Αριθμός 902/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Λ., χήρας Ν. Λ., το γένος Χ. Τ., κατοίκου ... 2) Β. Λ. του Ν., 3) Δ. Λ. του Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γλυκό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ε. Λ. του Ν., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/11/2017 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 107/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 10.11.2017 αναίρεση των αναιρεσειόντων ύστερα από την υπ' αριθμ 107/2022 πράξη του προέδρου του τμήματος, λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατά την οποία δεν παρέστησαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν η τέταρτη αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος οι οποίοι δεν είχαν παρασταθεί ούτε κατά την αρχική συζήτηση στη δικάσιμο της 21.1.2019, συνέχεια της οποίας αποτελεί η σημερινή συζήτηση. Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 10.11.2017 αίτηση των 1) Λ. Σ., χήρας Ν. Λ. 2) Λ. Β. του Ν., 3) Λ. Δ. του Ν. και 4)Λ. Ε. του Ν., για αναίρεση της 91/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά της 155/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 21.1.2017, που ορίστηκε με την πράξη του Προέδρου του Α1 πολιτικού τμήματος επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επέδωσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες 2750Β/20.11.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με έδρα το Πρωτοδικείο Κοζάνης Κ. Π.. Στη συνέχεια, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο, και της αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ' αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για επανασυζήτηση και ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20.3.23) με την 107/2022 πράξη του Προέδρου του Α1' πολιτικού τμήματος .Ακριβές αντίγραφο της πράξης αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα α) στην τέταρτη των αναιρεσειόντων Λ. Ε., με την επιμέλεια της γραμματείας του Αρείου Πάγου, προς την Ε. Λ. και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γλυκό όπως προκύπτει από τα από 11.4.2022 και 31.3.2022 αποδεικτικά επίδοσης του Αρχιφύλακα Τ. Λ. του Α.Τ. Βοίου Κοζάνης και του επιμελητή του Αρείου Πάγου Β. Σ. αντίστοιχα, και β) στον αναιρεσίβλητο Ι. Τ. όπως προκύπτει από το από 11.4.2022 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Τ. Λ. του Α.Τ. Βοίου Κοζάνης. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα Ε. Λ. και ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο κατά την αρχική όσο και κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά τις οποίες η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους. Από το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κριθεί τυπικώς παραδεκτή η έφεση και απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη ή αν γίνει δεκτή η έφεση και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η δευτεροβάθμια απόφαση, διότι με αυτή περατώνεται οριστικώς η δίκη (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1300/2011, ΑΠ 1565/2001). Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 10.11.2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία α) η υπ' αριθμόν 91/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και β) η υπ' αριθμόν 155/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης . Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο έκρινε τυπικώς παραδεκτή και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης (με την αναίρεση) πρωτόδικης απόφασης. Επομένως, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας με αριθμό 91/2017 έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 20.11.2015 έφεση της πρώτης εναγόμενης Λ. Σ. και του Λ. Ν., ο οποίος απεβίωσε την 15.6.2017 και στη θέση του υπεισήλθαν η πρώτη των εναγόμενων - αναιρεσείουσα και η δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσειόντων Λ. Β., Λ. Δ. και Λ. Ε., κατά της υπ' αριθμ. 155/2015 οριστικής απόφασης του Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία είχε δεχθεί κατ' ουσία την από 1.10.2008 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου για την καταβολή συνολικά ποσού 14.100 ευρώ στο πλαίσιο σύμβασης έργου με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας. Επειδή δε το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης, καθώς και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 656/2019) και όχι αυτή του αρ. 19 του άρθρου 559.Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος, νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Εάν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν δεν επιστηρίζουν αυτή την ιδιότητα η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. και από τον αριθμό 19, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, και όχι από το αναγραφόμενο στην αίτηση αναίρεσης αρ. 11 του ανωτέρω άρθρου, προβάλλεται η αιτίαση, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν νομιμοποιείτο παθητικά και ότι το Εφετείο παρά τον νόμο διέλαβε πλημμελείς αιτιολογίες ως προς την παθητική του νομιμοποίηση, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμμετοχής του και της νομικής του θέσης στην επίδικη σύμβαση έργου που συνήφθη μεταξύ της δεύτερης αναγόμενης, πρώτης αναιρεσείουσας, και του ενάγοντα . Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος προσέδωσε στον ανωτέρω διάδικο την ιδιότητα του αντισυμβαλλομένου του βάσει της συμβάσεως έργου και επομένως του νομιμοποιούμενου παθητικώς εναγομένου, ενώ από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ο οποίος διατηρεί στα ... επιχείρηση σιδηροκατασκευές - κουφώματα προέβη, περί τις αρχές μηνός Μαΐου του έτους 2006 στο κατάστημα που διατηρεί στη ..., σε άτυπη προφορική συμφωνία με αμφότερους τους εναγόμενους, με τον πρώτο των οποίων έχει συγγενική σχέση, προκειμένου να κατασκευάσει για λογαριασμό τους και να τοποθετήσει, έναντι αμοιβής, κουφώματα αλουμινίου σε χρώμα ξύλου...... σε οικοδομή των εναγομένων κείμενης στην .... Την επίδικη συμφωνία με τον ενάγοντα μετήλθαν αμφότεροι οι εναγόμενοι παρά τον ισχυρισμό του πρώτου εξ αυτών, ότι ο ίδιος δεν συμβλήθηκε καθώς η μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε ότι "...στη συμφωνία ήταν και οι δύο .... και μάλιστα κατέβαλαν το ποσό των 400 ευρώ" από το οποίο είναι προφανές ότι χωρίς να αποδίδει αυτολεξεί και με νομικούς όρους ότι συμβλήθηκαν αμφότεροι οι εναγόμενοι στην επίδικη σύμβαση, αδόκιμα ανέφερε ότι στη συμφωνία ήταν και οι δύο. Αντίθετο επιχείρημα ουδόλως συνάγεται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος ουδέν κατέθεσε περί τούτου. Επομένως απορριπτέος κατά τα ανωτέρω τυγχάνει ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του πρώτου εναγομένου στη δίκη αυτή και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο σιγή απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, δεν έσφαλε, απορριπτομένου του σχετικού τέταρτου λόγου της εφέσεως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έργο συμφωνήθηκε να ολοκληρωθεί και να παραδοθεί πριν 27/05/2006, χρονικό σημείο κατά το οποίο επέκειτο ο γάμος της θυγατέρας των εναγομένων. όπως περί τούτου κατέθεσαν αμφότεροι οι μάρτυρες. Να αναφερθεί ότι οι διάδικοι ρητά συμφώνησαν ως προς το ύψος της αμοιβής του ενάγοντα, του συνόλου του έργου, ήτοι προμήθεια, κατασκευή, βαφή τοποθέτηση των κουφωμάτων, ρολών, πορτών εισόδου, σητών και των κιγκλιδωμάτων, ανερχόμενης αυτής στο ποσό των 14.500 ευρώ, κατά τη σαφή κατάθεση της μάρτυρας απόδειξης, ενώ πρωτεύον για τους εναγόμενους ζήτημα ήταν, αφενός να ολοκληρωθεί έντεχνα το έργο, αλλά κυρίως εμπρόθεσμα, δηλαδή πριν από την 27/05/2006. κατά την κατάρτιση της συμφωνίας όπως ήδη εκτέθηκε, δόθηκε στον ενάγοντα ως προκαταβολή, το ποσό των 400 ευρώ, τούτο εξάλλου συνομολογείται από τα διάδικα μέρη. Στη συνέχεια ο ενάγων, ο οποίος συνεργαζόταν με την εταιρία παραγωγής και πώλησης συστημάτων αλουμινίου με την επωνυμία "...", η οποία έχει την έδρα της στο ... ήρθε σε επαφή με τους εκπροσώπους της, προκειμένου να υλοποιήσει την παραγγελία των εναγομένων, ενόψει και των στενών χρονικών πλαισίων παράδοσης που είχε. Ειδικότερα παρήγγειλε στην προαναφερθείσα εταιρία, για λογαριασμό του, ως εμπόρου και συνεργάτη της ως άνω εταιρίας, την κατασκευή των προφίλ κουφωμάτων αλουμινίου, με τζάμια και επικαθήμενα ρολά, των εναγομένων. Ακολούθως η ως άνω εταιρία, σε εκτέλεση της παραγγελίας του ενάγοντα, προέβη στην κατασκευή των κατωτέρω ειδών ήτοι : 2 κουζινόπορτες με ρολά, 9 παράθυρα με ρολά, καθώς και 2 κύριες είσοδοι, σύμφωνα με τις διαστάσεις που είχε μετρήσει ο ενάγων και την εξειδικευμένη παραγγελία που είχε ο ίδιος προβεί. Να σημειωθεί ακόμη ότι μετά από ειδικό αίτημα των εναγομένων, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, συμφωνήθηκε να γίνει χρωματισμός των κουφωμάτων αυτών, ειδικότερα συμφωνήθηκε να γίνει σε ξύλινη απόχρωση, τρόπος βαφής, όμως, που επαυξάνει σημαντικά το κόστος του έργου, καθώς απαιτείται ειδική εξεργασία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ενόσω πλησίαζε η ημερομηνία του γάμου της θυγατέρας των εναγομένων, ήτοι 27-5-2006 πριν από τον οποίο ήταν και η συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης του έργου, οι τελευταίοι επιθυμώντας να ολοκληρωθεί και να παραδοθεί το συντομότερο δυνατόν το έργο και όλες οι σχετικές εργασίες, μόλις ο ενάγων τους ενημέρωσε, ότι τα κουφώματα έχουν μεν κατασκευασθεί, αλλά ο ίδιος δεν αδυνατεί να τα παραλάβει άμεσα από το εργοστάσιο παραγωγής της εταιρίας "..." στο ... συμφώνησαν να μεταβεί ο υιός των εναγομένων προκειμένου να μεταφέρει αυτά. Πλέον ειδικότερα την 20-5-2006 ο