Αριθμός 1741/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη-Εισηγήτρια, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Χ. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Καραβέλα, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. (A.) Μ. (Β.) του Β. (V.), 2) Α., χήρας Κ. Σ., το γένος Γ. και Φ. Π., 3) Ό., χήρας Α. Α., το γένος Μ. Σ., 4) Α. Σ. του Γ., ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Γ. Σ. του Μ., που απεβίωσε στις 14-6-2012, 5) Μ. Σ. του Γ., ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Γ. Σ. του Μ., που απεβίωσε στις 14-6-2012, 6) Γ. θυγ. Γ. Σ. του Γ., ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Γ. Σ. του Μ., που απεβίωσε στις 14-6-2012, 7) Κ. συζύγου Ι. Π., το γένος Μ. και Α. Σ., κατοίκων .... Οι υπό στοιχείο 1, 3, 4, 5 και 6 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βεκρή, που ανακάλεσε την από 23-1-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Οι υπό στοιχείο 2 και 7 αναιρεσίβλητες, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο 1, 3, 4, 5 και 6 αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι: 1) η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 28-9-2015 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής είναι η Γ. Σ., θυγατέρα Γ. και Φ. Π., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) η υπό στοιχείο 7 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 15-1-2016 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: α) Π. Π. του Ι. και της Κ., β) Φ. Π. του Ι. και της Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1433/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3116/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ.α, 287, 290 291, 292 και 313 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να επαναλάβουν τη δίκη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ για την αποποίηση της κληρονομιάς. Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ. 22/2000). Αν όμως ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Εφετείου ή, πολύ περισσότερο, μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δε υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 598/2021 ΑΠ 715/2020) και τα ένδικα μέσα κατά της άνω αποφάσεως άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται ή αναλόγως να ασκούνται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ή 556 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων του αποβιώσαντος) ή αναλόγως να ασκούνται από τους κληρονόμους αυτού (ΑΠ 988/2018, ΑΠ 728/2014, ΑΠ 644/2014), απευθυνόμενα δε κατά του θανόντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιοδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Αν δεν γίνει γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατο του ο αναιρεσείων δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 623/2021, ΑΠ 466/2022, ΑΠ 623/2021, ΑΠ 598/2020, ΑΠ306/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των πρώτου, τρίτης, τέταρτης, πέμπτου και έκτης αναιρεσιβλήτων, Μιχαήλ Βεκρής και δήλωσε ότι: α) η δεύτερη αναιρεσίβλητη, Α., χήρα Κ. Σ., το γένος Γ. και Φ. Π. αποβίωσε στις 28.9.2015, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης 3116/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και προσκόμισε το με αριθμό ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συνταχθεί από το Ληξιαρχείο Δ.Ε. ... του Δήμου ... του Νομού ..., καθώς και ότι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αναιρεσίβλητης αυτής είναι η αδελφή της, Γ. Σ., το γένος Γ. και Φ. Π., σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... του Νομού .... β) η έβδομη αναιρεσίβλητη Κ., σύζυγος Ι. Π., το γένος Μ. και Α. Σ., αποβίωσε στις 15.1.2016, ήτοι επίσης μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης 3116/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και προσκόμισε το με αριθμό ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου Δ.