Αριθμός 1084/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Κράνη Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Νοεμβρίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2867/2008 μη οριστική και 6434/2009 του ιδίου δικαστηρίου και 4802/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιουνίου 2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 11 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2006). H νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.Α.Π. 18/1998). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρο 940§3 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς της οποίας "αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα", δεν αποκλείεται αποζημίωση υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ να ζητήσει και ο υπερθεματιστής που απέκτησε στον πλειστηριασμό ακίνητο, ο οποίος μεταγενέστερα ακυρώθηκε αμετάκλητα για ελάττωμα που αφορά τη διαδικασία ενέργειάς του (ΑΠ 1083/2009, ΑΠ 1401/2005), όπως στην περίπτωση που ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής διατελεί σε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια) αν με την παραγγελία ή την έγκριση της παράνομης πράξης επήλθε η ζημία του υπερθεματιστή, οπότε και θεωρείται ότι αυτός προξένησε τη ζημία (ΑΠ 1083/2009, ΑΠ 1401/2005). Εξάλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις, το άρθρο 914 του Α.Κ. ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ. για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία (αρθρ. 299 και 932 του Α.Κ.) απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη δηλαδή να αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003). Πρόσφορη μπορεί να είναι η αιτία, που δεν προκάλεσε μεν κατά λογική αιτιότητα τη ζημία, είχε όμως γενικά την τάση, την ικανότητα να οδηγήσει σ' αυτήν, σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ζημία όμως που οφείλεται στην ιδιομορφία της συγκεκριμένης περιπτώσεως και όχι στη γενική τάση του όρου δεν θεωρείται ότι συνδέεται κατά τρόπο πρόσφορο μ' αυτόν. Έτσι, όταν η υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων αυτών εξαρτάται και από τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, όπως π.χ. του θύματος ή από την βούληση της αρχής, δεν υφίσταται πρόσφορη αιτία της προκληθείσας ζημίας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη, που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται προς τα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της ζημιάς που προκλήθηκε. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωση της αξιώσεως για παράλειψη της πράξεως που φέρεται ότι συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό και ανόρθωση της ζημίας που από την αιτία αυτή προκλήθηκε είναι να εκτελείται η πράξη αυτή με σκοπό ανταγωνισμού προς το εμπόριο ή τη βιομηχανία που ασκεί άλλος και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, δηλαδή να προσκρούει στην αντίληψη κάθε ανθρώπου που σκέπτεται δίκαια και ορθά ή να γίνεται χρήση μεθόδων και μέσων αντιθέτων προς την ομαλή ορθότητα των συναλλαγών, έστω και αν η πράξη, επιφανειακά ή μεμονωμένα θεωρούμενη, φαίνεται θεμιτή και νομικά άψογη. Τέλος, το άρθρο 2 του ν. 703/1977 περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως ισχύει, ορίζει ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της δεσπόζουσας θέσης τους, στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται ιδίως: α)..., β)..., γ) στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπο ώστε ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό. Ακόμη, το άρθρο 2α του ίδιου νόμου προβλέπει ότι: Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδία στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης, ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρονίων εμπορικών σχέσεων. Βάσει των ανωτέρω οι πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 703/1977 δεν απαγορεύουν την κατοχή ή την απόκτηση δεσπόζουσας θέσης, αλλά μόνο την καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Κατά την ερμηνεία της έννοιας της καταχρηστικής εκμετάλλευσης λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο της προστασίας του ν. 703/1977, ήτοι η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων. Συνεπώς, η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης επιχείρησης κρίνεται με βάση την αντικειμενική συμπεριφορά της, όπου χρησιμοποιώντας διαφορετικές μεθόδους από αυτές που εφαρμόζονται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού σε προϊόντα ή υπηρεσίες, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο των εμπορικών της δραστηριοτήτων, τείνει να περιορίσει τον ανταγωνισμό ή είναι ικανή ή ενδέχεται να έχει τέτοιο αποτέλεσμα. Για την υπαγωγή στην απαγόρευση του άρθρου 2 α' με την έννοια της αιφνίδιας και αδικαιολόγητης διακοπής μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων, θα πρέπει: α') να υπάρχει σχέση οικονομικής εξάρτησης μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις, από τις οποίες προμηθεύεται ή τις οποίες προμηθεύει ακόμη και με ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, β') η επιχείρηση αυτή να μη διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις ή αν μπορεί, όχι με τους ίδιους, αλλά με δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα το οποίο μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει τη λειτουργία της και γ') η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων, να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα με τα πιο πάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο εν λόγω άρθρο ενδεικτικά αναφέρονται, που έχουν ως τελικό αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων. Εξάλλου, η παράβαση του άρθρου 2 του ν. 703/1977 συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται έχει αξίωση για αποζημίωση ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 31-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) για την εκτίμηση του εδώ ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, ιστορείται ότι αυτή (αναιρεσείουσα), ως εταιρία υγιής και εύρωστη με αντικείμενο εργασιών την αποκλειστική αντιπροσωπεία και διανομή προϊόντων σημαντικών οίκων, διέβλεψε την προοπτική εξέλιξης στον κλάδο της logistics και αποφάσισε, περί το έτος 1995, στα πλαίσια σχεδιασμού για την περαιτέρω ανάπτυξή της, να αγοράσει ένα ακίνητο. Ότι για την απόφασή της αυτή ενημέρωσε την εναγομένη τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν και εκείνη, διά του διευθυντή της, της υπέδειξε και την παρότρυνε να αγοράσει ένα ακίνητο, εμβαδού 11.465,23 τ.μ., αποτελούμενο από αποθήκες και γραφεία εμβαδού 2.181,42 τ.μ., που βρισκόταν εντός της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... και επρόκειτο, με επίσπευση της εναγομένης τράπεζας, να εκτεθεί σε πλειστηριασμό. Ότι η ενάγουσα συμμετείχε στον πλειστηριασμό και αναδείχθηκε πλειοδότρια με αποτέλεσμα να κατακυρωθεί σ' αυτήν το ως άνω ακίνητο στην τιμή των 110.100.000 δραχμών, ποσό το οποίο κατέβαλε λαμβάνοντάς το από την εναγομένη ως δάνειο, ενώ παράλληλα συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επ' αυτού για ποσό 220.000.000 δραχμών. Ότι στις 9-7-1997 εγκαταστάθηκε στο ακίνητο και έκτοτε προέβη στην ανακαίνισή του, στην ανέγερση συμπληρωματικών χώρων, στην εκμίσθωση τμημάτων του, καθώς και στην αγορά όμορου ακινήτου, εκτάσεως 2.156 τ.μ., αντί τιμήματος 8.000.000 δραχμών. Ότι η αγορά του τελευταίου αυτού ακινήτου ήταν αναγκαία, καθώς τμήμα του είχε καταπατηθεί από τη δικαιοπάροχό της και ήδη είχε εκδοθεί σε βάρος της απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που διέτασσε την απόδοσή του στους ενάγοντες ιδιοκτήτες, η οποία αν εκτελείτο και αφαιρείτο το ως άνω τμήμα, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα όλο το κτίριο να χαρακτηρισθεί αυθαίρετο. Ότι ο διενεργηθείς πλειστηριασμός ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, για το λόγο ότι η εναγομένη, από αμέλειά της, δεν είχε επιδώσει το πρόγραμμα κατάσχεσης και το πρόγραμμα πλειστηριασμού στην Υπηρεσία Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ως ώφειλε, αν και γνώριζε την υπαγωγή της καθ' ής ο πλειστηριασμός στον αναπτυξιακό νόμο 1262/1982, βάσει δε του άρθρου 18 του Π.Δ. 456/1995 είχε αυτή την υποχρέωση. Ότι, επίσης, η εναγομένη, όλως αντισυμβατικά και καταχρηστικά, προέβη σε μονομερή καταγγελία των μεταξύ τους υφισταμένων δανειακών συμβάσεων, με συνέπεια να μην λάβει την αναμενόμενη επιχορήγηση από επιδοτούμενο αναπτυξιακό πρόγραμμα επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κατόπιν αυτού να μην μπορέσει να πραγματοποιήσει τις σχεδιαζόμενες επενδύσεις και να απωλέσει έτσι σημαντικά έσοδα. Ότι, εξαιτίας των ως άνω παράνομων, αντισυμβατικών και καταχρηστικών ενεργειών της εναγομένης, οι οποίες, εκτός από αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνιστούν και αθέμιτο ανταγωνισμό, αλλά και καταχρηστική ως εκ της, από μέρους της εναγομένης, εκμετάλλευση της οικονομικά υπερισχύουσας θέσης της έναντι της ενάγουσας, υπέστη θετική και αποθετική ζημία, καθώς και ηθική βλάβη, όπως τα επί μέρους κονδύλια αναλύονται στο δικόγραφο της αγωγής. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει νομιμοτόκως: α) το ποσό των 323.111 ευρώ για αποζημίωσή της, λόγω της εκ μέρους της καταβολής του πλειστηριάσματος, β) το ποσό των 56.226 ευρώ για αποζημίωσή της, λόγω καταβολής των πάσης φύσεως εξόδων και φόρων μεταβίβασης του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου (φόρος, συμβολαιογραφικά έξοδα και έξοδα μεταγραφής), γ) το ποσό των 26.471 ευρώ, για το τίμημα, ως και τα πάσης φύσεως έξοδα και φόρους μεταβίβασης του ανωτέρω γειτονικού του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, δ) το ποσό των 1.389.878 ευρώ, για την υπεραξία του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου (διαφορά πλειστηριάσματος και σημερινής αγοραίας αξίας), ε) το ποσό των 4.790.498 ευρώ, άλλως το ποσό των 4.318.207 ευρώ (διαφυγόντα κέρδη από 2000 έως 2006, λόγω απώλειας εσόδων, είτε από ματαίωση της ανάπτυξής της στο επιχειρηματικό τομέα της αποθήκευσης και διανομής για λογαριασμό τρίτων, είτε από την αδυναμία να εκμεταλλευθεί το πλειστηριασθέν ακίνητο), στ) το ποσό των 184.886 ευρώ, για αποζημίωση της απωλεσθείσας επιδότησης για ένταξή της σε αναπτυξιακό επιχειρησιακό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζ) το ποσό των 1.200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, τα άνω υπό στοιχεία α'- δ' κονδύλια, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ζήτησε η ενάγουσα ως αποζημίωση, λόγω της άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, συνεπεία της οποίας ακυρώθηκε ο προαναφερόμενος πλειστηριασμός, ενώ για τον ίδιο λόγο ζήτησε επικουρικά και τα υπόλοιπα κονδύλια για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω, τα υπό στοιχεία ε' και στ' κονδύλια (διαφυγόντα κέρδη και απώλεια επιδότησης), ζήτησε η ενάγουσα ως αποζημίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η παρότρυνσή της εκ μέρους της εναγομένης να συμμετάσχει στον άνω άκυρο πλειστηριασμό, η καταχρηστική άρνησή της να την αποζημιώσει μόλις ανέκυψε το πρόβλημα της ακυρότητας του πλειστηριασμού, η καταχρηστική και ανήθικη διακοπή της συνεργασίας τους με την καταγγελία εκ μέρους της των πιστωτικών συμβάσεων και η επιδίωξη κατόπιν αυτού έκδοσης διαταγής πληρωμής και η συνακόλουθη αποκοπή και δυσχέρανση πρόσβασης της εταιρίας της στο τραπεζικό σύστημα για την άντληση των αναγκαίων κεφαλαίων για την ανάπτυξή της είχε και έχει ως συνέπεια τη μη υλοποίηση των επενδυτικών της σχεδίων και τη μη ανάπτυξή της με συνέπεια να υποστεί τις άνω ζημίες και να παρίσταται σχεδόν βέβαιος ο κίνδυνος εκτόπισής της από την αγορά. Τέλος, το υπό στοιχείο ζ' κονδύλιο (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) ζήτησε η ενάγουσα να της επιδικασθεί, καθόσον η εναγομένη, εκμεταλευόμενη τη σχέση οικονομικής εξάρτησης στην οποία τελούσε η εταιρία της έναντι αυτής, κατά παράβαση του άρθρου 2α του ν. 703/1977, αμέσως μετά την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της, αντί να την αποζημιώσει, προέβη σε άκαιρη, μονομερή και αιφνίδια, και ως εκ τούτου, καταχρηστική καταγγελία των δανειακών συμβάσεών της, με συνέπεια να αποκοπεί από το τραπεζικό σύστημα, και να καταχωρηθεί στα δυσμενή στοιχεία του Τειρεσία, έτσι ώστε, εκτός του ότι δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τα επιχειρηματικά της σχέδιά, να πληγεί η φήμη και η εμπορική πίστη της στην αγορά. Με το περιεχόμενο αυτό στο ιστορικό της και το αντίστοιχο αγωγικό περί αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αίτημά της, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που έχει έρεισμα στην αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), συνισταμένης στις παράνομες ενέργειες και παραλήψεις της, με την μη επίδοση περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και του προγράμματος του πλειστηριασμού στην Υπηρεσία Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, αν και γνώριζε την υπαγωγή της καθ' ής ο πλειστηριασμός στον αναπτυξιακό νόμο 1262/1982, με αποτέλεσμα την ακύρωση του προαναφερόμενου πλειστηριασμού, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297,298, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, εκτός από τα υπό στοιχεία γ' και στ' κονδύλιά της. Ειδικότερα, ως προς τα τελευταία αυτά κονδύλια, η αγωγή είναι μη νόμιμη και συγκεκριμένα: 1) Όσον αφορά το κεφάλαιο των 26.471 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα και τα έξοδα μεταβίβασης που κατέβαλε η ενάγουσα για την αγορά τμήματος γειτονικού ακινήτου, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συνιστά ζημία αυτής, προερχόμενη αμέσως ή εμμέσως από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, αφού η τελευταία αυτή δαπάνη της ενάγουσας για την αγορά του άνω τμήματος γειτονικού ακινήτου έγινε ανεξάρτητα από τον διενεργηθέντα και ακολούθως ακυρωθέντα πλειστηριασμό, εξακολούθησε δε και μετά την ακύρωση του τελευταίου να παραμένει στην κυριότητά της, ώστε καμία ζημία να μην έχει υποστεί κι αν ακόμη η αγορά αυτή έγινε επ' ευκαιρία του πλειστηριασμού, 2) Όσον αφορά το κεφάλαιο των 184.886 ευρώ, που αντιπροσωπεύει την επικαλούμενη απολεσθείσα επιδότηση για την ένταξη της ενάγουσας σε αναπτυξιακό πρόγραμμα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συνιστά και το ποσό αυτό ζημία της ενάγουσας προερχόμενη από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, αφού προϋπόθεση του τελευταίου δεν αποτελούσε η έγκυρη διενέργεια του πλειστηριασμού και η συνεπεία τούτου απόκτηση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, αλλά η δυνατότητα της ενάγουσας να πραγματοποίησει την απαιτούμενη επένδυση με την καταβολή και δικών της χρημάτων σε ποσοστό 60%, προκειμένου να λάβει την εν λόγω επιδότηση που αντιπροσώπευε το 40% της επένδυσης αυτής, ώστε να μην υφίστανται κατόπιν τούτου, ως προς το παραπάνω κεφάλαιο, οι προϋποθέσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, αφού ελλείπει το ουσιώδες στοιχείο του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλούμενης παράνομης πράξης και της επελθούσας ζημίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και βάση των όσων εκτίθενται στην αγωγή, δεν θεμελιώνεται η τελευταία στις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 146/1914 και 2α του ν. 703/1977. Ειδικότερα, όσον αφορά την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις του αθέμιτου ανταγωνισμού βάση της αγωγής, αυτή είναι μη νόμιμη, καθώς μεταξύ των διαδίκων ούτε ανταγωνιστική σχέση υφίσταται, ούτε πρόθεση ανταγωνισμού προκύπτει εκ των ιστορουμένων ενεργειών της εναγομένης και αληθών υποτιθεμένων. Ομοίως, μη νόμιμη είναι επίσης και η επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στη διάταξη τα άρθρου 2α του ν. 703/1977, η οποία εξάλλου λειτουργεί σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, καθώς στην αγωγή δεν αναφέρεται ότι η εναγομένη έχει τέτοια σημαντική θέση στη διάρθωση της αγοράς, η οποία, λόγω της παρουσίας της και μόνο, καθιστά τον ανταγωνισμό εξασθενημένο. Αλλά ούτε και οι περιγραφόμενες στην αγωγή ενέργειες της εναγομένης, συνιστούν διαφορετική μεθοδολογία από την εφαρμοζόμενη υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού σε προϊόντα ή υπηρεσίες παρόμοια με εκείνα που προσφέρει η εναγομένη και παρεμποδίζουν τη διατήρηση του επιπέδου του εναπομένοντος ανταγωνισμού ή την ανάπτυξή του, στοιχεία που αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την θεμελίωση της αγωγής στις παραπάνω διατάξεις. Το Εφετείο επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή της, ήταν νομικά αόριστη, αναφορικά με την επικαλούμενη ζημία της που αντιστοιχεί στο τίμημα και τα έξοδα μεταβίβασης που κατέβαλε για την αγορά τμήματος γειτονικού του πλειστηριασθέντος ακινήτου, καθώς και εκείνη που αντιπροσωπεύει την επικαλούμενη απωλεσθείσα επιδότηση για την ένταξή της σε αναπτυξιακό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον αυτά δεν συνδέονται αιτιωδώς προς την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, ώστε να μην υφίσταται ευθύνη της τελευταίας προς αποζημίωσή της ως προς τα ποσά αυτά, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθ.559 του ΚΠολΔ, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (πρώτος), κατά το μέρος που προβάλλεται η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περί αδικοπραξίας βάση της αγωγής και τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν, κατά το μέρος που έχει έρεισμα στο άρθρο 940 παρ.3 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, ρητώς έλαβε υπόψη τη βάση αυτή της αγωγής και τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, όπως ανωτέρω εκτίθενται τα τελευταία, και την απέρριψε ως αλυσιτελή, με την αιτιολογία ότι η θεμελίωση της αγωγής και στην εν λόγω διάταξη είναι άνευ έννομης σημασίας, αφού, το βασικό έρεισμα της αγωγής είναι οι διατάξεις περί αδικοπραξιών στις οποίες η άνω διάταξη παραπέμπει, θέτοντας αυτές και μόνο ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση τόσο της αξίωσης αποζημίωσης όσο και της έκτασης αυτής. Τέλος, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 146/1914 και 2α του ν. 703/1977 παραβίασε το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, με το να απορρίψει τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης, κρίνοντας την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη κατά το μέρος που επιχειρείται μ' αυτήν η θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης στις διατάξεις αυτές και εντεύθεν υποχρέωσή της προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις τελευταίες, ενόψει του ότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούν αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης που να δημιουργεί ευθύνη της προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 Α.