Αριθμός 1816/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Ζυγούρη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Θ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Γ. Σ. του Α., κατοίκου .... Οι πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βατάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική, 45/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2021 του Τριμελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του) (ΑΠ 1281/2021, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 1251/2021). Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή κατ' εφαρμογήν των άρθρων 291 και 290 ΚΠολΔ, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ολΑΠ 27/1987, ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 533/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε, με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η υπό κρίση από 25-6-2021 αίτηση για αναίρεση της 51/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., ο τρίτος αναιρεσίβλητος Γ. Σ. δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δήλωσε ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 22-11-2020, ήτοι πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και προσκόμισε το από 25-1-2023 αντίγραφο της 120/14/2020 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου ..., το από ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, το ... πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης, το ... πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και τις ..., ... δηλώσεις αποποίησης κληρονομίας των υπολοίπων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος. Ακόμη, δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη για λογαριασμό του αποβιώσαντος πατρός του τρίτου αναιρεσιβλήτου, του οποίου είναι μοναδικός κληρονόμος. Περαιτέρω, αφού δηλώθηκε νομότυπα με τις προτάσεις του δεύτερου αναιρεσίβλητου η διακοπή και η συνέχιση της δίκης ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο και καθώς ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, τόσο για τον εαυτό του όσο και ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του τρίτου αναιρεσίβλητου, του οποίου είναι μοναδικός κληρονόμος, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς όλους τους διαδίκους. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 51/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, το οποίο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 47/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε απορρίψει την υπ' αριθμ. ... αγωγή της κατά των αναιρεσιβλήτων για καταβολή αμοιβής της από σύμβαση έργου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [ άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος αναλαμβάνει να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή με την παράδοση του έργου. Η αμοιβή του εργολάβου, η οποία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης έργου, οφείλεται ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση αυτού και μπορεί, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, το ύψος αυτής να οριστεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα εργασίας, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς σε ποσοστό ή και να καταλείπεται ακαθόριστη, ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της [ΑΠ 381/2021]. Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του [ΑΠ 119/2014]. Παράδοση θεωρείται ότι έχει συντελεστεί εκ των πραγμάτων και στην περίπτωση που ο εργοδότης, χωρίς να ασκήσει κάποιο από τα προβλεπόμενα δικαιώματά του, εμμένοντας στη σύμβαση αποδέχθηκε οριστικά το έργο στη σφαίρα δράσης του [ΑΠ 1587/2013]. Η προσφορά μέρους μόνο του συμφωνημένου έργου, εφόσον κριθεί ως απλή έλλειψη και όχι διαφορετικό έργο σε σύγκριση με το όλο, υποχρεώνει τον εργοδότη σε αποδοχή του προσφερόμενου μέρους και σε καταβολή της αμοιβής [ΑΠ 119/2014]. Αλλά και αν θεωρηθεί μερική εκπλήρωση ο εργολάβος δικαιούται το μέρος της αμοιβής που αντιστοιχεί στο έργο που εκτέλεσε [ΑΠ 1788/2013]. Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής περί επιδίκασης εργολαβικής αμοιβής σε εκτέλεση σύμβασης έργου, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, η σύναψη της σύμβασης έργου, το έργο που συμφωνήθηκε να εκτελεστεί, η αμοιβή που συμφωνήθηκε κατά μονάδα εργασίας, το είδος της εργασίας και ποιες ποσότητες εκτελέστηκαν από κάθε εργασία στις συμφωνηθείσες μονάδες [ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 575/2015]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 3-8-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού σύμβασης εργολαβίας συνήφθη εγγράφως μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και της πρώτης των εναγόμενων (πρώτης αναιρεσίβλητης) σύμβαση, με την οποία η εναγόμενη εταιρία ανέθεσε στην ενάγουσα, ως εργολάβο οικοδομών, την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας στην περιοχή "..." στον ... του ..., σε γήπεδο εμβαδού χιλίων οκτακόσιων εβδομήντα τριών (1.873τ.μ.) τετραγωνικών μέτρων. Η εναγόμενη εταιρία υπήχθη στις διατάξεις του ν.3299/2004 "Κίνητρα ιδιωτικών επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη και την Περιφερειακή Σύγκληση" για την ενίσχυση του επενδυτικού σχεδίου της δυνάμει της με αριθμ. πρωτ. 3428 /41602 /ΠΟ 5/00273/ Ε /ν.3299/2004. Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περιλάμβανε την εκτέλεση χωματουργικών και οικοδομικών εργασιών, η δε αμοιβή της ενάγουσας εταιρίας ορίστηκε για μεν α) τις χωματουργικές εργασίες, κατά προσέγγιση στο ποσό των 100.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, και ειδικότερα υπολογίσθηκαν οι τιμές ανά ώρα εργασίας των μηχανημάτων και τα έξοδα κίνησης και συντήρησης αυτών, ως εξής: για τον φορτωτή 80 ευρώ, για την τσάπα 80 ευρώ, για το φορτηγό 60 ευρώ και για το διαβολάκι 70 ευρώ, για δε β) τις οικοδομικές εργασίες, συμφωνήθηκε, για σκυροδέτηση 180 ευρώ ανά κυβικό μέτρο και 300 ευρώ συνολικά και για τα υλικά, για λιθοδομή (κτίσιμο πέτρας) 30 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και 200 ευρώ συνολικά και για τα υλικά, για τοποθέτηση γυψοσανίδας, 18 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, και 40 ευρώ συνολικά και για τα υλικά, για επιχρίσματα εξωτερικά 25 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και συνολικά 35 ευρώ και για τα υλικά, για επιχρίσματα εσωτερικά, 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και συνολικά 25 ευρώ και για τα υλικά, για κατασκευή ξυλοσκεπής, 110 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και συνολικά 150 ευρώ και για τα υλικά, για επένδυση στέγης, 65 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και συνολικά 100 ευρώ και για τα υλικά, για τοποθέτηση πλακιδίων, 25 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και συνολικά 95 ευρώ και για τα υλικά, για τοποθέτηση ξύλινων δαπέδων, 45 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και συνολικά 100 ευρώ και για τα υλικά, για ελαιοχρωματισμούς εξωτερικούς 16 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και συνολικά 20 ευρώ και για τα υλικά και για ελαιοχρωματισμούς εσωτερικούς, 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και 25 ευρώ συνολικά και για τα υλικά. Υπολογίστηκε επίσης το κόστος των εργασιών που επρόκειτο να γίνουν εντός του έτους 2010, στο ποσό των 300.000 ευρώ και εντός του 2011, στο ποσό των 700.000 ευρώ. Συμφωνήθηκε ακόμη ότι τα υλικά για την ανωτέρω κατασκευή θα τα παρέχει η εναγόμενη ενώ η ενάγουσα θα επιλέγει το εργατικό προσωπικό που επρόκειτο να χρησιμοποιήσει, επιβαρυνόμενη με την πληρωμή των μισθών του και των ασφαλιστικών εισφορών του, ενώ ήδη με νεότερη από 30-12-2010 τροποποιητική συμφωνία, ορίστηκε ότι οι ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού θα βαρύνουν την εναγόμενη. Χρόνος αποπεράτωσης των εργασιών πρώτου σταδίου, ορίστηκε η πάροδος ενενήντα ημερών από την έναρξή του, ήτοι 8-10-2009 και των εργασιών του δεύτερου σταδίου, εντός δώδεκα μηνών από την έναρξή του, η οποία (έναρξη) συμφωνήθηκε εντός δεκαημέρου από σχετική ειδοποίηση από την εναγομένη εταιρία. Σε εκτέλεση του εν λόγω συμφωνητικού, η ενάγουσα προέβη σε χωματουργικές εργασίες και εργασίες σκυροδέτησης και συγκεκριμένα: α) σε χωματουργικές εργασίες φορτωτή 225 ώρες, αντί 80 ευρώ ανά ώρα, και επιπλέον εργασίες φορτωτή 225 ώρες, αντί 80 ευρώ ανά ώρα, και συνολικά 42.840 ευρώ (36.