Αριθμός 825/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. συζ. Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Σκουρολιάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576§§1,2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη προσηκόντως παριστάμενος διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 2205/24-10-2011 και 2621/16-5-2012 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή Αλεξανδρουπόλεως ..., αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως του αναιρεσιβλήτου, περιέχον πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο, επεδόθησαν νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα με φροντίδα του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσιβλήτου. Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της. Όπως προκύπτει από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ.α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς. Εξ άλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 3719/2008: "Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης ων σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο κατ' ουσίαν συζήτησης της αγωγής, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά (ΑΠ 1057/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, που έγινε στις 20-7-1980 στο ... . Η έγγαμη συμβίωσή τους διήρκησε μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του έτους 2002, οπότε και διασπάστηκε οριστικά. Έκτοτε και μέχρι το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, ήτοι έως 27-1-2010, οι διάδικοι διαμένουν έκαστος σε ξεχωριστή κατοικία. Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα οι διάδικοι ουδέποτε συμβίωσαν κάτω από την ίδια στέγη, ούτε μεσολάβησαν έστω και σύντομα χρονικά διαστήματα επανασύνδεσής τους ως συζύγων. Η διάστασή τους λοιπόν, διήρκησε περισσότερο από δύο (2) έτη και ως εκ τούτου τεκμαίρεται αμάχητα ότι η σχέση τους έχει κλονιστεί σοβαρά, αφού διαπιστώθηκε η φυσική και ψυχική απομάκρυνσή τους ως συζύγων και η έλλειψη βουλήσεώς τους να έχουν πλέον κοινωνία βίου ...". Εν τέλει δε το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου και εκήρυξε την λύση του μεταξύ των διαδίκων υφισταμένου γάμου. Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 1439§3 ΑΚ, διέλαβε δε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την υπερδιετή διάσταση των διαδίκων και επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιόν λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση και δεν αρκεί η αναφορά μόνον της σχετικής διατάξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο επίσης την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ισχυριζομένη, ότι "Η απόφαση ... παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψιν της, πράγματα που δεν προτάθηκαν ή άλλως δεν έλαβε υπ' όψιν της πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην δίκη ..." χωρίς όμως περαιτέρω να εξειδικεύει ποια είναι τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί υπό την αναφερθείσα στην αρχή έννοια. Ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος κατά το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο εσχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρος η οποία περιέχεται στα πρακτικά του ιδίου δικαστηρίου, την νομίμως δοθείσα από την μάρτυρα Σ. Φ. ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Μυζήθρα και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθησαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά τον νόμο "πράγματα" έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο αντίθετος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το τελευταίο μέρος του, είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-4-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