Κ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. προκύπτει, ειδικότερα, ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντος απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που, με την εξαίρεση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης, πρέπει να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του, και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς, πράξης ή παράλειψης, και της ζημίας που επήλθε, περιουσιακής ή μη. Αμέλεια δε υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 708/2004, 1084/2008). Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, υποχρέωση αποζημίωσης υφίσταται μόνο αν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της παραληφθείσης πράξης, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδίως η προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, που επιβάλλει λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου (ΑΠ 1187/2009, ΑΠ 604/2009). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσον και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι δεν αποκαθίσταται όλη η ζημία που προβάλλει ο ζημιωθείς, αλλά μόνον αυτή που βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση, τελεί δηλαδή σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η ύπαρξη δε αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης πράξης ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 297 και 298 Α.Κ., εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό. Ως εκ τούτου, προκειμένου να χωρήσει αποκατάσταση, αρκεί να διαπιστωθεί α) ότι επήλθε πράγματι ζημία και β) ότι αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη. Το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβιάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και συνεπώς, διαφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα εταιρία προέρχεται από μετατροπή της συσταθείσας ως ομόρρυθμης, κατά το έτος 1954, εταιρίας με την επωνυμία "Σ.-Π. & ΣΙΑ ΟΕ", που μετονομάστηκε το έτος 1994 σε "Α. και Σια ΟΕ" και στη συνέχεια μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την με αριθμό 3359/11-8-1995 πράξη της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Εριφύλης Τατά-Βασιλικάκη, η οποία εγκρίθηκε από τη Νομαρχία Λέσβου και καταχωρήθηκε στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιριών δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμό 5051/1995. Αντικείμενο εργασιών της ενάγουσας ήταν η διανομή καταναλωτικών προϊόντων στην περιοχή της νήσου Λέσβου. Κατά το έτος 1995 θέλησε να επεκτείνει τις εμπορικές της δραστηριότητες στον τομέα της αποθήκευσης και διανομής προϊόντων (logistics) και στα πλαίσια των σχεδιασμών της αυτών αποφάσισε να προβεί σε αγορά ακινήτου, το οποίο θα χρησιμοποιούσε για την αποθήκευση των προϊόντων που θα διένειμε στο καταναλωτικό κοινό για λογαριασμό τρίτων. Τις ανωτέρω αποφάσεις τις ανακοίνωσε στον τότε διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης στη ... Ι. Μ., με την οποία η ενάγουσα είχε συνεργασία και προσέβλεπε στη χορήγηση αναγκαίας για την επίτευξη των στόχων της χρηματοδότησης. Η εναγομένη, έχουσα απαίτηση κατά της εταιρίας με την επωνυμία "ΛΕΥΚΟΣΙΔΗΡΟΥΡΓΙΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ ΑΕΒΕ", προερχόμενη από την με αριθμό 85/1994 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, είχε επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση, δυνάμει της με αριθμό 372/31-12-1996 κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ..., επί ενός ακινήτου, ιδιοκτησίας της οφειλέτριας εταιρίας, εμβαδού 11.465,23 τ.μ. αποτελούμενο από αποθήκες και γραφεία 2.181,42 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." ή "...", της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... . Ο πλειστηριασμός του ως άνω ακινήτου ορίστηκε αρχικά για τις 12/2/1996 και στη συνέχεια μετά από διόρθωση της τιμής του, για τις 26/3/1997, δυνάμει της με αριθμό 383/1997 Α' επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Η εναγόμενη, δια του προαναφερθέντος διευθυντή της, ενημέρωσε την ενάγουσα για τον επικείμενο πλειστηριασμό και, γνωρίζοντας τις αποφάσεις της για την αγορά ακινήτου, την παρότρυνε να συμμετάσχει σ' αυτόν, καθώς θεωρούσε ότι το εκπλειστηριαζόμενο ακίνητο ήταν κατάλληλο για τη χρήση που η ενάγουσα σκόπευε να το εκμεταλλευτεί. Πράγματι η τελευταία συμμετείχε στον πλειστηριασμό και αναδείχθηκε πλειοδότρια, μη υπάρχοντος άλλου ενδιαφερόμενου, με τιμή προσφοράς το ποσό των 110.100.000 δρχ., το οποίο κατέβαλε λαμβάνοντάς το από την εναγομένη ως δάνειο. Κατόπιν αυτού συντάχθηκε η με αριθμό .../26-3-1997 έκθεση Α' επαναληπτικού πλειστηριασμού ακινήτου - κατακύρωση, της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Εριφύλης Τατά-Βασιλικάκη, περίληψη της οποίας με αριθμό .../11-4-1997 μεταγράφηκε, στις 14/4/1997, στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης, στον τόμο ... και με αριθμό 324. Σε ασφάλεια του δανείου αυτού η εναγομένη ενέγραψε στο ως άνω ακίνητο με τη συναίνεση της ενάγουσας, προσημείωση υποθήκης για ποσό 220.000.000 δρχ. Στη συνέχεια η τελευταία εκτέλεσε την περίληψη και εγκαταστάθηκε, στις 9/5/1997, στο ως άνω ακίνητο, αποβάλλοντας από αυτό την καθ' ης ο πλειστηριασμός. Την 90η ημέρα από τη μεταγραφή της έκθεσης κατακύρωσης το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, κατά της ενάγουσας, της εναγομένης και της καθ' ης ο πλειστηριασμός εταιρίας, την από 11/7/1997 ανακοπή του ζητώντας να ακυρωθούν α) η με αριθμό .../14-2-1997 Α' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης., β) η με αριθμό .../26-3-1997 έκθεση Α' επαναληπτικού πλειστηριασμού ακινήτου της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Εριφύλης Τατά-Βασιλικάκη και γ) η με αριθμό .../11-4-1997 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Κύριος λόγος της ανακοπής ήταν η μη τήρηση, από την επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό, της διάταξης του άρθρου 18 του ΠΔ 456/1995, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε, επειδή η καθ' ης ο πλειστηριασμός εταιρεία είχε υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο 1262/1992 (λαμβάνοντας από το Ελληνικό Δημόσιο επιχορήγηση ποσού 49.144.398 δρχ. καθώς και επιχορήγηση επιτοκίου για τραπεζικό δάνειο ύψους 25.000.000 δρχ.), να κοινοποιηθούν στην Υπηρεσία Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού, η έκθεση κατάσχεσης και το πρόγραμμα πλειστηριασμού του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου, εντός προθεσμίας 20 ημερών από τη σύνταξή τους. Η ανακοπή αυτή, μαζί με τους από 14/7/1997 πρόσθετους λόγους της, συζητήθηκε στις 13/3/1998 και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 149/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Στη συνέχεια, και μετά από την άσκηση έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η με αριθμό 251/2000 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου η οποία αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε: α) τον πλειστηριασμό που διενεργήθηκε με την με αριθμό .../26-3-1997 έκθεση Α' επαναληπτικού πλειστηριασμού ακινήτου της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Εριφύλης Τατά - Βασιλικάκη και β) την με αριθμό .../11-4-1997 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της με αριθμό 747/2002 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες, από αμφότερες τις διαδίκους της παρούσας δίκης αναιρέσεις, κατά της εφετειακής απόφασης. Η ακύρωση του ανωτέρω πλειστηριασμού οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας, οι οποίοι, έχοντας την πρωτοβουλία και την ευθύνη της επίσπευσης πλειστηριασμού δεν φρόντισαν να διασφαλίσουν την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 18 του ΠΔ 456/1995, προκειμένου να διενεργηθεί έγκυρος πλειστηριασμός. Ειδικότερα, η εναγομένη, η οποία επέσπευδε πλειστηριασμό κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ΛΕΥΚΟΣΙΔΗΡΟΥΡΓΙΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ ΑΕ", προς εξασφάλιση απαίτησής της απορρέουσας από πιστωτική σύμβαση, γνώριζε ότι η καθ' ης ο πλειστηριασμός εταιρία είχε επιδοτηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και είχε υπαχθεί στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 1262/1982, αφού και η ίδια την είχε δανειοδοτήσει. Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι η εναγομένη έχει οργανωμένη νομική υπηρεσία και έμπειρο, ειδικά σε θέματα εκτέλεσης, προσωπικό, γνώριζε ότι έπρεπε να προβεί στις κοινοποιήσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρ. 18 του ΠΔ 456/1995 και μάλιστα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας 20 ημερών από τη σύνταξη της έκθεσης. Άλλωστε οι κοινοποιήσεις αυτές είχαν διενεργηθεί εμπρόθεσμα και στο παρελθόν προς την άνω Υπηρεσία, καθώς το ακίνητο είχε εκτεθεί επανειλημμένα από το έτος 1995 σε πλειστηριασμούς, που για διάφορους λόγους δεν πραγματοποιήθηκαν (βλ. τις με ημερομηνία 15/3/2000 προτάσεις της εναγομένης εταιρίας ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, όπου η ίδια συνομολογεί τα ανωτέρω). Ωστόσο, από αμέλειά τους, οι προστηθέντες αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης παρέλειψαν να επιστήσουν την προσοχή του δικαστικού επιμελητή, αλλά και να ελέγξουν αν τηρήθηκε η εμπρόθεσμη κοινοποίηση των ως άνω εγγράφων, αν και μπορούσαν ευχερώς να το πράξουν, ακριβώς λόγω των γνώσεων και της εμπειρίας τους, με αποτέλεσμα η κοινοποίηση να γίνει εκπροθέσμως και συγκεκριμένα στις 20/3/1997. Στη συνέχεια και ενώ γνώριζαν την εκπρόθεσμη αυτή επίδοση, συνέχισαν την διαδικασία του πλειστηριασμού, καθώς πείσθηκαν στις προφορικές διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου ότι δεν θα ασκήσουν ανακοπή. Η γνώση αυτή της εναγομένης προκύπτει από την εξώδικη ομολογία της, η οποία έλαβε χώρα με τις προαναφερθείσες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, όπου ρητά αναφέρει ότι "το αντίδικο δημόσιο με καθησύχασε ότι δεν πρόκειται να προσβάλει τον πραγματοποιηθησόμενο πλειστηριασμό εξαιτίας της εκπρόθεσμης παραπάνω επίδοσης. Βάσει των διαβεβαιώσεών του αυτών, εγώ προχώρησα στην πραγματοποίηση του πλειστηριασμού". Από την ομολογία αυτή προκύπτει σαφώς ότι η γνώση της εναγομένης περί της εκπρόθεσμης επίδοσης είχε λάβει χώρα πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού και όχι μετά από αυτόν, όπως αβασίμως ισχυρίζεται με την κρινόμενη έφεσή της. Η, ως άνω, ομολογία είναι μεν εξώδικη και ανακαλείται ελεύθερα, μόνον όμως εφόσον ο ομολογήσας αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, απόδειξη, στο βάρος της οποίας δεν ανταποκρίθηκε η εναγομένη στην προκειμένη περίπτωση. Η τελευταία αρνήθηκε την ύπαρξη οποιασδήποτε ευθύνη της προβάλλοντας τα ακόλουθα επιχειρήματα: α) Ότι για την εκπρόθεσμη επίδοση των άνω εγγράφων, την αποκλειστική ευθύνη φέρει ο διενεργήσας αυτές δικαστικός επιμελητής Ε. Π., προς τον οποίο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της (εναγομένης) είχε δώσει την εντολή να ενεργήσει "ότι ο νόμος ορίζει", ενώ ουδέποτε ενημερώθηκε από τον εν λόγω επιμελητή για την εκπρόθεσμη επίδοση των επιδοτέων εγγράφων. Τα ως άνω επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο δικαστικός επιμελητής στις με αριθμούς 128/15-5-2008 50/8-3-2011 ένορκες βεβαιώσεις του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μυτιλήνης, καθώς και στην ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ένορκη κατάθεσή του επ' ευκαιρία άλλης δίκης (πρακτικά απόφασης με αριθμό 198/4-11-2005). Η εναγομένη αποφεύγει βέβαια να δηλώσει ευθέως αν γνώριζε την δανειοδότηση της καθ' ής ο πλειστηριασμός εταιρίας από το Ελληνικό Δημόσιο και κατά συνέπεια την υπαγωγή της στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 1262/1982. Ωστόσο, ούτε και αρνείται ότι γνώριζε το πραγματικό αυτό γεγονός, με αποτέλεσμα σε συνδυασμό και με το σύνολο των ισχυρισμών της να συνάγεται ομολογία της (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Η γνώση της αυτή άλλωστε προκύπτει και από το, μη αμφισβητούμενο, γεγονός ότι ο δικαστικός επιμελητής είχε την σχετική επί του ζητήματος αυτού ενημέρωση, την οποία δεν μπορούσε να έχει από άλλη πηγή αφού στα πραγματικά περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης μόνο η εναγομένη είχε πρόσβαση. Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρθηκε, η εναγομένη είχε δανειοδοτήσει και η ίδια την καθ' ής ο πλειστηριασμός εταιρεία και επομένως γνώριζε την οικονομική της κατάσταση, τις λοιπές δανειοδοτήσεις της κλπ. Κατά συνέπεια και ενόψει των ιδιαιτεροτήτων που παρουσίαζε η εξεταζομένη περίπτωση, η εντολή προς το δικαστικό επιμελητή να διενεργήσει "ό,τι ο νόμος ορίζει" δεν αρκούσε για να εξασφαλιστεί η ορθή διενέργεια του πλειστηριασμού. Τέλος, η οποιαδήποτε τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαστικού επιμελητή δεν αίρει την ευθύνη της εναγομένης η οποία, ως έχουσα την πρωτοβουλία της επίσπευσης του πλειστηριασμού, όφειλε να έχει την επιμέλεια, την εποπτεία και τον έλεγχο όλης της διαδικασίας. β) Ότι, κατά την παγίως τηρούμενη πρακτική, όλες τις ενέργειες (επιδόσεις, δημοσιεύσεις κλπ) για τη διενέργεια έγκυρου πλειστηριασμού τις πραγματοποιεί ο δικαστικός επιμελητής, αφού η παρακολούθησή τους από της κεντρικές υπηρεσίες της Τράπεζας θα ήταν αδύνατη εξ αιτίας του όγκου των υποθέσεων που υπάρχουν ανά την Ελλάδα. Ωστόσο η, από υπαιτιότητα της εναγομένης, οποιαδήποτε υφισταμένη αδυναμία ή δυσλειτουργία στη διάρθρωση των υπηρεσιών της και τυχόν πλημμελής οργάνωσή της δεν είναι δυνατόν να την απαλλάξει από την αδικοπρακτική της ευθύνη. γ) Ότι η ενάγουσα ομολόγησε την έλλειψη ευθύνης της με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου κατά την εκδίκαση της ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου.... Η ενάγουσα στους από 12-1-2002 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της με αριθμό 251/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "...η μη εμπρόθεσμη επίδοση οφείλεται κατ' αρχήν σε σφάλμα του δικαστικού επιμελητή, η δε διενέργεια του πλειστηριασμού παρά την πλημμέλεια της επιδόσεως οφείλεται στον συμβολαιογράφο που δεν ήλεγξε το εμπρόθεσμο της επιδόσεως, ανεξάρτητα από την παράλληλη τυχόν ευθύνη της επισπεύδουσας". Η εν λόγω αναφορά δεν δεσμεύει την ενάγουσα, καθώς δεν αποτελεί ούτε καν εξώδικη ομολογία της, ως μη αναφερόμενη σε πραγματικό γεγονός και μάλιστα επιβλαβές γι' αυτήν, αλλά στη νομική της άποψη που ελεύθερα μπορεί και να μεταβάλλεται. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την εκτεθείσα ανωτερω περικοπή του δικογράφου, η ενάγουσα διατηρεί τις επιφυλάξεις της ως προς την τυχόν ευθύνη της επισπεύδουσας. Κατόπιν αυτών, αποδεικνύεται η αμέλεια της εναγομένης εξαιτίας της οποίας ακυρώθηκε ο προαναφερθείς πλειστηριασμός, γι' αυτό και θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσής της ... . Εφόσον δε με βάση τα όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η ακύρωση του πλειστηριασμού οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, η τελευταία υπέχει υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την αμετάκλητη ακύρωση του πλειστηριασμού η καθ' ής ο πλειστηριασμός εταιρία, αφού μετέγραψε την άνω απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, άσκησε την από 7-11-2000 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης ζητώντας να αναγνωριστεί η νομή της επί του επίδικου ακινήτου και να αποβληθεί η ενάγουσα απ' αυτό. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1/2002 απορριπτική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε από την με αριθμό 113/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Στη συνέχεια η καθ' ής ο πλειστηριασμός εταιρία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης την από 5-6-2002 αγωγή της κατά της ενάγουσας με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 37/2004 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε την αγωγή και αναγνώρισε την καθ' ής ο πλειστηριασμός κυρία του εν λόγω ακινήτου. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 5-5-2004 έφεσή της, η οποία δεν έχει εκδικασθεί μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, η καθ' ής ο πλειστηριασμός εταιρία άσκησε κατά της ενάγουσας και της εναγομένης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, την από 18-6-2002 αγωγή της, με την οποία ζήτησε αποζημίωση, επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων λόγω της επίσπευσης σε βάρος της άκυρου πλειστηριασμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 33/2004 απόφαση του, ως άνω, δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή κατά ένα μέρος ως αόριστη, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη και την επικουρική (αδικαιολόγητου πλουτισμού) ως μη νόμιμη. Ειδικά δε όσον αφορά την ενάγουσα, απέρριψε την αγωγή για έλλειψη αδικοπρακτικής της συμπεριφορά. Στο μεταξύ και αφού ήρθη, με την με αριθμό 6244/24-10-2003 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, η αρχική κατάσχεση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, η εναγομένη Τράπεζα προέβη σε νέα κατάσχεση αυτού, δυνάμει της με αριθμό 735/14-11-2003 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης Ι. Γ., θεωρώντας ότι η κυριότητα του ακινήτου είχε επανακάμψει στην εταιρία με την επωνυμία "ΛΕΥΚΟΣΙΔΗΡΟΥΡΓΙΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ Α.Ε.", κατά της οποίας διατηρούσε απαίτηση ποσού 70.336.866 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, που αποτελούσε υπόλοιπο προερχόμενο από την με αριθμό 85/1994 διαταγή πληρωμής, για το οποίο δεν κατετάγη στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό. Η ενάγουσα άσκησε κατά της κατάσχεσης αυτής την από 17-12-2003 ανακοπή της και τους από 25-4-2004 πρόσθετους αυτής λόγους, ενώ παράλληλα άσκησε την από 27-12-2003 αίτηση αναστολής υποστηρίζοντας ότι η κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου ανήκε στην ίδια, δυνάμει της με αριθμό 400/9-5-1997 έκθεσης αποβολής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνη ς ..., η οποία ουδέποτε προσβλήθηκε και έτσι, εφόσον παρέμενε απρόσβλητη, δεν μπορούσε να ζητηθεί επαναφορά των πραγμάτων. Η, ως άνω, αίτηση αναστολής απορρίφθηκε και ο νέος πλειστηριασμός διενεργήθηκε εν τέλει, μετά από δικαστικές αναστολές και διορθώσεις, στις 28-4-2004. Στον πλειστηριασμό αυτό συμμετείχε και η ενάγουσα δηλώνοντας παράλληλα ότι η συμμετοχή της αυτή δεν είχε την έννοια της παραίτησής της από την ανακοπή αλλά γινόταν χάριν της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησής της και μόνο. Υπερθεματίστρια αναδείχθηκε και πάλι η ενάγουσα και το ακίνητο της κατακυρώθηκε, αντί τιμήματος 665.000 ευρώ. Για την καταβολή του πλειστηριάσματος η ενάγουσα απευθύνθηκε στην εναγομένη ζητώντας να της χορηγήσει νέο δάνειο ύψους 420.000 ευρώ, αίτημα το οποίο όμως απορρίφθηκε από την Τράπεζα. Παράλληλα η εναγομένη, στις 28-4-2004, κατήγγειλε τις δανειακές συμβάσεις που είχε συνάψει με την ενάγουσα, ήτοι τόσο την πρώτη που είχε συναφθεί το έτος 1988, όσο και την δεύτερη που συνήφθη το έτος 1997, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το ποσό που χορηγήθηκε στην ενάγουσα για την καταβολή του αρχικού πλειστηριάσματος. Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η διαδικασία του αναπλειστηριασμού, ο οποίος προσδιορίσθηκε αρχικά για τις 29-9-2004 και κατόπιν ανεστάλη, βάσει του ν. 3259/2004, μέχρι τις 31-12-2004. Στη συνέχεια και με βάση τη διάταξη του άρθρου 39 του ίδιου, ως άνω, νόμου, η οφειλή της καθ' ής ο πλειστηριασμός θεωρήθηκε εξοφλημένη, με αποτέλεσμα η αναγκαστική εκτέλεση να καταστεί άνευ αντικειμένου. Από την ανωτέρω αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη θετική ζημία, η οποία συνίσταται: α) στην καταβολή του πλειστηριάσματος ποσού 110.100.000 δραχμών και ήδη 323.111 ευρώ, β) στην καταβολή του φόρου μεταβίβασης του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου συνολικού ποσού 56.229 ευρώ, αποτελούμενο από το ποσό των 15.419.154 δραχμών ή 45.251 ευρώ, που κατέβαλε για φόρο μεταβίβασης στη Δ.Ο.Υ. Μυτιλήνης, το ποσό των 2.081.191 δραχμών ή 6.108 ευρώ, που κατέβαλε για συμβολαιογραφικά έξοδα και το ποσό των 1.695.500 δραχμών ή 4.870 ευρώ, που κατέβαλε για έξοδα μεταγραφής ... . Περαιτέρω η ενάγουσα δικαιούται να λάβει και τυχόν αυξημένη αξία που θα είχε το αποκτηθέν από αυτή ακίνητο, αν δεν ακυρωνόταν ο πλειστηριασμός...Για την ανεύρεση της τυχόν αξίας του απωλεσθέντος ακινήτου, θα πρέπει να συγκριθεί το ποσό που η ενάγουσα κατέβαλε για την απόκτησή του με το ποσό, στο οποίο εκτιμάται η αξία του κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της κρινομένης αγωγής (20-2-2008). Το πρώτο συγκρίσιμο μέγεθος είναι το ποσό που η ενάγουσα πράγματι κατέβαλλε για την απόκτηση του ακινήτου, έστω και αν το ποσό αυτό ήταν μικρότερο της πραγματικής αγοραίας αξίας του, αφού μόνο με βάση το πράγματι καταβληθέν ποσό μπορεί να προσδιορισθεί η πραγματική επελθούσα ζημία της ... . Περαιτέρω, για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου, κατά την ως άνω κρίσιμη ημερομηνία (20-2-2008), προσκομίζονται οι ακόλουθες πραγματογνωμοσύνες-τεχνικές εκθέσεις: α) η με αριθμό 403/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του οικονομολόγου-πραγματογνώμονα Σ. Κ., που διατάχθηκε με την με αριθμό 2867/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία, η συνολική αξία του επίδικου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 1.570.000 ευρώ (αξία οικοπέδου 378.000 ευρώ, αξία κτιρίων αποθηκών 647.000 ευρώ, αξία κτιρίων γραφείων 455.000 ευρώ, αξία υποδομής και βοηθητικών κτισμάτων 90.000 ευρώ), β) η με αριθμό 472/28-2-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Τ., που είναι ενσωματωμένη και στην κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με την οποία, η τελική αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 1.768.045 ευρώ, γ) η από 6-5-2009 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού-τεχνικού συμβούλου της ενάγουσας Ν. Α., σύμφωνα με την οποία η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο ανέρχεται στο ποσό των 1.500.000 ευρώ, δ) η με αριθμό 1365-6/5-5-2009 εκτίμηση του μηχανικού-τεχνικού συμβούλου της εναγομένης Γ. Ζ., που προσδιορίζει την αξία του ακινήτου στο ποσό των 825.000 ευρώ. Στην εν λόγω έκθεση, στην οποία μάλιστα επισημαίνεται ότι η τελευταία σχετική έκθεση για το ίδιο ακίνητο είναι η με αριθμό 91.652/12-5-2008 έκθεση του συνεργαζόμενου μηχανικού Θ. Β. που προσδιόρισε την αξία του ακινήτου στο ποσό των 1.500.000 ευρώ, αναφέρονται οι ακόλουθες αξίες: κόστος οικοπέδου 600.000 ευρώ, κόστος ισογείου εμπορικής αποθήκης 510.000 ευρώ, κόστος διωρόφου τμήματος γραφείων 340.000 ευρώ, κόστος έργων διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου 50.000 ευρώ και επομένως συνολικό κόστος δημιουργίας 1.500.000 ευρώ. Στην συνέχεια της ίδιας έκθεσης αναφέρεται ότι "εξ αυτού υπολογίζουμε ενδεικτικώς την αγοραία αξία της πλήρους κυριότητας, με βάση τις τάσεις της αγοράς, σε ποσοστό 55% του ανωτέρω κόστους δημιουργίας=825.000 ευρώ". Περαιτέρω, στο στάδιο της παρούσας δίκης προσκομίζονται (παραδεκτά κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, εφόσον η προσκομιδή τους κατά την πρωτόδικη δίκη δεν οφείλεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σε στρεψοδικία ή βαριά αμέλεια των διαδίκων) οι ακόλουθες εκθέσεις: Α) η με αριθμό Φ 2913/12-3-2007 έκθεση εκτίμησης των ορκωτών εκτιμητών του ΣΟΕ Ν. Π. και Χ. Χ., που προσκομίζονται από την ενάγουσα, η οποία εκτιμά την αξία του επίδικου ακινήτου στο ποσό των 1.770.000 ευρώ, Β) η με αριθμό Φ 3523/10829/26-1-2010 έκθεση του ΣΟΕ, που προσκομίζεται από την εναγομένη, που εκτιμά την αξία του επίδικου ακινήτου στο ποσό των 857.000 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται ότι όλοι οι ασχοληθέντες με την εκτίμηση του επίδικου ακινήτου (πλην της ανωτέρω υπό στοιχείο Β έκθεσης που προσκόμισε η εναγομένη) προσδιορίζουν την αξία του μεταξύ του ποσού των 1.500.000 ευρώ και εκείνου των 1.770.000 ευρώ (ακόμη και ο τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης εκτιμά την αξία δημιουργίας του ακινήτου στο ποσό των 1.500.000 ευρώ). Ωστόσο, για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι τάσεις της αγοράς (ύπαρξη ενδιαφέροντος, βαθμός ζήτησης του συγκεκριμένου ακινήτου κλπ), αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας...Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτιμά ότι το κόστος δημιουργίας του επίδικου ακινήτου ανερχόταν κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο στο ποσό των 1.500.000 ευρώ και η αγοραία αξία του, με βάση τις τάσεις της αγοράς, σε ποσοστό 80% επί του κόστους αυτού, ήτοι στο ποσό των 1.200.000 ευρώ. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά το έτος 2003 η αξία του ακινήτου εκτιμήθηκε στο ποσό των 580.000 ευρώ (βλ. την με αριθμό 735/14-11-2003 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης Ι. Γ.), ενώ κατά το χρόνο διενέργειας του, δεύτερου πλειστηριασμού που ακολούθησε (28-4-2004) κατακυρώθηκε στην ενάγουσα για το ποσό των 665.000 ευρώ. Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου είχε αύξηση της τάξης του 15% περίπου ετησίως και επομένως κατά το έτος 2008 δεν μπορεί να υπερέβαινε το ποσό των 1.200.000 ευρώ. Με βάση τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η υπεραξία του ακινήτου διαμορφώνεται στο ποσό των 876.889 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε η ενάγουσα λόγω της, από αμέλεια της εναγομένης, αμετάκλητης ακύρωσης του πλειστηριασμού (1.200.000 μείον 333.111). Έσφαλε, συνεπώς, ως προς τον άνω προσδιορισμό της θετικής ζημίας της ενάγουσα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τον βάσιμο περί τούτου τρίτο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγο έφεσης της εναγομένης.... Περαιτέρω όσον αφορά την επικαλούμενη από την ενάγουσα αποθετική ζημία της...όπως ήδη αναφέρθηκε, η ενάγουσα απέβαλε την καθ' ής ο πλειστηριασμός εταιρία στις 9-5-1997 και εγκαταστάθηκε στο επίδικο ακίνητο, στο οποίο και παραμένει μέχρι σήμερα. Από την εγκατάστασή της σε αυτό προέβη σε επενδύσεις, συνολικού ποσού 12.735,93ευρώ (βλ. την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα, με ημερομηνία Σεπτέμβριος του 2007 έκθεση υπολογισμού θετικών και αποθετικών ζημιών της εταιρείας με την επωνυμία "DEMARK - Δ. Π. & ΣΙΑ Ο.Ε. - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ") και μετέτρεψε τον υπάρχοντα βιομηχανικό χώρο σε χώρο γραφείων και αποθηκών, τον οποίο και εκμεταλλεύεται συνεχώς μέχρι σήμερα. Ειδικότερα, η ενάγουσα, αντικείμενο εργασιών της οποίας ήταν η διανομή προϊόντων γνωστών εταιρειών, είχε συνάψει πριν ακόμα αποκτήσει το επίδικο ακίνητο, διάφορες συμβάσεις διανομής, οι οποίες συνέχισαν να ισχύουν και μετά την αμετάκλητη ακύρωση του πλειστηριασμού. Ενδεικτικά αναφέρονται οι ακόλουθες συμβάσεις, όπως αυτές απαριθμούνται στην προαναφερθείσα από τον Σεπτέμβριο 2007 έκθεση, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα: α) η από 30/6/1985 συμφωνία με την εταιρεία SOPRAL Α.Ε., αντιπρόσωπο της NESTLE WORLD TRADE CORP., για την διανομή των προϊόντων της εταιρείας ΛΟΥΜΙΔΗ στο Νομό Λέσβου, η οποία ανανεωνόταν σιωπηρά και χωρίς διακοπή τουλάχιστον μέχρι τη σύνταξη της ως άνω έκθεσης, β) η από 11/11/1989 συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και των εταιρειών ΛΟΥΜΙΔΗΣ Α.Ε. και ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε. για διανομή των προϊόντων των εταιρειών αυτών στο Νομό Λέσβου, η οποία έκτοτε ανανεώνεται σιωπηρά και χωρίς διακοπή, δ) η από 10/03/2004 συμφωνία με την εταιρεία ΔΗΜΚΑ Α.