Αριθμός 178/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Θ. Κ. του Π. και 2) Μ. - Α. Κ., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αθανασά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Κοκκίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. . Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 780/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2189/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15-5-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, α)..... β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη". Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, ότι αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεών της πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης για όλη τη δίκη και τούτο, χάριν της οικονομίας της δίκης, προς αποτροπή κατάτμησης και παρελκύσεως της δίκης και για την ταχεία περάτωση αυτής. Συνεπώς, επί αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών και αιτήσεων, ήτοι επί ενώσεως στο ίδιο δικόγραφο αγωγής περισσότερων αιτήσεων του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου (ΚΠολΔ 218 παρ. 1), δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αλλά μη τελειωτικών αποφάσεων, ήτοι εκείνων που δέχονται ή απορρίπτουν ένα αυτοτελές αίτημα και αναβάλλουν την οριστική εκδίκαση των άλλων αιτημάτων που εκκρεμούν στην ίδια διαδικασία, ιδίως όταν οι υποβληθείσες αξιώσεις τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξαρτήσεως (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 1423/2022, ΑΠ 458/2020, ΑΠ 1208/2020, ΑΠ 876/2015). Επομένως, η απόφαση που περατώνει την δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται στο ανωτέρω ένδικο μέσο, το οποίο, αν ασκηθεί, είναι απαράδεκτο (ΑΠ 1181/2022). Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, η έλλειψη προϋπόθεσης για το παραδεκτό της αναίρεσης, βάσει στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1208/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης: Οι αναιρεσείουσες άσκησαν κατά 1) του Θ. Κ., δικηγόρου, υπό την ιδιότητά του ως οριστικού συνδίκου της υπό πτώχευση τελούσας, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", και 2) της αναιρεσίβλητης την από 9.7.2010 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθεταν ότι η άνω πτωχή εταιρία ήταν κυρία κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου ακινήτου, το οποίο με τη με αριθμό 125/1995 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αμαρουσίου, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του τελευταίου Δήμου, για δημόσια ωφέλεια. Ότι με τη με αριθμό 1751/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, ήδη δε η συνολική αποζημίωση έχει παρακατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τις 23-4-1997. Ότι επί του ιδανικού μεριδίου της πτωχής στο άνω ακίνητο (10/16), έχουν εγγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου τα αναφερόμενα βάρη, υπέρ της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, η οποία, ως ενυπόθηκη δανείστρια, αναγνωρίστηκε δικαιούχος της άνω αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, με την 20/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι η άνω πτωχή εταιρία είχε καταρτίσει με τη δεύτερη εναγομένη Τράπεζα, τη με αριθμό 2030/1986 σύμβαση πίστωσης και τις αναφερόμενες αυξητικές της πρώτης συμβάσεις, συνολικού ποσού (αρχικής και αυξητικών συμβάσεων) 308.000.000 δραχμών, την τήρηση των όρων των οποίων είχε εγγυηθεί, κατόπιν εντολής της πτωχής εταιρίας, ο ήδη αποβιώσας πατέρας τους, Π. Κ., μεταξύ δε των άνω συμβαλλομένων είχε ρητά συμφωνηθεί, ότι σε περίπτωση κλεισίματος του λογαριασμού της πίστωσης, θα οφείλονταν από την πιστούχο και τον εγγυητή μόνο τόκοι υπερημερίας και όχι τόκοι από ανατοκισμό. Ότι στις 6-6-1991, η δεύτερη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση και έκλεισε τους λογαριασμούς, με χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους 341.209.073 δραχμών, το οποίο μεταγενέστερα στις 