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19%), για τις οποίες εκδόθηκε το με αριθμό ... τιμολόγιο, β) σε εργασίες σκυροδέτησης 385 κυβικών μέτρων αντί 18 ευρώ το κυβικό μέτρο και συνολικά 82.467 ευρώ, (69.300 πλέον ΦΠΑ 19%), για τις οποίες εκδόθηκε το με αριθμό ... τιμολόγιο, γ) σε χωματουργικές εργασίες με τσάπα 720 ώρες με 80 ευρώ την ώρα, με φορτηγό για μεταφορά χωμάτων 700 ώρες, με 60 ευρώ την ώρα και συνολικά 99.600 ευρώ (57.600+42.000), πλέον ΦΠΑ 19%, 118.524 ευρώ, για τις οποίες εκδόθηκε το με αριθμό ... τιμολόγιο, δ) για εργασίες σκυροδέτησης 280 κυβικών μέτρων με 180 ευρώ ανά κυβικό και συνολικά 50.400 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, 59.976 ευρώ, για τις οποίες εκδόθηκε το με αριθμό ... τιμολόγιο, ε) για χωματουργικές εργασίες με τσάπα. 250 ώρες με 80 ευρώ την ώρα, για εργασίες με φορτωτή 300 ώρες με 80 ευρώ την ώρα, για εργασίες φορτηγού 735 ώρες με 60 ευρώ την ώρα και συνολικά 88.100 ευρώ (20.000 + 24.000 + 44.100) πλέον ΦΠΑ 23%, 108.363 ευρώ, για τις οποίες εκδόθηκε το με αριθμό ... τιμολόγιο, στ) για σκυροδέτηση 620 κυβικών μέτρων με 180 ευρώ ανά κυβικό, 111.600 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, 137.268 ευρώ, για τις οποίες εκδόθηκε το με αριθμό ... τιμολόγιο και ζ) για εργασίες σκυροδέτησης 120 κυβικών μέτρων, με 180 ευρώ ανά κυβικό, 21.600 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, 26.568 ευρώ, για τις οποίες εκδόθηκε το με αριθμό ... τιμολόγιο. Τα άνω τιμολόγια εξοφλήθηκαν στο σύνολό τους, όπως αναγράφεται σε έκαστο εξ αυτών και συνομολογείται από τους διαδίκους. Επομένως, συνολικά η εργολάβος εταιρία έχει λάβει για εκτελεσθείσες εργασίες το ποσό των 576.000 ευρώ (ήτοι, 476.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ). Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι στις αρχές του 2011 παραδόθηκε το έργο στην εναγόμενη εταιρία, η οποία το παρέλαβε. Με αυτόν τον τρόπο, λύθηκε άτυπα η συναφθείσα σύμβαση έργου προφορικά με καταργητική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 361 Α.Κ. βλ. και ... Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, σελ. 521). Το δικαστήριο καταλήγει στο άνω συμπέρασμα καθόσον στη συνέχεια η εργοδότρια εταιρία προέβη στην αποπεράτωση του έργου χρησιμοποιώντας διάφορα συνεργεία, χωρίς εναντίωση από την πλευρά της ενάγουσας, αλλά και χωρίς η ίδια να διαμαρτυρηθεί στην ενάγουσα για τη μη αποπεράτωση του έργου από την τελευταία, κατά τα συμφωνηθέντα στο άνω εργολαβικό. Συγκεκριμένα, οι συμφωνημένες εργασίες, οι οποίες δεν είχαν τελεσθεί και των οποίων την εκτέλεση η τελευταία (εναγομένη) ανέθεσε σε έτερους εργολάβους, καταβάλλοντας τα ακόλουθα χρηματικά ποσά, είναι οι εξής: για εργασία και υλικά σιδηρού οπλισμού, στο συνεργείο "...", κατέβαλε το ποσό των 146.487 ευρώ, για εσωτερικές βαφές στον Α. Δ., το ποσό των 21.022 ευρώ, για νυψοσανίδες στον Γ. Δ., το ποσό των 29.295 ευρώ, για κατασκευή στέγης, στον Κ. Π., το ποσό των 32.345 ευρώ, για επιχρίσματα, στην εταιρία "..." το ποσό των 35.929 ευρώ, για τοποθετήσεις πλακιδίων στον Κ. Ν. το ποσό των 20.489 ευρώ, για λιθοδομή (κτίσιμο πέτρας) στο ... το ποσό των 27.106 ευρώ, για προμήθεια οικοδομικών υλικών στην .... το ποσό των 16.998 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενες καρτέλες της εναγομένης). Παρόλα αυτά, η ενάγουσα εταιρία με την από ... εξώδικη πρόσκληση- διαμαρτυρία, κάλεσε την εναγομένη εταιρία να της καταβάλει το ποσό των 590.200 ευρώ, ως υπόλοιπο αμοιβής της, για τις εκτελεσθείσες από αυτήν εργασίες καθώς και να καλύψει το ποσό των ενσήμων στο Ι.Κ.Α., τα οποία ανέρχονται περίπου κατά τους υπολογισμούς της, σε 1.149 ένσημα. Η εργοδότρια εναγόμενη εταιρία με την από 26-11-2011 απάντησή της, δήλωσε ότι η επίδικη σύμβαση έργου έχει ήδη λυθεί με προφορική συμφωνία των μερών και ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα έχει εξοφληθεί για τις εργασίες που πραγματοποίησε. Η ενάγουσα συνάγεται ότι συνομολογεί μεν ότι δεν αποπεράτωσε το ανατεθέν σε αυτήν έργο κατά τα συμφωνηθέντα, καθόσον αιτείται αμοιβής για τις χωματουργικές εργασίες και από τις οικοδομικές μόνο για εργασίες σκυροδέτησης, ωστόσο παραθέτει με τους πίνακες που περιέχει στο αγωγικό της δικόγραφο, όπως αυτό διορθώθηκε κατά τα άνω αναφερόμενα, τις εκτελεσθείσες εργασίες, τον χρόνο τέλεσης αυτών και την αμοιβή της, καταλήγοντας κατόπιν υπολογισμών στο διεκδικούμενο ποσό ύψους 334.218 ευρώ, ενώ επισημαίνει ότι έγινε υπέρβαση του εκτιμώμενου καταρχήν κόστους του έργου