Αριθμός 280/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ε. συζύγου Ε. Τ., το γένος Η. Κ., κατοίκου ... 2) Ε. χήρας Ι. Κ., το γένος Ν.. Π., κατοίκου ... και 3) Β. Κ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σφακιωτάκη. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Ι. Ν. του Μ., χήρας Ι. Σ. του Ε., 2) Ι. Σ. του Ι. και 3) Π. Σ. του Ι., κατοίκων ... ως μοναδικών νόμιμων κληρονόμων του Ι. Σ. του Ε., αποβιώσαντος το έτος 2017, όπως αναφέρεται στην από 1-2-2022 κλήση ενώπιον του Αρείου Πάγου, 4) Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ... και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο τέταρτος καθού η κλήση Ε. Σ. δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ άπαντες οι λοιποί καθών η κλήση εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Κλουκίνα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2009 αγωγή των ήδη πρώτης και δεύτερης αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι σε αυτή τη δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 237/2013 μη οριστική και 68/2018 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-2-2019 αίτησή τους. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 1.2.2022 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 παρ.1 δ' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, ενώ ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα (Ολ.Α.Π.31/2009, Ολ.Α.Π.27/1987, Α.Π.1290/ 2022, Α.Π.1404/2021, Α.Π.598/2020, Α.Π.432/2020, Α.Π.47/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 1-2-2022 κλήση των αναιρεσειόντων (εναγόντων) φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 11-2-2019 αίτησή τους για αναίρεση της υπ' αριθ.68/2018 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Κρήτης, μετά τη μη συζήτηση της υπόθεσης, λόγω μη εγγραφής της στο πινάκιο, κατά την προηγούμενη εξ αναβολής δικάσιμο της 31-1-2022. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατά των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) 1) Ι. Σ., 2) Ε. Σ. και 3) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ενώ η προαναφερόμενη κλήση απευθύνεται, πέραν των ως άνω δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων (τετάρτου και πέμπτης καθών η κλήση), και κατά των 1) Ι. Ν., 2) Ι. Σ. και 3) Π. Σ., ως μοναδικών κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσίβλητου Ι. Σ.. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο τελευταίος απεβίωσε στις 10-6-2017, ήτοι πριν την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης, και συγκεκριμένα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, οπότε δηλώθηκε ο θάνατός του και είχε επέλθει ως προς αυτόν βίαιη διακοπή της δίκης, οι δε ενάγοντες - αναιρεσείοντες, με κλήση τους, είχαν επαναφέρει τη συζήτηση της έφεσής τους κατά των παραπάνω καθών η κλήση, ως μοναδικών εκ διαθήκης κληρονόμων του και κατ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση. Επομένως, οι αναιρεσείοντες έλαβαν γνώση του θανάτου του πιο πάνω διαδίκου και διαπίστωσαν τους κληρονόμους του πριν από την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης και, ως εκ τούτου, έπρεπε να απευθύνουν το εν λόγω ένδικο μέσο κατά των ανωτέρω κληρονόμων του. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσίβλητου, είναι, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατ' ανύπαρκτου προσώπου, η δε ανωτέρω κλήση των αναιρεσειόντων, απευθυνόμενη κατά των κληρονόμων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εφόσον η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε κατ' αυτών, είναι άνευ εννόμων συνεπειών. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς, ήτοι δεύτερο και τρίτη των αναιρεσίβλητων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π.ολ.14/2015, Α.Π.548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 11507 ΣΤ'/28-7-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης, με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων, Ι. Β. - Σ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οιαναιρεσείοντες, επιμελεία των οποίων προσδιορίστηκε η ως άνω κλήση προς συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17-10-2022),προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 1-2-2022 κλήσης προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο (τέταρτο καθ'ου η κλήση) Ε. Σ., στον οποίο, επίσης, έχει επιδοθεί και αντίγραφο της υπό κρίση αναίρεσης (βλ. την υπ' αριθ.1554 Β'/20-7-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης Ε. Δ.). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (Α.Π.1439/2019, Α.Π.2257/2014).Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που τίκτει υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.Α.Π.10/91, Α.Π.1298/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 669/1977, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 21 παρ. 3 και 4 και 24, αντιστοίχως, του ν. 2115/1993 και ίσχυαν προ της καταργήσεώς τους από το άρθρο 69 παρ.1 Ν.4512/2018,που έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση, "1. η εκμετάλλευσις των λατομείων βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων, καθ' άπασαν την χώραν, επιτρέπεται μόνον κατόπιν αδείας εκμεταλλεύσεως χορηγουμένης δι' αποφάσεως του Υπουργού Βιομηχανίας και Ενέργειας, τη αιτήσει του έχοντος το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του λατομείου. Δι' αποφάσεων του Υπουργού Βιομηχανίας και Ενέργεια,...δύναται να μεταβιβάζεται η αρμοδιότης χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως λατομείων ορισμένων βιομηχανικών ορυκτών εις τους κατά τόπον αρμοδίους Νομάρχας. 2. ...Προκειμένου για δασικές εκτάσεις, απαιτείται η κατ' αρχήν γνώμη της δασικής υπηρεσίας για τη μίσθωση δημόσιου λατομικού χώρου, τη χορήγηση συναινέσεως για τη διενέργεια ερευνητικών εργασιών ή τη χορήγηση άδειας εκμεταλλεύσεως. Σε κάθε περίπτωση απαγορεύεται η εκτέλεση εργασιών σε δάση ή δασικές εκτάσεις πριν από την έκδοση της εγκρίσεως επεμβάσεως του Ν. 998/1979". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου ν. 669/1977 "1. Δια την απόκτησιν της υπό του άρθρου 4 προβλεπομένης αδείας, ο έχων το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του λατομείου οφείλει όπως υποβάλη εις τον Νομάρχην, εις την περιφέρειαν του οποίου κείται το λατομείον, τα κάτωθι: α) Σχετικήν αίτησιν εις διπλούν απευθυνομένην εις τον Υπουργόν Βιομηχανίας και Ενεργείας, β) Τοπογραφικόν διάγραμμα εις εξαπλούν ... γ) Εγκεκριμένη τεχνική μελέτη, οι προδιαγραφές της οποίας καθορίζονται στον Κ.Μ.Λ.Ε. δ) Έγκριση περιβαλλοντικών όρων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην Κ.Υ.Α. 69269/ 5387/ 24.10.1990...". Στην δε παρ.2 του άρθρου 21 του ν. 2115/1993 προβλέπεται ότι ορισμένες διατάξεις του ν. 1428/1984, μεταξύ των οποίων και η παρ.3 του άρθρου 9, έχουν εφαρμογή επί των λατομείων βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρου, το δε άρθρο 9 παρ.3 του ν. 1428/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2115/1993, ορίζει τα ακόλουθα : "Πριν από την υπογραφή της συμβάσεως ή τη χορήγηση της άδειας εκμεταλλεύσεως, κατατίθεται η πιο πάνω [τεχνική] μελέτη εγκεκριμένη από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, καθώς και η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, που προβλέπεται από την ΚΥΑ 69269/5387/24.10.1990..., προκειμένου δε περί δασικών εκτάσεων, η έγκριση επεμβάσεως, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 57 του Ν. 998/1979" (ΣτΕ.1978/2017). Ενώ, κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Ν.998/1979, ως ίσχυε πριν την αντικ. από το άρθρο25 παρ.3 Ν.3889/2010, που έχει εφαρμογή εν προκειμένω "1.Εάν δεν έχει καταρτισθή εισέτι Δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων δια την εφαρμογήν των διατάξεων τον παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κατά τας εν άρθρω 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ' αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως δια πράξεως του κατά τόπον αρμοδίου δασάρχου". Εξάλλου, στο άρθρο 3 παρ.1 του Ν.1650/1986, ως αντικ. με το άρθρο 1 Ν.3010/2002 και έχει εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση πριν την αντικ. από το άρθρο 1 Ν.4014/2011 ορίζεται ότι "με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων 'Εργων, που εκδίδεται μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, τα δημόσια ή ιδιωτικά έργα και δραστηριότητες κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες, και κάθε κατηγορία μπορεί να κατατάσσεται σε υποκατηγορίες, καθώς και σε ομάδες κοινές για όλες τις κατηγορίες, ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον...". Στο δε άρθρο 4 παρ.1α'του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων ή τη μετεγκατάσταση υφισταμένων, τα οποία έχουν καταταγεί στις κατηγορίες που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο, απαιτείται η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος. 'Έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος απαιτείται επίσης για την επέκταση, την τροποποίηση ή και τον εκσυγχρονισμό υφιστάμενων έργων ή δραστηριοτήτων, που έχουν καταταγεί στις παραπάνω κατηγορίες, εφόσον επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον." Στο δε άρθρο 2 της Κ.Υ.Α. υπ' αριθ.15393/2332/2002 με τίτλο "κατάταξη δημοσίων και ιδιωτικών έργων σε κατηγορίες σύμφωνα με το Ν.1650/1986", η οποία εξεδόθη κατ' εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου 3 Ν.1650/1986" ορίζεται ότι "η απόφαση αυτή εφαρμόζεται σε όλα τα έργα και δραστηριότητες της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας του άρθρου 3 του Ν.1650/1986, ως αντικ. με το άρθρο 1 του Ν.3010/2002 τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, εκτός από εκείνες που εξυπηρετούν σκοπούς εθνικής άμυνας". Βάσει δε του συνημμένου στην εν λόγω Κ.Υ.Α. Παραρτήματος "οι κάθε είδους εξορυκτικές δραστηριότητες υπάγονται σε μία από τις ως άνω δύο βασικές κατηγορίες, ώστε να απαιτείται για τη χορήγηση της σχετικής άδειας η προβλεπόμενη από το Ν. 1650/1986 έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, ο έχων δικαίωμα εκμεταλλεύσεως λατομείου, άρα και ο μισθωτής αυτού δικαιούται, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς του προς το αρμόδιο διοικητικό όργανο, να ζητήσει άδεια εκμεταλλεύσεως αυτού (λατομείου), της σχετικής δε αδείας απαιτείται να προηγηθεί απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και προκειμένου περί δασικών εκτάσεων και έγκριση επεμβάσεως κατ' άρθρο 57 Ν.998/1979 και συνεπώς επί ακινήτων που δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως δάση ή δασικές εκτάσεις απαιτείται να προηγηθεί έλεγχος από τον αρμόδιο δασάρχη για τη φύση και των χαρακτηριστικών του ακινήτου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσείοντες, μεταξύ άλλων συνολικά ένδεκα εναγόντων, με την υπ' αριθ.καταθ.108/2009 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριοι του περιγραφόμενου αγροτεμαχίου, έκτασης 76.801 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή ..., μέσα στο οποίο υπάρχει λατομείο. Ότι δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού εκμίσθωσαν το ως άνω ακίνητό τους από το έτος 2001 έως το έτος 2008 στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος τον Ιούνιο του έτους 2002 υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Δασών Χανίων αίτηση, με την οποία ζήτησε την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού για εδαφικό τμήμα έκτασης 59.598,88 τ.μ. της εν λόγω ιδιοκτησίας τους, αποκρύπτοντας από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δασών τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα αυτών (εναγόντων), με αποτέλεσμα η εν λόγω έκταση να χαρακτηρισθεί εν μέρει ως δάσος και εν μέρει ως δασική έκταση, εν συνεχεία δε παραιτήθηκε της αμφισβήτησης της ως άνω πράξης χαρακτηρισμού, με συνέπεια αυτή να καταστεί τελεσίδικη, την οποία ποτέ δεν τους γνωστοποίησε. Ότι ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει συμβολαιογραφικού μισθωτηρίου συμβολαίου μίσθωσε πλέον από το Ελληνικό Δημόσιο έκταση 347,89 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβανόταν και η ανωτέρω έκταση η οποία ανήκει στην ιδιοκτησία τους, με χαμηλότερο μίσθωμα. Ότι τις ανωτέρω ενέργειες του πρώτου εναγόμενου γνώριζε και ο δεύτερος εναγόμενος, καθότι αμφότεροι το έτος 2006 συνέστησαν την τρίτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, της οποίας νόμιμος διαχειριστής είναι ο δεύτερος εναγόμενος και στην οποία ο πρώτος εισέφερε τα μισθωτικά του δικαιώματα, με σκοπό την εκμετάλλευση του ανωτέρω λατομείου. Ότι συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγόμενων ζημιώθηκαν καθότι απώλεσαν το ανωτέρω σημαντικής αξίας περιουσιακό τους στοιχείο και ενεπλάκησαν σε πολύχρονους και πολυέξοδους δικαστικούς αγώνες για την αναγνώριση της ιδιοκτησίας τους, ενώ υπέστησαν και ηθική βλάβη. Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά στον καθένα τους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.89/2011 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας το Εφετείο Κρήτης εξέδωσε, αρχικά, την υπ' αριθ.237/2013 μη οριστική απόφασή του (με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρις ότου περατωθεί αμετάκλητα η δίκη που είχε ανοιγεί με την αγωγή των εναγόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου αναφορικά με την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, εκδοθείσας επ' αυτής της υπ' αριθ.1343/2015 αμετάκλητης απόφασης του Αρείου Πάγου) και, στη συνέχεια, την προσβαλλόμενη, με την παρούσα αίτηση αναίρεσης, υπ' αριθ. 68/2018 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, αφού ερεύνησε την αγωγή στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης των εναγόντων (αναιρεσειόντων) (άρθρο 522 ΚΠολΔ), δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την απόφαση το πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή της ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Oι ενάγοντες ομολογούν στην αγωγή τους ότι ο πρώτος εναγόμενος, Ι. Σ. του Ε., κάτοικος όσο ζούσε ... υπέβαλε ενώπιον του Δασάρχη Χανίων την από 26-6-2002 αίτησή του... με σκοπό το αρμόδιο αυτό μονοπρόσωπο διοικητικό όργανο να προβεί σε έλεγχο της φύσης και των χαρακτηριστικών του μισθίου, το οποίο ο αιτών - μισθωτής είχε πρόθεση να εκμεταλλευτεί στο μέλλον ως λατομείο. Ο χαρακτηρισμός από το Δασάρχη ενός ακινήτου που πρόκειται να λειτουργήσει ως λατομείο αποτελεί διαδικασία, η οποία πρέπει υποχρεωτικά να προηγηθεί για να εκδοθεί άδεια εκμετάλλευσης λατομείου. Η απόφαση του Δασάρχη ειδικότερα εκτιμάται στη συνέχεια από άλλο γνωμοδοτικό συλλογικό όργανο, το οποίο συντάσσει έκθεση για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στο περιβάλλον η λειτουργία ενός λατομείου. Αν μάλιστα το λατομείο βρίσκεται σε δάσος ή δασική έκταση, εκδίδεται πράξη της Διοίκησης που ορίζει πρόσθετους όρους, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα για να εξασφαλίζεται πλήρως η προστασία του περιβάλλοντος στην περιοχή από τη λατομική δραστηριότητα...Οι ενάγοντες επιπλέον ομολογούν στην αγωγή τους ότι είχαν παραδώσει το προσοδοφόρο κτήμα στον αντισυμβαλλόμενό τους, πρώτο εναγόμενο, για να το εκμεταλλευτεί παραγωγικά ως λατομείο. Ο ίδιος επομένως διάδικος είχε αυτοτελές δικαίωμα να κινήσει τη διοικητική διαδικασία για να λάβει άδεια εκμετάλλευσης του κτήματος για το συγκεκριμένο σκοπό... Ο Δασάρχης Χανίων περαιτέρω όφειλε να διαπιστώσει αυτεπάγγελτα αν το κτήμα είναι δάσος, δασική έκταση ή όχι και συνεπώς αν ενέπιπτε ή όχι στην προστασία του ν.998/1977...Είναι βέβαια αληθές ότι ο χαρακτηρισμός του κτήματος ως δάσους ή δασικής έκτασης, θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων στο επίδικο, επειδή σε τέτοιες εκτάσεις δικαίωμα κυριότητας έχει κατά κανόνα το Ελληνικό Δημόσιο. Ο Δασάρχης όμως δεν είχε αρμοδιότητα να ελέγξει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου. Η αρμοδιότητά του περιοριζόταν μόνο στη διαπίστωση της φύσης του κτήματος μετά βέβαια από τον επιβεβλημένο έλεγχο που όφειλε σύμφωνα με το νόμο να ενεργήσει. Το διοικητικό αυτό όργανο δηλαδή θα χαρακτήριζε οπωσδήποτε το επίδικο ως εν μέρει δάσος και εν μέρει δασική έκταση, επειδή το ακίνητο έχει πράγματι αυτή τη φύση...