Αριθμός 1005/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., εως και 11)Δ. Π. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αριστείδη Καζάκο και Ανδρέα Ματθαίου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "A. B.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Λεβέντη και Γεώργιο Σπηλιόπουλο, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 469/2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 611/2022, ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης. Μάλιστα στην τελευταία περίπτωση η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του οικείου περί παραίτησης δικογράφου έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την άσκηση της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001, ΑΠ 1951/2022, ΑΠ 611/2022). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα, ενώ κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο (2) χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.. Συνεπώς η, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής η διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, είτε διότι κατά τα ήδη προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β του ΚΠολΔ (ΑΠ 1951/2022, ΑΠ 1271/2022, ΑΠ 611/2022). Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1271/2022, ΑΠ 611/2022). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 760/2022, ΑΠ 611/2022). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 28.7.2022 και με αριθ. κατάθ. 76953/132/28.7.2022 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." (με την ιδιότητα της οιονεί καθολικής διάδοχου της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. Α. Ε." κατόπιν της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στην νεοσυσταθείσα εταιρεία, με την αριθμ. …/2021 πράξη διάσπασης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Θ. Σ., που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 45089/16.4.2021 απόφαση του Τμήματος Ασφαλιστικών Ανωνύμων Εταιρειών και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. στις 16.4.2021) και κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 469/30.7.2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τις νομίμως προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες εξουσιοδοτήσεις, που ορισμένες φέρουν βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τους από δημόσια αρχή (Κ.Ε.Π.) και οι λοιπές συντάχθηκαν μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης σύμφωνα με στο άρθρο 27 του ν. 4727/2020 (Α 184), όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 25 του ν. 4934/2022 (Α 100), προκύπτει ότι όλοι οι αναιρεσείοντες, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς τους δικηγόρους Αθηνών Αριστείδη Καζάκο και Ανδρέα Ματθαίου, ενεργούντες ο καθένας ξεχωριστά ή από κοινού, να προσδιορίσουν την αίτηση αναίρεσης και να παραστούν κατά τη εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, έδωσαν εντολή να προβούν σε όλες τις νόμιμες και απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να καταθέσουν σχετική αίτηση αναίρεσης, απευθείας κατά της υπ' αριθμ. 469/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να παραιτηθούν από το δικαίωμα της άσκησης της έφεσης κατά της παραπάνω απόφασης, εγκρίνοντας με τον τρόπο αυτό τη ρητή παραίτηση με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (σελ. 50) από το δικαίωμα τους για άσκηση έφεσης κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση, που δεν αποδείχθηκε ότι έχει επιδοθεί, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ισχυρίζεται το αντίθετο, τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Συνεπώς η ένδικη από 28.7.2022 και με αριθ. κατάθ. 76953/132/28.7.2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 469/30.7.2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔ). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, επισκοπούμενα κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Με την από 16.7.2019 με αριθμ. καταθ. 64444/1650/19.7.2019 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από την Ε. Τράπεζα, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της Ε. Τράπεζας, που ολοκληρώθηκε με τη δημοσίευση της καταχώρησης στο ΦΕΚ 3931/1.7.2013 (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) της υπ' αριθμ. … /25.6.2013 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Θ. Σ., ότι όλοι τους ήταν ασφαλισμένοι στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Ε. Τράπεζας της Ελλάδος (ΤΕΑΠΕΤΕ) και ότι έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί από τη ημερομηνία αποχώρησης από την ενεργό υπηρεσία τους στον αναφερόμενο για τον καθένα από αυτούς χρόνο . Ότι ο καταστατικός σκοπός του ΤΕΑΠΕΤΕ είναι η χορήγηση σε όλους όσοι έχουν σύμβαση εργασίας με την Τράπεζα και στους δικαιοδόχους της, χρηματικών βοηθημάτων με τη μορφή μηνιαίας σύνταξης, καθώς και λοιπών, συναφών παροχών λόγω γήρατος, αναπηρίας, θανάτου ή άλλης αιτίας και κινδύνου (πέραν των παροχών που χορηγούνται από το ΙΚΑ, ως φορέα της κύριας ασφάλισης των μελών του Ταμείου), με τις προϋποθέσεις που ορίζουν η από 25-10-1948 ΣΣΕ και το καταστατικό του Ταμείου. Ότι η Ε. Τράπεζα, με την από 12-4-1995 σύμβαση-συλλογική συμφωνία ενοχικού τύπου που συνήψε με τον Σύλλογο Εργαζομένων της (Ε. Τράπεζας), εγγυήθηκε στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του ΤΕΑΠΕΤΕ, "ακόμη και σε περίπτωση ενοποιήσεως, συγχωνεύσεως, διαλύσεως ή αδυναμίας αυτού" ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του για οποιαδήποτε αιτία και ότι οι συμβαλλόμενοι στην εν λόγω ΣΣΕ και στις συλλογικές συμφωνίες που ακολούθησαν, είχαν παραιτηθεί αμοιβαίως από το δικαίωμα να προσβάλουν τις συλλογικές συμφωνίες, για οποιαδήποτε λόγο .Ότι, παρά το γεγονός αυτό, η Ε. Τράπεζα, με την από 12-9-2005 εξώδικη δήλωση της, κατήγγειλε την από 25.10.1948 ΣΣΕ περί ιδρύσεως του ΤΕΑΠΕΤΕ, καθώς και τις μεταγενέστερες συλλογικές συμφωνίες (από 12-12-1984, 11-12-1986, 2-6-1988, 29-6-1989, 12-9-1990, 25-2-1991, 12-4-1995, 28-12-1995 και 8-7-1996) περί τροποποιήσεως του καταστατικού του Ταμείου, επικαλούμενη, γενικώς, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του ν. 3371/2005. Ότι με την υπ' αριθμ. 9/2012 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου λύθηκε η διαφορά που είχε ως αντικείμενο τη νομιμότητα της ως άνω καταγγελίας. Ότι με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.1 του ν. 3455/2006 ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του ΤΕΑΠΕΤΕ υπάγονται υποχρεωτικά στο ΕΤΕΑΜ και στο ΕΤΑΤ. Ότι η από 12-4-1995 σύμβαση, αποτελεί συλλογική συμφωνία ενοχικού τύπου, της Ε. Τράπεζας με τον Σύλλογο Εργαζομένων και μάλιστα γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων, κατά το άρθρο 411 ΑΚ και συνεπώς η ευθύνη της Ε. Τράπεζας και άρα και της εναγόμενης τράπεζας, ως διαδόχου αυτής, όπως αυτή προκύπτει από την εν λόγω συμφωνία, δεν είναι απλά ευθύνη εγγυητή, αλλά ευθύνη οφειλέτη των καταστατικών παροχών του ΤΕΑΠΕΤΕ από την ημεροχρονολογία της συμφωνίας και εξής και ότι, ως εκ τούτου, αυτοί (ενάγοντες) απέκτησαν άμεσο ενοχικό δικαίωμα να απαιτήσουν τις ως άνω παροχές από την Τράπεζα, εφόσον οι παροχές της ως άνω υποσχεθείσας τράπεζας εξυπηρετούν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το συμφέρον αυτών. Ότι η ως άνω από 12.9.2005 καταγγελία της από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας εκ μέρους της Ε. Τράπεζας δεν μπορεί να προβληθεί έναντι αυτών, ως ασφαλισμένων στο ΤΕΑΠΕΤΕ και δικαιούχων των καταστατικών παροχών. Ότι επικουρικά η εναγόμενη, ως καθολική διάδοχος της πρώην Ε. Τράπεζας, υποχρεούται να τους αποδώσει τον πλουτισμό που αποκόμισε από την περιουσία ή με ζημιά τους. Ότι ειδικότερα με την ως άνω από 12.4.1995 σύμβαση μεταξύ της Ε. Τραπέζης και του Συλλόγου των Εργαζομένων της η τράπεζα ανέλαβε να καταβάλει τις καταστατικές παροχές των μελών του ΤΑΕΠΕΤΕ με την πλήρωση των προϋποθέσεων, που θέτει το καταστατικό και ότι οι ως άνω υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ε. Τράπεζα μεταφέρθηκαν, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 178/2002, στη διάδοχό της, εναγόμενη τράπεζα, ότι ειδικότερα η