Αριθμός 1468/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΟΛΥΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΑΕΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Σ. ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. - Β. Ε. Κ. Ε. Ο. Χ. - Ε. ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Αναγνώστου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1145/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6177/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 5-4-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1659/173/9-4-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6177/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (μισθωτική διαφορά - άρθρα 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6177/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Με την από 15-3-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 26283/411/20-3-2019 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες στρεφόμενες κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ισχυρίστηκαν ότι με την από 5.3.2003 έγγραφη σύμβαση μίσθωσης εκμίσθωσαν στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Α. Χ. Κ. Α. Α.Ε.", μοναδικός μέτοχος της οποίας ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, του οποίου είναι συγκυρίες κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 47% η πρώτη, 40,5% η δεύτερη και 12,5% η τρίτη, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2003 έως 30.6.2008, ενώ περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η διάρκεια αυτή της μίσθωσης θα παρατεινόταν για όσο θα υφίστατο το νομικό πρόσωπο της μισθώτριας εταιρείας και μέχρι την οριστική της εκκαθάριση. Ότι κατόπιν τροποποιήσεων της σύμβασης το μηνιαίο μίσθωμα, που ήταν συμβατικά καταβλητέο την πρώτη ημέρα κάθε μήνα στο νόμιμο εκπρόσωπό τους συμμέτρως, κατά τα ποσοστά συγκυριότητάς τους στο μίσθιο ακίνητο, ορίστηκε από τις 30.9.2013 στο ποσό των 9.000 ευρώ, πλέον του ημίσεος χαρτοσήμου (1,8%), δηλαδή συνολικά 9.162 ευρώ. Ότι παρά το γεγονός ότι από την έναρξη της μίσθωσης έως και το Μάρτιο του έτους 2019 η ανωτέρω μισθώτρια εταιρεία και, στη συνέχεια, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχός της, χρησιμοποιούν ανενόχλητα το μίσθιο ακίνητο, δεν τους έχουν καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από το Φεβρουάριο του 2014 μέχρι και το Μάρτιο του 2019, δηλαδή για 62 μήνες, που ανέρχονται συνολικά, πλέον του άνω αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, στο ποσό των 568.044 ευρώ, και όπως αυτό ειδικότερα επιμερίζεται για καθεμία των εναγουσών. Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, έχει καταστεί διάδοχος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 4250/2014, της άνω αρχικής μισθώτριας εταιρείας, η οποία τελεί ακόμη υπό εκκαθάριση και, συνεπώς, αυτό οφείλει να τους καταβάλει τα άνω οφειλόμενα μισθώματα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να τους καταβάλει για μισθώματα το ανωτέρω ποσό και ειδικότερα 266.980,68 ευρώ στην πρώτη, 230.057,82 ευρώ στη δεύτερη και 71.005,50 στην τρίτη ενάγουσα, που αντιστοιχούν στο ποσοστό συγκυριότητάς τους, νομιμοτόκως από τη δεύτερη ημέρα του κάθε μήνα που αφορά το κάθε επιμέρους μηνιαίο μίσθωμα, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η μίσθωση έχει λυθεί, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει το ανωτέρω ποσό, ως αποζημίωση χρήσης, κατ' άρθρο 601 Α.Κ., λόγω παρακράτησης του μισθίου, μετά τη λήξη της μίσθωσης, από το εναγόμενο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1145/2019 πρωτόδικη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή δεκτή, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά την κυρία βάση της και αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, για μισθώματα και τέλος χαρτοσήμου του άνω χρονικού διαστήματος, το ανωτέρω συνολικό ποσό των 568.044 ευρώ και όπως αυτό ειδικότερα επιμερίστηκε για καθεμία των εναγουσών - αναιρεσίβλητων, με το νόμιμο τόκο, αφότου κάθε επιμέρους μηνιαίο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 27-11-2019 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 105062/8314/29-11-2019) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ανωτέρω έφεση του εναγόμενου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος. Με το άρθρο 7, με τίτλο "Κατάργηση της ανώνυμης εταιρίας "Ε. Α. Χ. και Α." (ΕΑΧΑ Α.Ε.) και μεταφορά των αρμοδιοτήτων της", του ν. 4250/2014 "Διοικητικές Απλουστεύσεις - Καταργήσεις, Συγχωνεύσεις Νομικών Προσώπων και Υπηρεσιών του Δημοσίου Τομέα ...", (ΦΕΚ Α' 74/26.3.2014), ορίζεται ότι: " 1.α. Η Ανώνυμη Εταιρία, Ε. Α. Χ. και Α. Α.Ε. (ΕΑΧΑ Α.Ε.), η οποία ιδρύθηκε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994 (Α 138), με την υπ' αριθμ. 