καθόσον ισχυρίζεται ότι απαιτήθηκαν πρόσθετες εργασίες, εξαιτίας της αυξημένης κλίσης του εδάφους, όπως κατασκευή τοιχίων αντιστήριξης, διάνοιξη δρόμου κλπ. Οι εναγόμενοι από την άλλη πλευρά, ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα έχει εξοφληθεί στο σύνολο της αμοιβής της για τις εκτελεσθείσες από αυτήν εργασίες με το ποσό που ήδη κατέβαλαν, ήτοι 575.996 ευρώ, αναφέροντας ότι η ενάγουσα καταλήγει σε διαφορετικό αποτέλεσμα διότι υπολογίζει αφενός περισσότερες εργασίες από αυτές που πράγματι πραγματοποίησε, αφετέρου, περισσότερες ώρες εργασίες από αυτές που τελικώς πραγματοποιήθηκαν και απαιτήθηκαν για το εκτελεσθέν από αυτήν έργο. Σύμφωνα με τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη από τη διορισθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα, η οποία προέβη μετά από αυτοψία, σε επιμέτρηση των εργασιών στο εκτελεσθέν έργο, διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: για την κατασκευή των τοιχίων αντιστήριξης, απαιτήθηκαν 248,47 κ.μ. οπλισμένου σκυροδέματος, για τη θεμελίωση του κτιρίου Α' απαιτήθηκαν για τις κολώνες 3,95 κ.μ., για την κοιτόστρωση 97,22 κ.μ. για τα περιμετρικά τοιχία. 16,31 κ.μ., για τους πεδιλοδοκούς 17,00 κ.μ., για το φρεάτιο ανελκυστήρα 2,57 κ.μ. και συνολικά 137,05 τ.μ. οπλισμένου σκυροδέματος, για το υπόγειο του κτιρίου Α', απαιτήθηκαν για τις κολώνες 13,18 κ.μ., για το φρεάτιο ανελκυστήρα 7,35 κ.μ., για πλάκα 44,45 κ.μ. για περιμετρικά τοιχία 54,36 κ.μ., για δοκάρια 15,58 κ.μ. και συνολικά 134,92 κ.μ. οπλισμένου σκυροδέματος, για το ισόγειο του κτιρίου Α', απαιτήθηκαν για τις κολώνες 11,08 κ.μ. για το φρεάτιο ανελκυστήρα 7,35 κ.μ., για την πλάκα 41,06 κ.μ. για τα δοκάρια 12,79 κ.μ. και συνολικά 72,28 κ.μ., για τον πρώτο όροφο του κτιρίου Α' απαιτήθηκαν για τις κολώνες 11,08 κ.μ., για το φρεάτιο ανελκυστήρα 7,35 κ.μ., για την πλάκα 40,5 κ.μ., για τα δοκάρια 13,02 κ.μ., για ανεστραμμένους δοκούς 1,02 κ.μ. και συνολικά 72,97 κ.μ., για το δεύτερο όροφο του κτιρίου Α' απαιτήθηκαν για τις κολώνες 12,66 κ.μ., για το φρεάτιο του ανελκυστήρα 7,35 κ.μ.. για την πλάκα 48,27 κ.μ., για τα δοκάρια 12,33 κ.μ., για την πλάκα στέγης 40,36 κ.μ. και για τις κλίμακες 5,58 κ.μ. και συνολικά 126,55 κ.μ. και συνολικά 543,77 κ.μ. Όσον αφορά τις επιμετρήσεις οπλισμένου σκυροδέματος για το Β' κτίριο, η διορισθείσα πραγματογνώμονας υπολόγισε τα ακόλουθα: για τη θεμελίωση του Β' κτιρίου, για τις κολώνες 4,015 κ.μ., για το φρεάτιο ανελκυστήρα 2,57 κ.μ., για την κοιτόστρωση 87,14 κ.μ., για τα περιμετρικά τοιχία 16,49 κ.μ. για τους πεδιλοδοκούς 19,96 κ.μ. και συνολικά 130,17 κ.μ. οπλισμένου σκυροδέματος, για το υπόγειο του κτιρίου Β', για τις κολώνες 12,89 κ.μ., για το φρεάτιο του ανελκυστήρα 7,35 κ.μ., για την πλάκα 39,83 κ.μ., για τα περιμετρικά τοιχία 54,79 κ.μ., για τα δοκάρια 18,85 κ.μ. και συνολικά 133,71 κ.μ, οπλισμένου σκυροδέματος, για ισόγειο του Β' κτιρίου, για κολώνες 12,89 κ.μ., για φρεάτιο ανελκυστήρα 7,35 κ.μ., για την πλάκα 39,83 κ.μ., για δοκάρια 18,85 και συνολικά 78,92 κ.μ. και για τον πρώτο όροφο του Β' κτιρίου, για κολώνες 10,79 κ.μ., για φρεάτιο ανελκυστήρα 7,35 κ.μ., για την πλάκα 40,04 κ.μ., για τα δοκάρια 18,85 κ.μ., για ανεστραμμένους δοκούς 3,70 κ.μ. και συνολικά 80,73 κ.μ. και για τον δεύτερο όροφο του Β' κτιρίου, για κολώνες 12,89 κ.μ., για φρεάτιο ανελκυστήρα 7,35 κ.μ., για την πλάκα 47,60 κ.μ., για δοκάρια 18,85 κ.μ., για την πλάκα της στέγης 39,80 κ.μ., για τις κλίμακες 10,08 κ.μ. και συνολικά 136,57 κ.μ. και συνολικά για το κτίριο Β' απαιτήθηκε οπλισμένο σκυρόδεμα 560,29 κ.μ. Συνολικά επομένως, απαιτήθηκε για το Α' και Β' κτίριο και για τα τοιχία, οπλισμένο σκυρόδεμα 1.352,53 κ.μ. (543,77 κ.μ. + 560,29 κ.μ. + 248,49 κ.μ.) X 180 ευρώ/ κ.μ. = 243.455,40 ευρώ. Επίσης, για άοπλο σκυρόδεμα, υπολόγισε ότι απαιτήθηκαν 110,10 κ.μ. X 180 ευρώ = 19.818 ευρώ. Περαιτέρω, υπολογίζει τα προϊόντα εκσκαφής για το κτίριο Α', 2.000 κ.μ., για το κτίριο Β' 1.800 κ.μ. και για το δρόμο βοηθητικής χρήσης, για το αριστερό τμήμα 285,26 κ.μ., για το δεξιό τμήμα 464,98 κ.μ., για το κεντρικό τμήμα 786,20 κ.μ. και συνολικά 1.536,44 κ.