μάρτυρας απόδειξης, Δ. Λ., γιος των εναγομένων, μετέβη στην έδρα της προαναφερόμενης επιχείρησης και παρέλαβε ο ίδιος, για λογαριασμό του ενάγοντα, τα κατασκευασθέντα μετά από παραγγελία του τελευταίου κουφώματα αλουμινίου. Να σημειωθεί ότι ο ενάγων συνεργάζονταν με την ως άνω εταιρία, για μεγάλο διάστημα, προβαίνοντας σε παραγγελίες χονδρικής πώλησης, έτσι εν προκειμένω με την ιδιότητά του αυτή ως εμπόρου συμβλήθηκε μαζί της προς εκτέλεση του έργου που ανέλαβε, έναντι δε της εταιρίας αυτής ήταν μοναδικός υπόχρεος, ενώ τους εναγόμενους ουδεμία συμβατική σχέση συνέδεε την εταιρία αυτή." Εμπεριέχονται επομένως στην απόφαση όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την παθητική νομιμοποίηση του πρώτου εναγόμενου εργοδότη με την ιδιότητα του αντισυμβαλλόμενου μέλους στη σύμβαση της μίσθωσης έργου σύμφωνα με το άρθρο 681 ΑΚ και το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ κατ' όρθή εκτίμηση του ανωτέρω λόγου. Επομένως, ο πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008 ΑΠ 761/2022). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, το επίμαχο αποδεικτικό μέσο πρέπει να είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ή γεγονότος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την πληρότητα, όμως, του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 901/2019, 675/2019), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 960/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος της ένδικης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα την απόδειξη -Δ. Αποστολής της εδρεύουσας στο ... ανωνύμου εταιρίας παραγωγής και πώλησης συστημάτων αλουμινίου συνθετικών κουφωμάτων, όπως και η καρτέλα πελάτη 2006. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων και "όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, τα οποία χρησιμεύουν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων (εγγράφων) ειδικώς κατωτέρω αναφέρονται, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης". Επομένως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, ενώ η αναιρεσιβαλόμενη απόφαση κάνει και ιδιαίτερη μνεία για την έκδοση του 406/20-5-2006 δελτίο αποστολής - απόδειξη λιανικής στο όνομα της δεύτερης των εναγομένων. Επομένως ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος της ένδικης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(α, β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλ. οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1677/2010). Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009). Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλ. σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 69/2023, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 109/2019). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8, αναγράφοντας εσφαλμένως ότι αναφέρονται στον αριθμό 9, διότι "η απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η εκκαλουμένη αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά τα οποία ουδέποτε συνέβησαν και σε αναπόδεικτους συλλογισμούς Διότι έπρεπε πάσει θυσία να γίνει δεκτή η αγωγή του αντιδίκου μας το έπραξε δε διότι ήθελε να τεκμηριώσει ένα σκεπτικό και μία αιτιολογία παρά το νόμο και κατά παράβαση κάθε δικονομικού κανόνα αποβλέποντας στην δικαιολόγηση της αποδοχής της αγωγής." Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρει τα πιο πάνω στοιχεία για το ορισμένο του, δεν εντάσσεται στην έννοια του πράγματος κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της επίδικης αγωγής. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 45/2023 , ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, ΑΠ 1819/2014). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 683 ΑΚ, δεχόμενο "ότι η εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν έλαβε καν υπόψη το κείμενο της αγωγής όπου ρητά αναφέρει ο αντίδικος μας ανέλαβε να κατασκευάσει προμηθεύσει και τοποθετήσει επ' αμοιβή και με δικά του τα απαιτούμενα υλικά τα στην αγωγή αναφερόμενα κουφώματα" και "ούτε επίσης έλαβε υπόψη ότι δεν ήταν ο κατασκευαστής των κουφωμάτων αλλά τα εν λόγω υλικά όπως απεδείχθη τα παρήγγειλε στην ανώνυμη εταιρεία παραγωγής και πώλησης αλουμινίου συνθετικών κουφωμάτων και κρυστάλλων ... έτσι δεν δέχθηκε ότι η αγωγή του αντιδίκου κατατέθηκε εναντίον της πρώτης εξ ημών και του τότε συζύγου της για λόγους εκδίκησης από τον αναιρεσίβλητο". Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ούτε τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, και διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Λόγω δε της ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.11.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 91/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και της υπ' αριθμόν 155/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