Αριθμός 297/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ξ. Ε. - M. C. A..E..", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Ξ., Τ. Κ. Ε. Ε. Α. Ε.", που εδρεύει στα ….και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ξ. Τ. Ε. Κ. Α..Ε..", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Ξ. Τ. Ο. Κ. Ε. Α. «Ε., που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Τ. & Ξ. Ε. Π. Α..Ε..", που εδρεύει ….και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ξ. Κ. Τ. Ε. Κ.. Μ. Α..Ε..", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ελένη Κοσσένα και Γεώργιο Ορφανίδη και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α. Ε. Ξ. Κ. Τ. «Ε., που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Τριανταφυλλάκη, Γεώργιο Γεωργιάδη, Ιωάννη Λιναρίτη και Σπυρίδωνα Τσαντίνη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3272/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17/12/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 3272/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα, αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε η δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 931/2019, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 1266/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 ΑΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι λογιστικές εγγραφές στα βιβλία της αναιρεσίβλητης δεν συνιστούν πραγματική συναλλαγή και ότι ακόμη και αν οι εγγραφές αυτές στο σύνολό τους ή μερικές εξ αυτών απεικονίζουν πραγματικές συναλλαγές, δεν αποδεικνύεται ότι οι καταβολές έγιναν δυνάμει άτυπων συμβάσεων δανείου, απορρίπτοντας τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειουσών για κατάρτιση συμβάσεων δανείου και αξίωση αποδόσεως του ποσού αυτών. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Όσον αφορά τις λογιστικές εγγραφές που αφορούν αμφότερες τις εναγόμενες εταιρείες και που κατά τους ισχυρισμούς των εναγουσών δημιουργούν υποχρέωση σε βάρος τους από συμβάσεις δανείου, συνολικού ύψους 15.009.495,64 ευρώ, προέκυψε ότι ποσό συνολικού ύψους 8.962.184,82 ευρώ έχει εγγραφεί άνευ οποιουδήποτε λογιστικού στοιχείου (παραστατικού) και έχει καταχωρηθεί ως εγγραφή τακτοποίησης, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν συνιστά πραγματική συναλλαγή, πολλώ δε μάλλον δάνειο, αλλά αυθαίρετη ενέργεια υπό τις οδηγίες του Κ. Μ. και συστηματική πρακτική που λαμβάνει χώρα κατά ή περί την 31 Δεκεμβρίου κάθε χρήσης με σκοπό τον μηδενισμό των υπολοίπων από πραγματικές συναλλαγές. Το υπόλοιπο ποσό συνολικού ύψους 6.047.310,82 ευρώ έχει εγγραφεί βάσει ελλιπών εντοπισθέντων λογιστικών στοιχείων (βλ. από Ιούνιο 2018 έκθεση του ορκωτού ελεγκτή λογιστή Π. Κ.), γεγονός που δημιουργεί ομοίως αμφιβολία για το αν απεικονίζονται πραγματικές συναλλαγές. Ακόμα όμως και αν οι εγγραφές αυτές, στο σύνολό τους ή μερικές εξ αυτών, απεικονίζουν πραγματικές συναλλαγές, όπως ισχυρίζονται οι ενάγουσες, ουδόλως αποδεικνύεται ότι οι σχετικές καταβολές στις εναγόμενες έγιναν δυνάμει ατύπων συμβάσεων δανείου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε το έτερο ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως δανείου, ήτοι η συμφωνία περί αποδόσεως του δανείου, σε χρονικό σημείο που θα επέλεγε ο Κ. Μ., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγουσες..... Στην κρίση του αυτή, ότι δεν συνήφθη σύμβαση δανείου, το δικαστήριο οδηγήθηκε εκτός των άλλων και από τη σαφή διατύπωση της διάταξης της από 10-9-2012 διαθήκης του Κ Μ. που αναφέρεται σε επιχορήγηση, ήτοι με την έννοια της οικονομικής ενισχύσεως χωρίς αντάλλαγμα των ξενοδοχείων της Ε. Λ. και όχι σε δάνειο. Συγκεκριμένα αναφέρει επί λέξει "αν τα ξενοδοχεία G. S. και S. δεν έχουν κέρδη θα επιχορηγούνται από την εταιρεία Φ. προκειμένου να λειτουργούν ομαλά". Κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, η Ε. Λ. κατείχε το 5,70% των μετοχών της εταιρείας αυτής (Φ.), ενώ το 94,30% ανήκε στον υιό του Κ. Μ., Σ. Μ., στα συμφέροντα του οποίου ανήκουν σήμερα άπασες οι ενάγουσες, γεγονός που αποδεικνύει ότι σε κάθε περίπτωση πρόθεση του Κ. Μ. ήταν όχι η σύναψη συμβάσεως δανείου, αλλά δωρεάς". Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 806, 807 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι επίμαχες λογιστικές εγγραφές δεν απεικονίζουν πραγματικές συναλλαγές και μάλιστα συμβάσεις δανείου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, ποσό συνολικού ύψους 8.962.184,82 ευρώ έχει εγγραφεί άνευ οποιουδήποτε λογιστικού στοιχείου- παραστατικού και έχει καταχωρηθεί ως εγγραφή τακτοποιήσεως, που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν συνιστά πραγματική συναλλαγή και μάλιστα δάνειο, αλλά αυθαίρετη ενέργεια υπό τις οδηγίες του Κ. Μ. και συστηματική πρακτική που λάμβανε χώρα στο τέλος κάθε χρήσεως με σκοπό τον μηδενισμό των υπολοίπων από πραγματικές συναλλαγές, ενώ το υπόλοιπο ποσό ύψους 6.047.310,82 ευρώ έχει εγγραφεί βάσει ελλιπών λογιστικών στοιχείων, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολία για το αν απεικονίζονται πραγματικές συναλλαγές. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το παραδεκτό λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναιρέσεως αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 420/2017). Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (AΠ860/2022, ΑΠ 483/2022, ΑΠ61/2020 , ΑΠ 997/2019). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έχει ανεπαρκή αιτιολογία με την ενδοιαστική παραδοχή ότι και αν ακόμη οι λογιστικές εγγραφές στο σύνολό τους ή μερικές εξ αυτών απεικονίζουν πραγματικές συναλλαγές, δεν αποδεικνύεται ότι οι σχετικές καταβολές έγιναν δυνάμει άτυπων συμβάσεων δανείου, αφού δεν υπήρχε συμφωνία για απόδοση του δανείου. Ο λόγος αυτός με τον οποίο πλήττεται η δεύτερη-επικουρική-πλεοναστική αιτιολογία της αποφάσεως ότι <ακόμα και αν οι εγγραφές αυτές στο σύνολό τους ή μερικές εξ αυτών απεικονίζουν πραγματικές συναλλαγές, ουδόλως αποδεικνύεται ότι οι σχετικές καταβολές στις εναγόμενες έγιναν δυνάμει άτυπων συμβάσεων δανείου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε η συμφωνία περί αποδόσεως του δανείου σε χρονικό σημείο που θα επέλεγε ο Κ.Μ., η οποία στηρίζει το ίδιο απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλομένης, αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απαράδεκτος, διότι η απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης κατ'ουσίαν αυτοτελώς στηρίζεται στην προεκτεθείσα κύρια αιτιολογία, για την οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, μετά την απόρριψη ως αβασίμου του συναφούς πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος του. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 444 παρ. 1 περ. α, β και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, τα νομοτύπως τηρούμενα από τους εμπόρους εμπορικά βιβλία αποτελούν, μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεωμένων να τηρούν όμοια βιβλία, πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σ' αυτά, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτιμήσεώς του (ΑΠ 907/2006, ΑΠ 419/2004). Ούτε, δε, ιδρύει το λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση, ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπομένων αμέσως από το νόμο επωνύμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου (άρθρο 339 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής του αποδεικτικού πορίσματος, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί και αμέσως από τα δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1078/2017, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 816/2013, ΑΠ 168/2015). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση, ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και, ειδικότερα, δεν δέχθηκε, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 448 ΚΠολΔ, την, έναντι όλων (συμπεριλαμβανομένης και της αναιρεσίβλητης), πλήρη απόδειξη των λογιστικών εγγραφών, που διαλαμβάνονται στα βιβλία των διαδίκων εταιρειών, για τις γενόμενες χρηματικές καταβολές εκ μέρους τους προς την αναιρεσίβλητη, την ημερομηνία, την αιτία και το ύψος των χρηματικών ποσών. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Μια γνήσια ενδοομιλική συναλλαγή δανεισμού θα έπρεπε να έχει το λιγότερο τα εξής χαρακτηριστικά: έγγραφη σύμβαση ή έστω άλλα άτυπα τεκμήρια που υποστηρίζουν τον δανεισμό και περιγράφουν τους κρίσιμους όρους (ημερομηνία, κεφάλαιο, διάρκεια, επιτόκιο), χρέωση και λογιστικοποίηση τόκων, έστω και μηδενικού ύψους, να υποστηρίζεται από πίνακα συναλλαγών υποβληθέντα στις αρμόδιες αρχές, καθώς να υπάρχει φάκελος τεκμηρίωσης που να τεκμηριώνει την τιμολόγηση του επιβληθέντος επιτοκίου σε εκάστη τέτοια συναλλαγή. Τίποτα από τα ανωτέρω όμως δεν βρέθηκε στα λογιστήρια των εναγομένων εταιρειών, ούτε άλλωστε προσκομίζονται ούτε τα επικαλούνται οι ενάγουσες εταιρείες. Πέραν των ανωτέρω, οι λογιστικές εγγραφές που επικαλούνται οι ενάγουσες στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις των διαδίκων εταιρειών δεν αποδεικνύουν από μόνες τους πραγματική συναλλαγή και δη καταβολή των επίδικων χρηματικών ποσών στις εναγόμενες, πράγμα απαραίτητο για την κατάρτιση της συγκεκριμένης σύμβασης, με την έννοια ότι απαραίτητο εννοιολογικό στοιχείο της αποτελεί η μεταβίβαση της κυριότητας του αντικειμένου της σύμβασης στον δανειολήπτη. Η πράξη της λογιστικής εγγραφής δεν δύναται να συνιστά οικονομική αναγνώριση υπάρξεως σχετικού χρέους ή οφειλής χωρίς την τεκμηρίωση της υπάρξεως σχετικής συναλλαγής εκ της οποίας η οφειλή αυτή απορρέει... Συγκεκριμένα προέκυψε ότι ποσό ύψους.... έχει εγγραφεί άνευ οποιουδήποτε λογιστικού στοιχείου-παραστατικού και έχει καταχωρηθεί ως εγγραφή τακτοποίησης, που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν συνιστά πραγματική συναλλαγή, πολλώ δε μάλλον δάνειο.... το υπόλοιπο δε ποσό, ύψους.... έχει εγγραφεί βάσει ελλιπών εντοπισθέντων λογιστικών στοιχείων που δημιουργεί αμφιβολία για το αν απεικονίζονται πραγματικές συναλλαγές....> . Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει η μη κατάρτιση συμβάσεων δανείου, τις οποίες οι αναιρεσείουσες επικαλούνται μεν ότι καταρτίστηκαν, δεν αποδεικνύουν όμως ότι αυτές έχουν εγγραφεί στα βιβλία των διαδίκων εταιρειών με τον απαιτούμενο προσδιορισμό (είδος συναλλαγής, ημερομηνία, κεφάλαιο, διάρκεια, επιτόκιο), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος για πλήρη απόδειξη των εγγραφών στα ως άνω βιβλία, την οποία ορθώς δεν δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αρκεσθείσα στη μη απόδειξη των συμβάσεων δανείου εκ των προσκομισθέντων λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ87/2013, ΑΠ94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/ 2008, ΑΠ 141/2006). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 358/2017, ΑΠ 639/2016, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 625/2008). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι πρόθεση του Κ. Μ. ήταν όχι η σύναψη συμβάσεως δανείου αλλά δωρεάς, ο οποίος δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί " πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής που έχει ως βάση τη σύμβαση δανείου και επιπλέον, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρόκειται για συμπέρασμα του δικαστηρίου, στο οποίο κατέληξε μετά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 ΑΚ, δεχόμενο ότι δεν συνήφθησαν οι επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες συμβάσεις δανείου, γιατί οι μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά των γνήσιων ενδοομιλικών συναλλαγών δανεισμού. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806, 807 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, οι λογιστικές εγγραφές στις οικονομικές καταστάσεις των διαδίκων εταιρειών δεν απεικονίζουν πραγματικές συναλλαγές, είτε διότι έχουν εγγραφεί άνευ οποιουδήποτε λογιστικού στοιχείου και έχουν καταχωρηθεί ως εγγραφές τακτοποιήσεως είτε έχουν εγγραφεί βάσει ελλιπών λογιστικών στοιχείων, αλλά και αν ακόμη οι εγγραφές αυτές στο σύνολό τους ή μερικές εξ αυτών απεικονίζουν πραγματικές συναλλαγές δεν αποδεικνύεται ότι οι σχετικές καταβολές στις εναγόμενες έγιναν δυνάμει άτυπων συμβάσεων δανείου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε η συμφωνία περί αποδόσεως