μ. Υπολογίστηκε δε ότι α) για την αποπεράτωση του δρόμου βοηθητικής χρήσης χρειάστηκαν 40 ημέρες εκσκαφής δρόμου/τοιχίων και εννιά ώρες ημερησίως, όπου δούλευαν ταυτόχρονα 2 τσάπες, 1 φορτωτής και 3 φορτηγά, έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής (ήτοι, 80 ευρώ την ώρα, η τσάπα και ο φορτωτής και 60 ευρώ την ώρα τα 3 φορτηγά), και συνολικά 151.200 ευρώ, β) για την αποπεράτωση του κτιρίου Α', χρειάστηκαν 12 ημέρες εκσκαφής, με τη χρήση 1 τσάπας, 1 φορτωτή και 3 φορτηγών, γ) για το κτίριο Β', 12 ημέρες εκσκαφής, με 1 τσάπα, 1 φορτωτή και 3 φορτηγά και συνολικά για κτίριο Α' και Β' δαπανήθηκε το ποσό των 73.440 ευρώ και δ) για διαμορφώσεις, μπαζώματα και επιχώσεις, 1 διαβολάκι για 20 ημέρες με συμφωνηθείσα τιμή 27 ευρώ την ώρα και συνολικά το κόστος αποπεράτωσης των εκσκαφών 4.860 ευρώ και 1 φορτωτής για 17 ημέρες, με 80 ευρώ την ώρα, και συνολικά 12.240 ευρώ και συνεπώς το γενικό σύνολο εκσκαφής δρόμου βοηθητικής χρήσης και κτιρίων Α' και Β', ανέρχεται σε 241.740 ευρώ. Υπολογίστηκε επίσης ότι χρησιμοποιήθηκαν 355 τόνοι αδρανών υλικών X 17 ευρώ = 6.035 ευρώ. Εξάλλου, για διάφορες εργασίες, ήτοι βάψιμο ξυλείας στέγης, μονώσεις κτιρίων, κουβάλημα πέτρας και για τα φρεάτια υπολογίστηκε ότι δαπανήθηκε το ποσό των 5.500 ευρώ. Με βάση τους υπολογισμούς της άνω πραγματογνώμονα, το άθροισμα των επιμετρήσεων ανέρχεται στο ποσό των 516.548,40 ευρώ και το οφειλόμενο ποσό από την εναγομένη εταιρεία ανέρχεται στο ύψος των 29.299,40 ευρώ, αφού αφαιρεθεί το ποσό που κατέβαλε η τελευταία, ύψους 476.600,00 ευρώ, όπως συνομολογείται, καθώς και το ποσό των 10.649 ευρώ, που αφορά πιστωτικό υπόλοιπο λογαριασμού. Ωστόσο, το πόρισμα της άνω πραγματογνωμοσύνης αμφισβητείται από αμφότερες τις διάδικες πλευρές. Η δε ενάγουσα εταιρεία προσκομίζει νόμιμα με επίκληση την από 3-11-2016 τεχνική- οικονομική έκθεση του Κ. Γ., πολιτικού μηχανικού, ο οποίος όσον αφορά την πραγματογνωμοσύνη της Δ. Ι., επισημαίνει τα ακόλουθα: α) τα κυβικά σκυροδέματος που απαιτήθηκαν για το επίδικο έργο, ανέρχονται στο ύψος των 1.869,75 κ.μ. σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη που κάνει λόγο μόνο για 407,12 κ.μ. β) κατά τον υπολογισμό των επιμετρήσεων εκσκαφής του βοηθητικού δρόμου δεν χρησιμοποιήθηκε ο συντελεστής επιπλήσματος (ήτοι το ποσοστό διόγκωσης του όγκου των χωμάτων μετά την εκσκαφή τους), όπως υπολογίστηκε στις αντίστοιχες εκσκαφές των κτιρίων, με αποτέλεσμα να έχουν υπολογιστεί λιγότερα κυβικά μέτρα εκσκαφής, γ) δεν περιγράφεται η εργασία εκσκαφής τοιχίων αντιστήριξης και δ) έχουν παραλειφθεί οι εργασίες διαμόρφωσης του οικοπέδου 1. Συμπερασματικά, ο εν λόγω πολιτικός μηχανικός καταλήγει ότι το επιπλέον ποσό που αντιστοιχεί στις επιπλέον εκτελεσθείσες εργασίες ανέρχεται στο ύψος των 414.461,00 ευρώ. Ωστόσο, ο άνω πολιτικός μηχανικός δεν πραγματοποίησε ο ίδιος αυτοψία στο επίδικο έργο ούτε διενήργησε επιμετρήσεις, αλλά στηρίζει την έκθεσή του σε στοιχεία προσκομισθέντα αποκλειστικά από την ενάγουσα εταιρεία, καταλήγοντας στο άνω συμπέρασμα. Οι εναγόμενοι προσκομίζουν νόμιμα με επίκληση την από 27 Οκτωβρίου 2016 τεχνική έκθεση του Α. Ξ., πολιτικού μηχανικού, ο οποίος, αφού προέβη ο ίδιος σε αυτοψία και επιμέτρηση των εκτελεσθεισών από την ενάγουσα εργασιών στο επίδικο έργο, προβαίνει στις ακόλουθες επισημάνσεις: α) όσον αφορά τον υπολογισμό του κόστους των χωματουργικών εργασιών, η διορισθείσα πραγματογνώμονας έλαβε ως βάση τον αριθμό των μηχανημάτων και τις ώρες εργασίας που επικαλείται ενάγουσα, άκριτα, χωρίς να ελέγξει αν πράγματι αυτά απαιτούνται και πραγματοποιήθηκαν για τον όγκο χωμάτων, ο οποίος πράγματι προέκυψε από τις εκσκαφές, β) όσον αφορά τις εργασίες σκυροδέματος, υπολόγισε δύο φορές τους ίδιους όγκους, όπως αναλυτικά εκθέτει (π.χ. υπολογίζει τον όγκο σκυροδέματος δύο φορές, ήτοι, στα υποστυλώματα (κολώνες) και στα περιμετρικά τοιχία, υπολογίζει το ύψος των κολώνων, χωρίς να αφαιρεί αυτό που υπολόγισε για την επιμέτρηση της κοιτόστρωσης κλπ), οδηγούμενη σε λάθος αποτέλεσμα, γ) υπολόγισε τους όγκους του κτιρίου Β' με βάση του όγκους του κτιρίου Α', παρόλο ότι το τελευταίο είναι μεγαλύτερο και δ) δεν εξηγεί πώς υπολόγισε τις ποσότητες των αδρανών υλικών που ισχυρίζεται ότι απαιτήθηκαν. Καταλήγει δε μετά από αναλυτικούς επιστημονικούς υπολογισμούς, στο συμπέρασμα ότι ουδέν ποσό οφείλουν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα εταιρεία για την εκτέλεση του επίδικου έργου. Η εν λόγω τεχνική έκθεση κρίνεται ιδιαίτερα αναλυτική και εμπεριστατωμένη, ενώ δεν αντικρούεται πειστικά από την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Δ. ούτε από την τεχνική έκθεση του Κ. Γ.. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι η επίδειξη των τιμολογίων αγοράς σκυροδέματος, που αιτήθηκε η ενάγουσα και το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά, δεν θα αποτύπωνε το έργο που εκτέλεσε πραγματικά η ενάγουσα, αλλά το σύνολο του κατασκευαστικού έργου, που δεν εκτελέστηκε εν όλω από αυτήν, κατά τα ανωτέρω αναγραφόμενα. Επομένως, ορθά το σχετικό αίτημα απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο σχετικός λόγος έφεσης της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, με την συμπλήρωση των αιτιολογιών, κατά τα ανωτέρω. Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με το από 30-12-2010 τροποποιητικό συμφωνητικό της αρχικής συμφωνίας που υπογράφηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της ενάγουσας, λόγω του ότι οι εργασίες που είχαν προβλεφθεί να πραγματοποιηθούν για το έτος 2010 υπολείπονταν σε αξία βάσει της πιστοποίησης και προμέτρησης των εργασιών του επιβλέποντος μηχανικού δεύτερου εναγόμενου, η ενάγουσα εταιρεία συμφώνησε δια του εκπροσώπου της να επιστρέφει το ποσό των 100.000 ευρώ, καταθέτοντάς το σε λογαριασμό της πρώτης ενανομένης εταιρείας, συνετάχθη δε η εν λόγω έγγραφη συμφωνία προς απόδειξη επιστροφής του ποσού των 100.000 ευρώ στην εναγομένη εταιρεία. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η υπογραφή του συμφωνητικού αυτού σχετιζόταν με την επιδότηση της εναγόμενης, καθώς στην Περιφέρεια ... κατατίθεντο τα τιμολόγια των προμηθευτών και των κατασκευαστών και η εξόφλησή τους, το δε ποσό των 100.000 ευρώ, δεν συνδεόταν με αξίες υπηρεσιών που είχαν τιμολογηθεί, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων της ενάγουσας εταιρείας. Προς επίρρωση των ως άνω, μετά την υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού, εκδόθηκε το με αριθμό ... τιμολόγιο από την ενάγουσα προς την πρώτη εναγόμενη, στο οποίο δεν αναφερόταν η φερόμενη ως επιπρόσθετη απαίτησή της και ακολούθησαν πληρωμές προς την ενάγουσα ύψους 11.476 ευρώ, που η τελευταία αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα. Τα ως άνω δέχθηκε και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών ... με τη με αριθμό ... διάταξή του, στα πλαίσια ασκηθείσας έγκλησης εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας σε βάρος του δεύτερου των εναγομένων, για το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο, με την προσκομιδή του άνω συμφωνητικού, προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο, ότι η εναγόμενη εταιρεία μετά την επιστροφή από την ενάγουσα του ποσού των 100.000 ευρώ, ουδέν ποσό οφείλει. Η δε έγκληση απορρίφθηκε με την άνω διάταξη. Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο κρίνει ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες στο επίδικο έργο από την ενάγουσα έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς από τους εναγομένους και ουδεμία απαίτηση από αυτή την αιτία διατηρεί η ενάγουσα σε βάρος των τελευταίων, η δε κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της ως αβάσιμη. Τα ίδια κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή της, για καταβολή της εργολαβικής αμοιβής της από την επίδικη σύμβαση έργου, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον, με βάση τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πλήρως πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, το μέρος του έργου που εκτελέστηκε από την αναιρεσείουσα και το ύψος της εργολαβικής αμοιβής που αντιστοιχούσε στο συγκεκριμένο μέρος του έργου που εκτελέστηκε, δεν στοιχειοθετείται η αγωγική απαίτηση της αναιρεσείουσας για επιπλέον αμοιβή, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και η μη συνδρομή της οποίας αποκλείει την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι εκτελεσθείσες από την αναιρεσείουσα εργασίες στο επίδικο έργο έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς από τους αναιρεσιβλήτους και, ως εκ τούτου, ουδεμία απαίτηση διατηρεί κατ' αυτών από την ως άνω αιτία η αναιρεσείουσα. Εξάλλου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές, ήτοι: α] ότι με την από 3-8-2009 έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, η πρώτη εναγόμενη εταιρία ανέθεσε στην ενάγουσα εργολάβο οικοδομών την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας στο Πήλιο, β] ότι η συμφωνία αφορούσε την εκτέλεση χωματουργικών και οικοδομικών εργασιών, η δε αμοιβή της ενάγουσας εταιρίας ορίστηκε για τις χωματουργικές εργασίες, κατά προσέγγιση, και ειδικότερα υπολογίστηκαν οι τιμές εργασίας των μηχανημάτων και τα έξοδα κίνησης και συντήρησης αυτών με ορισμένη τιμή ανά ώρα εργασίας και για τις οικοδομικές εργασίες σε ορισμένη τιμή ανά κυβικό μέτρο σκυροδέτησης και ανά τετραγωνικό μέτρο οικοδομικών εργασιών, γ] ότι τα υλικά για την ανωτέρω κατασκευή θα τα παρείχε η εναγόμενη εταιρία, ενώ το εργατικό προσωπικό που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί θα το επέλεγε και θα το πλήρωνε η ενάγουσα, πλην των ασφαλιστικών εισφορών του προσωπικού που με νεότερη συμφωνία βάρυνε την πρώτη εναγόμενη, δ] ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα προέβη στις αναφερόμενες χωματουργικές εργασίες, καθώς και στις εργασίες σκυροδέτησης, για τις οποίες εκδόθηκαν τα αναφερόμενα τιμολόγια, ε] ότι τα τιμολόγια αυτά εξοφλήθηκαν στο σύνολό τους, όπως αναγράφεται σε καθένα από αυτά και συνομολογείται από τους διαδίκους, η δε ενάγουσα έλαβε συνολικά για τις εκτελεσθείσες εργασίες το ποσό των 576. 000 ευρώ, στ] ότι η ενάγουσα με την από ... εξώδικη πρόσκληση ζήτησε επιπλέον αμοιβή 590.200 ευρώ, την οποία με την αγωγή της περιόρισε στο ποσό των 334.218 ευρώ, λόγω υπέρβασης του εκτιμώμενου κόστους και διάφορων πρόσθετων εργασιών, εξαιτίας της αυξημένης κλίσης του εδάφους και ειδικότερα της κατασκευής τοιχείων αντιστήριξης, διάνοιξης δρόμου κ.λπ., οι οποίες όμως δεν αποδείχθηκαν, με συνέπεια να έχουν εξοφληθεί πλήρως όλες οι εργασίες που εκτελέστηκαν και η ενάγουσα να μην διατηρεί καμιά απαίτηση σε βάρος των εναγόμενων και ήδη δύο πρώτων ανιρεσίβλητων. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις για τη μη αποδοχή από το δικαστήριο της ουσίας των ισχυρισμών της, που στηρίζονται στην προσκομισθείσα από αυτήν τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ. Γ., ήτοι ότι δεν συνυπολογίστηκαν στην αμοιβή της τα κυβικά του σκυροδέματος, το ποσοστό διόγκωσης του όγκου των χωμάτων κατά την εκσκαφή τους και οι εργασίες διαμόρφωσης του οικοπέδου, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία, αλλά αφορούν την ανάλυση, στάθμιση και συσχέτιση των αποδεικτικών στοιχείων, το γεγονός δε ότι το δικαστήριο της ουσίας, συνεκτιμώντας την έκθεση αυτή, όπως και την έκθεση της πραγματογνώμονος που ορίστηκε από το δικαστήριο, την πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα που ορίστηκε από το ..., την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α. Ξ. και γενικά όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που υποστηρίζει η ενάγουσα, δεν καθιστά αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού οι προβαλλόμενες πιο πάνω αιτιάσεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλ' αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα και στο αναιρετήριο, εκτίθεται σαφώς, με επίφαση δε παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί λύσης της ένδικης σύμβασης έργου με άτυπη συμφωνία των διαδίκων, δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφατικές αιτιολογίες το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι τα επίδικα κονδύλια της αγωγής της αναιρεσείουσας εργολάβου δεν αφορούν το μετά την αναφερόμενη λύση της σύμβασης χρονικό διάστημα, αλλά το μέρος του έργου που είχε εκτελεστεί μέχρι τη αναφερόμενη λύση της σύμβασης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι χρησιμοποιώντας ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, λόγω του ύψους της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, κατά τα άρθρα 393 και 395 ΚΠολΔ, ήτοι δικαστικά τεκμήρια και χωρίς να έχει τις απαιτούμενες από το νόμο αιτιολογίες, έκρινε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση λύθηκε με άτυπη συμφωνία στις αρχές του 2011, ήτοι μετά την εκτέλεση του τμήματος του έργου για το οποίο ζητείται η ένδικη εργολαβική αμοιβή, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι και αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ [ΑΠ 353/2020, ΑΠ 687/2017, ΑΠ 123/2016]. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται μόνο οι παραβάσεις κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου και συνεπώς σε περίπτωση παραβάσεως κανόνα δικονομικού δικαίου δεν μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αυτός (ΑΠ 118/2011, Α.Π. 291/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολογία το λόγο της έφεσής της με τον οποίο ζητούσε την επίδειξη εγγράφων και συγκεκριμένα των τιμολογίων του σκυροδέματος που θα αποδείκνυαν τον ουσιώδη ισχυρισμό της ως προς τις ποσότητες του σκυροδέματος [κυβικά μέτρα - όγκο] που χρησιμοποιήθηκαν στο έργο και προσδιορίζουν το ύψος της αμοιβής της. Ο λόγος αυτός που πλήττει την απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται σε παραβίαση δικονομικής διάταξης [επίδειξη εγγράφων κατά τα άρθρα 450 - 451 ΚΠολΔ] και, όπως εκτέθηκε, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για παραβίαση δικονομικής διάταξης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, το οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη όλων των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου [ολΑΠ 8/2016 ΑΠ 40/2020]. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει την προαναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση της τεχνικής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Π. Σ., κατόπιν της υπ' αριθμ. ... αίτησης της αναιρεσείουσας προς το ... ... και την από ... εντολή διενέργειας πραγματογνωμοσύνης του .... Πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την γενική αναφορά αυτής ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και στην απόρριψη της έφεσης κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή. Ειδικότερα, το γεγονός ότι το έγγραφο αυτό δεν σχολιάζεται ιδιαίτερα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν οδηγεί σε αμφιβολίες σχετικά με την λήψη του υπόψη του δικαστηρίου, καθώς όσο μεν αφορά τις εργασίες σκυροδέματος δεν οδηγεί σε κάποιο διαφορετικό συμπέρασμα, αφού η μεν καταμέτρηση του σκυροδέματος από τον ως άνω μηχανικό είναι μικρότερη αυτής που δέχθηκε το δικαστήριο, ενώ εκφράζεται αδυναμία για την καταμέτρηση ενός άλλου τμήματος του σκυροδέματος, η δε καταμέτρηση των αποχωματώσεων είναι μεν λίγο μεγαλύτερη αυτής της πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας από το δικαστήριο πραγματογνώμονος, αλλά κατά πολύ μικρότερη αυτής του τεχνικού συμβούλου της αναιρεσείουσας, που σχολιάσθηκε επαρκώς από το δικαστήριο. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Έτσι, ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος. Επομένως, μόνο η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην περίπτωση, που στην απόφαση δεν γίνεται διάκριση ποια αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των προβλεπόμενων από το νόμο επώνυμων αποδεικτικών μέσων και ποια αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του προβλεπόμενου από το άρθρο 339 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων [ΑΠ 1270/2013]. Ούτε ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο [άρθρο 340 ΚΠολΔ], αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά το νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία [ΑΠ 353/2020, ΑΠ 367/2011]. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης είναι να έλαβε το δικαστήριο υπόψη του και να συνεκτίμησε το αποδεικτικό μέσο για το σχηματισμό της κρίσης του [ΑΠ 353/2020]. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις λοιπές περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και αν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 386 ΚΠολΔ, εναπόκειται δε στο δικαστήριο να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του γι' αυτή του την εκτίμηση [ΑΠ 1526/2008]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα την από 14-11-2016 πραγματογνωμοσύνη της πολιτικού μηχανικού Ι. Δ.., που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 αιτιάσεις [κατ'εκτίμηση] ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης την αποδεικτική δύναμη που έχει από το νόμο, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-6-2021 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ...'' για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που κατατέθηκε για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