περιουσιακή ωφέλεια της τράπεζας συνίσταται στη διαφορά του ποσού που όφειλε να καταβάλει στο σύνολο των ασφαλισμένων του ΤΕΑΠΕΤΕ μετ' αφαίρεση του ποσού που κλήθηκε να καταβάλει με βάση τους ορισμούς του ν. 3371/2005 στους διαδόχους του ΤΕΑΠΕΤΕ κρατικούς φορείς, προκειμένου να απαλλαγεί από τις υπόλοιπες οφειλές προς τους ασφαλισμένους της, όπως πιστοποιείται από την επισυναπτόμενη σ'αυτή (αγωγή) αναλογιστική μελέτη, η οποία (ωφέλεια) προήλθε από την περιουσία τους ή επί ζημία τους λόγω της καταβολής σ'αυτούς εκ μέρους των κρατικών φορέων συνταξιοδοτικών παροχών σημαντικά μικρότερων από αυτές που θα ελάμβαναν από το ΤΕΑΠΕΤΕ, αν η τράπεζα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της προς αυτούς και ότι η ως άνω ex lege μερική απαλλαγή της τράπεζας από τις υποχρεώσεις της για καταβολή των καταστατικών παροχών και ο εξ αυτής πλουτισμός της τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα σ' αυτούς ζημία και χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία. Με βάση τα παραπάνω, οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης Τράπεζας να τους καταβάλλει κατά την κυρία βάση της, από την από 12.4.1995 σύμβαση της Ε. Τράπεζας με το Σύλλογο Εργαζομένων της Ε. Τράπεζας, ως γνήσια σύμβαση υπέρ όλων των ασφαλισμένων μελών του ΤΕΑΠΕΤΕ και κατά την επικουρική της βάση από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, τη διαφορά μεταξύ των συνταξιοδοτικών παροχών που έλαβαν το χρονικό διάστημα από 1.6.2016 έως 31.12.2018 από τους κρατικούς ασφαλιστικούς φορείς, μετά τη μείωση αυτών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4387/2016 και των παροχών που θα ελάμβαναν το ίδιο χρονικό διάστημα από το ΤΕΑΠΕΤΕ και που ανέρχεται στα αναγραφόμενα για έκαστο από αυτούς ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 469/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Στο άρθρο 22 του Συντάγματος ορίζεται στην παρ. 2 ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία" και στην παρ. 5 ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει". Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας. Με τη δεύτερη διάταξη, από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κ.α. και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά". Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη". Όμως, και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών". Πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί, μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ), διότι τέτοιους, ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946 (Α 75) με την οποία ορίζεται ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισις των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται.....να συστήσει εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν... σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' απαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων" (OλΑΠ 9/2012, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ1243/2019). Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (OλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1244/2019, ΑΠ 1330/2018). Συνακόλουθα το συσταθέν κατά το έτος 1948, δυνάμει της από 25-10-1948 Σ.Σ.Ε. μεταξύ της Ε. Τραπέζης και του Συλλόγου Εργαζομένων σ' αυτήν "ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Ε. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Τ.Ε.Α.Π.Ε.Τ.Ε.)", ως ειδικός λογαριασμός (που έχει χαρακτηρισθεί ως νομικό "μόρφωμα", διότι ούτε νομική προσωπικότητα ούτε την ικανότητα να είναι διάδικος απέκτησε ποτέ), λειτούργησε και παρέσχε υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση στο πλαίσιο της … Τράπεζας, προς όλους τους εργαζόμενους σ' αυτήν, είτε ήσαν μέλη του Συλλόγου των υπαλλήλων της είτε όχι αντιμετωπιζόμενος πάντοτε, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορέας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογος προς τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΣτΕ 2197 ως 2202/2010). Περαιτέρω, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις" (Α 178), επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να μην υπολείπεται της κρατικής μέριμνας για τις άλλες κατηγορίες εργαζομένων. Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64) με τίτλο κεφαλαίου "ΘΕΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ". Ειδικότερα α) με το άρθρο 58 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Στην ασφάλιση του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.) υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια και διέπονται από τη νομοθεσία του: α) οι προσλαμβανόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α') από 1.1.2005, β) οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 62", β) με το άρθρο 60 ορίζεται ότι "Ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΠΑΛΛΗΛΩΝ", αποκαλούμενο εφεξής χάριν συντομίας "Ε.Τ.Α.Τ.". Το Ε.Τ.Α.Τ. τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και έχει έδρα την Αθήνα. Η έναρξη λειτουργίας του Ε.Τ.Α.Τ. ορίζεται την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου", γ) με το άρθρο 61 ορίζεται ότι "Σκοπός του Ε.Τ.Α.Τ. είναι: α) Η καταβολή της διαφοράς των ποσών συντάξεων που προκύπτουν από τον υπολογισμό της σύνταξης βάσει των καταστατικών διατάξεων του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. και των καταστατικών διατάξεων των οικείων επικουρικών ταμείων ή κλάδων ή λογαριασμών ή ενώσεων προσώπων του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992....β)....γ)...., δ) Η είσπραξη των εισφορών εργαζόμενου και εργοδότη. ε) Η απονομή των συντάξεων που δικαιούται το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων από το Ε.Τ.Α.Τ., στ)....ζ)...." και δ) με το άρθρο 62 παρ.1, 2 και 3 ορίζεται ότι "1. Στην ασφάλιση του Ε.Τ.Α.Τ. υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α') και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους μετά τη διάλυσή τους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από την επόμενη παράγραφο. 2. Η Υπαγωγή στο Ε.Τ.Α.Τ. πραγματοποιείται μετά από αίτημα των αρμόδιων οργάνων των ενδιαφερόμενων μερών, εργοδότη ή εργαζομένων, που υποβάλλεται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ε.Τ.Α.Τ. μετά τη διάλυση των επικουρικών ταμείων ή των κλάδων σύνταξης των ταμείων, που λειτουργούν ως Ν.Π.Ι.Δ. σωματειακής μορφής ή ειδικό λογαριασμό ή ένωση προσώπων, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά των οικείων ταμείων. Σε περίπτωση που στην ασφάλιση των επικουρικών ταμείων ή κλάδων ή ενώσεων προσώπων ή ειδικών λογαριασμών υπάγεται το προσωπικό περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι δυνατή η αποχώρηση ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων από το ταμείο προκειμένου να ενταχθούν στο Ε.Τ.Α.Τ.. Το ποσό της επιβάρυνσης του πιστωτικού ιδρύματος και του ταμείου προσδιορίζεται μετά εκπόνηση ειδικής οικονομικής μελέτης, 3. Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των εντασσόμενων ταμείων ή των κλάδων επικουρικής ασφάλισης αυτών περιέρχεται στο Ε.Τ.Α.Τ., χωρίς την καταβολή φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή άλλων προσώπων". Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλομένη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΣτΕ 2197 ως 2202/2010). Ταυτόχρονα, όμως, η παρέμβασή του υπαγορεύτηκε από τη σπουδαιότητα, την οποία ο ίδιος αναγνώρισε στο περιστατικό ότι η εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων από τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, σε συνδυασμό αφ' ενός με τη διαιώνιση της υποχρέωσης αυτών να εξασφαλίζουν στα οικεία επικουρικά ταμεία τους πόρους, που απαιτούνταν εκάστοτε για την από τα ταμεία πληρωμή των οφειλομένων ασφαλιστικών παροχών και αφ' ετέρου με την αναμενόμενη σημαντική μείωση των προς τα ταμεία ασφαλιστικών εισφορών μετά την από 1-1-2005 υποχρεωτική υπαγωγή των νέων ασφαλισμένων στο ΕΤΕΑΜ, θα έθετε σε διακινδύνευση την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Και εφ' όσον η έλλειψη κεφαλαιακής επάρκειας οδηγούσε στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας ενός ή πλειόνων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα ετίθετο ζήτημα που ενδιέφερε γενικότερα την εθνική οικονομία (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 1243/2019). Επακολούθησε η διάταξη του άρθρου 26 παρ.1 του ν. 3455/2006 (ΦΕΚ 84 Α'), με την οποία ορίσθηκε ότι "Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του ΤΕΑΠΕΤΕ υπάγονται υποχρεωτικά στο ΕΤΕΑΜ και στο ΕΤΑΤ. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κεφαλαίου Η' του ν. 3371/2005, εκτός των διατάξεων των παραγράφων 6, εδάφια πρώτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο, 7 και 8 του άρθρου 62. Η οικονομική επιβάρυνση του ΕΤΕΑΜ και του ΕΤΑΤ από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος καλύπτεται πέραν των προβλεπόμενων εισφορών εργαζομένου και εργοδότη ως εξής: Για το ΕΤΕΑΜ καταβάλλεται σύμφωνα με την περίπτωση γ' του άρθρου 59 του ν. 3371/2005 (δηλαδή, σε δέκα ετήσιες δόσεις): α. εισφορά από την Ε. Τράπεζα ύψους 778,6 εκατομμυρίων ευρώ, β. εισφορά από την Τράπεζα Πειραιώς ύψους 9,7 εκατομμυρίων ευρώ. Για το ΕΤΑΤ καταβάλλεται σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 63 του ν. 3371/2005 σε δέκα ετήσιες δόσεις: α. εισφορά από την Ε. Τράπεζα ύψους 377,32 εκατομμυρίων ευρώ, β. εισφορά από την Τράπεζα Πειραιώς ύψους 49,9 εκατομμυρίων ευρώ". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 410 του ΑΚ ορίζεται ότι "αν κάποιος δεχθεί υπόσχεση παροχής υπέρ τρίτου, μπορεί ν' απαιτήσει να. καταβάλει στον τρίτο αυτός που υποσχέθηκε" και με τη διάταξη του άρθρου 411 του ιδίου κώδικα ορίζεται ότι "ο τρίτος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από αυτόν που υποσχέθηκε, αν προκύπτει τέτοια θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι σύμβαση υπέρ τρίτου γεννάται εφόσον οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσουν να επέλθει κάποιο νομικό αποτέλεσμα υπέρ τρίτου προσώπου, που δεν μετέσχε στην κατάρτιση της σύμβασης, τούτο δε πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση. Πρόκειται επομένως για τριμερή (τριγωνική) συμβατική σχέση. Στη σύμβαση υπέρ τρίτου ονομάζεται υποσχεθείς αυτός που δεσμεύεται να προβεί σε κάποια παροχή προς τον τρίτο, δέκτης της υπόσχεσης το άλλο μέρος της σύμβασης (αντισυμβαλλόμενος) που δέχεται την υπόσχεση του πρώτου για παροχή και τρίτος αυτός στον οποίο οι δύο πρώτοι συμφωνούν να γίνει η καταβολή της παροχής. Η σχέση που συνδέει τον υποσχεθέντα με τον δέκτη της υπόσχεσης ονομάζεται σχέση κάλυψης, ενώ η σχέση μεταξύ του τρίτου και του δεκτή της υπόσχεσης, σχέση αξίας. Η οποιαδήποτε υποσχετική σύμβαση (αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής) μπορεί να καταρτιστεί με τη μορφή της σύμβασης υπέρ τρίτου, δηλαδή με κάποια από τις παροχές να κατευθύνεται προς τρίτο μη συμβαλλόμενο μέρος. Ανάλογα αν κατά το περιεχόμενο της σύμβασης υπέρ τρίτου θα αποκτήσει ο τρίτος άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα, μπορώντας να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα απευθείας εκπλήρωση της παροχής, ή μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης θα μπορεί να αξιώσει από τον υποσχεθέντα την παροχή προς τον τρίτο, διακρίνεται η σύμβαση υπέρ τρίτου σε γνήσια και μη γνήσια. Μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου υπάρχει όταν μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την εκπλήρωση της συμφωνημένης παροχής στον τρίτο. Ο τρίτος δεν αποκτά κανένα άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα και συνεπώς δεν μπορεί να εγείρει ευθέως αξιώσεις κατά του υποσχεθέντος. Ο υποσχεθείς αυτή τη δέσμευση αναλαμβάνει και καταβάλλοντας στον τρίτο εκπληρώνει την υποχρέωση του απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο του και ελευθερώνεται. Το δικαίωμα του δέκτη της υπόσχεσης δεν προϋποθέτει απόδειξη δικού του συμφέροντος για την εκπλήρωση στον τρίτο. Γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου υπάρχει όταν ο τρίτος αποκτά άμεσα και αυτοτελώς δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή. Άρα, εκτός από το δικαίωμα του δέκτη της υπόσχεσης να απαιτήσει την καταβολή προς τον τρίτο, υφίσταται και ένα ανεξάρτητο δικαίωμα του ίδιου του τρίτου να απαιτήσει την καταβολή από αυτόν που υποσχέθηκε (ΑΠ 880/2013). Περαιτέρω κατά το άρθρο 414 του ΑΚ ορίζεται ότι "αυτός που υποσχέθηκε έχει το δικαίωμα να αντιτάξει και απέναντι στον τρίτο ενστάσεις από τη σύμβαση". Συνακόλουθα ο υποσχεθείς μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου ενστάσεις από τη σύμβαση, όπως την ένσταση ακυρότητας ή ακυρωσίας της σύμβασης, του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, την ένσταση ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής ή υπαναχωρήσεως του υποσχεθέντος, περί συντρέχοντος πταίσματος του δέκτη της υπόσχεσης. Για το αν έχει συμφωνηθεί γνήσια ή μη γνήσια σύμβαση τρίτου, είναι ζήτημα πραγματικό, αναγόμενο στην ερμηνεία της σύμβασης και ως τέτοιο εκφεύγει από τον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν συναφώς οι ερμηνευτικοί κανόνες κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 944/2022, ΑΠ 880/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019). Ακόμη, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1545/2022, ΑΠ 312/2021, ΑΠ 30/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Έτσι, η αντιφατικότητα, πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 156/2017) ή μεταξύ των νομικών συλλογισμών της απόφασης (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 674/2020). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 109/2022, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 1392/2017).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 2106/2022, ΑΠ 1906/2022, ΑΠ 218/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, δέχθηκε τα ακόλουθα : "....Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, (άρθρα 16 παρ. 2 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, (άρθρα 614 αρ. 3, 621 και 622), πλην όμως πρέπει, κατά την κύρια βάση της, η οποία στηρίζεται στην από 12-04-1995 συλλογική συμφωνία να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Αυτό, διότι σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 ν 1876/1990 η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να ρυθμίζει: Ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, εκτός από τα συνταξιοδοτικά, εφ' όσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημόσιων φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Περαιτέρω το άρθρο 43 παρ. 3 ν. 1902/1990 ορίζει ότι "Στην περίπτωση 3 του άρθρου 3 του ν. 1876/1990 προστίθενται τα ακόλουθα: "Στην έννοια των συνταξιοδοτικών θεμάτων, που δεν μπορεί να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται και η μεταβολή, αμέσως ή εμμέσως, της σχέσης ασφαλίστρου εργαζομένου και εργοδότη, η μεταβίβαση του βάρους εν λόγω ή εν μέρει τακτικών εισφορών ή εισφορών για αναγνώριση προϋπηρεσιών από τον ένα στον άλλο καθώς και η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών, που χορηγούν περιοδικές παροχές συντάξεων ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη". Με βάση τις παραπάνω νομοθετικές ρυθμίσεις, η από 12-04-1995 συλλογική συμφωνία, με την οποία η δικαιοπάροχος της εναγομένης Ε. Τράπεζα εγγυήθηκε στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του ΤΕΑΠΕΤΕ, "ακόμη και σε περίπτωση ενοποιήσεως, συγχωνεύσεως, διαλύσεως ή αδυναμίας αυτού" ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του για οποιαδήποτε αιτία είναι άκυρη. Η άνω συλλογική συμφωνία εντάσσεται στο πλαίσιο της από 25-10-1948 ΣΣΕ, με την οποία συστάθηκε το ΤΕΑΠΕΤΕ, καταστατικός σκοπός του οποίου ήταν η χορήγηση, σε όσους έχουν σύμβαση εργασίας με την Ε. Τράπεζα, μηνιαίας σύνταξης, αποτελεί τροποποίηση της άνω ΣΣΕ και τμήμα της. Πλην όμως, ήδη από το έτος 1990, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 ν 1876/1990, η συλλογική σύμβαση εργασίας δεν μπορεί να ρυθμίζει συνταξιοδοτικά ζητήματα, με αποτέλεσμα, η από 12-04-1995 συλλογική συμφωνία να προσκρούει ευθέως σε απαγορευτική διάταξη νόμου και να είναι άκυρη. Επιπροσθέτως όμως, όπως αβίαστα προκύπτει από το άρθρο 2 παρ. 3 ν 1876/1990, όπως αυτό διευκρινίστηκε με το άρθρο 43 παρ. 