69163/ 21.6.1995 κοινή υπουργική απόφαση (Β 551), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, καταργείται. β. αα) Οι σκοποί και οι αρμοδιότητες της εν λόγω εταιρίας, όπως προκύπτουν από τον ιδρυτικό της νόμο, τις λοιπές κείμενες διατάξεις και το οικείο καταστατικό της, επιδιώκονται εφεξής και ασκούνται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και ειδικότερα από τη Διεύθυνση Ειδικών Έργων Αναβάθμισης Περιοχών της Γενικής Διεύθυνσης Προγραμματισμού και Έργων της Γενικής Γραμματείας Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, οι μεταφερόμενες αρμοδιότητες κατανέμονται μεταξύ των υφιστάμενων τμημάτων της Διεύθυνσης υποδοχής. ββ) Έργα, δράσεις και προγράμματα, συγχρηματοδοτούμενα ή χρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλους Διεθνείς Οργανισμούς ή εθνικούς πόρους, τα οποία έχουν αναληφθεί και υλοποιούνται από το καταργούμενο νομικό πρόσωπο, καθώς και εκκρεμείς διαδικασίες διαγωνισμών ανάθεσης και εκτέλεσης συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών που σχετίζονται με τις μεταφερόμενες αρμοδιότητες, από την έναρξη ισχύος του παρόντος συνεχίζονται και ολοκληρώνονται από τη Διεύθυνση Ειδικών Έργων Αναβάθμισης Περιοχών της Γενικής Διεύθυνσης Προγραμματισμού και Έργων της Γενικής Γραμματείας Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. γγ) Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται η ΕΑΧΑ Α.Ε. νοείται εφεξής το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, όπου αναφέρεται το Διοικητικό Συμβούλιο ή ο Πρόεδρος αυτού νοείται ο Υπουργός και όπου αναφέρεται ο Διευθυντής νοείται ο Γενικός Γραμματέας Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος... γ. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, η ΕΑΧΑ Α.Ε. τίθεται στη διαδικασία εκκαθάρισης, σύμφωνα με το άρθρο 20 του καταστατικού της, όπως αυτό εγκρίθηκε με την κ.υ.α. 45810/1997 (Β 909). Η διαδικασία εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβεί το έτος από την ημερομηνία έναρξης της. αα) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής διορίζονται τρεις (3) εκκαθαριστές, οι οποίοι κατά τη διάρκεια εκκαθάρισης ασκούν όλες τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, που είναι συναφείς με τη διαδικασία και το σκοπό εκκαθάρισης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του παρόντος. ββ) Ο διορισμός των εκκαθαριστών υποβάλλεται στη δημοσιότητα των άρθρων 7α και 7β του κ.ν. 2190/1920 και συνεπάγεται αυτοδίκαια την παύση της εξουσίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, οι αρμοδιότητες του οποίου ασκούνται από τους εκκαθαριστές. γγ) Οι εκκαθαριστές οφείλουν, με την ανάληψη των καθηκόντων τους, να δημοσιεύσουν δια του Τύπου και του Τεύχους των Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως ισολογισμό, αντίτυπο του οποίου υποβάλλεται στην αρμόδια εποπτεύουσα αρχή. Την ίδια υποχρέωση έχουν οι εκκαθαριστές και κατά τη λήξη της εκκαθάρισης. δδ) Οι εκκαθαριστές οφείλουν, με την ανάληψη των καθηκόντων τους, να προβούν άμεσα σε διενέργεια απογραφής των κινητών και ακινήτων, τα οποία κατά τις διατάξεις του παρόντος περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Η έκθεση της απογραφής εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. εε) Οι εκκαθαριστές πρέπει να περατώσουν, χωρίς καθυστέρηση, τις εκκρεμείς υποθέσεις της εταιρίας, να εξοφλήσουν τα χρέη της και να εισπράξουν τις απαιτήσεις αυτής. 2. Το σύνολο των στοιχείων του παθητικού της ΕΑΧΑ Α.Ε., της ακίνητης περιουσίας αυτής, καθώς και οι χρηματικές απαιτήσεις της κατά τρίτων μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του παρόντος και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών. Το σύνολο της κινητής περιουσίας της ΕΑΧΑ Α.Ε., στην οποία συμπεριλαμβάνονται σήματα, πνευματικά και κάθε άλλου είδους δικαιώματα, μεταβιβάζεται αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του παρόντος, χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης, άδειας ή έγκρισης και χωρίς αντάλλαγμα στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, με την αποκλειστική χρήση και διαχείριση τους να ανήκει στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με την επιφύλαξη των διατάξεων για δωρεές, κληρονομίες και κληροδοσίες, το οποίο έχει στο εξής την ευθύνη για τη διαφύλαξη και τη διαχείριση του υπάρχοντος αρχείου. Η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της ΕΑΧΑ Α.Ε. στο Ελληνικό Δημόσιο και κάθε άλλη πράξη που συνδέεται με αυτήν απαλλάσσεται από φόρους, εισφορές ή τέλη, καθώς και δικαιώματα ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή και οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών, των παγίων και αναλογικών δικαιωμάτων, επιδομάτων ή άλλων τελών υπέρ αμίσθων και εμμίσθων υποθηκοφυλάκων ή κτηματολογικών γραφείων, με την επιφύλαξη του άρθρου 54 Α του ν. 4174/2013 περί των υποχρεώσεων τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ).Ταμειακά υπόλοιπα και υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών του καταργούμενου φορέα, καθώς και το τυχόν αδιάθετο ποσοστό της κρατικής επιχορήγησης μεταφέρονται, μέσα σε δύο μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος, με εντολή του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, σε λογαριασμό του Δημοσίου και αποτελούν έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού.... 3. Εκκρεμείς δίκες με διάδικο την ΕΑΧΑ Α.Ε. συνεχίζονται στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου της ΕΑΧΑ Α.Ε., χωρίς άλλη διατύπωση. 4. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια και διαδικασία σχετικά με την κατάργηση της ΕΑΧΑ Α.Ε. και την άσκηση των αρμοδιοτήτων της από τη Διεύθυνση Ειδικών Έργων Αναβάθμισης Περιοχών της Γενικής Διεύθυνσης Προγραμματισμού και Έργων της Γενικής Γραμματείας Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Περαιτέρω, με το άρθρο 19 παρ. 3 του ιδίου ως άνω νόμου 4250/2014, με τίτλο "Γενικές Διατάξεις περί καταργήσεων - συγχωνεύσεων νομικών προσώπων και υπηρεσιών του παρόντος νόμου" ορίζεται ότι : "3. Με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων του παρόντος, υφιστάμενες μισθώσεις ακινήτων των φορέων που καταργούνται, λύονται το αργότερο τέσσερις μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου κατόπιν σχετικής καταγγελίας της μίσθωσης από τον οικείο Υπουργό. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να παρατείνεται η μίσθωση έως έναν ακόμη μήνα και για μία μόνο φορά, με την προϋπόθεση ότι συντρέχει σοβαρός λόγος που μνημονεύεται στην απόφαση αυτή. Με όμοια απόφαση ρυθμίζεται και κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τη λύση των μισθώσεων". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 608 ΑΚ "Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λήγει μόλις περάσει αυτός ο χρόνος, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο. Η μίσθωση αόριστης διάρκειας λήγει με καταγγελία του καθενός από τους συμβαλλομένους", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 777 ΑΚ " Η εταιρία λογίζεται ότι εξακολουθεί και μετά τη λύση της, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης. Από τη λύση παύει η εξουσία των διαχειριστών εταίρων". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 480 του ΑΚ, αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας, κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος. Η παροχή του μισθώματος είναι διαιρετή τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά. Αυτό σημαίνει ότι, αν υπάρχουν περισσότεροι μισθωτές, αυτοί, σε περίπτωση αμφιβολίας, υποχρεούνται να καταβάλουν συμμέτρως το μίσθωμα, ο δε εκμισθωτής μπορεί να απαιτήσει από κάθε μισθωτή την αναλογία του. "Περίπτωση αμφιβολίας" που στηρίζει την υποχρέωση των περισσότερων οφειλετών να καταβάλει ο καθένας ίσο μέρος της παροχής, υπάρχει, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είτε άμεσα, λόγω ρητής ρύθμισης, είτε έμμεσα, από τη δικαιοπραξία που δημιουργεί, ή από το νόμο που προβλέπει, την πολυπρόσωπη ενοχή (ΑΠ 185/2021, ΑΠ 526/2017, ΑΠ 235/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 785 εδαφ. α', 786, 787, 788 παρ. 1 εδαφ. α', 789 εδαφ. α'και 574 ΑΚ συνάγεται ότι μόνο αν με απόφαση της πλειοψηφίας εκμισθωθεί το κοινό πράγμα σε τρίτο, "εκμισθωτής" είναι, αναλόγως με τον τρόπο σύνταξης του μισθωτηρίου, η πλειοψηφία των κοινωνών ή όλοι μαζί οι κοινωνοί και όχι καθένας χωριστά για την ιδανική μερίδα του στο κοινό, οπότε ο μισθωτής εκπληρώνει την υποχρέωσή του για καταβολή του μισθώματος καταβάλλοντας ολόκληρο τούτο στην επιχειρήσασα την εκμίσθωση πλειοψηφία, η οποία είναι δεκτική καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 789 του ΑΚ στην πρώτη περίπτωση και 574 του ΑΚ στη δεύτερη περίπτωση (ΑΠ 1259/2007, ΑΠ 255/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς". Κατά τη διάταξη αυτή ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 130/2016). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, λόγω σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί, οπότε οι λοιπές προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στις πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 67/2020 ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6177/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον) με τον πρώτο λόγο έφεσης παραπονείται, ισχυριζόμενο ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος της καταργηθείσας ΕΑΧΑ Α.