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη" (δηλαδή του άρθρου 340 παρ. 2 του ΚΠΔ, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει). Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δίκασε τον κατηγορούμενο "σαν να ήταν παρών", με την αιτιολογία ότι "από την 7374/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος παρέστη δια πληρεξουσίου κατά τη δικάσιμο της 1-2-2000, οπότε και η υπόθεση ανεβλήθη σε ρητή δικάσιμο, για κρείσσονες αποδείξεις για σήμερα". Η αιτιολογία, όμως αυτή της αποφάσεως δεν είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο, καθόσον είναι ελλιπής και ασαφής. Ειδικότερα, δεν καθίσταται σαφές, αν η μνημονευόμενη τόσο στην αρχική 7374/2006 (αναβλητική) απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, όσο και στην προσβαλλόμενη 24943/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, από 30-1-2006 εξουσιοδότηση του ήδη αναιρεσείοντος, για την εκπροσώπησή του διά πληρεξουσίου, είναι η ίδια, ή διαφορετική κατά το περιεχόμενό της. Στην περίπτωση δε κατά την οποία η εξουσιοδότηση που προσκομίσθηκε κατά τη συνεδρίαση κατά την οποία εκδόθηκε η 7374/06 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου και αφορούσε την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου στην εκδικαζόμενη υπόθεση (και όχι μόνο κατά συγκεκριμένη δικάσιμο), ήταν νομότυπη και σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος νομίμως παραστάθηκε διά πληρεξουσίου και κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της υποθέσεως. Αν όμως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διαπίστωσε κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο ότι η εξουσιοδότηση που προσκομίσθηκε ήταν μεν η ίδια με εκείνη που είχε δεχθεί προηγουμένως, ως νομότυπη, πλην όμως διαπίστωσε, εκ των υστέρων, ότι αυτή είχε τις αναφερόμενες πιο πάνω ελλείψεις που την καθιστούσαν απαράδεκτη, έπρεπε να προβεί κατά τρόπο σαφή στην ανάκληση της προηγούμενης αποφάσεώς του, ως προπαρασκευαστικής (άρθρο 548 εδ. β ΚΠΔ). Είναι όμως προφανές ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ανάκληση αυτή θα καθιστούσε μη νομότυπη την παράσταση διά πληρεξουσίου του κατηγορουμένου και κατά τη συνεδρίαση επί της οποίας εκδόθηκε η 7374/2006 (αναβλητική) απόφαση. Εντούτοις, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δίκασε τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα "σαν να ήταν παρών", δεχόμενο ότι αυτός είχε παραστεί (προφανώς νομοτύπως) διά πληρεξουσίου κατά τη δικάσιμο 1-2-2006, όταν η υπόθεση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο (στις 6/4/2006) και συνεπώς, δεν απαιτείτο νέα κλήτευση αυτού. Ενόψει αυτών, ο διαλαμβανόμενος στην υπό κρίση αίτηση, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 511 εδ.α ΚΠΔ), είναι βάσιμος, και πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 24943/6-4-2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