3 ν 1902/1990, ούτε με βάση τις διατάξεις του ΑΚ είναι δυνατόν να ρυθμιστούν μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων συνταξιοδοτικά ζητήματα, τα οποία ανήκουν στην κυριαρχική σφαίρα επιρροής της Πολιτείας και μόνο. Άρα, ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι η από 12-04-1995 συλλογική συμφωνία αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων, με βάση την οποία οι ενάγοντες απόκτησαν ενοχικό δικαίωμα να απαιτήσουν τις παροχές του καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, (το οποίο παρείχε μηνιαίες συντάξεις) απευθείας από τον υποσχεθέντα είναι μη νόμιμος και απορρίπτεται (άρθρο 174 ΑΚ). Από την επισκόπηση δε της δικογραφίας προέκυψε ότι το ΝΠ με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Ε. ΤΡΑΠΕΖΑΣ" καθώς και μέλη του άνω ΝΠ φυσικά πρόσωπα, άσκησαν κατά της Ε. Τράπεζας τις από 3.1.2006 (υπ'αριθ. 463/14/4.1.2006) και από 20.12.2006 (υπ'αριθ. 224484/6330/27.12.2006) αγωγές τους, με τις οποίες ανέφεραν ότι συνδέονται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ταυτόχρονα είναι μέλη της πρώτης ενάγουσας, πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, ασφαλιζόμενοι στο "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Ε. Τραπέζης της Ελλάδος (Τ.Ε.Α.Π.Ε.Τ.Ε.) το οποίο ιδρύθηκε με την από 25.10.1948 συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ της εναγόμενης και του επαγγελματικού τους σωματείου με κύριο σκοπό τη χορήγηση στο προσωπικό επικουρικής σύνταξης και άλλων συναφών παροχών, όπως ειδικότερα προβλέπεται στο καταστατικό. Εξέθεταν επίσης ότι υπό την ισχύ των ρυθμίσεων του νόμου 3371/2005 και χωρίς προηγουμένως η εναγομένη να καλέσει σε σχετική διαβούλευση την 1η ενάγουσα συνδικαλιστική οργάνωση για την απόφαση διάλυσης του ταμείου τους (ΤΕΑΠΕΤΕ) και υπαγωγή του στο νέο Ταμείο με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΠΑΛΛΗΛΩΝ - ΕΤΑΤ", η εναγόμενη τράπεζα, με την από 12.9.2005 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε μονομερώς τις συμβάσεις που αφορούσαν το πιο πάνω ταμείο επικουρικής ασφάλισης (ΤΕΑΠΕΤΕ). Ισχυριζόντουσαν δε ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως παράνομη γιατί: α) συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των ασφαλισμένων του Ταμείου, β) αποκλείεται ρητά με τον όρο VI, παρ.3 της από 12.4.1995 τροποποιητικής σύμβασης μεταξύ της εναγόμενης Τράπεζας και της συνδικαλιστικής επαγγελματικής οργάνωσης, που τους εκπροσωπεί και επικουρικά γ) επειδή η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, άλλως γιατί παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας άλλως γιατί το ΤΕΑΠΕΤΕ δεν διαλύθηκε με την καταγγελία αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί στο πλαίσιο μετενέργειας της ισχύος των όρων της από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας και των σχετικών με τη λειτουργία του ΤΕΑΠΕΤΕ συλλογικών συμβάσεων και συμφωνιών, άλλως λόγω αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 3371/2005. Ζητούσαν δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 12.9.2005 καταγγελίας των συλλογικών συμφωνιών μεταξύ του πρώτου των εναγόντων (πρωτοβάθμιου επαγγελματικού σωματείου) και της εναγομένης Τράπεζας και συγκεκριμένα της από 25.10.1948 συλλογικής συμφωνίας, όπως τροποποιήθηκε με τις από 12.12.1984, 11.12.1986, 2.6.1988, 29.6.1089 (ενν. 29.6.1989), 12.9.1990, 25.2.1991,12.4.1995, 28.12.1995 και 8.7.1996 συμφωνίες ως και να υποχρεωθεί η εναγομένη να συνεχίσει να καταβάλει στο Τ.Ε.Α.Π.Ε.Τ.Ε. για όλους τους ενάγοντες τις προβλεπόμενες στην από 12.4.1995 συλλογική συμφωνία εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές, που απαιτούνται προς συμπλήρωση των πόρων του Ταμείου για την πληρωμή των κάθε είδους παροχών προς τους συνταξιούχους και ασφαλισμένους, των δαπανών και των εξόδων για τις ανάγκες λειτουργίας του, των εν γένει υποχρεώσεών του και κάθε ανάγκη σχετική με την ανεμπόδιστη εκπλήρωση του σκοπού του, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού του. Επί των αγωγών αυτών, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 116/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο τις συνεκδίκασε και δέχτηκε ότι η από 12.9.2005 καταγγελία της από 25.10.1948 συλλογικής σύμβασης εργασίας και των από 12.12.1984, 11.12.1986, 2.6.1988, 29.6.1989, 12.9.1990, 25.2.1991, 12.4.1995, 28.12.1995 και 8.7.1996 τροποποιητικών συλλογικών ενοχικών συμφωνιών μεταξύ της εναγομένης και της 1ης ενάγουσας, που αφορούν την ίδρυση και λειτουργία του αλληλοβοηθητικού ταμείου επικουρικής ασφάλισης (TEAΠETE) είναι άκυρη. Κατόπιν εφέσεως της εναγόμενης τράπεζας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4007/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσία. Κατόπιν αναίρεσης της τράπεζας και του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9/2012 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτή την ασκηθείσα αναίρεση και παρέπεμψε εκ νέου την υπόθεση προς εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Τελικά εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1017/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε τελεσίδικα ότι: "Κατ' ακολουθίαν όλων όσων αποδείχθηκαν πιο πάνω συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας των συλλογικών συμφωνιών εκ μέρους της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 288 και 672 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 1876/1990, που συνίστατο στην όψιμη και σημαντική μεταβολή των συνθηκών, που είχαν οδηγήσει στην κατάρτιση της συμφωνίας για τη δημιουργία του ΤΕΑΠΕΤΕ, εκ της εφαρμογής των ΔΛΠ, που επέφεραν σημαντική εξέλιξη στο χώρο του τραπεζικού συστήματος και επέβαλαν [με το ν. 3371/2005] την υποχρεωτική υπαγωγή από 1.1.2005 όλων των νέων εργαζομένων σε κρατικούς φορείς επικουρικής ασφάλισης [ΕΤΕΑΜ και ΕΤΑΤ]με επακόλουθο τη σταδιακή συρρίκνωση των πόρων του ΤΕΑΠΕΤΕ το οποίο έχανε τις εισφορές των νέων ασφαλισμένων με αντίστοιχη αύξηση των υποχρεώσεων της Τράπεζας έναντι του ΤΕΑΠΕΤΕ, καθόσον έπρεπε να καλύπτει στο διηνεκές τα ελλείμματα του τελευταίου, [τα οποία έβαιναν διογκούμενα λόγω της αυξήσεως του μέσου όρου της ανθρώπινης ζωής και της εξ αυτής θεαματικής μεταβολής της αναλογίας μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων σε βάρος των πρώτων], με περαιτέρω επιδείνωση της λογιστικής απεικόνισης της οικονομικής της θέσεως. Ως εκ τούτου, απορριπτόμενου κάθε άλλου αντίθετου ισχυρισμού, η από 12.9.2005 καταγγελία είναι έγκυρη και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε τις αγωγές ως προς το πρώτο αίτημά τους και έκανε δεκτές αυτές, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι αυτό θα πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και η πρόσθετη υπέρ της εκκαλούσας παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και δικασθούν οι από 3.1.2006 και 20.12.2006 αγωγές, να απορριφθούν αυτές ως αβάσιμες". Έχει κριθεί λοιπόν τελεσιδίκως, ότι η καταγγελία της από 12-04-1995 συλλογικής συμφωνίας, έλαβε χώρα νόμιμα, διότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος. Η υπό κρίση αγωγή ως αίτημα έχει να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλλει σε κάθε έναν των εναγόντων τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που αντιστοιχούν στη διαφορά των παροχών που λαμβάνουν με βάση το ν. 3371/2005 με τις παροχές στις οποίες είχαν αποβλέψει με την από 12-04-1995 συλλογική συμφωνία. Άρα η υπό κρίση αγωγή, επιδιώκει ουσιαστικά το ίδιο αποτέλεσμα που επιδίωκαν οι από 3.1.2006 (υπ'αριθ.463/14/4.1.2006) και από 20.12.2006 (υπ'αριθ.224484/6330/27.12.2006) αγωγές, δηλαδή αποσκοπεί στη μετάβαση στο προ της από 12.9.2005 καταγγελίας νομικό καθεστώς, παρακάμπτοντας εμμέσως το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 1017/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Με βάση τα παραπάνω, η υπό κρίση αγωγή, ως προς την κύρια νομική της βάση (που στηρίζεται στην από 12-04-1995 συλλογική συμφωνία), είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Περαιτέρω, η αγωγή ως προς την επικουρική νομική της βάση που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως μη νόμιμη, εφόσον οι ενάγοντες για τη θεμελίωσή της επικαλούνται τα ίδια πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται για τη θεμελίωσή της κύριας βάσης της αγωγής και αυτά τα περιστατικά δεν καθιστούν αδικαιολόγητα πλουσιότερη την εναγόμενη, εφόσον δεν ενέχουν περιουσιακή μετακίνηση οφειλόμενη σε συγκεκριμένη (ανύπαρκτη ή ελαττωματική ή λήξασα) αιτία, εξαιτίας της οποίας η τελευταία να αποκόμισε πλουτισμό, η διατήρηση του οποίου να παρίσταται αδικαιολόγητη. Με βάση τα παραπάνω η αγωγή πρέπει να απορριφθεί συνολικά ως μη νόμιμη...". Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να κρίνει μη νόμιμη την αγωγή τους ως προς την κυρία βάση της με την αιτιολογία ότι εφόσον από το έτος 1990, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 ν 1876/1990 και 43 παρ. 3 ν 1902/1990, η συλλογική σύμβαση εργασίας δεν μπορεί να ρυθμίζει συνταξιοδοτικά ζητήματα, η από 12-4-1995 συλλογική συμφωνία, με την οποία η δικαιοπάροχος της εναγομένης Ε. Τράπεζα εγγυήθηκε στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του ΤΕΑΠΕΤΕ, "ακόμη και σε περίπτωση ενοποιήσεως, συγχωνεύσεως, διαλύσεως ή αδυναμίας αυτού" ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του για οποιαδήποτε αιτία, είναι άκυρη, καθότι προσκρούει ευθέως σε απαγορευτική διάταξη νόμου και ότι ο ισχυρισμός αυτών, ότι η από 12-04-1995 συλλογική συμφωνία αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων, με βάση την οποία αυτοί (ενάγοντες) απόκτησαν ενοχικό δικαίωμα να απαιτήσουν τις παροχές του καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, (το οποίο παρείχε μηνιαίες συντάξεις) απευθείας από τον υποσχεθέντα είναι μη νόμιμος και απορρίπτεται (άρθρο 174 ΑΚ), παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 2 παρ.3 του ν. 1876/1990, 43 παρ.3 του ν. 1902/1990, που δεν ήταν εφαρμοστέοι και τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 174, 180, 361, 411 και 669 του ΑΚ που εσφαλμένα παρέλειψε να εφαρμόσει, ενώ ήταν εφαρμοστέοι. Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο ειδικός λογαριασμός "ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Ε. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Τ.Ε.Α.Π.Ε.Τ.Ε.)" που καταρτίσθηκε με την από 25.10.1948 ΣΣΕ μεταξύ της Ε. Τράπεζας και του συλλόγου των εργαζομένων της και οι διατάξεις του καταστατικού του οποίου τροποποιούνταν με συλλογικές συμφωνίες, μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων μερών, λειτούργησε και παρέσχε υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση στο πλαίσιο της Ε. Τράπεζας, προς όλους τους εργαζόμενους σ' αυτήν, είτε ήσαν μέλη του Συλλόγου των υπαλλήλων της είτε όχι, επί συνεχές χρονικό διάστημα περίπου 57 ετών, μέχρι την ημέρα της καταγγελίας του, εκ μέρους της Ε. Τραπέζης (12.9.2005), αντιμετωπιζόμενος πάντοτε, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορέας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογος προς τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΟλΑΠ 9/2012). Επομένως η από 12.4.1995 τροποποιητική συλλογική συμφωνία μεταξύ της Ε. Τράπεζας και του Συλλόγου των Εργαζομένων Ε. Τράπεζας, με τον έκτο όρο της οποίας οριζόταν, μεταξύ των άλλων, ότι "Η Τράπεζα επαναλαμβάνει και με τη σύμβαση αυτή στο διηνεκές την απρόσκοπτη και αδιάκοπη εφαρμογή των όρων του καταστατικού και τη λειτουργία του Ταμείου και ιδίως να καταβάλει τις εισφορές και τους λοιπούς πόρους που κατά το άρθρο 5 του Καταστατικού τη βαρύνουν, εγγυώμενη ταυτόχρονα την καταβολή στους δικαιούχους των συντάξεων και των πάσης φύσεως παροχών που προβλέπονται από το καταστατικό και υπό τις προϋποθέσεις αυτού και εφόσον οι ασφαλισμένοι του Ταμείου καταβάλουν την κατά το αυτό άρθρο βαρύνουσα εισφορά ακόμη και σε περίπτωση ενοποιήσεως, συγχωνεύσεως, διαλύσεως ή αδυναμίας του Ταμείου για εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από οποιαδήποτε αιτία ", δεν ήταν άκυρη ως αντίθετη α) στις διατάξεις των άρθρων 2 περ.3 του ν. 1876/1990 και 43 παρ.3 του ν. 1902/1990, βάσει των οποίων δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας ζητήματα συνταξιοδοτικά και β) στις διατάξεις του άρθρου 174 του ΑΚ, όπως, εσφαλμένα, έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτή (συλλογική συμφωνία) ρύθμιζε θέματα που αφορούσαν την υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση των εργαζομένων και συνταξιούχων της Ε. Τράπεζας στον ΤΕΑΠΕΤΕ, που, όπως προεκτέθηκε, λειτουργούσε νόμιμα ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης, με σκοπό την παροχή μηνιαίας επικούρησης, δηλαδή επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής προς τους ασφαλισμένους του (ΟλΑΠ 9/2012). Περαιτέρω, οι ενάγοντες, με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίζονται, όπως προεκτέθηκε, ότι με την από 12.4.1995 συλλογική συμφωνία και ειδικότερα με βάση τον προεκτεθέντα έκτο όρο αυτής, συνήφθη μεταξύ της Ε. Τράπεζας και του Συλλόγου των Εργαζομένων της γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων (άρθρο 411 ΑΚ), βάσει της οποίας όλοι οι πρώην εργαζόμενοι της και ήδη συνταξιούχοι, ως ασφαλισμένα μέλη στο ΤΕΑΠΕΤΕ, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και αυτοί (ενάγοντες), απέκτησαν άμεσο ενοχικό δικαίωμα να απαιτήσουν τις παροχές του ΤΕΑΠΕΤΕ από τον υποσχεθέντα, δηλαδή από την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ως οιονεί καθολικό διάδοχο της Ε. Τράπεζας, και ότι η από 12.9.2005 εξώδικη καταγγελία της Ε. Τραπέζης της ως άνω από 25.10.1948 ΣΣΕ με την οποία ιδρύθηκε το ΤΕΑΠΕΤΕ και των μεταγενέστερων συλλογικών συμφωνιών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η προεκτεθείσα από 12.4.1995 συλλογική ενοχική συμφωνία και η συνακόλουθη λύση αυτής (σελίδες 12, 13 αγωγής) δεν μπορεί να προβληθεί εναντίον τους και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα ως προς αυτούς, ανεξαρτήτως του ότι κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 9/2012 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου ότι η ως άνω καταγγελία της τράπεζας έγινε για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 του ΑΚ και ότι επέφερε τη λύση της από 25.10.1948 ΣΣΕ και των μεταγενεστέρων ενοχικών συλλογικών συμφωνιών (σελίδα 4 της αγωγής). Πλην, όμως, με την από 12.9.2005 εξώδικη καταγγελία της Ε. Τραπέζης προς το Σύλλογο Εργαζομένων της λύθηκαν τόσον η από 25.10.1948 ΣΣΕ, με την οποία ιδρύθηκε ο ΤΕΑΠΕΤΕ, που λειτουργούσε ως φορέας ιδιωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όσο και οι μεταγενέστερες ενοχικές συμφωνίες, που αφορούσαν θέματα που σχετίζονταν με τη λειτουργία του ΤΕΑΠΕΤΕ και την παροχή μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους του, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η από 12.4.1995 συλλογική συμφωνία, στον έκτο όρο της οποίας, όπως προεκτέθηκε, οι ενάγοντες θεμελιώνουν τις ένδικες αξιώσεις τους, κατά την κυρία βάση της αγωγής τους, από τις διατάξεις περί γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου (άρθρα 411 επ. ΑΚ). Η εκ μέρους της Ε. Τράπεζας καταγγελία της από 25.10.1948 ΣΣΕ και της από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας έγινε καθό χρόνο οι ενάγοντες δεν είχαν γεγενημένο δικαίωμα παροχής μηνιαίας επικούρησης (συνταξιοδοτικής παροχής), αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, συνταξιοδοτήθηκαν ο 1ος ενάγων στις 1.11.2014, ο 2ος ενάγων στις 31.12.2012, ο 3ος ενάγων στις 30.11.2011, ο 4ος ενάγων στις 28.6.2012, ο 5ος ενάγων στις 28.2.2012, ο 6ος ενάγων στις 1.11.2014, η 7η ενάγουσα στις 15.7.2009, η 8η ενάγουσα στις 31.12.2014, η 9η ενάγουσα στις 1.12.2014, ο 10ος ενάγων στις 1.9.2008 και ο 11ος ενάγων στις 1.11.2014, ήτοι σε ημεροχρονολογίες κατά πολύ μεταγενέστερες της ως άνω καταγγελίας. Με την ως άνω από 12.9.2005 καταγγελία, που κρίθηκε ότι έγινε για σπουδαίο λόγο, όπως και οι ενάγοντες ιστορούν στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους (σελ.4), δεν ματαιώθηκε από υπαιτιότητα της Ε. Τράπεζας η αίρεση, υπό την οποία, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή (αγωγή), τελούσε το δικαίωμα (προσδοκίας) των εναγόντων, περί παροχής μηνιαίας επικούρησης (συνταξιοδοτικής παροχής) από το ΤΕΑΠΕΤΕ από τη ημερομηνία συνταξιοδότησής τους, εφόσον λόγω της καταγγελίας αυτής υπήρξε αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας του ΤΕΑΠΕΤΕ και καταβολής προς αυτόν των ασφαλιστικών εισφορών της εργοδότριας Ε. Τράπεζας και των ασφαλισμένων στο ΤΕΑΠΕΤΕ εργαζομένων της, που αποτελούσε προϋπόθεση της εγγυοδοτικής ευθύνης της Τράπεζας, βάσει της από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας, ως προς την εκ μέρους του ως άνω φορέα (ΤΕΑΠΕΤΕ) καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών προς αυτούς. Επιπρόσθετα, με την προεκτεθείσα στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 26 παρ.1 του ν. 3455/2006 οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του ΤΕΑΠΕΤΕ υπήχθησαν υποχρεωτικά στους δημόσιους ασφαλιστικούς φορείς ΕΤΕΑΜ και ΕΤΑΤ, η οικονομική επιβάρυνση των οποίων (Ε.