Ε. στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθωτικής σύμβασης, που συνήψε η τελευταία με τις ενάγουσες - εκμισθώτριες. Και αυτό διότι, κατά το εκκαλούν -εναγόμενο, η ανωτέρω μισθωτική σύμβαση λύθηκε με την κατάργηση της ΕΑΧΑ Α.Ε., στις 26.3.2014, σε κάθε δε περίπτωση στην έννοια του παθητικού δεν εντάσσεται η μισθωτική σύμβαση, την οποία επικαλέστηκαν οι εκμισθώτριες - ενάγουσες. Από τα αναφερόμενα στο πρώτο σκέλος της μείζονος πρότασης [...] προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη καθολικός διάδοχος της ΕΑΧΑ Α.Ε. Επιπλέον η λύση της μισθώτριας εταιρείας ΕΑΧΑ Α.Ε. δεν είχε ως αποτέλεσμα και τη λύση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης που αυτή συνήψε με τις ενάγουσες - εκμισθώτριες, καθότι με το άρθρο 1 της από 5.3.2003 σύμβασης μίσθωσης που συνήψαν η Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε. και οι ενάγουσες, ρητά συνομολογήθηκε ότι η σύμβαση θα παρατεινόταν και μετά την 30.8.2008, αν και εφόσον θα υφίστατο το νομικό πρόσωπο της μισθώτριας και για το χρονικό διάστημα μέχρι την οριστική της εκκαθάριση, όρος που συνέτρεξε, αφού η μισθώτρια καταργήθηκε στις 26.3.2014 και επακολούθησε η εκκαθάρισή της. Σε κάθε δε περίπτωση η λύση της μισθώτριας εταιρείας δεν συνεπήχθη και τη λύση της ανωτέρω μισθωτικής σχέσης, διότι με τη λύση του νομικού προσώπου αυτό δεν έπαψε να υπάρχει, αλλά τέθηκε σε εκκαθάριση, κατά τη διάρκεια της οποίας η εταιρεία εξακολούθησε να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, κατά τα αναφερόμενα στο δεύτερο σκέλος της μείζονος πρότασης. Επομένως, το εάν στο έννοια του παθητικού υπάγονται ή όχι τα μισθώματα, που οφείλονται από την κατάργηση του νομικού προσώπου της μισθώτριας εταιρείας και εντεύθεν, στερείται έννομης σημασίας. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι το εναγόμενο υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΕΑΧΑ Α. Ε. από την κατάργηση της τελευταίας με τον νόμο 4250/2014 και ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση δεν έληξε στις 26.3.2014, αλλά συνέχισε να είναι ενεργής και μετά την ημερομηνία αυτή, ορθά αποφάσισε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση έληξε σε κάθε περίπτωση στις 26.3.2015, οπότε παρήλθε ένα έτος από την έναρξη της εκκαθάρισης της ΕΑΧΑ Α.Ε., χρονικό διάστημα που προβλέφθηκε από τον ν. 4250/2014 για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης από τον χρόνο έναρξής της. Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση δεν έληξε στις 26.3.2015 και ότι αυτή κατέστη αορίστου χρόνου, λόγω ανανέωσής της, κατ' άρθρον 611 Α.Κ. Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Με την από 5.3.2003 σύμβαση μίσθωσης, που συνήψαν οι ενάγουσες με την " Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", προβλέφθηκε ότι αυτή συνομολογήθηκε για το χρονικό διάστημα από τις 1.8.2003 έως τις 30.6.2008 και ότι αυτή θα παρατεινόταν και μετά την 30η Αυγούστου 2008, εάν η μισθώτρια εταιρεία συνέχιζε να υφίσταται και για χρονικό διάστημα μέχρι την οριστική εκκαθάριση της τελευταίας, η οποία θα αποδεικνυόταν από επίσημα έγγραφα. Ο όρος αυτός πληρώθηκε, αφού η μισθώτρια συνέχισε να υφίσταται και η εκκαθάρισή της δεν ολοκληρώθηκε τουλάχιστον μέχρι και τον Μάρτιο του 2019. Έτσι η σύμβαση κατέστη αορίστου χρόνου, αφού τον Αύγουστο του 2008 η μισθώτρια εξακολουθούσε να υφίσταται και ήταν τότε άδηλο πότε θα λυνόταν και πότε θα ολοκληρωνόταν η εκκαθάρισή της. Με το άρθρο 7 του ν. 4250/2014 "Κατάργηση της ανώνυμης εταιρίας "Ε. Α. Χ. και Α." η μισθώτρια εταιρεία καταργήθηκε και τέθηκε σε διαδικασία εκκαθάρισης, η οποία δεν μπορούσε να υπερβεί το έτος από την ημερομηνία έναρξής της. Η εκκαθάριση δεν ολοκληρώθηκε στην προθεσμία που τέθηκε από το νόμο 4250/2014, προθεσμία, που είναι όμως ενδεικτική, όπως προκύπτει από το ότι στο νόμο αυτό ούτε περιέχονται κυρώσεις, ούτε εισάγεται πλάσμα δικαίου. Από το χωρίς ημερομηνία έγγραφο που προσκόμισαν οι ενάγουσες με τον τίτλο "ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) Ε. Α. Χ. Κ. Α. Α.Ε." προκύπτει ότι η τελευταία καταχωρηθείσα ανακοίνωση στο Γ.Ε.Μ.Η., που αφορά την εταιρεία αυτή, έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 2018 και θέμα της ήταν η λύση και η έναρξη εκκαθάρισης και ο ορισμός εκκαθαριστή. Ισχυρισμός περί ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης δεν προβλήθηκε ούτε από το εναγόμενο. Συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω σύμβαση έληξε μέχρι και τον Μάρτιο του 2019, πλέον πρόσφατο χρονικό σημείο που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε μισθώματα στις ενάγουσες. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση δεν έληξε και ότι κατέστη αορίστου χρόνου, με το σκεπτικό ότι " ενόψει και του ότι το εναγόμενο συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο εν γνώσει και χωρίς την εναντίωση των εναγουσών και μετά τις 26.3.2015, οπότε κατά το νόμο έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί η εκκαθάριση ...", αιτιολογία που δεν κρίνεται ορθή και γι' αυτό αντικαθίσταται κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η ένδικη μισθωτική σχέση κατέστη αορίστου χρόνου την επομένη της 30ης Αυγούστου 2008 ορθά αποφάσισε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης. [...]. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι καθεμία από τις εκμισθώτριες δικαιούτο να ζητήσει την καταβολή σε αυτήν του ποσοστού επί του συνολικού μισθώματος, που αναλογούσε στο ποσοστό συγκυριότητάς της στο μίσθιο και ότι εσφαλμένα επιδίκασε σε καθεμία από αυτές ανάλογο μέρος του μισθώματος. Από το από 5.3.2003 μισθωτήριο συμβόλαιο, που συνήφθη από τις ενάγουσες αφ' ενός και την Ε.Α.Χ.Α. αφετέρου, προκύπτει ότι το μίσθιο εκμισθώθηκε από τις ενάγουσες και όχι από την πλειοψηφία αυτών. Επομένως, λόγω και του διαιρετού χαρακτήρα της χρηματικής ενοχής της μισθώτριας για την καταβολή του μισθώματος, καθεμία από τις ενάγουσες - εκμισθώτριες δικαιούτο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο τρίτο σκέλος της μείζονος πρότασης, να ζητήσει την καταβολή σε αυτήν του ποσοστού επί του μισθώματος, που αναλογούσε στο ποσοστό συγκυριότητάς της στο μίσθιο. Συνεπώς τα πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε σε καθεμία από τις ενάγουσες - εκμισθώτριες μέρος των οφειλόμενων, λόγω μη καταβολής τους, μισθωμάτων από τον Φεβρουάριο του 2014 μέχρι και τον Μάρτιο του 2019, δηλαδή για 62 μήνες, που ανέρχονται συνολικά σε 266.980,68 (9.162 Χ μήνες Χ 47%) ευρώ για την πρώτη, σε 230.057,82 (9.162 Χ μήνες Χ 40,5 %) ευρώ και σε 71.005,50 (9.162 Χ μήνες Χ 12,5 %) ευρώ για την τρίτη, που αντιστοιχούσαν στο ποσοστό συγκυριότητάς τους στο μίσθιο ορθά έκρινε. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι αυτό υπεισήλθε στην ένδικη μισθωτική σχέση, λόγω του ότι κατέχει το μίσθιο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι θεμελιώνεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση," καθότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε στην ένδικη μισθωτική σχέση ως καθολικός διάδοχος της Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε. και ότι η ανωτέρω μισθωτική σχέση ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο ενόψει και του ότι το Ελληνικό Δημόσιο συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο και μετά τις 26.3.2015, εν γνώσει και χωρίς την εναντίωση των εναγουσών - εκμισθωτριών. Βέβαια, κατά τα προαναφερθέντα στους λόγους απόρριψης του δεύτερου λόγου της έφεσης, η ένδικη μισθωτική σύμβαση κατέστη αορίστου χρόνου, λόγω πλήρωσης του όρου της μίσθωσης για την παράτασή της, αφού η μισθώτρια συνέχισε να υφίσταται και μετά τις 30.8.2008 και η εκκαθάρισή της δεν ολοκληρώθηκε τουλάχιστον μέχρι και τον Μάρτιο του 2019. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η ένδικη μίσθωση κατέστη αορίστου χρόνου ορθά έκρινε, αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται κατά τα ανωτέρω. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης. Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27-11-2019 έφεση του εναγόμενου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκκαλούμενης υπ' αριθμ. 1145/2019 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά την κυρία βάση της, η από 15-3-2019 αγωγή των εναγουσών - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει σε αυτές για μισθώματα και τέλος χαρτοσήμου του χρονικού διαστήματος από το Φεβρουάριο του έτους 2014 έως και έως και το Μάρτιο του έτους 2019, το συνολικό ποσό των 568.044 ευρώ και όπως αυτό ειδικότερα επιμερίζεται για καθεμία των εναγουσών - αναιρεσίβλητων. Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 α και 2 του ν. 4250/2014, επειδή δέχθηκε ότι το αναιρεσείον υπεισήλθε στην από 5.3.2003 μισθωτική σύμβαση, που είχε καταρτισθεί μεταξύ των αναιρεσίβλητων και της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε." και τούτο διότι, όπως υποστηρίζει, η μισθωτική αυτή σύμβαση λύθηκε αυτοδικαίως με την κατάργηση της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", από τις 26-3-2014, ήτοι από την έναρξη ισχύος του ν. 4250/2014, δυνάμει του άρθρου 7 του νόμου αυτού και σε κάθε περίπτωση, στην έννοια του παθητικού της περιουσίας της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", στο οποίο υπεισέρχεται το αναιρεσείον, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του εν λόγω νόμου, δεν εντάσσονται οι διαρκείς έννομες σχέσεις, που υπήρχαν κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4250/2014, όπως είναι η ένδικη συναφθείσα, μεταξύ των αναιρεσίβλητων και της καταργηθείσας "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", μίσθωση και, συνεπώς, δεν εντάσσεται η συνέχιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, ούτως ώστε το αναιρεσείον να έχει υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τη μίσθωση αυτή, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο. Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως. Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων του ν. 4250/2014, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέστη καθολικός διάδοχος της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", [όπως άλλωστε και το αναιρεσείον δέχεται με το αναιρετήριο (βλ. δεύτερη (2η) και τρίτη (3η) παράγραφο της δέκατης τέταρτης (14ης) σελίδας του αναιρετηρίου)] και επιπλέον το Εφετείο δέχθηκε ότι με το άρθρο 1 της από 5.3.2003 σύμβασης μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε." ως μισθώτριας και των αναιρεσίβλητων ως εκμισθωτριών, ρητά συνομολογήθηκε ότι η σύμβαση θα παρατεινόταν και μετά τη συμφωνημένη λήξη της στις 30.8.2008, αν και εφόσον θα υφίστατο το νομικό πρόσωπο της μισθώτριας και για το χρονικό διάστημα μέχρι την οριστική της εκκαθάριση και ότι ο όρος αυτός συνέτρεξε, αφού η μισθώτρια "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", υφίστατο ως νομικό πρόσωπο και μετά την άνω συμφωνημένη λήξη της, στις 30.8.2008 και ακολούθως καταργήθηκε στις 26.3.2014, ήτοι από την έναρξη ισχύος του ν. 4250/2014, αλλά, δυνάμει του άρθρου 7 παρ. 1 γ' του νόμου αυτού, επακολούθησε η εκκαθάρισή της, κατά τη διάρκεια της οποίας, σύμφωνα με τον ανωτέρω μισθωτικό όρο, θα παρατεινόταν η διάρκεια της μίσθωσης και, κατόπιν όλων των ανωτέρω παραδοχών, κατέληξε στην κρίση ότι η κατά τα άνω κατάργηση της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", δεν επέφερε τη λύση της ένδικης από 5.3.2003 μισθωτικής σύμβασης, η οποία συνεχίστηκε, δυνάμει του προεκτιθέμενου μισθωτικού όρου και ότι υπεισήλθε στη μισθωτική αυτή σχέση το αναιρεσείον, ως καθολικός διάδοχος του καταργηθέντος νομικού προσώπου της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και τούτο διότι, με τις ανωτέρω επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις, δεν ορίζεται ρητά, ούτε ερμηνευτικά προκύπτει ότι η κατάργηση του νομικού προσώπου της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε." συνεπάγεται και συνεπιφέρει την αυτοδίκαιη λύση των υφισταμένων διαρκών έννομων σχέσεων και στην ένδικη περίπτωση της υφισταμένης από 5.3.2003 μισθωτικής σύμβασης, που είχε καταρτισθεί μεταξύ των αναιρεσίβλητων και της καταργηθείσας "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η κατάργηση της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", δεν επέφερε την αυτοδίκαιη λύση της ένδικης από 5.3.2003 μισθωτικής σύμβασης, καθόσον, με την προεκτιθέμενη διάταξη του άρθρου 19 του ιδίου νόμου 4250/2014, ρητά ορίζεται ότι οι υφιστάμενες μισθώσεις ακινήτων των φορέων που καταργούνται [μεταξύ των οποίων και η "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε."], "λύονται το αργότερο τέσσερις μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου κατόπιν σχετικής καταγγελίας της μίσθωσης από τον οικείο Υπουργό" και στην ένδικη περίπτωση από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι τέτοια καταγγελία από την οικείο Υπουργό, που να επιφέρει νομίμως τη λύση της ένδικης μίσθωσης, δεν έλαβε χώρα, ούτε άλλωστε επικαλείται τέτοια καταγγελία το αναιρεσείον και συνεπώς η ένδικη σύμβαση μίσθωσης δεν έληξε αυτοδικαίως από τις 26-3-2014, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, όπως αβάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον και όπως κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, έκρινε το Εφετείο. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις διότι στην έννοια του παθητικού της περιουσίας της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", στο οποίο υπεισέρχεται το αναιρεσείον, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του εν λόγω νόμου, δεν εντάσσονται οι διαρκείς έννομες σχέσεις, που υπήρχαν κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4250/2014, όπως η ένδικη μίσθωση και συνεπώς δεν εντάσσεται σ' αυτό η συνέχιση της εν λόγω μισθωτικής σύμβασης, ούτως ώστε το αναιρεσείον να έχει υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη μίσθωση αυτή, είναι αβάσιμη, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση συνεχίστηκε και μετά την κατάργηση της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", επειδή εντάσσεται στο παθητικό της περιουσίας του καταργηθέντος αυτού νομικού προσώπου, το οποίο (παθητικό) μεταβιβάστηκε στο αναιρεσείον, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του εν λόγω νόμου, πλην όμως,το Εφετείο