Οι ενέργειες δηλαδή που θα έκανε ο Δασάρχης για να διαπιστώσει τη φύση του ακινήτου δεν θα ήταν διαφορετικές ακόμη και αν ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε σε αυτόν ότι συγκύριοι του μισθίου είναι οι ενάγοντες. Το Ελληνικό Δημόσιο συνεπώς μπορούσε να ασκήσει κατά των εκμισθωτών διεκδικητική αγωγή ανεξάρτητα αν αυτή αποδεικνυόταν βάσιμη ή όχι. Η εμπράγματη μάλιστα αυτή διεκδίκηση δεν θα συνδεόταν με την παράλειψη του πρώτου εναγομένου να αναφέρει στο Δασάρχη ότι συγκύριοι του λατομείου ήταν οι ενάγοντες. Αντίθετα, θα ήταν αποτέλεσμα της διοικητικής πράξης χαρακτηρισμού του κτήματος ως δάσους και δασικής έκτασης, την οποία είχε εκδώσει ο Δασάρχης Χανίων. Στην προκείμενη επομένως περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο πρώτος εναγόμενος ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος για να λάβει άδεια εκμετάλλευσης λατομείου, όπως ακριβώς είχε συμφωνήσει με τους ενάγοντες. Ο μισθωτής, δηλαδή, δεν ενήργησε παράνομα σε βάρος των εκμισθωτών. Η πράξη που τέλεσε, επιπλέον, δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία που επικαλούνται οι ενάγοντες ότι υπέστησαν από αυτή. Για τους ίδιους δύο λόγους δεν ενέχονται έναντι των εναγόντων και οι λοιποί εναγόμενοι, οι οποίοι - σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή - ενήργησαν ως συμμέτοχοι στην άδικη πράξη που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος από αυτούς σε βάρος των εναγόντων". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 Α.Κ. και δεν παρεβίασε αυτές με τη μη εφαρμογή τους, καθόσον τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και αν ακόμη υποτεθούν αληθινά, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, δεδομένου ότι δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία των αναιρεσειόντων, με συνέπεια να μη θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων και συνακολούθως αξίωση των αναιρεσειόντων κατ' αυτών προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τα πραγματικά αυτά περιστατικά, α) οι ενάγοντες παρέδωσαν το επίδικο ακίνητο στον πρώτο εναγόμενο, για να το εκμεταλλευτεί παραγωγικά ως λατομείο και, συνεπώς, αυτός είχε αυτοτελές δικαίωμα να κινήσει τη διοικητική διαδικασία για να λάβει άδεια εκμετάλλευσης του ακινήτου για το συγκεκριμένο σκοπό, β) ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε αίτηση στο Δασάρχη για τον χαρακτηρισμό του επιδίκου ακολουθώντας τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος για να λάβει άδεια εκμετάλλευσης λατομείου και έτσι δεν ενήργησε παράνομα σε βάρος των εκμισθωτών, οι ενέργειες δε του δασάρχη για τη διαπίστωση της φύσης του ακινήτου δεν θα παράλλασαν, αν ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε ότι συγκύριοι του μισθίου είναι οι ενάγοντες, αφού ο δασάρχης δεν ελέγχει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, και γ) η εμπράγματη διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου από το Δημόσιο και η εξ αιτίας αυτής εμπλοκή των αναιρεσειόντων σε δικαστικούς αγώνες και, συνακόλουθα, η ζημία και ηθική βλάβη που αυτοί επικαλούνται ότι υπέστησαν, δεν οφείλεται στην παράλειψη του πρώτου εναγομένου να δηλώσει προς το δασάρχη το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, αφού το Ελληνικό Δημόσιο είχε δικαίωμα να ασκήσει κατά των εκμισθωτών αναιρεσειόντων διεκδικητική αγωγή με βάση το χαρακτηρισμό του δασάρχη και ανεξάρτητα από την ως άνω συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και, ως εκ τούτου, η εν λόγω συμπεριφορά του δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επικαλούμενο στην αγωγή ζημιογόνο γεγονός. Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και, συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ.Α.Π.44/1990, Α.Π.681/2022, Α.Π.701/2011, Α.Π.121/2009). Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, εφόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, αφού στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ` ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ως προς τους λοιπούς, ήτοι δεύτερο και τρίτη των αναιρεσίβλητων και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των πρώτης, δεύτερου και τρίτου των καθών η κλήση και της τρίτης αναιρεσίβλητης (πέμπτης των καθών η κλήση) που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11/2/2019 αίτηση των Ε. Τ., Ε. Κ. και Β. Κ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 68/2018 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, δεύτερου και τρίτου των καθών η κλήση και της τρίτης αναιρεσίβλητης (πέμπτης των καθών η κλήση), τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