Αριθμός 1914/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α.Της αναιρεσείουσας: Γ. Κ. Κ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Τιμόθεο Σιγάλα και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Π. Α. Τ., συζύγου Ι. Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Στυλιανό Βλαστό, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Β.Της αναιρεσείουσας: Π. Α. Τ., συζύγου Ι. Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Στυλιανού Βλαστού, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. Κ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Τιμόθεο Σιγάλα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. ΜΘ/916/12-8-2005, από 12-8-2005 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 789/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν: η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 28-5-2010 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 20-4-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 9-2-2012 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων των υπό στοιχείο Α και Β αιτήσεων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεώς της, ως πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (20-9-2013) συζητήθηκαν η από 28-5-2010 αίτηση αναιρέσεως της Γ. Κ. του Κ. και της Β. και η από 20-4-2011 αίτηση αναιρέσεως της Π. Τ. του Α. συζ. Ι. Δ. στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθμ. 185/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.2 ΚΠολΔ αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον νομιμοποιεί τον διάδικο που νίκησε να ασκήσει αναίρεση, προς αποτροπή της παραγωγής της δύναμης του ουσιαστικού δεδικασμένου, το οποίο προκύπτει από την απόφαση και όταν βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, εφόσον από αυτές δημιουργείται δεδικασμένο σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες της απόφασης έχουν προσόντα διατακτικού. Έτσι, εάν η απόφαση έλυσε με παρεμπίπτουσα σκέψη κάποια προδικαστική έννομη σχέση σε βάρος του διαδίκου, που νίκησε (είτε ενάγων, είτε εναγόμενος είναι αυτός), τότε ο διάδικος αυτός βλάπτεται και δικαιούται να προσβάλλει την απόφαση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 556 παρ.2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 του ν.3741/1929 "περί οριζοντίου ιδιοκτησίας", και 1117 ΑΚ προκύπτει, ότι κοινόχρηστα μέρη οικοδομής αποτελούν μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή χρήση όλων των συγκυρίων, όπως είναι ιδίως το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η αυλή, οι φωταγωγοί κλπ. Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 και 2, και 5 παρ.1 του ίδιου ως άνω νόμου προκύπτει περαιτέρω ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο χρήσης των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της οικοδομής, κάθε συνιδιοκτήτης, δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των εν λόγω μερών, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες αυτών, με τον όρο όμως ότι δεν θα παραβλάπτει τη χρήση και τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, δεν θα μειώνει την ασφάλεια του οικοδομήματος και δεν θα μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό τους. Μπορεί όμως με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε ορισμένο ή ορισμένους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων. Όμως, το με τέτοια συμφωνία παρεχόμενο σε συνιδιοκτήτη δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης κοινόχρηστου πράγματος δεν περιέχει και εξουσία άρσης του προβλεπόμενου προορισμού του. Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οροφοκτησίας. Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται, όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεως της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Έτσι, η "χρήση", με την οποία βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή και επέρχεται μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών, είναι αόριστη νομική έννοια, η εξειδίκευση της οποίας από το δικαστήριο της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, μεταβολή ή προσθήκη των κοινών μερών της οικοδομής νοείται η βελτίωση, που αποβλέπει στην αποδοτικότερη χρήση του κοινού με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων υπέρ όλων κατ' αρχήν των συνιδιοκτητών, αν δε αυτή (βελτίωση) αφορά ένα ή μερικούς μόνο από τους συνιδιοκτήτες, πρέπει να μην καθιστά χειρότερη τη θέση των λοιπών. Το αν οι παραπάνω μεταβολές του κοινού μέρους είναι επιτρεπτές ή όχι, με την παραπάνω έννοια, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος που υφίσταται τη μεταβολή στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας. Εξάλλου, οι κατά τις άνω διατάξεις επιχειρούμενες μεταβολές των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής είναι ισχυρές ακόμη και αν αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις αναγκαστικού δικαίου ρητές διατάξεις της περί σχεδίου πόλεων νομοθεσίας ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, οι οποίες αποβλέπουν σε διάφορο σκοπό και των οποίων η παραβίαση συνεπάγεται τις σε αυτές κατά περίπτωση οριζόμενες διοικητικές κυρώσεις (Ολ. ΑΠ 380/77, 827/2005). Επίσης, στην έννοια της απόλυτης χρήσης των κοινών πραγμάτων της οικοδομής, που δικαιούται ο αποκλειστικός κύριος του διαιρεμένου μέρους και συγκύριος εξ αδιαιρέτου των κοινών πραγμάτων της οικοδομής εμπεριέχεται και το δικαίωμα της εμφάνισης του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του και, συνεπώς, οποιαδήποτε προσθήκη σ' αυτό, παραβλάπτουσα την εμφάνιση αυτή, ως γενόμενη πέραν της αρχιτεκτονικής κατασκευής του, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι εκ του λόγου τούτου ανεπίτρεπτη.(ΑΠ 381/2009). Ειδικότερα η στέγη (ταράτσα) ενός ακινήτου ανήκει στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής αυτής, μπορεί όμως με τη συστατική πράξη-κανονισμό ή με ιδιαίτερη νομότυπη συμφωνία όλων των οροφοκτητών να οριστεί ότι τη χρήση της θα έχει αποκλειστικά ένας ή περισσότεροι από τους συνιδιοκτήτες, χωρίς τούτο να οδηγεί σε κτήση και της κυριότητας από το χρήστη ή τους χρήστες αυτής με την αυθαίρετη ενσωμάτωση του στην ιδιοκτησία του ή στις ιδιοκτησίες του και χωρίς να αποβάλει τον κοινόκτητο χαρακτήρα της, έστω και αν ο χαρακτήρας της αυτός δεν περιέχεται στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας, τούτο δε γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός (ως κοινόκτητου χώρου) υφίσταται εκ του νόμου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας, εσφαλμένη δε ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ή η μη εφαρμογή εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα με το νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο υπ' αριθμό .../23-8-1996 του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου, Γεωργίου Περράκη απέκτησε λόγω αγοράς από τον Ν. Μ. και την Ε. σύζυγο Ν. Μ., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα οικόπεδο επιφανείας 270,36 τμ, στην περιοχή "..." του Δήμου ... Το έτος 2001 ολοκλήρωσε την ανέγερση της πολυώροφης οικοδομής, στο οικόπεδο αυτό, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο πάνω από τον ισόγειο όροφο και δώμα, την οποία στις 15-10-2003 με το νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο υπ' αριθμό .../2003 της Συμβολαιογράφου Ναυπλίου, Αικατερίνης Τσώλη, υπήγαγε στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, κατά τις οποίες όπως προαναφέρθηκε κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής είναι το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρώτοιχοι, η στέγη, η αυλή. Εκ των οριζοντίων ιδιοκτησιών της ως άνω οικοδομής η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα με το νόμιμα μεταγεγραμμενο συμβόλαιο υπ' αριθμό .../2004 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ναυπλίου, Αικατερίνης Τσώλη, μεταβίβασε στις 18-10-2004 λόγω πώλησης κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, την οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου, με τα στοιχεία Ι-1, εμβαδού 95,26 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 320/1000, στην ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη και είναι κυρία των υπολοίπων οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής, ήτοι α)μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας με τα στοιχεία Α-1 που καταλαμβάνει τον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού 95,71 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 320/1000 εξ αδιαιρέτου, β) του δώματος, εμβαδού 16,20 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 40/1000 εξ αδιαιρέτου και γ)μίας αποθήκης που βρίσκεται στο υπόγειο, εμβαδού 95,48 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 320/1000 εξ αδιαιρέτου. Από την αρχή της ανοικοδόμησης του οικοπέδου πρόθεση της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας ήταν να πωλήσει την οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου και να κρατήσει στην κυριότητα της τις λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίας, για το λόγο αυτό προέβλεψε τη δημιουργία ξεχωριστής εισόδου για την οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου από την οδό …ενώ για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου και του δώματος η είσοδος είναι από την οδό …. Για τη ρύθμιση των μεταξύ των συνιδιοκτητών σχέσεων επί των κοινών μερών του ακινήτου, στα οποία τυγχάνουν συγκύριοι, δεν έχει συνταχθεί κανονισμός, ούτε καθορίζονται γενικότερα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις όσον αφορά στα κοινά μέρη της οικοδομής. Όσον αφορά όμως την στέγη η οποία στη συγκεκριμένη οικοδομή είναι ισοδύναμος με τον χώρο της ταράτσας, ήτοι τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής που περιβάλλει το κτίσμα του δώματος, διότι σύμφωνα με το ΠΔ της 26-7-1986 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 829 ΔV 12-9-1986) και την απόφαση υπ' αριθμό 4329/7-10-1990 του Νομάρχη Αργολίδας οι οικοδομές του τομέα ΣΤ1, μεταξύ των οποίων και η περιοχή "..." του Δήμου …, οφείλουν να έχουν κεραμοσκεπή, η εναγομένη ήδη εκκαλούσα με την πράξη σύστασης οριζόντιας-ιδιοκτησίας, επεφύλαξε υπέρ της ιδιοκτησίας του δώματος την αποκλειστική χρήση στον χώρο της ταράτσας. Αυτό προκύπτει από τον από 2-7-2003 πίνακα αναλογισμού του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ., ο οποίος αποτελεί ένα σύνολο με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, στον οποίο σαφώς ορίζεται ότι "στο δώμα λογίζεται ολόκληρος ο χώρος που βρίσκεται κάτω από τη στέγη". Ως χώρος κάτω από τη στέγη δεν είναι ο χώρος μόνο κάτω από τη στέγη του δώματος, χώρος ο οποίος αυτονόητα ανήκει στο δώμα ως συστατικό αυτού, αλλά ολόκληρος ο χώρος της ταράτσας οποίος αναφέρεται ως στέγη, λόγω του ότι είναι υποχρεωτικό σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις η συγκεκριμένη οικοδομή να φέρει στέγη. Η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη εξ αρχής γνώριζε ότι η εναγομένη, εκκαλούσα έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της ταράτσας. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα α)από την σαφή διατύπωση του από 2-7-2003 πίνακα αναλογισμού ο οποίος αποτελεί ένα σύνολο με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, β)από το ότι ουδέποτε έχει ανέλθει στον χώρο της ταράτσας. Η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα έχει επεκτείνει τον καλυμμένο χώρο του δώματος, από 16,2 τμ, σε 70 τμ περίπου, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο χώρο της ταράτσας. Η ενέργεια αυτή της εναγομένης ήδη εκκαλούσας να επεκτείνει τον καλυμμένο χώρο του δώματος, συνιστά, ως προς την κάλυψη που υπερβαίνει τα 16,2 τμ, άρση του κοινόχρηστου χαρακτήρα της ταράτσας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της ταράτσας. Το από 9-12-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα, αφορά τα τυχόν ελαττώματα που θα εμφανιστούν στην πωληθείσα υπό στοιχεία Ι-1 οριζόντια ιδιοκτησία και όχι στα κοινά μέρη της οικοδομής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η στέγη πλην του δώματος συνιστά κοινόχρηστο τμήμα της οικοδομής και υποχρέωσε την εκκαλούσα, εναγομένη να απελευθερώσει το υπόλοιπο καλυμμένο τμήμα της στέγης κατά το μέρος που υπερβαίνει τα 16,2 τμ, ορθά κατά το διατακτικό εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία. Επομένως πρέπει αφού αντικατασταθεί η εσφαλμένη αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης με την ορθή της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι σχετικοί λόγοι έφεσης". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της Γ. Κ. κατά της υπ' αριθμ. 789/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 12.8.2005 αγωγή της Π. Τ.-Δ. Εξάλλου με την υπ' αριθμ. 210/2008 απόφαση του ιδίου ως άνω Εφετείου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, έχει απορριφθεί ως εκπρόθεσμη η από 19.12.2006 έφεση της Π. Τ.-Δ. κατά της αυτής ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης, ως προς την απόρριψη της οποίας ουδαμώς παραπονείται με την κρινόμενη από 21.4.2011 αίτηση της αναιρέσεως. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε σ' αυτήν ως προς το ζήτημα της παράνομης ενέργειας της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας Γ. Κ., σε κοινόκτητο χώρο της οικοδομής στην οποία οι διάδικοι έχουν ανεξάρτητες-αυτοτελείς ιδιοκτησίες, παρότι έχει την αποκλειστική χρήση αυτού [για την πέραν του δώματος εκτεινόμενη λοιπή επιφάνεια της στέγης (ταράτσας)] πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως της Γ. Κ. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται μεταξύ των άλλων και οι ακόλουθες παραδοχές: "Η εναγομένη ήδη εκκαλούσα (Γ. Κ.) έχει επεκτείνει τον καλυμμένο χώρο του δώματος, από 16,2 τμ σε 70 τμ περίπου, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της ταράτσας. Η ενέργεια αυτή της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας να επεκτείνει τον καλυμμένο χώρο του δώματος συνιστά ως προς την κάλυψη που υπερβαίνει τα 16,2 τμ άρση του κοινόχρηστου χαρακτήρα της ταράτσας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της ταράτσας ....... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η στέγη πλην του δώματος συνιστά κοινόχρηστο τμήμα της οικοδομής και υποχρέωσε την εκκαλούσα-εναγομένη (Γ. Κ.) να απελευθερώσει το υπόλοιπο καλυμμένο τμήμα της στέγης κατά το μέρος που υπερβαίνει τα 16,2 τμ ορθά κατά το διατακτικό εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία. Επομένως, πρέπει, αφού αντικατασταθεί η εσφαλμένη αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης με την ορθή της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι σχετικοί λόγοι έφεσης". Περαιτέρω το διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης, ήτοι της υπ' αριθμ. 789/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου που εκδόθηκε επί της από 12.8.2005 αγωγής της Π. Τ. κατά της Γ. Κ., η οποία εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 επ ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της ως άνω αποφάσεως έχει ως εξής: "Δέχεται εν μέρει την υπό κρίση αγωγή. Αναγνωρίζει ότι η στέγη πλην του δώματος, επιφάνειας 16,20 τμ είναι κοινόκτητο και κοινόχρηστο τμήμα της οικοδομής. Υποχρεώνει την εναγομένη να απελευθερώσει το υπόλοιπο τμήμα της στέγης και να επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση". Από την αντικατάσταση του αιτιολογικού της πρωτοβάθμιας απόφασης με την παραδοχή ότι το πέραν του δώματος, επιφάνειας 16,20 τμ τμήμα της στέγης της οικοδομής στην οποία οι διάδικοι είναι μόνες συγκυρίες ανεξαρτήτων αυτοτελών ιδιοκτησιών, είναι μεν κοινόκτητη και κοινόχρηστο μέρος της οικοδομής, αλλά από το χρόνο κατάρτισης και μεταγραφής της υπ' αριθμ. .../15.10.2003 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αικατερίνης Τσώλη με τον σ' αυτήν προσαρτημένο από 2.7.2003 πίνακα αναλογισμού του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ., η Γ. Κ., μόνη τότε κυρία όλων των αυτοτελών ιδιοκτησιών της ίδιας οικοδομής (επί των οδών …και …στην περιοχή "...", στην πόλη του …), αλλά η ως άνω συνιδιοκτήτρια όλων πλην μιας των αυτοτελών ιδιοκτησιών έχει νομότυπα την αποκλειστική χρήση του ως προαναφερομένου χώρου της στέγης που μετέτρεψε παράνομα σε ιδιόκτητο. Επομένως με την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα Π. Τ., της οποίας τελικά έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως προς το κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της στέγης, έχει νικήσει με το να αναγνωριστεί ο χαρακτήρας αυτός του εν λόγω μέρους της προαναφερόμενης οικοδομής, έχει όμως ηττηθεί με την παραδοχή από το Εφετείο ότι επί του ανωτέρω - κοινόκτητου μέρους της στέγης η αναιρεσίβλητη -αναιρεσείουσα Γ. Κ. έχει την αποκλειστική χρήση του. Συνακόλουθα η αναιρεσείουσα Π. Τ. έχει κατ' αρχήν έννομο συμφέρον να ασκήσει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν: 1) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση και 3) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 32/1996, 27/1998, Α.Π. 495/2010). Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ. Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως της ενάγουσας Π. Τ., με τον οποίο αυτή προσάπτει στην προσβαλλομένη, ότι με τις ως άνω εσφαλμένες παραδοχές της, ουσιαστικά απέρριψε, παρά το νόμο, ως αβάσιμο το ένα εκ των αγωγικών αιτημάτων της για αναγνώριση του δικαιώματος της να κάνει ακώλυτη χρήση του επίδικου κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου του πέραν των 16,2 τ. μ. καλυμμένου τμήματος της στέγης, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως παντελώς αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του νόμου που παραβιάσθηκαν, σε τι συνίστανται τα σφάλματα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε ποιες αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη.Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις που εφάρμοσε, ενώ οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της Γ. Κ. περί παραβιάσεως των άρθρων 70, 68 και73 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, με την ορθή παραδοχή ότι η Π. Τ. είχε έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί το κοινόχρηστο και κοινόκτητο μέρος της στέγης (ταράτσας) και να υποχρεωθεί η αντίδικος της να απελευθερώσει το χώρο αυτό από τα παράνομα κτίσματα της, όπως είχε ζητήσει με την ένδικη αγωγή η Π. Τ.. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Γ. Κ. με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως της προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αντίδικο της και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς το ζήτημα του χαρακτήρα του πέραν και πλέον του δώματος χώρου της στέγης (ταράτσας) της οικοδομής στην οποία οι διάδικοι είναι κυρίες αυτοτελών-ανεξαρτήτων ιδιοκτησιών. Από την επισκόπηση όμως του δικογράφου της από 12.8.2005 ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας Π. Τ. σαφώς προκύπτει ότι η προαναφερόμενη διάδικος είχε τέτοιο αγωγικό ισχυρισμό, που έγινε δεκτός τελικά από το Εφετείο εν μέρει με την παραδοχή ότι ο εν λόγω χώρος είναι κοινόκτητος-κοινόχρηστος της οικοδομής, αλλά την αποκλειστική χρήση του και μόνο, χωρίς να αποβάλλει τον χαρακτήρα του αυτόν, έχει νόμιμα η Γ. Κ.. Επομένως ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως της Γ. Κ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως της Π. Τ. προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. Β Κ.Πολ.Δ. Πλημμέλεια και ειδικότερα του ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αντίδικο της και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του εφετηρίου και των προτάσεων που κατέθεσε η Γ. Κ. ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η εν λόγω διάδικος, αρχικά ως εναγομένη αποκρούοντας την ένδικη αγωγή της αντιδίκου της και στη συνέχεια ως εκκαλούσα -εφεσίβλητη, ισχυρίσθηκε ότι η πέραν του δώματος στέγη δεν είναι κοινόχρηστο πράγμα λόγω της μη δυνατότητας της αντιδίκου της Π. Τ. να έχει πρόσβαση σ' αυτή, άλλως ότι η εν λόγω στέγη είναι συστατικό του οροφοδιαμερίσματός της (δώματος) και ανήκει σ' αυτήν και δυνάμει της πράξης συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών. Ο ισχυρισμός της αυτός ερευνήθηκε από το Εφετείο, το οποίο αξιολόγησε το περιεχόμενο του συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και του από 2-7-2003 προσαρτημένου σ' αυτή πίνακα