δεν διέλαβε τέτοια παραδοχή, αλλά αντιθέτως δέχθηκε, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ότι η κατάργηση της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε." δεν επέφερε την αυτοδίκαιη λύση της ένδικης από 5.3.2003 μισθωτικής σύμβασης, η οποία συνεχίστηκε δυνάμει του προεκτιθέμενου μισθωτικού όρου και ότι υπεισήλθε σε αυτή το αναιρεσείον, ως καθολικός διάδοχος της καταργηθείσας "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.". και, κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών του, ορθά έκρινε ότι στερείται έννομης σημασίας "το εάν στην έννοια του παθητικού υπάγονται ή όχι τα μισθώματα, που οφείλονται από την κατάργηση του νομικού προσώπου της μισθώτριας εταιρείας και εντεύθεν". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 777 ΑΚ, επειδή δέχθηκε με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "σε κάθε περίπτωση η λύση της μισθώτριας δεν συνεπήχθη και τη λύση της μίσθωσης, διότι με τη λύση του νομικού προσώπου δεν έπαυσε να υπάρχει, αλλά τέθηκε σε εκκαθάριση κατά τη διάρκεια τη οποίας εξακολούθησε να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης" και τούτο διότι, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, η "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", καταργήθηκε και το Δημόσιο έγινε καθολικός διάδοχος του καταργηθέντος αυτού νομικού προσώπου της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", από την έναρξη ισχύος του ν. 4250/2014 και κατά συνέπεια δεν νοείται η συνέχιση της νομικής προσωπικότητας της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", κατ' εφαρμογή του 777 ΑΚ. Το Εφετείο, όπως συνάγεται από όλες τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι σαφές ότι με την προαναφερθείσα κρίση του δέχθηκε με την κύρια αιτιολογία του ότι η κατάργηση της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", δεν επέφερε τη λύση της ένδικης από 5.3.2003 μισθωτικής σύμβασης, η οποία συνεχίστηκε δυνάμει του προεκτιθέμενου μισθωτικού όρου και ότι υπεισήλθε στη μίσθωση αυτή το αναιρεσείον, ως καθολικός διάδοχος της καταργηθείσας "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.". και περαιτέρω με την επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία του δέχθηκε ότι "σε κάθε περίπτωση η λύση της μισθώτριας δεν συνεπήχθη και τη λύση της μίσθωσης, διότι με τη λύση του νομικού προσώπου δεν έπαυσε να υπάρχει, αλλά τέθηκε σε εκκαθάριση κατά τη διάρκεια τη οποίας εξακολούθησε να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης". Εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η άνω κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβάσιμου του σχετικού πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, που πλήττει την ως άνω επικουρική αιτιολογία είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ελλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον τυχόν αποδοχή του, δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, γιατί δεν επηρεάζει το διατακτικό της, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα αναποτελεσματικά (ανεπιτυχώς) με την αναίρεση, ανωτέρω κύρια αιτιολογία. Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 περ. β' υποπ. αα, περ. γ' και υποπερ. εε της περ. γ' του ν. 4250/2014, καθόσον αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει τις αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων - εκμισθωτριών, που αφορούν μισθώματα από τον Απρίλιο του 2015 και εντεύθεν, ήτοι για τα έτη 2016, 2017, 2018 και 2019, και τούτο διότι, όπως υποστηρίζει, η εκ του νόμου ορισθείσα ετήσια προθεσμία διενέργειας της εκκαθάρισης είναι ανατρεπτική και δεν νοείται συνέχιση της εκκαθάρισης της ΕΑΧΑ ΑΕ μετά την παρέλευση της ετήσιας προθεσμίας, ήτοι πέραν της 26-3-2015, οπότε έπαυσε να βρίσκεται σε εκκαθάριση, με αποτέλεσμα από τότε (26-3-2015), να έχει επέλθει η λύση της μίσθωσης. Με την προαναφερθείσα κρίση του και ειδικότερα δεχόμενο το Εφετείο ότι ρητά συνομολογήθηκε πως η σύμβαση μίσθωσης θα παρατεινόταν και μετά τη συμφωνημένη λήξη της στις 30.8.2008, εφόσον θα υφίστατο το νομικό πρόσωπο της μισθώτριας και για το χρονικό διάστημα μέχρι την οριστική της εκκαθάριση και ότι ο όρος αυτός πληρώθηκε, αφού η μισθώτρια "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", καταργήθηκε στις 26.3.2014, αλλά, δυνάμει του άρθρου 7 παρ. 1 γ' του νόμου αυτού, επακολούθησε η εκκαθάρισή της, η οποία, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ολοκληρώθηκε μέχρι και το Μάρτιο του έτους 2019 [ δηλαδή μέχρι του χρονικού σημείου που επιδικάστηκαν μισθώματα στις αναιρεσίβλητες - εκμισθώτριες ], ήτοι δεν ολοκληρώθηκε εντός της ετήσιας προθεσμίας που τέθηκε από το νόμο 4250/2014 και, συνακόλουθα, δεν έληξε η