Ε. ... του Δήμου ... του Νομού ..., ενώ δήλωσε ότι τη δίκη λόγω θανάτου της ως άνω αναιρεσίβλητης συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ήτοι τα τέκνα της Π. Π. του Ι. και της Κ. και Φ. Π. του Ι. και της Κ., σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... του Νομού .... Επίσης, όπως προκύπτει από τα με αριθμούς ... και ... πιστοποιητικά της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, οι ως άνω εξ αδιαιθέτου κληρονόμοι της δεύτερης και της έβδομης αναιρεσίβλητης αντίστοιχα δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά αυτών. Με βάση τα παραπάνω ως προς αμφότερες τις δεύτερη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων δεν υφίσταται στάδιο διακοπής της δίκης, εφόσον ο θάνατος τους επήλθε μετά την έκδοση της πιο πάνω προσβαλλόμενης απόφασης και πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το θάνατο τους ούτε τους κληρονόμους τους κατά το χρόνο άσκησής της, περιστατικά που του γνωστοποιήθηκαν το πρώτον με την ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Μ.. Α., με την οποία επίσης κλητεύθηκε ο ίδιος να παραστεί κατά τη συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως. Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεύτερης και της έβδομης των αναιρεσιβλήτων, παρά το γεγονός ότι αυτές είχαν αποβιώσει πριν από την άσκησή της, νομίμως δε χωρεί η συζήτησή της με διαδίκους τους παρισταμένους ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους της έβδομης αναιρεσίβλητης, Π. Π. και Φ. Π., ιδιότητα που δεν αμφισβητήθηκε από τον αναιρεσείοντα, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη. Ως προς την Γ. Σ., το γένος Γ. και Φ. Π., κληρονόμο εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας δεύτερης αναιρεσίβλητης Α., χήρας Κ. Σ. (η οποία, είναι διαφορετικό πρόσωπο από την έκτη αναιρεσίβλητη Γ. Σ. του Γεωργίου), πρώην κάτοικο ... ... και ήδη αγνώστου διαμονής, λεκτέα τα εξής: Από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από τους επισπεύδοντες τη δίκη αναιρεσίβλητους, ... έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθήνας, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Μ.. Α., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, επιδόθηκε για λογαριασμό της στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ενώ περίληψη της αιτήσεως αυτής δημοσιεύθηκε στα με ημερομηνία 21.10.2022 φύλλα των εφημερίδων, Ελεύθερη Ώρα και Γενική Δημοπρασιών. Η ως άνω Γ. Σ., το γένος Γ. και Φ. Π., εξ αδιαθέτου κληρονόμος της δεύτερης αναιρεσίβλητης Α., χήρας Κ. Σ., το γένος Γ. και Φ. Π., δεν παραστάθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ. Συνεπώς, εφόσον αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της. Τέλος, επισημαίνεται ότι από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως ... και ... πιστοποιητικά της γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., προκύπτει, αντίστοιχα ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. Σ. κατέλιπε την ... δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Α. Α., που δημοσιεύθηκε με το 232/2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου ..., και η έβδομη αναιρεσίβλητη Κ. Π. κατέλιπε τρεις (3) διαθήκες, ήτοι την ... δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου ..., Χ. Τ., η οποία δημοσιεύθηκε με το ... πρακτικό του Ειρηνοδικείου ... και τις από 20.11.2013 και 12.9.2014 ιδιόγραφες διαθήκες, που δημοσιεύθηκαν με τα ... και ... πρακτικά του Ειρηνοδικείου ... αντίστοιχα. Οι διαθήκες αυτές, σύμφωνα και με τη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, αφορούν σε άλλα ακίνητα, μη έχοντα σχέση με το επίδικο ακίνητο, για το οποίο χώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, κατά τα προεκτιθέμενα. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 3116/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε η από 28.10.2010 αγωγή με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλούμενος ότι έχει καταστεί με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου (αγροτεμαχίου) που φέρει ΚΑΕΚ ... και βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... - ..., εκτάσεως 556, 20 τμ., και ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι αμφισβητούν την κυριότητά του στο ακίνητο αυτό, ζήτησε, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του ως άνω επιδίκου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου ..., ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, να καταχωρηθεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης αυτού με τίτλο κτήσεως τη χρησικτησία. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1433/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από τον αναιρεσείοντα εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3116/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η υπό κρίση από 5.3.2018 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 975, 983, 1045 και 1051 Α.Κ. ΚΠολΔ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Η απόκτηση της νομής με ειδική διαδοχή γίνεται με άτυπη σύμβαση, μη υποκείμενη σε μεταγραφή ακόμη και αν αφορά ακίνητο, μεταξύ του μέχρι τώρα νομέα και του αποκτώντος και παράδοση της νομής του πράγματος στον αποκτώντα (ΑΠ 134/2012). Μεταβιβάζεται επίσης η νομή του κληρονομουμένου στους κληρονόμους αυτού, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, ακόμη και αν αυτοί δεν αποκτούν την φυσική εξουσία επί του κληρονομηθέντος πράγματος και δεν έχουν γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και των αντικειμένων αυτής, θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ως νομείς των κληρονομιαίων πραγμάτων, ο καθένας κατά τη μερίδα του, και χωρίς να απαιτείται αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο νομέας είχε κατά το χρόνο του θανάτου του τη νομή του κληρονομηθέντος (ΑΠ 626/2011). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επί αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης (ΑΠ 793/2021, ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 694/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Επί πλέον, με το εδάφιο β1 του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ. για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1106/2020 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015). Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση, για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011). Επίσης κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011). Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Εάν όμως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, αλλά εφόσον ο ισχυρισμός αυτός περί ύπαρξης δεδικασμένου είχε προταθεί ιδρύεται ο από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 154/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ612/2018, ΑΠ1797/2013) Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης [εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης] (ΑΠ 154/2022, ΑΠ 1574/2021). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 3116/2015 απόφασή του, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων ενώπιον του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το επίδικο είναι ένα ακίνητο (αγροτεμάχιο), εμβαδού 556, 20 τ.μ., που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του δήμου ...-..., στη θέση "..." (πλησίον ...), φέρει Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ..., είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου .... Εμφανίζεται στο από Νοεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Σ. με τα αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΑ... Το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της Α. συζύγου Μ. Σ., μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος στην ..., στις 23-3-1915, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη πατέρα της Γ. Δ. Π., που έγινε αμέσως μετά το θάνατο του, μεταξύ των κληρονόμων του, η οποία έκτοτε νεμήθηκε τούτο, ασκώντας σε αυτό, συνεχώς και αδιαλείπτως, τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του, ως αγροτικό ακίνητο, εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του με διάνοια κυρίας με τη θέληση, δηλαδή, να γίνει δικό της. Ακολούθως, η ανωτέρω Α. Σ., ως αποκλειστική κυρία με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Μ. Μ., που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε τούτο, λόγω δωρεάς, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στο γιό της Κ. Μ. Σ. (έτος γεν. 1926). Ο τελευταίος από το χρόνο αυτό εγκαταστάθηκε στη νομή του επιδίκου, έκτοτε δε ασκούσε επ'αυτού συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσιδιάζουσες σ' αυτό εμφανείς διακατοχικές (υλικές) πράξεις νομής, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και μάλιστα τον