Ε., για την αποκλειστική αντιπρόσωπο της CAMPING GAZ για την εμπορία και την διανομή των προϊόντων της στο Νομό Λέσβου, η οποία ανανεώνεται σιωπηρά και χωρίς διακοπή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά την απόκτηση του ανωτέρω ακινήτου και την διαμόρφωσή του, η ενάγουσα συνήψε σωρεία νέων συμβάσεων διανομής και αποθήκευσης προϊόντων υλοποιώντας τον σχεδιασμό της για την επέκτασή της επιχειρηματικής δραστηριότητας και στον τομέα των logistics. Ενδεικτικά αναφέρονται οι ακόλουθες συμφωνίες, όπως προκύπτουν από την ως άνω έκθεση που προσκομίζεται από την ενάγουσα: α) η από 2/5/2003 συμφωνία με την εταιρεία ΜΕΛΙΣΣΑ-ΚΙΚΙΖΑΣ Α.Β.Ε.Ε., για την αντιπροσωπεία και εναπόθεση των εμπορευμάτων της εν λόγω εταιρείας με σκοπό τη διακίνησή τους από την ενάγουσα, η οποία έκτοτε ανανεώνεται σιωπηρά και χωρίς διακοπή, β) διάφορα ιδιωτικά συμφωνητικά για υπομίσθωση χώρων στις εταιρείες ΛΟΥΜΙΔΗΣ Α.Ε. και ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε προς αποθήκευση προϊόντων των εταιρείων αυτών μέχρι τη διανομή τους, γ) η από 1/4/1998 συμφωνία με ην ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΪΙΑ Α.Ε. για αντιπροσωπεία των προϊόντων της στο Νομό Λέσβου, δ) η από 26/3/1999 συμφωνία με την εταιρεία UNILEVER ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε. για την εμπορία των προϊόντων της στο Νομό Λέσβου, ε) η από 25/4/2000 συμφωνία με την εταιρεία ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΥΘΟΠΟΪΙΑ Φ. Α.Ε. για την εμπορία της μπύρας CARLSBERG στα νησιά Λέσβο και Λήμνο, στ) η από 10/3/2004 συμφωνία με την εταιρεία CHEP ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ για διανομή ή συγκέντρωση του εξοπλισμού της εταιρείας (παλέτες συσκευασίας). Όσον αφορά τις ανωτέρω υπό στοιχεία δ, ε και στ συμφωνίες, αναφέρεται επίσης στην προαναφερθείσα έκθεση ότι η συνεργασία διεκόπη λόγω αδυναμίας εξυπηρέτησης του όγκου των αποθηκεύσεων και των διανομών, χωρίς όμως να ανφέρεται ή να προκύπτει από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο ούτε ο χρόνος, ούτε η αιτία της διακοπής αυτής. Τέλος, η ενάγουσα καθόλα αυτά τα έτη που λειτουργεί εντός του επίδικου ακίνητου έχει συνάψει και συμβάσεις εκμίσθωσης τμημάτων του επίδικου ακινήτου σε διάφορες εταιρείες προς εναπόθεση και αποθήκευση των προϊόντων τους. Ενδεικτικά αναφέρονται οι ακόλουθες συμβάσεις, όπως προκύπτουν από την προαναφερθείσα έκθεση: α) η από 29/7/1997 συμφωνία για εκμίσθωση τμήματος αποθηκών εμβαδού 245τ.μ. στην εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ NESTLE Α.Β.Ε.", β) το από 1/8/2000 μισθωτήριο εμπορικού χώρου και γραφείων συνολικού εμβαδού 1.000τ.μ. στην εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ ΑΕΕ", γ) το από 23/3/2002 μισθωτήριο αποθηκών και γραφείων συνολικού εμβαδού 305τ.μ. στην εταιρεία με την επωνυμία "ΒΕΝΚΟΚ-ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ και ΣΙΑ ΟΕ". Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα ουδόλως στερήθηκε τη χρήση και την εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου, αφού, παρά την ακύρωση του πλειστηριασμού, εκείνη εξακολουθεί να είναι εγκατεστημένη σ' αυτό και να το εκμεταλλεύεται κατά τον, όσο το δυνατόν, πλέον επικερδή τρόπο, αναπτυσσόμενη και στον κλάδο των logistics, αφού οι συμφωνίες που αναφέρθηκαν ανωτέρω εντάσσονται στην εν λόγω έννοια (υπηρεσίες διαχείρησης - αποθήκευσης / διανομής-εμπορευμάτων). Επομένως, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ζημία της στην αύξηση του κύκλου των εργασιών της κατά τα έτη 1999 έως 2006. Η ίδια βέβαια ισχυρίζεται ότι ο κύκλος των εργασιών της και οι δραστηριότητες της επιχείρησής της θα είχαν αυξηθεί έτι περαιτέρω, αν δεν είχε απωλέσει, εξ αιτίας της ακύρωσης του πλειστηριασμού, την εγκριθείσα επιδότηση ποσού 63.000.000 δρχ. και ήδη 184.886 ευρώ (της επιδότησης αυτής εξεταζόμενης, εν προκειμένω, όχι αυτοτελώς ως ζημία της ενάγουσας, αλλά ως αιτία μη επέκτασης των δραστηριοτήτων της). Με την απορρόφηση του ποσού της επιχορήγησης αυτής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι θα προέβαινε, βάσει του σχεδιασμού της, σε: α) κατασκευή πρόσθετου στεγασμένου χώρου 2100τ.μ., β) δύο ψυκτικών θαλάμων 100τ.μ. καθένας, γ) εγκατάσταση λογισμικού και σύγχρονου συστήματος ηλεκτρονικής παρακολούθησης και διαχείρησης της αποθήκευσης και διανομής των προϊόντων, δ) εγκατάσταση συστήματος γραμμωτού κώδικα για την διευκόλυνση της διαχείρησης εισερχόμενων και εξερχομένων εμπορευμάτων και τη μείωση του λειτουργικού της κόστους, ε) λήψη πιστοποιήσης ISO προκειμένου να προσελκύσει πελάτες από τον τομέα των ευπαθών προϊόντων και στ) αγορά μεταφορικών μέσων και μέσων φορτοεκφόρτωσης. Πράγματι, όπως αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η ενάγουσα, μετά την απόκτηση του ως άνω ακινήτου, και δη τον Μάιο του έτους 1998 (και μάλιστα σε χρόνο που ήδη είχαν ξεκινήσει οι δικαστικοί αγώνες σε βάρος της, με την κατάθεση της ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου για την ακύρωση του πλειστηριασμού) υπέβαλε αίτημα για την υπαγωγή της σε επιδοτούμενα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα για την ένταξή της στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Βιομηχανίας - Δράση 10 του μέτρου 2 και υποπρογράμματος 4 που αφορά στην "Ενίσχυση και στον εκσυγχρονισμό και βελτίωση διεθνούς ανταγωνιστικότητας εμπορικών ΜΜΕ και ΜΜΕ Παροχής Υπηρεσιών", με προϋπολογισμό έργου 300.000.000 δρχ. και αιτούμενη επιχορήγηση το 40% αυτού, ήτοι 120.000.000δρχ. Τον Φεβρουάριο του έτους 1999 εγκρίθηκε η ένταξη της ενάγουσας στο ανωτέρω πρόγραμμα για συνολικό ποσό επένδυσης 157.500.000 δραχμών και ποσοστό επιδότησης 63.000.000 δραχμές (184.886 ευρώ). Στη συνέχεια η ενάγουσα ζήτησε από την εναγομένη, με την οποία ήδη συνεργαζόταν και χρηματοδοτείτο βάσει υφισταμένων μεταξύ τους πιστωτικών συμβάσεων, νέα χρηματοδότηση ύψους 200.000.000 δραχμών, προκειμένου να εξασφαλίσει το υπόλοιπο, μη χρηματοδοτούμενο, ποσό της επένδυσης. Το αίτημά της αυτό απορρίφθηκε από την εναγομένη, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να αδυνατεί να προβεί στην υλοποίηση του σχεδίου της, καθώς, χωρίς την εξασφάλιση των απαιτουμένων για το υπόλοιπο της επένδυσης χρημάτων, αδυνατούσε να λάβει και την εγκριθείσα επιχορήγηση. Ειδικότερα, η καταβολή της επιχορήγησης δίδεται, όπως ήδη έχει αναφερθεί, όχι ως bonus, αλλά υπό προϋποθέσεις και συγκεκριμένα υπό την προϋπόθεση ότι η δικαιούμενη την επιδότηση επιχείρηση έχει στη διάθεσή της το υπολοιπόμενο ποσό για την υλοποίηση των σχεδίων της επένδυσής της. Η ενάγουσα όμως δεν επικαλείται, ότι διέθετε το ως άνω ποσό ή έστω ότι είχε τη δυνατότητα εξεύρεσης των χρημάτων αυτών από άλλες πηγές. Αντίθετα, μετά την απόρριψη του ως άνω αιτήματός της από την εναγομένη υπέβαλε, μέσω του φορέα διαχείρισης του επιχειρησιακού προγράμματος ΚΕΠΑ, αίτημα αναθεώρησης του προγράμματος, λόγω της περικοπής κατά 50% περίπου του επενδυτικού προγράμματος. Η αίτηση αυτή εγκρίθηκε με απόφαση της επιτροπής αξιολόγησης. Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 1999, η ενάγουσα υπέβαλλε, πάλι μέσω του ανωτέρω φορέα, νέο αίτημα αναμόρφωσης του επενδυτικού προγράμματος με την εξαίρεση του τμήματος των επενδύσεων που αφορούσαν το επίδικο ακίνητο. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι η αιτούμενη τροποποίηση οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή του επενδυτικού προγράμματος και αλλοίωνε τον χαρακτήρα του, με αποτέλεσμα να παύσει πλέον να ισχύει η δυνατότητα ένταξης της επένδυσης στο επιχορηγούμενο πρόγραμμα. Ο ισχυρισμός της ότι τον Αύγουστο του έτους 1999 δανειοδοτήθηκε από την εναγομένη με το ποσό των 110.891.033 δραχμών, εκτός του ότι απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, είναι απορριπτέος και ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό αυτό θα χρησιμοποιείτο προς εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού και όχι προς εξυπηρέτηση άλλων επιχειρηματικών αναγκών της ενάγουσας. Επομένως, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απώλεσε την δυνατότητα επέκτασης της επιχείρησής της και αύξησης των κερδών της εξ αιτίας της απώλειας της ανωτέρω επιχορήγησης. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αδυνατούσε να εξασφαλίσει χρήματα από άλλο πιστωτικό ίδρυμα, καθώς η εναγομένη, ενεργούσα όλως παράνομα, αυθαίρετα, μονομερώς και καταχρηστικά, κατήγγειλε στις 28-4-2004, όλες τις υφιστάμενες μεταξύ τους δανειακές συμβάσεις, προβαίνοντας μάλιστα και σε έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της. Αποτέλεσμα της αντισυμβατικής και καταχρηστικής αυτής συμπεριφοράς της εναγομένης, ισχυρίζεται η ενάγουσα, ήταν να εμφανιστούν δυσμενή γι' αυτήν στοιχεία στον Τειρεσία και να πληγεί η πιστοληπτική της ικανότητα, αφού και τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα αρνούνταν να την χρηματοδοτήσουν. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Δυνάμει της με αριθμό .../9-12-1988 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μετά των προσθέτων αυτής πράξεων αύξησης του αρχικά χορηγηθέντος ποσού, η εναγομένη χορήγησε στην ενάγουσα πίστωση ύψους 381.511,37 ευρώ. Στη συνέχεια, δυνάμει της με αριθμό .../21-3-1997 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και της από 20-7-1999 πρόσθετης πράξης, η εναγομένη χορήγησε στην ενάγουσα πίστωση συνολικού ποσού 498.899,49 ευρώ. Στο τελευταίο αυτό ποσό συμπεριλαμβανόταν και το ποσό που η ενάγουσα κατέβαλε για την αγορά του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου. Στις 28-4-2004 η εναγομένη έκλεισε τους ως άνω λογαριασμούς οι οποίοι, κατά το χρόνο αυτό, εμφάνιζαν χρεωστικό σε βάρος της ενάγουσας υπόλοιπο, ύψους 144.014,99 ευρώ ως προς την πρώτη πιστωτική σύμβαση και ύψους 583.918,30 ευρώ ως προς τη δεύτερη και κατήγγειλε τις συμβάσεις αυτές επικαλούμενη υπερημερία της ενάγουσας (βλ. και την από 13-12-2005 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση της εναγομένης προς την ενάγουσα). Αποδείχθηκε επίσης ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε προφορική συμφωνία αναστολής καταβολής των δόσεων του δανείου που χορηγήθηκε στην ενάγουσα για την καταβολή του πλειστηριάσματος, ενόψει των αμφισβητήσεων που είχαν προκύψει σχετικά με την εγκυρότητα του πλειστηριασμού. Ωστόσο η ενάγουσα έπαψε να καταβάλει το σύνολο των δόσεων αμφοτέρων των πιστωτικών συμβάσεων και όχι μόνο αυτές που αφορούσαν το ανωτέρω δάνειο, για το οποίο συμφωνήθηκε η αναστολή, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία. Κατόπιν αυτών, η εναγομένη έκλεισε όλους τους υφιστάμενους μεταξύ αυτής και της ενάγουσας λογαριασμούς και προέβη στην έκδοση της με αριθμό 28/2004 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης δεν κρίνεται παράνομη και καταχρηστική, αφού αυτή, μετά από την παραβίαση από την ενάγουσα της μεταξύ τους υφισταμένης προφορικής συμφωνίας, ενήργησε με βάση το νόμο και τη σύμβαση, η οποία μάλιστα της επέτρεπε να κλείνει τους λογαριασμούς οποτεδήποτε ακόμα και πριν τη λήξη τους και χωρίς ειδοποίηση της ενάγουσας. Αλλ' ούτε υφίστατο υποχρέωση της εναγομένης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα, να αναμένει, με βάση τις διατάξεις της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αναγνωριστικής σε βάρος της ενάγουσας αγωγής που άσκησε η καθ' ής ο πλειστηριασμός εταιρία, απόφαση, η οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα. Να επισημανθεί επίσης και το γεγονός ότι το κλείσιμο των λογαριασμών της ενάγουσας έλαβε χώρα κατά το έτος 2004, ήτοι πέντε τουλάχιστον έτη μετά το 1999, έτος κατά το οποίο η ενάγουσα τοποθετεί την έναρξη των διαφυγόντων κερδών της, με αποτέλεσμα κατά τα έτη 1999-2004 να μην υφίσταται η παραμικρή σχέση αιτίου-αιτιατού των τυχόν διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας με την συμπεριφορά της εναγομένης. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε απώλεια κερδών της ενάγουσας και συνακόλουθα ύπαρξη ζημίας της και, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι τυχόν τέτοια ζημία συνδέεται αιτιωδώς με την ακύρωση του πλειστηριασμού που προήλθε από την αμελή συμπεριφορά της εναγομένης, γι' αυτό και το σχετικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ορθά, λοιπόν έκρινε περί τούτου η εκκαλουμένη, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο τα αντίθετα υποστηρίζων έκτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας. Με βάση τα όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, απορριπτέος κρίνεται και ο όγδοος λόγος της έφεσης της ενάγουσας με τον οποίο εκείνη παραπονείται για σειρά αδικοπρακτικών ενεργειών της εναγομένης εις βάρος της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, καθώς ενεπλάκη σε δαπανηρούς και μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες και επλήγη η φήμη της, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης η οποία, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της βαρύτητας του πταίσματος της εναγομένης, της έκτασης της βλάβης της ενάγουσας, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και κατ' εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας και μάλιστα στο βαθμό που δεν παραβιάζεται η Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 50.000 ευρώ. Ορθά λοιπόν έκρινε η εκκαλουμένη και κατά το σκέλος αυτό, γι' αυτό και απορριπτέος κρίνεται ο έβδομος λόγος της έφεσης της ενάγουσας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, με το να απορρίψει το Εφετείο τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, αναφορικά με την επιδιωκόμενη απ' αυτήν αποζημίωση, ως προς την επί πλέον θετική ζημία της που αφορούσε την υπεραξία του ακύρως εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, ως προς την αποθετική ζημία της που αναφέρεται στην απώλεια διαφυγόντων κερδών εξ αιτίας της μη προσήκουσας εκμετάλλευσης του ανωτέρω ακινήτου και της μη χορήγησης σ' αυτήν της προαναφερόμενης επιδότησης, καθώς και ως προς το επιπλέον επιδιωκόμενο ποσόν χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 919, 932, 288, 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, ενώ δεν δικαιολογούσαν την κατ' ορθή υπαγωγή τους στις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 146/1914, 2 και 2α του Ν. 703/1977, 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991, 1 παρ. 1 ΠΔ 34/1995 και 361, 574 του ΑΚ. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν κατ' ορθήν εφαρμογή των αμέσως ανωτέρω διατάξεων, την κατά τα άνω μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς την θετική ζημία της αναιρεσείουσας που αναφέρεται στην υπεραραξία του ακύρως εκπλειστηριασθέντος ακινήτου και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντίστοιχα δε την απόρριψη του κονδυλίου της αποθετικής ζημίας των διαφυγόντων κερδών, οι παραδοχές του Εφετείου: α) ότι από αμέλειά τους, οι προστηθέντες αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης παρέλειψαν να επιστήσουν την προσοχή του δικαστικού επιμελητή, αλλά και να ελέγξουν αν τηρήθηκε η εμπρόθεσμη κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης και του προγράμματος πλειστηριασμού του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου στο Ελληνικό Δημόσιο, αν και μπορούσαν ευχερώς να το πράξουν, ακριβώς λόγω των γνώσεων και της εμπειρίας τους, με αποτέλεσμα η κοινοποίηση να γίνει εκπροθέσμως, στη συνέχεια δε, και ενώ γνώριζαν την εκπρόθεσμη αυτή επίδοση, συνέχισαν την διαδικασία του πλειστηριασμού, αν και γνώριζαν την συνεπεία τούτου ακυρότητα, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί ο τελευταίος, μετά από ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, η δε αναιρεσείουσα που είχε αναδειχθεί υπερθεματίστρια, είχε ήδη καταβάλει το εκπλειστηρίασμα, είχε προβεί στην μεταγραφή περίληψης της κατακυρωτικής εκθέσεως και είχε εγκατασταθεί στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο, μετά την αποβολή απ' αυτό της καθ' ής ο πλειστηριασμός, β) ότι, συνεπεία της άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα, εκτός των άλλων θετικών ζημιών που υπέστη (οι οποίες δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω), ζημιώθηκε και κατά την υπεραξία του αποκτηθέντος απ' αυτήν ακινήτου αν δεν ακυρωνόταν ο πλειστηριασμός, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των 876.889 ευρώ, ποσόν στο οποίο κατέληξε το Εφετείο μετά από την συνεκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, γ) ότι από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, συνισταμένη στην από αμέλειά της ακύρωση του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, όχι όμως και σε άλλες ενέργειές της που ήταν αντίθετες προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, καθώς ενεπλάκη σε δαπανηρούς και μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες και επλήγη η φήμη της, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης η οποία, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της βαρύτητας του πταίσματος της εναγομένης, της έκτασης της βλάβης της ενάγουσας, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και κατ' εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 50.000 ευρώ, δ) ότι η ενάγουσα ουδόλως στερήθηκε τη χρήση και την εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου, αφού, παρά την ακύρωση του πλειστηριασμού, εκείνη εξακολουθεί να είναι εγκατεστημένη σ' αυτό και να το εκμεταλλεύεται κατά τον, όσο το δυνατόν, πλέον επικερδή τρόπο, αναπτυσσόμενη και στον κλάδο των logistics, και επομένως, δεν μειώθηκε αλλ' αντιθέτως αυξήθηκε ο κύκλος των εργασιών της κατά τα έτη 1999 έως 2006, ώστε να μην υποστεί συνεπεία τούτου οποιαδήποτε ζημία συνισταμένη στην απώλεια διαφυγόντων κερδών, ε) ότι δεν οφείλεται στην άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, ή σε άλλες ενέργειες αυτής, που ήσαν αντίθετες προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, το ότι η ενάγουσα δεν έλαβε την εγκριθείσα επιχορήγηση για επένδυση συνολικού ποσού 157.500.000 δραχμών, με συνέπεια να απωλέσει την δυνατότητα επέκτασης της επιχείρησής της και συνακόλουθα την αύξηση των κερδών της, αλλά το τελευταίο οφείλεται στο ότι η ενάγουσα δεν είχε την δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την σχεδιαζόμενη απ' αυτήν επένδυση με ποσοστό χρημάτων που αναλογούσαν στο 60% της όλης επένδυσης, το οποίο αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για να λάβει το κατά ποσοστό 40% ποσόν της επιδότησης που αντιστοιχούσε στο ποσό των 63.000.000 δραχμών (184.886 ευρώ), στ) ότι η συμπεριφορά της εναγομένης να καταγγείλει τους λειτουργούντες μεταξύ αυτής και της ενάγουσας αλληλόχρεους λογαριασμούς, δεν κρίνεται παράνομη και καταχρηστική, αφού η εναγομένη, μετά από την παραβίαση από την ενάγουσα της μεταξύ τους υφισταμένης προφορικής συμφωνίας μόνο για αναστολή του χορηγηθέντος ποσού του πλειστηριάσματος του άνω ακινήτου, ενήργησε με βάση το νόμο και τη σύμβαση, η οποία μάλιστα της επέτρεπε να κλείνει τους λογαριασμούς οποτεδήποτε ακόμα και πριν τη λήξη τους και χωρίς