15-9-1991, μετά από παράνομες χρεώσεις τόκων υπερημερίας με τρίμηνο ανατοκισμό, διαμορφώθηκε σε 346.033.679 δραχμές, ακολούθως δε εκδόθηκε η με αριθμό 15194/1991 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν η πιστούχος και ο εγγυητής, να καταβάλουν στη δεύτερη εναγομένη, σε ολόκληρο ο καθένας, το άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από 16-9-1991, κατά της οποίας η πιστούχος εταιρία και ο εγγυητής Π. Κ. άσκησαν ανακοπή, που απορρίφθηκε τελεσίδικα. Ότι η απαίτηση της δεύτερης εναγομένης από την υπ' αριθ. 15194/1991 διαταγή πληρωμής, έχει εξοφληθεί πλήρως, τόσο για το υπόλοιπο κεφάλαιο, όσο και για τους τόκους υπερημερίας, καθόσον αυτή εισέπραξε, το έτος 2000, από πλειστηριασμό ακινήτου της πιστούχου, ήδη πτωχής, το ποσό των 50.100.000 δραχμών, ενώ το έτος 2001 εισέπραξε από πλειστηριασμό ακινήτου του δικαιοπαρόχου τους Π. Κ. το ποσό των (257.947.666 + 11.800.000) 269.747.666 δραχμών και συνολικά ως προνομιούχος δανείστρια έλαβε από πλειστηριασμούς, το ποσό των 319.848.666 δραχμών, για το κεφάλαιο της επιδικασθείσας με την άνω διαταγή πληρωμής απαίτησης, ενώ το υπόλοιπο ποσό του κεφαλαίου και των δικαστικών εξόδων, ύψους 36.812.013 δραχμών, καταβλήθηκε από τους κληρονόμους του Σ. Μ., επικουρικά δε, η απαίτηση της δεύτερης εναγομένης έχει εξοφληθεί κατά το επιδικασθέν κεφάλαιο, ποσού 346.033.679 δραχμών, ενώ κάθε απαίτησή της για τόκους, έχει υποπέσει σε παραγραφή. Ότι, περαιτέρω, μεταξύ του Π. Κ. και της άνω πτωχής εταιρίας, καταρτίστηκε το Νοέμβριο του έτους 1996 σύμβαση άμισθης εντολής, δυνάμει της οποίας ο Π. Κ. ανέλαβε να συνάψει δικαιοπραξία με τη δεύτερη εναγομένη και συγκεκριμένα να συμβληθεί μαζί της ως εγγυητής, σε σύμβαση πίστωσης που θα κατάρτιζε η πρώτη εναγομένη. Ότι ο Π. Κ. εκτέλεσε την άνω εντολή και συμβλήθηκε ως εγγυητής στην καταρτισθείσα μεταξύ της άνω εταιρίας και της δεύτερης εναγομένης, τραπεζικής εταιρίας, σύμβαση πίστωσης, λόγω δε της σύμβασης εντολής, ο Π. Κ. είχε, σε περίπτωση ικανοποίησης της δεύτερης εναγομένης, δικαίωμα αναγωγής εναντίον της πρωτοφειλέτιδας πιστούχου και ήδη πτωχής εταιρίας, με υποκατάσταση κατ' άρθρο 858 ΑΚ, στα δικαιώματα της δεύτερης εναγομένης. Ότι ενόψει της κατά τα ανωτέρω εξόφλησης της δεύτερης εναγομένης, το δικαίωμα αυτό του Π. Κ., νομιμοποιούνται να το ασκήσουν οι ίδιες (ενάγουσες), ως κληρονόμοι του, με το ευεργέτημα της απογραφής. Ότι, ακόμη, με τις υπ' αριθ. 8663/1991 και 8664/1991 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες κατέστησαν ήδη τελεσίδικες, ο Π. Κ. υποχρεώθηκε να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη τα ποσά των 3.000 και 4.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο. Ότι, από τον πλειστηριασμό του περιγραφόμενου ενυπόθηκου ακινήτου του Π. K., η δεύτερη εναγομένη εισέπραξε το ποσό των 10.801.000 δραχμών, μετά την είσπραξη του οποίου το έτος 2001, το κεφάλαιο της απαίτησης και των δύο διαταγών πληρωμής εξοφλήθηκε, ενώ στις 31-12-2006 συμπληρώθηκε η παραγραφή των τόκων, που γεννήθηκαν από την εν λόγω απαίτηση το έτος 2001 και έτσι δεν υφίσταται απαίτηση της δεύτερης εναγομένης και από τις άνω διαταγές πληρωμής. Ότι, τέλος, λόγω της εξόφλησης της απαίτησης από την άνω σύμβαση πίστωσης, ο εγγυητής Π. Κ., ο οποίος είχε διατηρήσει κατά της πρωτοφειλέτιδος και ήδη πτωχής εταιρίας, δικαίωμα αναγωγής, υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα της δεύτερης εναγομένης κατά της άνω πτωχής για το ποσό των 269.747.666 δραχμών και ήδη 791.629,25 ευρώ, το οποίο η δεύτερη εναγομένη εισέπραξε από την κληρονομιαία περιουσία του τελευταίου, ενώ εκ του νόμου μαζί με την άνω απαίτηση έχουν μεταβιβαστεί και οι υποθήκες που την ασφαλίζουν, λόγω δε του ότι το άνω ενυπόθηκο ακίνητο έχει απαλλοτριωθεί αναγκαστικά, το δικαίωμα υποθήκης ασκείται στην κατατεθείσα ήδη αποζημίωση. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενες έννομο συμφέρον ως κληρονόμοι με το ευεργέτημα της απογραφής του εγγυητή Π. Κ., ζήτησαν οι ενάγουσες: Α. ι) να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγομένη έχει εξοφληθεί για κάθε απαίτησή της, προερχόμενη από τη με αριθμό 2030/11053/1986 σύμβαση πίστωσης και τις ταυτάριθμες αυξητικές αυτής συμβάσεις, για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 15194/1991 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιι) να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγομένη έχει εξοφληθεί για κάθε απαίτησή της από τις με αριθμούς 8663/1991 και 8664/1991 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ιιι) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να τους αποδώσει το πρώτο απόγραφο εκτελεστό των άνω διαταγών πληρωμής. Β) να αναγνωρισθεί, ότι η πρώτη εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης, οφείλει να καταβάλει σ' αυτές, υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων με το ευεργέτημα της απογραφής του αποβιώσαντος Π. Κ., το ποσό των 791.629,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 7-6-2001, άλλως από την επίδοση της αγωγής, Γ. ι) να αναγνωρισθεί, ότι οι ίδιες (ενάγουσες), ως κληρονόμοι επ' ωφελεία απογραφής του Π. Κ., είναι δικαιούχοι είσπραξης του άνω ποσού των 791.629,25 ευρώ, από την κατατεθειμένη στο ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου της ήδη πτωχής ανώνυμης εταιρίας και μάλιστα προνομιακά ως ενυπόθηκοι δανειστές, λόγω αναγωγής και της κατά νόμο υπεισέλευσης αυτών στα δικαιώματα της δεύτερης εναγομένης από τις υποθήκες που είχαν εγγραφεί επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου από την τελευταία, προς εξασφάλιση απαίτησής της από την 15194/1991 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιι) να αναγνωρισθεί, ότι με τις αναφερόμενες εγγεγραμμένες επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου υποθήκες ασφαλίζεται η απαίτησή της κατά της πρώτης εναγομένης, ήδη πτωχής ανώνυμης εταιρίας, ποσού 791.629,25 ευρώ, η οποία αποτελεί μέρος της τελεσιδίκως επιδικασθείσας απαίτησης με την 15194/1991 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Δ) να αναγνωρισθεί ότι, σε περίπτωση που ως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της υπό κρίση αγωγής η δεύτερη εναγομένη εισπράξει την κατατεθείσα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν ακίνητο, οφείλει να καταβάλει σ' αυτές (ενάγουσες) το ποσό των 791.629,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 7-6-2001, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι το ποσό που θα έχει εισπράξει, Ε) να αναγνωρισθεί ότι οι ίδιες, προς εξασφάλιση της άνω απαίτησής τους, ποσού 791.629,25 ευρώ, έχουν υπεισέλθει στη θέση της δεύτερης εναγομένης στην υποθήκη που έχει εγγράψει η τελευταία στις αναλυτικά αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες των πολυκατοικιών που βρίσκονται στην ... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 780/2013 οριστική απόφασή του, α) απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης, ήδη πτωχής εταιρίας, εκπροσωπούμενης από το σύνδικο της πτώχευσης, ως προς το υπό στοιχ. B αίτημά της, που αφορά την αναγνώριση της υποχρέωσης της τελευταίας για την καταβολή προς τις ενάγουσες του ποσού των 791.629,25 ευρώ, λόγω της αναστολής των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων, β) απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς τα άνω υπό στοιχ. Αι και Αιιι αιτήματά της, που αφορούν την αναγνώριση της εξόφλησης της απαίτησης από την άνω σύμβαση πίστωσης για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 15194/1991 διαταγή πληρωμής και την απόδοση του απογράφου της τελευταίας διαταγής πληρωμής, και γ) απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, ως προς τα άνω υπό στοιχ. Αιι, Αιιι αιτήματά της, που αφορούν την εξόφληση των με αριθμούς 8663/1991 και 8664/ 1991 διαταγών πληρωμής και την απόδοση των απογράφων τους. Κατά τα λοιπά έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 713, 722, 847, 858, 1288, 301 παρ. 1 και 346 ΑΚ, 26 παρ. 12 v. 2882/2001 και 70 ΚΠολΔ, πλην όμως την απέρριψε τελικά, ως προς τα υπό στοιχ. Γ, Δ και Ε αιτήματα, ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ενάγουσες την από 4.7.2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2189/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο, ήτοι τον οριστικό σύνδικο της πτωχής εταιρίας, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης. Ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, έγινε δεκτή τυπικά η έφεση και αφού ερευνήθηκε περαιτέρω, ως προς τα υπό στοιχ. Α αιτήματα της αγωγής, κρίθηκε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί και κατά το μέρος με το οποίο διώκεται η αναγνώριση της ανυπαρξίας της απαίτησης από τη σύμβαση πίστωσης και την υπ' αριθ. 15194/1991 διαταγή πληρωμής, λόγω των πιο πάνω επικουρικά επικαλούμενων τρόπων καταβολής του κεφαλαίου, τόκων και παραγραφής μέρους των τόκων ως αόριστη και όχι ως μη νόμιμη. Κατόπιν αυτού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το πιο πάνω μέρος, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή, κατά το άνω μέρος, ως προς το οποίο και απορρίφθηκε ως αόριστη. Κατά τα λοιπά και δη ως προς τα υπό στοιχ. Γ, Δ και Ε αιτήματα της αγωγής, αναβλήθηκε η συζήτηση της έφεσης ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη με τις ακόλουθες σκέψεις: "Στη συνέχεια και κατά το μέρος που πλήττεται η εκκαλουμένη ως προς την απόρριψη της αγωγής για τα λοιπά αγωγικά αιτήματα, αναγωγής από την εγγύηση και υποκατάστασης στη θέση της δεύτερης εναγομένης στα βάρη επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, σχετικά με τη δεύτερη εναγομένη, ενόψει του γεγονότος, ότι κηρύχθηκε ήδη απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, ως προς τον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο, οριστικό σύνδικο της πτώχευσης, εκπροσωπούντα την πτωχή εταιρία, το δικαστήριο κρίνει ότι η συζήτηση της ίδιας έφεσης, πρέπει, αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 308 παρ. 2 ΚΠολΔ, να αναβληθεί, για την ενιαία διεξαγωγή της δίκης...". Την απόφαση αυτή προσβάλλουν ήδη οι αναιρεσείουσες με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Με βάση όμως τα προαναφερθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά την ήδη αναιρεσίβλητη, είναι εν μέρει οριστική, καθόσον δεν περατώνει όλη τη δίκη, ως προς όλα τα αφορώντα την αναιρεσίβλητη αγωγικά αιτήματα. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εν μέρει οριστική ως προς τα υπό στοιχ. Α αιτήματα της ένδικης αγωγής, μη οριστική δε ως προς τα υπό στοιχ. Γ, Δ και Ε αιτήματα που αφορούν κυρίως την αναιρεσίβλητη, αφού ως προς αυτά το Εφετείο δεν αποφάνθηκε οριστικά αλλά αντίθετα ανέβαλε να αποφασίσει, λόγω του ότι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο, οριστικό σύνδικο της πτώχευσης, για την ενιαία διεξαγωγή της δίκης. Συνεπώς, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των προσβαλλομένων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης οριστικών διατάξεων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πριν εκδοθεί οριστική απόφαση και για τα υπόλοιπα αγωγικά αιτήματα, δεδομένου μάλιστα ότι όλα τα αγωγικά αιτήματα της αγωγής αυτής είναι απολύτως συναφή, αφού στηρίζονται στην ίδια επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες προϋπόθεση, της πλήρους δηλαδή εξοφλήσεως όλων των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της πτωχής εταιρίας και του άνω δικαιοπαρόχου τους και σε κάθε περίπτωση υπάρχει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων από την χωριστή εκδίκαση των οριστικών διατάξεων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 553 εδ. β και 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως, να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση ως απαράδεκτη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείουσες, που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Μαϊου 2018 αίτηση των 1) Θ. Κ. και 2) Μ. - Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2189/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