ενάγοντα, ιδιοκτήτη του όμορου προς βορρά ακινήτου Ν. Τ.. Πιο συγκεκριμένα συχνά το επισκεπτόταν, το επόπτευε και το προστάτευε από τυχόν καταπατητές, ενώ είτε ο ίδιος είτε για λογαριασμό του τρίτα πρόσωπα το καθάριζαν, κλάδευαν τα εντός αυτού υπάρχοντα ελαιόδενδρα και μάζευαν τον ελαιόκαρπο. Εξάλλου, έστω και αν δεν βρισκόταν σε διαρκή σωματική επαφή με το εν λόγω ακίνητο του, είχε διαρκώς στραμμένη την προσοχή του σ' αυτό και κάθε στιγμή μπορούσε να ενεργήσει πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς του. Άλλωστε, αυτόν αναγνώριζαν κύριο οι ιδιοκτήτες των γειτονικών ακινήτων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ενώ κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής για τη σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου ο ανωτέρω Κ. Σ. υπέβαλε την προβλεπόμενη δήλωση ιδιοκτησίας του επιδίκου και αυτός εμφανίζεται ως δικαιούχος τούτου στις αρχικές (πρώτες) εγγραφές. Στις 26-4-2005 πέθανε, χωρίς ν'αφήσει διαθήκη, ο Κ. Σ. του Μ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη νόμιμη σύζυγο του Α. χήρα Κ. Σ., δεύτερη εναγομένη, και τα αδέλφια του Ό., Γ. και Κ. Σ., τρίτη, τέταρτο και πέμπτη από τους εναγομένους αντίστοιχα. Οι τελευταίοι, αφού αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου και αδελφού, με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Α. Α., που νόμιμα μεταγράφηκε, εγκαταστάθηκαν ως συννομείς και συγκάτοχοι στην κληρονομιαία περιουσία, στην οποία περιλαμβάνονταν και το επίδικο αγροτικό ακίνητο. Έκτοτε δε χρησιδέσποζαν σ' αυτό, ασκώντας, αδιάκοπα τις ίδιες με εκείνες του δικαιοπαρόχου τους, εμφανείς διακατοχικές (υλικές) πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς του, με διάνοια συγκυρίων, με τη θέληση δηλαδή να γίνουν συγκύριοι τούτου. Το επίδικο ακίνητο, στη συνέχεια, οι εν λόγω συγκληρονόμοι μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως, στον πρώτο εναγόμενο με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Φ. Κ.-Α., που νόμιμα μεταγράφηκε, ο οποίος έκτοτε εγκαταστάθηκε στη νομή του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ιδιοκτήτης, όπως έχει αναφερθεί, του όμορου προς βορρά ακινήτου, ποτέ δεν έθεσε θέμα αμφισβήτησης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων (κυριότητας και νομής) των (άμεσων και απώτερου) δικαιοπαρόχων του πρώτου εναγομένου επί του επιδίκου έθιξε δε, για πρώτη φορά το δικαίωμα κυριότητας του σ' αυτό, αμέσως μετά την αλλαγή στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, επικαλούμενος ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος) δεν έγινε κύριος του επιδίκου με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, αλλά ο ίδιος (ενάγων) με έκτακτη χρησικτησία, επειδή νεμήθηκε τούτο από το έτος 1983 (οπότε, κατά τους ισχυρισμούς του, ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος των εναγομένων-απώτερος του πρώτου και άμεσος των υπολοίπων- Κ. Μ.. Σ. ατύπως του το δώρισε) και εφεξής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Μάλιστα, εισήλθε εντός αυτού (επιδίκου) δια μέσον ανοίγματος, που υπήρχε στη συρμάτινη περίφραξη, που περιέκλειε το δικό του ακίνητο, στο όριό του με το επίδικο, προέβη δε στην κατασκευή πρόχειρου ορνιθώνα και στην εναπόθεση διαφόρων αντικειμένων, ψυγείου, μεταλλικής αποθήκης κ.λ.π (σχετ. οι με επίκληση προσκομιζόμενες φωτογραφίες του επιδίκου). Από τα ίδια ως άνω, όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω Κ. Μ. Σ. είχε, ατύπως, δωρίσει το επίδικο στον ενάγοντα ούτε αποδείχθηκε ότι αυτός νεμήθηκε τούτο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1983-2009), άσκησε δηλαδή σ' αυτό εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου, με τη θέληση δηλαδή να το κάνει δικό του, τυχόν δε διακατοχικές πράξεις, όπως βοσκή των ζώων του, ασκούσε περιστασιακά και με την ανοχή και συγκατάθεση των εκάστοτε ιδιοκτητών του επιδίκου και όχι με διάνοια κυρίου, κρίση του Δικαστηρίου που ενισχύεται από το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής δεν δήλωσε, ως ιδιοκτησία του, το επίδικο, όπως έκανε με το όμορο ακίνητο του, ενώ κατά την οριοθέτηση της ιδιοκτησίας του περιέφραξε, καθόλες του τις πλευρές, μόνο το δικό του ακίνητο, όχι δε και το επίδικο. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση ο ενάγων δεν δίδει κάποια πειστική εξήγηση, γιατί, καθόλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1983 έως και τον επισυμβάντα στις 26-4-2005 θάνατο του φερομένου ως δωρητή Κ. Σ., δεν φρόντισε να κατοχυρωθεί ζητώντας από "τον δωρητή" να περιβληθεί η σχετική συμφωνία τους (δωρεά) τον τύπο του συμβολαιογραφικού ή έστω του ιδιωτικού εγγράφου. Βέβαια η λογική απάντηση είναι ότι δεν πήρε ένα τέτοιο έγγραφο, γιατί ποτέ ο Κ. Σ. δεν δώρισε σ' αυτόν το επίδικο. Επομένως, με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν, ο ενάγων δεν είχε γίνει κύριος του επιδίκου, κατά το χρόνο της πιο πάνω μεταβίβασής του στον πρώτο εναγόμενο αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, με πρωτότυπο τρόπο, και πιο συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται, εκτός των άλλων, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα "των εναγομένων" Μ.. Σ., γιού του αρχικού τέταρτου από τους εναγομένους (έτος γεν. 1964) και την ένορκη βεβαίωση της, Π. Π. (έτος γεν. 1965), θυγατέρας της πέμπτης εναγομένης, οι οποίοι έχουν άμεση και σαφή γνώση για τα όσα ο πρώτος απ'αυτούς καταθέτει και η δεύτερη βεβαιώνει, σύμφωνα με τους οποίους οι δικαιοπάροχοι (άμεσος και απώτερος) του πρώτου εναγομένου ασκούσαν στο επίδικο τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής και όχι ο ενάγων. Όλα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, την ένορκη βεβαίωση και τα έγγραφα που αυτοί (εναγόμενοι) επικαλούνται και προσκομίζουν, δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα "του ενάγοντος" Λ. Μ., τις ένορκες βεβαιώσεις των Θ. Τ., Α. Γ. και Λ. Μ. και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει σύμφωνα με όλα όσα προεκτέθηκαν. Πρέπει ν'αναφερθεί ότι με την 486/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως του ήδη πρώτου εναγομένου εναντίον του ήδη ενάγοντος, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής, ο πρώτος αιτών και ήδη πρώτος εναγόμενος αναγνωρίστηκε προσωρινά νομέας του επιδίκου και υποχρεώθηκε ο καθ'ού η αίτηση ήδη ενάγων ν'αποδώσει τη νομή τούτου σ' αυτόν..." Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις παραδοχές: 1) ότι το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο), μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, που φέρει ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 5656, 20 τ.μ. και βρίσκεται στη κτηματική περιοχή του Δήμου ... - ..., στη θέση "..." περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της Αικατερίνης Μ.. Σ., μετά από άτυπη διανομή μεταξύ των κληρονόμων της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος αδιάθετου στις 23.3.1915 πατέρα της Γ. Δ. Π.. 2) ότι έκτοτε η ίδια νέμονταν το επίδικο ακίνητο, με διάνοια κυρίας, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις νομής, μέχρι το έτος 1979, οπότε με το νόμιμα μεταγραμμένο ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ..., Μ. Μ., το μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον γιό της Κ. Μ. Σ.. 3) ότι ο τελευταίος εγκαταστάθηκε έκτοτε στη νομή του επιδίκου ακινήτου, ασκώντας σε αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις νομής και ειδικότερα το επισκεπτόταν συχνά, το επόπτευε και το προστάτευε από τυχόν καταπατητές, ενώ είτε ο ίδιος είτε για λογαριασμό του τρίτα πρόσωπα το καθάριζαν, κλάδευαν τα εντός αυτού υπάρχοντα ελαιόδεντρα και μάζευαν τον ελαιόκαρπο, τον ίδιο δε αναγνώριζαν ως κύριο αυτού οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων. 4) ότι ο ίδιος ως άνω Κ. Σ., ο οποίος ουδέποτε ενοχλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ούτε από οποιονδήποτε στην άσκηση της νομής του, κατά το χρόνο λειτουργίας του Κτηματολογίου στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο υπέβαλε την προβλεπόμενη δήλωση ιδιοκτησίας του, εμφανιζόμενος πλέον ως εμπράγματος δικαιούχος αυτού στις αρχικές (πρώτες) εγγραφές, όταν δε αποβίωσε αδιάθετος στις 26.4.2005 κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του, Α. χήρα Κ. Σ., δεύτερη αναιρεσίβλητη, ήδη αποβιώσασα και τα αδέλφια του, Όλγα, τρίτη αναρεσίβλητη και Κ. Σ., έβδομη αναιρεσίβλητη, ήδη αποβιώσασα, καθώς και τον αδελφό του Γ. Σ., ο οποίος είχε αποβιώσει κατά τον χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και την εκεί δίκη συνέχισαν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Α. Σ., Μ. Σ. και Γ. Σ., ήδη τέταρτη, πέμπτος και έκτη των αναιρεσιβλήτων. 