Τ.Ε.Α.Μ. και Ε.Τ.Α.Τ) λόγω της ως άνω υπαγωγής, ορίσθηκε, με την ως άνω διάταξη, ότι καλύπτεται, πέραν των προβλεπόμενων εισφορών εργαζομένων και εργοδότη, με τα αναγραφόμενα σ'αυτή ποσά εισφορών προς τα ως άνω ταμεία εκ μέρους της Ε. Τράπεζας, όπως τα ποσά αυτά προέκυψαν στα πλαίσια ειδικής οικονομικής (αναλογιστικής) μελέτης, που συντάχθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ 6 του ν. 3371/2005. Η ως άνω υποχρεωτική υπαγωγή όλων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων του ΤΕΑΠΕΤΕ στους, δημοσίου δικαίου, νέους ασφαλιστικούς φορείς ΕΤΕΑΜ και ΕΤΑΤ δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος, ούτε παραβιάζει την αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου ούτε το δικαίωμα αυτών για ελεύθερη συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας (ΟλΑΠ 9/2012). Επομένως με την ως άνω αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 26 παρ.1 του ν.3455/2006, που υπερισχύει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ΑΚ και του άρθρου 7 παρ.3 του ν. 1876/1990, των όρων της από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας (πρβλ. ΟλΑΠ 20/2006, ΟλΑΠ 10/1998, ΑΠ 832/2019, ΑΠ 845/2019), οι συνταξιούχοι και ασφαλισμένοι του ΤΕΑΠΕΤΕ, συνεπώς και οι ενάγοντες, υπήχθησαν υποχρεωτικά στους ασφαλιστικούς φορείς ΕΤΕΑΜ και ΕΤΑΤ, με συνέπεια έκτοτε οι εν λόγω ασφαλιστικοί φορείς να καταβάλλουν συντάξεις στους ήδη συνταξιούχους-ασφαλισμένους του ΤΕΑΠΕΤΕ, οι δε οι εργαζόμενοι της Ε. Τράπεζας να ασφαλίζονται και για την επικουρική ασφάλισή τους στους ασφαλιστικούς αυτούς φορείς στους οποίους καταβάλλονται έκτοτε οι εργοδοτικές και εργατικές ασφαλιστικές εισφορές (ενώ έπαυσαν έκτοτε να καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές στον ΤΕΑΠΕΤΕ, ο οποίος, επίσης, έπαυσε, έκτοτε, να καταβάλει στους συνταξιούχους ασφαλισμένους του την μηνιαία επικούρηση), και ως εκ τούτου κατέστησαν ανεφάρμοστες (λόγω της ως άνω αναγκαστικού δικαίου νομοθετικής ρύθμισης) οι διατάξεις της από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας, με τον έκτο όρο της οποίας η Ε. Τράπεζα εγγυάτο την καταβολή των επικουρικών συντάξεων από το ΤΕΑΠΕΤΕ, με βάση τους όρους του καταστατικού του. Άλλωστε, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω εγγυοδοτική ευθύνη της Τραπέζης τελούσε υπό την προϋπόθεση καταβολής εκ μέρους των εργαζομένων της βαρύνουσας αυτούς εισφοράς στο ΤΕΑΠΕΤΕ, που, κατέστη από την ως άνω αιτία (νομοθετική ρύθμιση) αδύνατη. Επομένως η κυρία βάση της αγωγής, που θεμελιώνεται, κατά τα εκτιθεμενα σ' αυτή, στις διατάξεις περί γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου και στην επιδίκαση εκ μέρους της εναγομένης, ως (οιονεί) καθολικής διαδόχου της Ε. Τράπεζας, σε έκαστο ενάγοντα, για το χρονικό διάστημα από 1.6.2016 έως 31.12.2018, του ποσού κατά το οποίο μειώθηκε η μηνιαία επικουρική συνταξιοδοτική παροχή που ελάμβανε από τον κρατικό ασφαλιστικό φορέα βάση των διατάξεων του ν. 4387/2016, σε σχέση με αυτή που θα ελάμβανε από το ΤΕΑΠΕΤΕ το ως άνω χρονικό διάστημα, είναι μη νόμιμη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, λόγω της υποχρεωτικής υπαγωγής, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.1 του ν. 3455/2006 και για λόγους δημοσίου συμφέροντος των συνταξιούχων και ασφαλισμένων της Ε. Τράπεζας και συνεπώς και των εναγόντων στους κρατικούς ασφαλιστικούς φορείς (ΕΤΕΑΜ και ΕΤΑΤ), που είχε ως συνέπεια να παύσει έκτοτε ο ασφαλιστικός φορέας ασφάλισης ΤΕΑΠΕΤΕ να λειτουργεί ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης και να καταβάλει συνταξιοδοτική παροχή στους ασφαλισμένους του, κατέστη ανενεργός η από 12.4.1995 τροποποιητική συμφωνία και ο (έκτος) όρος αυτής, βάση του οποίου, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω Τράπεζα είχε εγγυηθεί την, κατά τους όρους του καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, καταβολή των συντάξεων στους ασφαλισμένους του. Συνακόλουθα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ως άνω κύρια αγωγική βάση ως μη νόμιμη, αν και με εσφαλμένη νομική αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό απορριπτικό διατακτικό, αφού η αγωγή ως προς την κυρία βάση της ήταν μη νόμιμη για τους προεκτεθέντες λόγους. Επομένως ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τις νομικές αιτιολογίες της, βάση των οποίων απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για τους αναιρεσείοντες (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019). Κατά το άρθρο 321 του ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες αποφάσεις. Κατά δε το άρθρο 324 του ιδίου Κώδικα, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ' αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου και επακόλουθο του συζητητικού συστήματος, που ισχύει κατά το άρθρο 106 του ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη, αποτυπώνεται και στο άρθρο 325 του ΚΠολΔ, που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, ώστε να καλύπτονται από το δεδικασμένο και τρίτα πρόσωπα, αποτελούν οι προβλεπόμενες στο ίδιο άρθρο περιπτώσεις, καθώς και οι περιπτώσεις των επόμενων άρθρων 326-329 του ΚΠολΔ, που δεν επιδέχονται ανάλογης εφαρμογής (ΑΠ 1006/2021, ΑΠ 890/2018, ΑΠ 2028/2014). Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 611/2022, ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 1255/2015). Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324) καθώς και εκείνης του άρθρου 322 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 1218/2018) όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 1218/2018), η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 380/2021, ΑΠ 461/2020, ΑΠ 1752/2017) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 19/2005, ΑΠ 269/2018). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η παράβαση του νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Για να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 1397/2021, ΑΠ 591/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 12/2000, ΑΠ 106/2019). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 617/2020). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο εκ των αριθμών 14 και 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης,, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι "...Άρα η υπό κρίση αγωγή, επιδιώκει ουσιαστικά το ίδιο αποτέλεσμα που επιδίωκαν οι από 3.1.2006 (υπ'αριθ.463/14/4.1.2006) και από 20.12.2006 (υπ'αριθ.224484/6330/27.12.2006) αγωγές, δηλαδή αποσκοπεί στη μετάβαση στο προ της από 12.9.2005 καταγγελίας νομικό καθεστώς, παρακάμπτοντας εμμέσως το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 1017/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών" και ακολούθως να απορρίψει την κύρια βάση της αγωγής τους ως μη νόμιμη, επικαλούμενη αντίθεση που απορρέει από την απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου 9/2012 και της εκδοθείσας κατόπιν της αναιρετικής παραπομπής υπ' αριθμ. 1017/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, παρά το νόμο δέχθηκε ότι υφίστατο δεδικασμένο, εφόσον δεν συνέτρεχε ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας. Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της υπ' αριθμ. 