του δανείου, σε χρονικό σημείο που θα επέλεγε ο Κ. Μ.. Περαιτέρω, η κρίση του Εφετείου ότι < μια γνήσια ενδοομιλική συναλλαγή δανεισμού θα έπρεπε να έχει τα εξής χαρακτηριστικά : έγγραφη σύμβαση ή έστω άλλα άτυπα τεκμήρια που υποστηρίζουν τον δανεισμό και περιγράφουν τους κρίσιμους όρους (ημερομηνία, κεφάλαιο, διάρκεια, επιτόκιο), χρέωση και λογιστικοποίηση τόκων, να υποστηρίζεται από πίνακα συναλλαγών υποβληθέντα στις αρμόδιες αρχές, καθώς να υπάρχει φάκελος τεκμηριώσεως που να τεκμηριώνει την τιμολόγηση του επιβληθέντος επιτοκίου σε εκάστη συναλλαγή, τίποτα από τα ανωτέρω όμως δεν βρέθηκε στα λογιστήρια των εταιρειών ούτε άλλωστε προσκομίζονται ούτε τα επικαλούνται οι ενάγουσες εταιρείες" συνιστά επιχείρημα του δικαστηρίου που σχετίζεται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστά παραδοχή διαμορφωτική του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια αιτιολογίας. Επομένως, ο ως άνω τέταρτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και απαράδεκτος ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 19. Με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο, κατά τα λοιπά σκέλη του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο α) με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι επίδικες λογιστικές εγγραφές ήταν εγγραφές τακτοποίησης, με σκοπό τον μηδενισμό των υπολοίπων από πραγματικές συναλλαγές, ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε το έτερο ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως δανείου, ήτοι η συμφωνία περί αποδόσεως του δανείου, σε χρονικό σημείο που θα επέλεγε ο Κ. Μ. και ότι η πρόθεση του τελευταίου ήταν όχι η σύναψη δανείου αλλά δωρεάς προς την Ε. Λ. και β) προκειμένου να αιτιολογήσει το αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το ζήτημα της μη συνάψεως δανείου, διέλαβε στην απόφαση τα επιχειρήματα ότι η πράξη της λογιστικής εγγραφής δεν δύναται να συνιστά οικονομική αναγνώριση χρέους ή οφειλής, το ποσό των 6.047.310,82 ευρώ έχει εγγραφεί βάσει ελλιπών λογιστικών στοιχείων που δημιουργεί αμφιβολία για το αν απεικονίζονται πραγματικές συναλλαγές, ότι δεν θα ήταν λογικό ο Κ. Μ. να απαιτήσει από την Ε. Λ. την επιστροφή χρημάτων, δεν στέκει στη λογική η θέλησή του να ήταν η σύναψη δανείου με τις εναγόμενες εταιρείες, αν η πραγματική βούλησή του ήταν να αποδώσουν οι εναγόμενες οποιοδήποτε ποσό στις ενάγουσες αυτός θα είχε φροντίσει να καταστήσει γνωστή τη θέλησή του, είτε με τις διαθήκες του, είτε με άλλα έγγραφα, είτε καταρτίζοντας έγγραφες συμβάσεις δανείων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, αφενός διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας των ανεπαρκών αιτιολογιών, πλήττει την περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη, αφετέρου διότι τα ως άνω επιχειρήματα του δικαστηρίου σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια. Με το επικουρικό σκέλος του τέταρτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε α) τις διατάξεις των άρθρων 34 και 70 ΑΚ, δεχόμενο ότι ο Κ. Μ. ταυτίζεται με τις ενάγουσες εταιρείες και η Ε. Λ. με την εναγομένη εταιρεία, παραγνωρίζοντας ότι οι εταιρείες είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε σχέση με τα φυσικά πρόσωπα που εκάστοτε τις αποτελούν και ότι οι συμφωνίες, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές ασκούνται και αφορούν τις ίδιες και όχι τους εκάστοτε μετόχους και β) τις διατάξεις των άρθρων 1 και 86 Ν 4548/2018, δεχόμενο ότι μεταξύ των εναγουσών και των εναγομένων ανωνύμων εταιρειών καταρτίσθηκε σύμβαση δωρεάς. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις ως άνω επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες διατάξεις, τις οποίες, όμως, δεν εφάρμοσε, αλλά εφάρμοσε εκείνες των άρθρων 806, 807 ΑΚ, οι οποίες και ήταν εφαρμοστέες, αφού η βάση της ένδικης αγωγής ήταν από τη σύμβαση δανείου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1076/2012, ΑΠ 858/2011). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απ' αυτά δε παρέπεται ότι για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει τα αποδεικτικά μέσα να είναι χρήσιμα για την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, που επιδρά δηλ. στο διατακτικό της αποφάσεως. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή. Δεν θεμελιώνεται, όμως ο σχετικός λόγος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 297/2019, ΑΠ1829/2017, ΑΠ 867/2011). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 514/2018, ΑΠ961/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης για την ύπαρξη χρέους που αποτελεί η εγγραφή των επίδικων κονδυλίων στα βιβλία της και η αναγραφή του σχετικού χρέους στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις των εναγομένων εταιρειών, οι οποίες συντάχθηκαν από το διοικητικό συμβούλιό τους, εγκρίθηκαν από την τακτική γενική συνέλευση και δημοσιεύθηκαν στο γενικό εμπορικό μητρώο και β) την εξώδικη ομολογία της Ε. Λ. που περιέχεται στα υπ'αριθ.... συμβόλαια, με τα οποία απέκτησε την επικαρπία του συνόλου των μετοχών της αναιρεσίβλητης, στα οποία δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα βιβλία των εταιρειών (και της Φ.) και την οικονομική τους κατάσταση και κάθε έγγραφο που αφορά τις ως άνω ανώνυμες εταιρείες, τα οποία και αποδέχεται, αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους της συνάψεως συμβάσεων δανείου και της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης προς απόδοσή του. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και " από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι ενάγουσες και η εναγομένη, λαμβανομένων υπόψη των μαρτυρικών καταθέσεων που περιέχονται σ'αυτές για την απόδειξη της συμβάσεως δανείου, αν και το ποσό αυτού υπερβαίνει τις 5.900 ευρώ, επειδή υπήρχε ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου, λόγω, αφενός της ουσιαστικής διοικήσεως όλων των διαδίκων εταιρειών από των Κ. Μ. και αφετέρου της στενής σχέσεως που υπήρχε μεταξύ του Κ. Μ. και της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου των εναγομένων εταιρειών, γεγονότα που συνομολογούνται από τις διαδίκους ", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία προκύπτει, κατά την αιτίαση των αναιρεσειουσών, εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης και κατέληξε από την αξιολόγηση αυτών των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό. Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚπολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) τις τεχνικές εκθέσεις των οικονομικοελεγκτικών εταιρειών D., Κ. Σύμβουλοι Μονοπρόσωπη και G. T., την έκθεση του τεχνικού συμβούλου Κ.. Κ. και του ορκωτού ελεγκτή Π..Β., που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι οι επίδικες συναλλαγές ήταν πραγματικές και ότι η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς τις αναιρεσείουσες είναι συνολικού ποσού 14.556.125 ευρώ, β) τα από 30-4-2015, 4-5-2016 και 30-6-2017 αποδεικτικά υποβολής ενδοομιλικών συναλλαγών στην φορολογική αρχή, καθώς και τις δηλώσεις αποδόσεως τελών χαρτοσήμου συμβάσεων δανείων-ταμειακών διευκολύνσεων, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα προς απόδειξη της τηρήσεως της τυπικότητας των ενδοομιλικών συναλλαγών και κατ'επέκταση της καταρτίσεως των άτυπων συμβάσεων δανείων. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν νόμιμα μετ'επικλήσεως, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν αξιολογεί και δεν αντικρούει την διαπίστωση του ορκωτού ελεγκτή Απ.Ρεφενέ, που περιέχεται στην ιδιωτική γνωμοδότησή του, που προσκομίστηκε από την αναιρεσίβλητη, ότι από τις λογιστικές εγγραφές ποσό 5.466.388 ευρώ θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τεκμηριωμένη λογιστική εγγραφή. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ανάγεται σε ελλείψεις που αφορούν στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, οι οποίες, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν συνιστούν ανεπάρκεια της αιτιολογίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατετεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-12-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 3272/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