6) ότι τόσο η σύζυγος, όσο και τα αδέλφια του Κ. Σ. αποδέχθηκαν την κληρονομιά του, στην οποία περιλαμβάνονταν και το επίδικο ακίνητο, με την νόμιμα μεταγραμμένη ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ..., Α. Α., έκτοτε δε χρησιδέσποζαν σε αυτό, με διάνοια συγκυρίων, ασκώντας αδιάκοπα τις ίδιες με εκείνες του δικαιοπαρόχου τους, εμφανείς υλικές πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς του, μέχρι το έτος 2009, οπότε, με το ... νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Φ. Κ. - Α., το μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος έκτοτε εγκαταστάθηκε στη νομή του. 7) ότι ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος όλων των αναιρεσιβλήτων Κ. Σ., είχε δωρίσει στον ίδιο (αναιρεσείοντα) το επίδικο ακίνητο το έτος 1938 και έκτοτε αυτός νεμόμενος τούτο επί εικοσαετία με διάνοια κυρίου απέκτησε την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο που έκρινε ότι ο ενάγων - αναιρεσείων ουδέποτε κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1074 και 1033 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εκ πλαγίου ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε, δεχόμενο ότι στο πρόσωπο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση πλημμελειών από τους ως άνω αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Επί πλέον, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του εδαφίου β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι αυτή διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της, σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής. Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα διδάγματα της κοινής πείρας: α) ότι πριν την έναρξη του κτηματολογίου, ήταν σύνηθες ιδιοκτήτες ακινήτων και δη αγροτεμαχίων να παραχωρούν στα παιδιά τους ή τους φίλους τους για δικά τους αυτά χωρίς συμβόλαια, β) ότι για την καταχώρηση στο κτηματολόγιο δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου χωρίς συμβολαιογραφική πράξη, απαιτείτο δικαστική απόφαση αναγνωριστική της κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με χρησικτησία, οπότε αυτός είναι και ο λόγος που ο ίδιος δεν δήλωσε στο κτηματολόγιο το επίδικο ακίνητο, όπως έκανε με το ακίνητο στο οποίο βρίσκεται η οικία του, γ) ότι δεν έθεσε ποτέ νωρίτερα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα των ετών 1983-2009 θέμα αμφισβήτησης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων (κυριότητας και νομής) επί του επιδίκου, διότι ακριβώς νεμόταν τούτο ανενόχλητα με διάνοια κυρίου όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα ασκώντας όλες τις αναφερόμενες στην αγωγή, στην έφεση και στις προτάσεις του διακατοχικές πράξεις νομής επί αυτών, οπότε δεν είχε λόγο να θέσει θέμα αμφισβήτησης, αφού, όλοι, μεταξύ των οποίων και οι κληρονόμοι του Κ. Σ., τον ίδιο (αναιρεσείοντα) αναγνώριζαν ως κύριο του επιδίκου και για το λόγο αυτό δεν είχαν προβεί σε καμία δικαστική ενέργεια εναντίον του, δ) ότι σε διαφορές τέτοιας φύσεως αποφεύγοΜ/α καταθέσουν ως μάρτυρες, εάν δεν έχουν ιδία αντίληψη του ποιός είναι κύριος του ακινήτου και ε) ότι ποτέ, όπως κανείς λογικός άνθρωπος, δεν θα ενσωμάτωνε το επίδικο στο αγροτεμάχιο της κατοικίας του, με άνοιγμα συρόμενης πόρτας στην μάντρα της οικίας του και δεν θα τοποθετούσε ηλεκτρικό ψυγείο συλλογής του γάλατος από τα ζώα του, που έπαιρνε ρεύμα από την αποθήκη του σπιτιού του και δεν θα είχε εγκαταστήσει στο επίδικο όλο τον επαγγελματικό του εξοπλισμό ως κτηνοτρόφος μετά την πώληση του ακινήτου, εάν δεν είχε πράξει τούτο 26 χρόνια πριν, όπως ρητά ανέφερε στην αγωγή του. Ο δεύτερος αυτός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας και λογικής δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 1045 και 947 ΑΚ ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υποθέσεως, υπό την επίφαση δε της παραβίασής τους, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο όγδοος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι αυτή