μίσθωση,κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, στις 26-3-2015, ούτε είχε λήξει έως και το Μάρτιο του έτους 2019, με συνέπεια οι αναιρεσίβλητες να δικαιούνται την επιδίκαση μισθωμάτων έως και το χρονικό αυτό σημείο και, περαιτέρω δεχόμενο το Εφετείο ότι η από τον ανωτέρω νόμο 4250/2014 ορισθείσα ετήσια προθεσμία διενέργειας της εκκαθάρισης είναι ενδεικτική, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και τούτο διότι η εν λόγω, από την προεκτιθέμενη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 γ' του νόμου 4250/2014, τιθέμενη ετήσια προθεσμία διενέργειας της εκκαθάρισης, δεν είναι αποκλειστική και ανατρεπτική, αφού δεν ορίζεται ως τέτοια, ούτε περιέχει κυρώσεις για τη μη τήρησή της, αλλά είναι ενδεικτική και συνιστά έντονη υπόδειξη προς τη Διοίκηση για την ταχεία ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας εκκαθάρισης, ώστε να ρυθμιστούν με συντομία και χωρίς καθυστερήσεις τα θέματα που αφορούν τις εκκρεμείς υποθέσεις του καταργούµενου νομικού προσώπου της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", να εισπραχθούν οι απαιτήσεις αυτής και να εξοφληθούν τα χρέη της. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 608 παρ. 1 και 361 ΑΚ, επειδή έκρινε ότι κατά το διάστημα από 1-2-2014 έως 31-3-2019 υπήρχε ενεργής μισθωτική σύμβαση, με την αιτιολογία ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης συνεχίστηκε και μετά τη λήξη της στις 30-8-2008 και μετετράπηκε σε αορίστου χρόνου, καθώς και ότι δεν απαιτείτο νεότερη συμφωνία για την παράτασή της. Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ειδικότερα δεχόμενο ότι με το άρθρο 1 της από 5.3.2003 σύμβασης μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ της "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε." - μισθώτριας και των αναιρεσίβλητων - εκμισθωτριών, ρητά συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση θα παρατεινόταν και μετά τη συμφωνημένη λήξη της στις 30.8.2008, αν και εφόσον θα υφίστατο το νομικό πρόσωπο της μισθώτριας και για το χρονικό διάστημα μέχρι την οριστική της εκκαθάριση και ότι ο όρος αυτός πληρώθηκε, γιατί η μισθώτρια "Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.", υφίστατο ως νομικό πρόσωπο και μετά την άνω συμφωνημένη λήξη της, στις 30.8.2008 και έτσι κατέστη αορίστου χρόνου, αφού δεν είχε συμφωνηθεί ορισμένη προθεσμία και ήταν άδηλο πότε θα λυνόταν και πότε θα ολοκληρωνόταν η εκκαθάρισή της, μετά δε, την ως άνω κατάργησή της (26.3.2014) τέθηκε σε εκκαθάριση, η οποία δεν ολοκληρώθηκε μέχρι και το Μάρτιο του έτους 2019, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον δεν απαιτείτο νέα συμφωνία, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, για τη μετατροπή της σε αορίστου χρόνου, αφού, σύμφωνα με τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, είχε προβλεφθεί και συμφωνηθεί ρητά στη μισθωτική σύμβαση ο όρος της επ' αόριστον παράτασής της μετά την πάροδο του άνω συμφωνηθέντος ορισμένου χρόνου διάρκεια αυτής και ο όρος αυτός συνέτρεξε. Επομένως, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμα και, ως εκ τούτου, απορριπτέα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 480, 495, 785, 788-791 ΑΚ, καθόσον η μίσθωση συνάφθηκε από το σύνολο των συγκυρίων - κοινωνών του μισθίου, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 785, 788-791 ΑΚ και οι αναιρεσίβλητες να δικαιούνται να ζητήσουν να τους καταβληθεί το σύνολο του μισθώματος σε όλες από κοινού, υπό τη μορφή της ενεργητικής αδιαίρετης ενοχής κατ' άρθρο 495 ΑΚ και όχι κατ' αναλογία του ποσοστού συγκυριότητάς τους στο μίσθιο, όπως δέχθηκε το Εφετείο. Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως. Ειδικότερα, εφόσον από το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το μίσθιο ακίνητο εκμισθώθηκε, δυνάμει του από 5.3.2003 μισθωτηρίου συμβολαίου, από τις αναιρεσίβλητες - εκμισθώτριες, που εκπροσωπούσαν η καθεμία τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητάς της στο μίσθιο και όχι από την πλειοψηφία αυτών, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δέχθηκε ακολούθως ότι καθεμία από τις αναιρεσίβλητες - εκμισθώτριες δικαιούτο να ζητήσει την καταβολή σε αυτήν του ποσοστού επί του μισθώματος, που αναλογούσε στο ποσοστό συγκυριότητάς της στο μίσθιο, καθόσον, με βάση και τις ανωτέρω παραδοχές, η χρηματική παροχή του μισθώματος ήταν διαιρετή, τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά. Επομένως, ο ερευνώμενος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 5-4-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1659/173/9-4-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6177/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και - Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