αναλογισμού, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με την εν λόγω πράξη, και κατέληξε ανέλεγκτα στο συμπέρασμα ότι με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας η εναγομένη επιφύλαξε υπέρ της ιδιοκτησίας του κτίσματος του δώματος, του οποίου είναι κυρία, όχι την κυριότητα αλλά την αποκλειστική χρήση στο χώρο της στέγης (ταράτσας), η οποία όμως δεν απώλεσε τον κοινόκτητο χαρακτήρα της, κατά παραδοχή του αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας. Έτσι, ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της Π. Τ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως της Γ. Κ. ισχυρισμός περί μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας περί της υπάρξεως μιας κλίμακας της αποκλειστικής κυριότητας της που συνδέει το διαμέρισμα αυτής που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της ως άνω οικοδομής με το δώμα αυτής και της εντεύθεν αδυναμίας προσβάσεως της αντιδίκου της προς τον κοινόκτητο-κοινόχρηστο χώρο της ταράτσας. Ο εν λόγω ισχυρισμός όμως της αναιρεσείουσας Γ. Κ. αποτελεί επιχείρημα και δεν εμπίπτει στην έννοια των πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθόσον η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου δεν αποβάλλεται αυτοδικαίως από την αδυναμία κάποιου κυρίου ανεξάρτητης ιδιοκτησίας στην ίδια οικοδομή που βρίσκεται και ο κοινόχρηστος χώρος της ταράτσας να έχει πρόσβαση στον χώρο αυτόν, όταν μάλιστα έχει κάποιος άλλος των συγκυρίων την αποκλειστική χρήση του. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της Γ. Κ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος . Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται κατά της οριστικής αποφάσεως αν το δικαστήριο που την εξέδωσε παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά απ' εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει δε όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και όχι λάθος κατά την αξιολόγηση του, δηλαδή κάνει ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, εξαιτίας της οποίας το δικαστήριο της ουσίας καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία γεγονότος. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3741/1929 και 1117 ΑΚ καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο επικαλούμενος την παραμόρφωση του εγγράφου διάδικος και σε περίπτωση προβολής τέτοιου λόγου αναιρέσεως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα Π. Τ. με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως της ισχυρίζεται ότι το Εφετείο Ναυπλίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του από 2.7.2003 εγγράφου-πίνακα αναλογισμού του πολιτικού μηχανικού που είναι προσαρτημένος στην υπ' αρ. .../2003 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αικατερίνης Τσώλη και αποτελεί ενιαίο σύνολο με αυτήν, ως προς τον χαρακτήρα του χώρου που βρίσκεται κάτω από τη στέγη στο δώμα της οικοδομής για την οποία γίνεται λόγος. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του κρίσιμου αυτού εγγράφου και στο τέλος των παρατηρήσεων που αναφέρονται σ' αυτό, σαφώς και κατά αναμφισβήτητο τρόπο αναφέρεται κατά λέξη: "Στο δώμα λογίζεται ολόκληρος ο χώρος που βρίσκεται κάτω από τη στέγη", δηλονότι προκύπτει ότι στον κύριο του δώματος ανήκει η αποκλειστική χρήση του κοινοχρήστου χώρου που βρίσκεται κάτω από την στέγη (ταράτσα). Το ίδιο δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να προβεί σε οιαδήποτε παραμόρφωση του ως άνω κρισίμου γνησίου εγγράφου προσαρτημένου σε δημόσιο έγγραφο, χωρίς να χρειάζεται να προσφύγει σε ερμηνευτικούς κανόνες. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της Π. Τ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν εξολοκλήρου μεταξύ των διαδίκων, λόγω της κατά την αυτή έκταση νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 28-5-2010 αίτηση της Γ. Κ. του Κ. και την από 20-4-2011 αίτηση της Π. Τ. του Α. συζ. Ι. Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 185/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές αναιρέσεως. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