ειδοποίηση της ενάγουσας, πέραν του ότι η ενέργειά της αυτή έγινε αφότου η ενάγουσα κατέστη υπερήμερη στην εξυπηρέτηση των λογαριασμών αυτών, χωρίς ωστόσο το τελευταίο να στερήσει την δυνατότητα χρηματοδότησης της ενάγουσα από άλλο πιστωτικό ίδρυμα προς επέκταση της δραστηριότητάς της και αύξηση του κύκλου των εργασιών της και συνακόλουθα των κερδών της, δεδομένου ότι το κλείσιμο των λογαριασμών της ενάγουσας έλαβε χώρα κατά το έτος 2004, ήτοι πέντε τουλάχιστον έτη μετά το 1999, έτος κατά το οποίο η ενάγουσα τοποθετεί την έναρξη των διαφυγόντων καρδών της, με αποτέλεσμα κατά τα έτη 1999-2004 να μην υφίσταται η παραμικρή σχέση αιτίου-αιτιατού των τυχόν διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας από την συμπεριφορά της εναγομένης, ούτε όμως απώλεια κερδών αυτής με αντίστοιχη αποθετική ζημία της, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η τυχόν τέτοια ζημία να μη συνδέεται αιτιωδώς με την ακύρωση του πλειστηριασμού που προκλήθηκε από την αμελή συμπεριφορά της εναγομένης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο, κατά τα οικεία μέρη του και τρίτο, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 919, 297, 298, 299, 932, 288, 281 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 του Ν. 146/1914, 2α του Ν. 703/1977, 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991, 1 παρ. 1 ΠΔ 34/1995 και 361, 574 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις οι αιτιολογίες της προσβαλόμενης απόφασης, ως προς την θετική ζημία της αναιρεσείουσας που αναφέρεται στην υπεραξία του εκπλειστηριασθέντος ακύρως ακινήτου, καθώς και ως προς την αποθετική ζημία αυτής για διαφυγόντα κέρδη. Συγκεκριμένα, ως προς την ανωτέρω θετική ζημία της ενάγουσας, δέχθηκε το Εφετείο, ότι το κόστος δημιουργίας του άνω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής, ανήρχετο σε 1.500.000 ευρώ, για την ανεύρεση όμως της υπεραξίας αυτού θα πρέπει να συγκριθεί το ποσό που η αναιρεσίβλητη κατέβαλε για την απόκτηση του απωλεσθέντος μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού ακινήτου, με το ποσό της αγοραίας αξίας αυτού, η οποία δεν ταυτίζεται με το κόστος δημιουργίας του, προς τούτο δε λαμβανομένων υπόψη και των τάσεων της αγοράς και του ενδιαφέροντος ζήτησης παρόμοιων ακινήτων στην ίδια περιοχή κατά την περίοδο εκείνη, συνίστατο στο 80% του κόστους δημιουργίας του και διαμορφώνετο έτσι στο ποσό των 1.200.000 ευρώ (1.500.000 Χ 0,80), ώστε η υπεραξία αυτού να ανέρχεται στο ποσό των 876.889 ευρώ (1.200.000 αγοραία αξία μείον 333.111 καταβληθέν πλειστηρίασμα), κατά το οποίο ζημιώθηκε η αναιρεσίβλητη λόγω της, από αμέλεια της αναιρεσείουσας, αμετάκλητης ακύρωσης του πλειστηριασμού. Ομοίως, πλήρως αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέστη καμιά αποθετική ζημία από την ακύρωση του πλειστηριασμού ή την συνεπεία καταχρηστικής και αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, και δεν συνέτρεχαν προς τούτο οι προϋποθέσεις των άρθρων 1 του Ν. 146/1914, 2α του Ν. 703/1977, αλλά σε κάθε περίπτωση, η τυχόν τέτοια ζημία της δεν συνδέεται αιτιωδώς προς τα ανωτέρω, καθόσον η αναιρεσείουσα εξακολούθησε να εκμεταλλεύεται το εκπλειστηριασθέν ακύρως ακίνητο, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που αιτείται διαφυγόντα κέρδη, και ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να λάβει την εγκριθείσα επιχορήγηση, προς υλοποίηση των επενδυτικών σχεδιασμών της, για λόγους που αφορούσαν την ίδια και όχι την εναγομένη, λόγω της ακυρότητας του πλειστηριασμού, ενώ το κλείσιμο των μεταξύ τους αλληλόχρεων λογαριασμών και η επιδίωξη του καταλοίπου των τελευταίων, που έγινε σύννομα και σύμφωνα με τις συμβατικές τους δεσμεύσεις, δεν επέδρασε καθόλου στην όποια απώλεια διαφυγόντων κερδών. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως (δεύτερος και τρίτος), κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των ανω διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, της θετικής και αποθετικής ζημίας της αναιρεσείουσας, ως προς την υπεραξία του επίδικου ακινήτου και τα διαφυγόντα κέρδη αυτής από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ως προς την υπεραξία του επίδικου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 298 εδ. α'ΑΚ και 940 παρ.3 ΚΠολΔ, με την υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι το κόστος δημιουργίας του ακινήτου αυτού ανερχόταν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο στο ποσό των 1.500.000 ευρώ, και η αγοραία αξία του με βάση τις τάσεις της αγοράς, σε ποσοστό 80% επί του κόστους αυτού, ήτοι στο ποσό των 1.200.000 ευρώ, αντί να δεχθεί το δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι στη δεδομένη κρίσιμη χρονική στιγμή, το κόστος δημιουργίας (αγορά και κατασκευή κτισμάτων) ταυτίζεται με την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 914, 298 εδ. α' ΑΚ και 940 παρ.3 ΚΠολΔ), μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας, αλλά και της παράλειψης να χρησιμοποιήσει ως δίδαγμα της κοινής πείρας αυτού που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση από τον αριθ. 8 περ. α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ουσιώδη ισχυρισμό μη προταθέντα ούτε από την ίδια, ούτε από την εναγομένη και συγκεκριμένα, ερευνώντας τον αγωγικό ισχυρισμό της, ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης απώλεσε την επιδότηση των 63.000.000 δραχμών ή 184.886 ευρώ, η οποία είχε εγκριθεί από την αρμόδια υπερησία προς υλοποίηση της σχεδιαζόμενης επένδυσής της συνολικού ποσού 157.000.000 δραχμών ή 462.215,70 ευρώ, και να μειωθεί συνεπεία τούτου ο κύκλος των εργασιών της με αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά τα διαφυγόντα κέρδη που θα αποκόμιζε με την πραγματοποίηση της άνω επένδυσης, δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν υπέστη ζημία από διαφυγόντα κέρδη οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της εναγομένης λόγω ματαίωσης του επενδυτικού της σχεδίου διότι η απώλεια της ανωτέρω επιδότησης οφείλεται στην έλλειψη εκ μέρους της ενάγουσας του υπολοίπου ποσού των χρημάτων για την πραγματοποίηση της επένδυσης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον τα περιστατικά που επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων μετά από την άρνηση της εναγομένης του προβληθέντος, ως άνω, αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 553 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Η κατά το άρθρο 254 του Κ.Πολ.Δ. απόφαση, με την οποία διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, δεν είναι οριστική, αφού με αυτή προπαρασκευάζεται η υπόθεση ώστε να καταστεί ώριμη προς έκδοση οριστικής απόφασης. Σε περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα (άρθρο 308 παρ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η οριστική κρίση του δικαστηρίου συνήθως διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, αλλά δεν αποκλείεται να περιέχεται και μόνο στο σκεπτικό, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση δεν περιορίζεται να εκφέρει απλώς σκέψεις για την βασιμότητα του εξεταζομένου αιτήματος, αλλά αποφαίνεται με σαφήνεια, κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας, για την παραδοχή ή απόρριψη αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 2867/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε νόμιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, και στη συνέχεια, αφού το δικαστήριο εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, έκρινε ότι η ενάγουσα υπέστη ζημία, θετική και αποθετική, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης. Κατόπιν αυτού και επειδή εκτίμησε ότι η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη προς απόδειξη των διαφυγόντων κερδών της, δεν ήταν πλήρης, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη από δύο πραγματογνώμονες σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση. Μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η με αριθμό 6439/2009 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε ότι παραδεκτώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την εκκληθείσα οριστική απόφαση του, έκρινε ως ανωτέρω, ως προς το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, καθόσον στην συνεκκληθείσα απόφαση με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης δεν υπήρχε οριστική διάταξη αναφορικά με το κεφάλαιο αυτό της αγωγής. Με την παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με το δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, με την αιτίαση "ότι απαραδέκτως ανακλήθηκε με την εκκληθείσα οριστική απόφαση η περιεχόμενη στην προηγηθείσα μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οριστική διάταξη περί αιτιώδους συνδέσμου της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης ως προς την αποθετική ζημία για διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας", εφόσον πράγματι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραδεκτώς προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα του κεφαλαίου αυτού της αγωγής, αφού ως προς το τελευταίο, δεν υπήρχε οριστική διάταξη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, στην προηγηθείσα απόφασή του. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-06-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4802/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