Αριθμός 612/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σεραφείμ, για αναίρεση της υπ'αριθ.8137/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1241/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Εξάλλου η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από τις διατάξεις 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει, εφόσον έχει προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ. Όταν, όμως, ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην απόφαση του, της οποίας η κύρια αιτιολογία για την ενοχή εμπεριέχει από τα πράγματα αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με την τέλεση από τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι αυτοκινητιστής με έδρα την Κόρινθο. Είναι ιδιοκτήτης του ... ΔΧ φορτηγού αυτοκινήτου με το οποίο αναλαμβάνει τη μεταφορά διαφόρων φορτίων από τόπο σε τόπο. Στις 8-3-2004 ο κατηγορούμενος μετέφερε και παρέδωσε στις αποθήκες της εταιρείας με την επωνυμία "SCHENKER AE" η οποία είναι μεταφορική εταιρεία, οι οποίες βρίσκοντα στο 48ο χιλιόμεντρο της Ε.Ο Αθηνών-Λαμίας στην Αυλώνα, 6 παλέτες των 92 χαρτοκιβωτίων. Οι παλέτες αυτές συνοδεύοντο από το 503/5-3-2004 πλαστό δελτίο αποστολής της εταιρείας με την επωνυμία ΣΜΑΣ ΕΠΕ η οποία εφέρετο ως εισαγωγική-εξαγωγική εταιρεία εσωρούχων και ενδυμάτων και κατά το δελτίο αυτό έπρεπε να περιέχουν 2820 τεμάχια γυναικείων εσωρούχων. Οι παλέτες αυτές παραδόθηκαν για να αποσταλούν στη Γερμανία. Ο κατηγορούμενος παρέδωσε κατά την εκφόρτωση και το παραπάνω δελτίο αποστολής. Οι παραδοθείσες παλέτες με τα χαρτοκιβώτια δεν φορτώθηκαν από την μεταφορική εταιρεία για μεταφορά στη Γερμανία, διότι τα κιβώτια κίνησαν υποψίες λόγω τους βάρους τους ως προς το περιεχόμενό τους, θεωρήθηκαν ύποπτα. Κλήθηκε το ΣΔΟΕ, διενεργήθηκε έλεγχος και διαπιστώθηκε ότι εντός των παλετών εκτός από τα εσώρουχα υπήρχαν και 186.960 τεμάχια τσιγάρα μάρκας SOVEREIN CLASSIC και 583.180 τεμάχια τσιγάρα μάρκας SUPER KINGS για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο κατηγορούμενος ο οποίος παρέδωσε τις παλέτες αυτές με το φορτηγό του γνώριζε την ύπαρξη του λαθραίου φορτίου που διακίνησε. Ο ισχυρισμός του, τον οποίο υποστήριξε και ο μάρτυρας υπεράσπισης υιός του, ότι του παρέδωσε το εμπόρευμα αυτό ένας άγνωστος σ' αυτόν οδηγός φορτηγού, ο οποίος του είπε ότι το φορτηγό του είχε πάθει βλάβη και το οποίο ήταν ακινητοποιημένο κοντά στο σταθμό Πελοποννήσου, δεν κρίνεται πειστικός, διότι δεν είναι δυνατόν να εμπιστευθεί αυτός την μεταφορά φορτίου αγνώστου χωρίς να έχει κρατήσει ούτε τα στοιχεία του άγνωστου οδηγού αλλά και του αυτοκινήτου από το οποίο τα μεταφόρτωσε όπως ισχυρίζεται. ...Υποστήριξε ο κατηγορούμενος για να δικαιολογήσει ότι δεν είχε καμία γνώση για τη μεταφορά και το περιεχόμενο που μετέφερε ότι ο άγνωστος οδηγός του υπέδειξε τον τόπο στον οποίο έπρεπε να μεταφερθεί το εμπόρευμα και ότι ο ίδιος πρώτη φορά μετέβη εκεί. Όμως όπως προκύπτει από τις αναγνωσθείσες χειρόγραφες καταχωρήσεις των φυλάκων των εισερχομένων στην μεταφορική εταιρεία αυτοκινήτων, το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου είχε μεταβεί και άλλη φορά στην εταιρεία αυτή δηλαδή στις 16-2-2004. Ενισχυτικό του ότι αυτός μετέφερε το φορτίο που εκφόρτωσε στην εταιρεία, γνωρίζοντας τι μετέφερε, συνάγεται και από το ότι δεν εξέδωσε φορτωτική για την μεταφορά του. Δεν μπορεί δε να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του ότι ήθελε να εξοικονομήσει το ποσό των 20 ευρώ που θα κατέβαλε ως ΦΠΑ διότι αφ' ενός θα μπορούσε να ζητήσει να του καταβληθεί από τον οδηγό που υποστηρίζει ότι εξυπηρέτησε, αφ' ετέρου δε, δεν είναι δυνατόν να δεχθεί να μεταφέρει ένα άγνωστο εμπόρευμα από τόσο κεντρικό σημείο της πόλης και να το μεταφέρει τόσον μακρυά, διακινδυνεύοντας αφού υπήρχε κίνδυνος να υποβληθεί σε έλεγχο και να στερείται του στοιχείου αυτού ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κήρυξε ακολούθως ένοχο τον αναιρεσείοντα τέλεσης της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας, συνιστάμενης στο ότι κατελήφθη να διακινεί μέσα σε παλέτες που περιείχαν γυναικεία εσώρουχα με σκοπό την εξαγωγή στη