1017/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 9/2012 απόφασης της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, προκύπτουν, μεταξύ των άλλων τα εξής: α) ότι επί των από 3.1.2006 και από 20.12.2006 αγωγών του νομικού προσώπου "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ….ΤΡΑΠΕΖΑΣ" καθώς και μελών αυτού, μη διαδίκων στην υπό κρίση ένδικη υπόθεση, κατά της εναγομένης … Τράπεζας (της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία), με τις οποίες ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 12.9.2005 καταγγελίας των συλλογικών συμφωνιών μεταξύ του ως άνω συνδικαλιστικού σωματείου και της εναγομένης Τράπεζας και συγκεκριμένα της από 25.10.1948 συλλογικής συμφωνίας περί δημιουργίας του ΤΕΑΠΕΤΕ, όπως τροποποιήθηκε με τις από 12.12.1984, 11.12.1986, 2.6.1988, 29.6.1089, 12.9.1990, 25.2.1991,12.4.1995, 28.12.1995 και 8.7.1996 συμφωνίες και να υποχρεωθεί η εναγομένη να συνεχίσει να καταβάλει στο ΤΕΑΠΕΤΕ τις προβλεπόμενες στην από 12.4.1995 συλλογική συμφωνία εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές, που απαιτούνται προς συμπλήρωση των πόρων του Ταμείου για την πληρωμή των κάθε είδους παροχών προς τους συνταξιούχους και ασφαλισμένους του, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 116/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία συνεκδικάσθηκαν οι ως άνω αγωγές, έγιναν δεκτές εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμες ως προς το πρώτο αναγνωριστικό αίτημά τους και απορρίφθηκαν λόγω αοριστίας ως προς το δεύτερο σωρευόμενο καταψηφιστικό αίτημά τους, β) επί της από 26.3.2008 έφεσης της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4007/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσία, γ) μετά την αναίρεση, με την υπ' αριθμ. 9/2012 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, της ως άνω υπ' αριθμ. 4007/2009 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών, ως Δικαστήριο της παραπομπής, η υπ' αριθ. 1017/2014 απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι "...συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας των προαναφερθείσών συλλογικών συμφωνιών εκ μέρους της εναγόμενης-εκκαλούσας Ε. Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 288 και 672 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 1876/1990 και ότι ως εκ τούτου η από 12.9.2005 καταγγελία της Ε. Τράπεζας είναι έγκυρη" και κατόπιν των ανωτέρω δέχθηκε την έφεση (και την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας του Ελληνικού Δημοσίου), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (116/2008) του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε τις ως άνω αγωγές τις οποίες απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμες. Συνακόλουθα από την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών (1017/2014), που έχει καταστεί αμετάκλητη, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου μεταξύ των ως άνω διαδίκων, στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονταν οι αναιρεσείοντες, ότι η από 12.9.2005 καταγγελία εκ μέρους της Ε. Τραπέζης των συλλογικών συμφωνιών που είχαν συναφθεί μεταξύ αυτής και του πρωτοβάθμιου επαγγελματικού σωματείου "Σύλλογος Εργαζομένων Ε. Τραπέζης" και συγκεκριμένα της από 25.10.1948 συλλογικής συμφωνίας (περί ιδρύσεως του ΤΕΑΠΕΤΕ), όπως τροποποιήθηκε με τις από 12.12.1984, 11.12.1986, 2.6.1988, 29.6.1089, 12.9.1990, 25.2.1991, 12.4.1995, 28.12.1995 και 8.7.1996 συμφωνίες, είναι έγκυρη. Η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 469/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση και έκρινε ότι η ένδικη από 16.7.2019 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων είναι μη νόμιμη με την (επάλληλη) αιτιολογία ότι "επιδιώκει ουσιαστικά το ίδιο αποτέλεσμα που επεδίωκαν οι από 3.1.2006 (υπ' αριθμ. 463/14/4.1.2006) και από 20.12.2006 (224484/6330/27.12.2006), αγωγές, δηλαδή αποσκοπεί στη μετάβαση στο προ της από 12.9.2005 καταγγελίας νομικό καθεστώς, παρακάμπτοντας εμμέσως το δεδικασμένο της υπ' αριθμ.1017/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών". Με την ως άνω κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση (ανεξαρτήτως του νομικού σφάλματος αυτής ότι απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη λόγω δεδικασμένου, καθότι στην περίπτωση που ασκηθεί αγωγή για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και όχι ως μη νόμιμη), εσφαλμένα δέχθηκε ότι στην ένδικη υπόθεση υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 1017/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εφόσον α) δεν υφίσταται ταυτότητα των προσώπων, δεδομένου ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν ήταν διάδικοι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δεν υπάρχει παραδοχή στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι οι ενάγοντες ήταν μέλη του ως άνω πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου, διάδικου στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή (1071/2014) και ότι ως εκ της ιδιότητάς τους αυτής δεσμεύονται από το δεδικασμένο της ως άνω απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 329 του ΚΠολΔ (που ορίζει ότι η απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ νομικού προσώπου και τρίτου και αφορά δικαιώματα ή υποχρεώσεις του νομικού προσώπου αποτελεί δεδικασμένο και απέναντι στα μέλη του ως προς τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου) και β) δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, δεδομένου ότι το αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση ήταν, όπως προεκτέθηκε, η ακυρότητα της από 12.9.2005 καταγγελίας εκ μέρους της Ε. Τραπέζης της από 25.10.1948 συλλογικής συμφωνίας (περί ιδρύσεως του ΤΕΑΠΕΤΕ) και των προαναφερθεισών συλλογικών συμφωνιών που είχαν συναφθεί μεταξύ του πρωτοβάθμιου επαγγελματικού σωματείου "Σύλλογος Εργαζομένων Ε. Τραπέζης" και της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ενώ αντικείμενο της ένδικης αγωγής των εναγόντων, που στηρίζεται κατά την κυρία βάση της στις διατάξεις περί γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτων (άρθρα 361, 411 επ. ΑΚ) και κατά την επικουρική της βάση στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), είναι η αποκατάσταση της ζημιάς, που, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, οι ενάγοντες υπέστησαν, με την ιδιότητά τους ως πρώην εργαζομένων της Ε. Τράπεζας, ασφαλισμένων στο ΤΕΑΠΕΤΕ και ήδη συνταξιούχων, από τη διαφορά του ύψους των παροχών που θα δικαιούνταν το επίδικο χρονικό διάστημα, βάσει του καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, την καταβολή των οποίων, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εγγυήθηκε, υπέρ αυτών ως τρίτων, η Ε. Τράπεζα σε σχέση με τα ποσά που τους καταβλήθηκαν το αντίστοιχο χρονικό διάστημα από το δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, στον οποίο έχουν υπαχθεί. Πλην, όμως, ανεξαρτήτως της ως άνω εσφαλμένης κρίσης του δικαστηρίου, με βάση την οποία έκρινε ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 1017/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και απέρριψε και για το λόγο αυτό την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της, εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η, προαναφερθείσα επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, δηλαδή, η αγωγή ως προς την κυρία βάση της είναι μη νόμιμη, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή τους, με το να κρίνει α) ότι οι όροι της από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας, με τους οποίους η δικαιοπάροχος της εναγομένης Ε. Τράπεζα εγγυήθηκε την απρόσκοπτη λειτουργία του ΤΕΑΠΕΤΕ ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προς τους ασφαλισμένους του είναι άκυροι και ανίσχυροι λόγω της απαγόρευσης σύναψης αντίστοιχων συμφωνιών, βάση τις διατάξεων των άρθρων 2 παρ.3 του ν. 1876/1990 και 43 παρ.3 του ν.1902/1990 και β) ότι επήλθε νόμιμα η λήξη της ως άνω από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας με την από 12.9.2005 καταγγελία της Ε. Τράπεζας για σπουδαίο λόγο, εφόσον δέχεται ότι οι όροι της από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας είναι ανίσχυροι λόγω ακυρότητας της συλλογικής συμφωνίας με τις προαναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις και ταυτόχρονα δέχεται, αντιφατικά με την ως άνω παραδοχή της, ότι επήλθε νόμιμα η λήξη της συλλογικής αυτής συμφωνίας λόγω της από 12.9.2005 καταγγελίας της εκ μέρους της Ε. Τράπεζας για σπουδαίο λόγο, που προϋποθέτει ότι κατά την ως άνω ημερομηνία της καταγγελίας αυτή (συλλογική συμφωνία) ήταν έγκυρη. Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ως μη νόμιμη η κυρία βάση της αγωγής, με τις προαναφερθείσες επάλληλες αιτιολογίες απόρριψής της. Με το άρθρο 904 του ΑΚ ορίζεται ότι " Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος". Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εκτός αν η διατήρησή της δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία. Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 του ΑΚ δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής (ΑΠ 735/2022, ΑΠ 562/2021). Από τα παραπάνω, επίσης, προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 735/2022, ΑΠ 422/2018) . Περαιτέρω, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) κατ' άρθρ. 219 ΚΠολΔ της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Έτσι, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο δε διότι, εφόσον υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σ' αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Περαιτέρω, όταν η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του ΑΚ,, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη, και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Είναι όμως αναγκαία στην περίπτωση αυτή η απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή η ανυπαρξία των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία (Ολ ΑΠ 22/2003, ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1450/2017) . Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής τους ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι "οι ενάγοντες για τη θεμελίωσή της επικαλούνται τα ίδια πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται για τη θεμελίωσή της κύριας βάσης της αγωγής και αυτά τα περιστατικά δεν καθιστούν αδικαιολόγητα πλουσιότερη την εναγόμενη, εφόσον δεν ενέχουν περιουσιακή μετακίνηση οφειλόμενη σε συγκεκριμένη (ανύπαρκτη ή ελαττωματική ή λήξασα) αιτία, εξαιτίας της οποίας η τελευταία να αποκόμισε πλουτισμό, η διατήρηση του οποίου να παρίσταται αδικαιολόγητη" παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη των άρθρων 904 επ του ΑΚ, καθότι η επικουρική θεμελίωση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγής τους τελούσε υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κυρίας βάσης αυτής, για την περίπτωση που η κύρια αγωγή ήθελε κριθεί για οποιονδήποτε λόγο άκυρη. Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η κύρια βάση της αγωγής και συγκεκριμένα στη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες, με αντίστοιχο πλουτισμό της εναγομένης, ως καθολικής διαδόχου της Ε. Τράπεζας και που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του ποσού που θα ελάμβαναν, κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2016 έως 31.12.2018 ως μηνιαία επικούρηση, βάσει του καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ και των όρων της από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας με τους οποίους (όρους) η ως άνω τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη και αδιάκοπη εφαρμογή των όρων του καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ εγγυώμενη την καταβολή στους δικαιούχους των συντάξεων και των πάσης φύσεως παροχών που προβλέπονται από το καταστατικό και του ποσού που κατέβαλε σ' αυτούς το ως άνω χρονικό διάστημα ως επικουρική σύνταξη ο δημόσιος φορέας κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο είχαν υπαχθεί, χωρίς να γίνεται σ' αυτή (αγωγή), όπως απαιτείται για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, έστω και απλή επίκληση της ακυρότητας της ως άνω από 12.4.1995 συλλογικής συμφωνίας, στην οποία στηρίζεται η κυρία βάση της αγωγής. Σε κάθε, δε, περίπτωση, ο πλουτισμός της εναγομένης τράπεζας ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ε. Τράπεζας που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αντιστοιχεί στην ωφέλεια που αποκόμισε η Ε. Τράπεζα από το γεγονός ότι το ποσό που κατέβαλε στους δημόσιους ασφαλιστικούς φορείς (ΕΤΕΑΜ και ΕΤΑΤ), με βάση τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 του ν. 3455/2006 και 61 του ν. 3371/2005 για την καταβολή των ποσών των συντάξεων των ασφαλισμένων του ΤΕΑΠΑΤΕ, δεν αντιστοιχούσε στην πραγματική επιβάρυνση των ταμείων αυτών για την απονομή των συνταξιοδοτικών παροχών στους ασφαλισμένους του ΤΕΑΠΕΤΕ και ανέρχεται στην ένδικη υπόθεση στα ποσά που ζημιώθηκαν αυτοί (ενάγοντες) το χρονικό διάστημα 1.6.2016 έως 31.12.2018 από τις συνταξιοδοτικές παροχές που έλαβαν από τον ασφαλιστικό φορέα που υπήχθησαν, σε σχέση με αυτά (ποσά) που θα ελάμβαναν από το ΤΕΑΠΕΤΕ, δεν στερείται νόμιμης αιτίας, αφού νόμιμη αιτία είναι α) η νομοθετική διάταξη του άρθρου 26 παρ.1 του ν. 3455/2006, που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, με την οποία οι ασφαλισμένοι της Ε. Τράπεζας εντάχθηκαν στους ως άνω δημόσιους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και καθορίσθηκαν τα ποσά, που κατά τη συνταχθείσα αναλογιστική μελέτη υποχρεούταν να καταβάλει η Ε. Τράπεζα σ' αυτούς για την κάλυψη της συνταξιοδοτικής δαπάνης των ασφαλισμένων της, με την καταβολή των οποίων καλύφθηκε η ως άνω υποχρέωσή της και β) οι διατάξεις του ν. 4387/2016 με τίτλο "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ" (Α 85), με το οποίο μειώθηκαν, κατά το πλείστον, οι κύριες και επικουρικές συντάξεις των ασφαλισμένων των δημόσιων ασφαλιστικών φορέων και συνακόλουθα και η επικουρική σύνταξη των εναγόντων, και συνακόλουθα ακόμα και στην περίπτωση που, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, προέκυψε πλουτισμός της εναγομένης τράπεζας, αυτός δεν είναι αδικαιολόγητος, αφού νόμιμη αιτία αυτού είναι οι διατάξεις των προαναφερθέντων νόμων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991) έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 674/2021, ΑΠ 1383/2021, ΑΠ 318/2021), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια επικαλούμενοι ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς για τη θεμελίωση της ως άνω βάσης και ειδικότερα ότι, εφόσον έκρινε ότι η από 12.4.1995 συλλογική συμφωνία είναι άκυρη λόγω αντίθεσής της ως προς την απαγορευτική διάταξη του νόμου, έπρεπε να δεχθεί ότι συντρέχει η βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 904 του ΑΚ και ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς τους ότι με την ως άνω συλλογική συμφωνία υπήρχε περιουσιακή μετακίνηση προς την τράπεζα της περιουσίας τους και ότι αυτή είχε αναλάβει με την ως άνω συλλογική συμφωνία να πληρώνει τις καταστατικές παροχές του Ταμείου τους (ΤΕΑΠΕΤΕ). Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εξέτασε την επικουρική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά της ως άνω βάσης περιστατικά περί αδικαιολογήτου πλουτισμού της εναγομένης τράπεζας και απέρριψε αυτή (επικουρική βάση) ως μη νόμιμη, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η αποδιδόμενη από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της εσφαλμένης, κατά την άποψή τους, απόρριψης της ως άνω βάσης, εφόσον δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν το Δικαστήριο της ουσίας εξέτασε ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας. Τέλος οι αναιρεσείοντες με τον έκτο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής τους ως μη νόμιμη στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθότι απέρριψε αυτή με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται, όπως προεκτέθηκε, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που κρίθηκε ως μη νόμιμη η ως άνω επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αναφέρονται στο σκεπτικό, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 179 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 76953/132/28.7.2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 469/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