απαραδέκτως δέχθηκε ότι υπάρχει προσωρινό δεδικασμένο από την 486/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... με την οποία είχε αναγνωρισθεί προσωρινός νομέας του επιδίκου ακινήτου ο πρώτος αναιρεσίβλητος και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να αποδώσει την νομή του σε αυτόν, ενώ η ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων κατόπιν εφέσεώς του, είχε ήδη εξαφανισθεί με την 6002/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι αβάσιμος, πρωτίστως ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου προερχομένου από την ως άνω απόφαση, ενώ τούτο δεν συνέβη, καθόσον το Εφετείο απλώς συνεκτίμησε από κοινού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την απόφαση αυτή για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Εξάλλου, αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται: i) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ1 ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως και όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017). Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια ή λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 10/2008, 625/2008, 2019/2007, 2031/2007, 2104/2007). ii) από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. iii) από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα. Η έννοια του όρου "πράγματα" είναι η ίδια, όπως και στο λόγο από τον αριθμό 8 της ίδιας διάταξης, και αναφέρεται στην απόδειξή τους. Δηλαδή, ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς απόδειξη (ΑΠ 1119/2018) ήτοι χωρίς να προσαχθεί αποδεικτικό μέσο, ή χωρίς το δικαστήριο της ουσίας να δέχεται, έστω και γενικώς, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του την σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 103/2021, ΑΠ 903/2019). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την αιτόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά (ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016). iv) από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραιτάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021, 477/2019, ΑΠ174/2019).Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1294/2018). Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 440 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1207/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και ένατο λόγους αναίρεσης αποδίδει αντίστοιχα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από του αριθμούς 8, 11, 10, 12 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, Ειδικότερα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους λόγους έφεσής του που περιλαμβάνουν ουσιώδεις αυτοτελείς ισχυρισμούς του και ιδιαιτέρως έγγραφα (αποδείξεις της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του) και τους ισχυρισμούς του περί αντιφατικότητας, ασάφειας και αοριστίας του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενοι με αυτόν ως μη ληφθέντες υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, προταθέντες με τους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντα ισχυρισμοί, σχετίζονται με αιτιάσεις του ίδιου αναφερόμενες στις δικές του εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα ως άνω έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις, από τα οποία, κατά την άποψή του προκύπτει, ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συνεπώς δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Επίσης, αβάσιμοι είναι: Α) ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί του επιδίκου ζητήματος από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του, Β) ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση αϊτό τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι αυτή προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος έχει ήδη καταστεί διάδικος μετά το θάνατο του πατέρα του, από τις καταθέσεις των δικών του μαρτύρων που είχαν ιδία αντίληψη των όσων καταθέτουν, καθόσον, το Εφετείο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας ελεύθερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, όλα τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε από το νόμο, Γ) ο ένατος λόγος αναίρεσης για παραβίαση