Γερμανία τις αναφερόμενες στο αιτιολογικό ποσότητες λαθραίων τσιγάρων τα οποία υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί οι προβλεπόμενες επιβαρύνσεις, με αποτέλεσμα, συνεπεία των παρανόμων αυτών ενεργειών του, να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους, οι οποίοι ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 86.668,93 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους προέβη στην υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 155 παρ.2ζ και 157 παρ. 1α του Ν. 2960/2001, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ως εκ τούτου οι δεύτερος, κατά ένα μέρος, και τρίτος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, η μερικότερη αιτίαση του δευτέρου αναιρετικού λόγου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ περί ελλείψεως αιτιολογίας, είναι αβάσιμη, αφού ρητά μνημονεύεται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η κρίση του δικαστηρίου για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, προέκυψε από τα κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιόν του, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης και την απολογία του αναιρεσείοντος, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της η αξιολογική συσχέτιση των μαρτυρικών καταθέσεων με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία ούτε ειδική μνεία από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Επίσης, ο αντίθετος προς τις παραδοχές της αποφάσεως ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που αποτελεί περιεχόμενο άλλης αιτιάσεως του ίδιου ως άνω λόγου, ότι δεν ήταν αυτός ο οδηγός του αυτοκινήτου που παρέδωσε στην μεταφορική εταιρεία το φορτίο με τα λαθραία τσιγάρα, ως αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός δεν είχε ανάγκη ειδικής αιτιολογήσεως, εφόσον περιέχεται αναγκαίως από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Τέλος, με τις λοιπές αιτιάσεις του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου αλλά και του πρώτου λόγου, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήσσεται η περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό, συναφώς προς την προεκτεθείσα σκέψη, οι λόγοι αυτοί κατά το οικείο μέρος τους είναι απαράδεκτοι. Κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την καταδικαστική της κρίση για την παράβαση των άρθρων 91, 106 παρ.1 και 123 παρ. 3 του Β.Δ. 13/1920 για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή 600 ευρώ. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος για την προβολή του, δεδομένου ότι η δικογραφία, κατά το σκέλος που αφορά την εν λόγω πράξη τέθηκε στο αρχείο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1β και 2 του ν.4043/2012 όπως προκύπτει αυτό από την από 19-3-2013 επισημείωση στο φάκελο της δικογραφίας του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας θεμελίωσε την καταδικαστική για την ανωτέρω πράξη κρίση του με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει τώρα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέρα των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, υπό την προϋπόθεση όμως της βασιμότητας ενός τουλάχιστον παραδεκτού λόγου αναίρεσης από αυτούς που περιοριστικά περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων επικαλείται εξάλειψη, λόγω παραγραφής, του αξιοποίνου των πλημμελημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε, δεδομένου ότι στις 5-3-2012 συμπληρώθηκε οκταετία από το χρόνο τελέσεως αυτών (5-3-2004). Ο λόγος είναι απαράδεκτος, αφού κανένας από τους προαναφερθέντες λόγους της ένδικης από 2-11-2012 αίτησης αναίρεσης δεν κρίθηκε βάσιμος, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή στα ανωτέρω το εάν ο χρόνος των οκτώ ετών της παραγραφής είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της από 2-11-2012 αιτήσεως αναιρέσεως, αρκούντος ότι κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (20-9-2011) δεν είχε συμπληρωθεί η οκταετία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2011 αίτηση του Μ. Π. του Α. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8137/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