του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο αναφέρει ότι "απορρίπτει κατ' ουσία την έφεση κατά της με αριθμό 1433/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών" χωρίς να αποφαίνεται καθόλου επί του αιτήματος του δικογράφου της εφέσεώς του με τον οποίο ο ίδιος αιτήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του, καθόσον, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει διάταξη περί του αιτήματος αυτού, εφόσον μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της εφέσεως του εκκαλούντα- ενάγοντα επικυρώθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση της παραβίασης του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον ίδιο αποδεικτικά μέσα, που είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, όπως: 1) τρεις επίσημες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του ελαιοτριβείου του Η. Π., με τα αντίστοιχα τρία ζυγολόγια ελαιοκάρπου, 2) φορολογικές δηλώσεις του ανύπτοπτης χρονολογίας, 3) το από Μάϊο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Α., 4) τις 777, 778 και 779 από 7.12.2010 ένορκες βεβαιώσεις των Θ. Τ., Α. Γ. και Λ. Μ. και την ένορκη κατάθεση του τελευταίου, ενώ αντιθέτως έλαβε υπόψη του απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα όπως την κατάθεση του μάρτυρα του πρώτου αναιρεσίβλητου, ήτοι του Μ.. Σ., ο οποίος ως υιός του διαδίκου πρωτοδίκως Γ. Σ., που μετέπειτα αποβίωσε, προσδοκούσε έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αλλά και την 486/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και αναγνώρισε προσωρινό νομέα του επιδίκου ακινήτου τον πρώτο αναιρεσίβλητο, παρότι αυτή είχε εξαφανισθεί με την 6002/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση αϊτό τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, Λ. Μ. (του ενάγοντος) και Μ.. Σ. (του εναγομένου)που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά (απομαγνητοφωνημένα) δημόσιας συνεδρίασής του, τις 777, 778 και 779 από 7.12.2010 ένορκες βεβαιώσεις των Θ. Τ., Α. Γ. και Λ. Μ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., την ... ένορκη βεβαίωση της Π. Π.. ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Φ. Κ.-Α. καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, με την επισημανση ότι σε μερικά από αυτά γίνεται ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα, κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης.. Εξάλλου, εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους. Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων σε συσχετισμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με συγκεκριμένες αναφορές και σε έγγραφα, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 155/2020). Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11 περ γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το ως άνω μέρος του είναι απαράδεκτος, εφόσον οι αιτιάσεις, με τις οποίες ο αναιρεσείων, εκφράζει την άποψη ότι η διαφορετική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τα δικά του συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Όσον αφορά δε την επικαλούμενη παραβίαση του ίδιου άρθρου 11 εδ. α' ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, όπως την κατάθεση του ως άνω Μ.. Σ., ο οποίος δεν ήταν εξαιρετέος μάρτυρας, εφόσον δεν προσδοκούσε άμεσο συμφέρον από την έκβαση της συγκεκριμένης δίκης, στην οποία κύριος διάδικος ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, και ο ίδιος κατά το χρόνο της εξέτασής του δεν ήταν διάδικος, αλλά κατέστη τέτοιος κατά τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σχετικά δε με την ως άνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων νομής, ανεξάρτητα από τη μεταγενέστερη εξαφάνισή της, αυτή αποτελεί παραδεκτό αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, ως επιχείρημα προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος, χωρίς να παροράται και το γεγονός, ότι άλλο είναι το ζήτημα της νομής του ακινήτου και άλλο της κυριότητας επί αυτού.? Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ν. Τ. για αναίρεση της 3116/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5.3.2018 αίτηση του Ν. Τ. για αναίρεση της 3116/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