Αριθμός 720/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "..." (πρώην με την επωνυμία "...."), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Βουρουτζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8083/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/7/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 2-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ.8083/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας ως εφετείο, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 15-5-2018 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ.85/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχτηκε την έφεση τυπικά και κατ'ουσία, και αφού κράτησε και δίκασε επί της από 10-1-2015 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, έκανε αυτή δεκτή εν μέρει και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει το ποσό των 6.498,65 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της ενδοσυμβατικής της ευθύνης, από σύμβαση παροχής υπηρεσιών φύλαξης επαγγελματικού χώρου, στην ενάγουσα-ασφαλιστική εταιρία, η οποία είχε υπεισέλθει στη θέση της αντισυμβαλλομένης της, στη σύμβαση αυτή, μετά την καταβολή του οφειλομένου ασφαλίσματος. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 16.403,55 ευρώ. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, η ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/ 1998). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 330 Α.Κ., "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται κατ' αρχήν η ευθύνη του οφειλέτη για κάθε πταίσμα, αλλά και μόνο γι' αυτό. Το πταίσμα, δηλαδή, ανήκει στις υποκειμενικές προϋποθέσεις της ευθύνης. Έτσι στην ευθύνη από προυφιστάμενη ενοχή ο δανειστής-ζημιωθείς πρέπει να αποδείξει την παράβαση της ενοχικής υποχρέωσης του οφειλέτη, αλλά όχι και την υπαιτιότητα αυτού, η οποία τεκμαίρεται υπέρ του δανειστή ότι συντρέχει. Επομένως ο οφειλέτης έχει το βάρος να αποδείξει αυτός, για να απαλλαγεί, ότι δεν είχε υπαιτιότητα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 332 εδ. α' ΑΚ, "άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια". Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι απαλλαγή ή περιορισμός της ευθύνης μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μόνο για ελαφρά αμέλεια και όχι για βαριά αμέλεια ή δόλο. Η απαλλαγή ή ο περιορισμός γίνεται με σύμβαση (Α.Π.84/2020, Α.Π. 491/2016). Ο ισχυρισμός του οφειλέτη περί απαλλαγής του από την ευθύνη λόγω παράβασης συμβατικής του υποχρέωσης, με την επίκληση τέτοιας συμφωνίας, αποτελεί ένσταση, για το ορισμένο της οποίας, ενόψει και του γεγονότος ότι η ευθύνη του αυτή που απορρέει από σύμβαση είναι ανεξάρτητη από το πταίσμα του (330 ΑΚ), πρέπει να επικαλεστεί σαφώς τη συνδρομή ελαφράς αμέλειας καθώς και τα περιστατικά, τα οποία, αντικειμενικώς ελεγχόμενα, συγκροτούν την έννοια αυτής, έχοντας και το βάρος απόδειξης των εν λόγω περιστατικών, προκειμένου έτσι να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της ανωτέρω ένστασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, αλλά και ο δανειστής να αμυνθεί κατ' αυτής (Α.Π.84/2020). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. επικαλούμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 332 παρ.1 εδ.α' του Α.Κ., με την αιτίαση ότι έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο τον προβληθέντα, και με σχετικό λόγο έφεσης, ισχυρισμό της αντιδίκου της περί συμβατικού περιορισμού της ευθύνης της στο ιστορούμενο ποσό και περιόρισε την αξίωσή της στο ποσό αυτό, ενώ ο άνω ισχυρισμός έπασχε αοριστίας ως προς την επίκληση των θεμελιωτικών αυτού πραγματικών περιστατικών και το Εφετείο με τις παραδοχές του κρίνοντάς τον βάσιμο, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από όσα αξιώνει ο νόμος και δη οι προαναφερόμενες διατάξεις, καθ'όσον κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, έπρεπε να απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό της αντιδίκου της ως μη νόμιμο. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του δικογράφου της εφέσεώς της, προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη, με τον σχετικό λόγο της έφεσής της, επανέφερε στο Εφετείο τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της, εκ των άρθρων 361 και 332 παρ.1α'ΑΚ, περί συμβατικού περιορισμού της ευθύνης της για καταβολή αποζημίωσης, στο ποσό των 3.000 ευρώ, λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της προς την αντισυμβαλλομένη της, στην από 4-2-2010 σύμβαση παροχής υπηρεσιών φύλαξης, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, μετά την καταβολή του οφειλομένου ασφαλίσματος-ο ισχυρισμός της δε αυτός είχε ως εξής: "Δυνάμει του από 4-2-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε-μεταξύ ημών και της ασφαλισμένης (από την ενάγουσα) εταιρίας- ο περιορισμός του ποσού της αποζημίωσης που θα καταβάλαμε στην ίδια σε περίπτωση επέλευσης ζημίας της, μέχρι του ποσού των 3.000 ευρώ, αποκλειομένης κάθε περαιτέρω αξίωσης από την πλευρά της και κατά συνέπεια, εντελώς επικουρικά προτείνουμε την ένσταση περιορισμού της ευθύνης μας μέχρι του ποσού των 3.000 ευρώ το ανώτερο". Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δη του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο μέρους αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία γενικών ασφαλίσεων ζημιών, με ... διαδοχικά ασφαλιστήρια συμβόλαια...που συμφώνησε με την εταιρία "..." εμπορίας ελαστικών αυτοκινήτων ...ασφάλισε, για το χρονικό διάστημα από 14-12-2012 μέχρι και 14-06-2013 και στη συνέχεια για το χρονικό διάστημα από 14-6-2013 μέχρι 14-12-2013...και για τους Πρόσθετους Κινδύνους της "Κλοπής" καθώς και των "Ζημιών Κλέπτη στο Κτίριο"....... όλες τις κτιριακές της εγκαταστάσεις όπου στεγάζεται και λειτουργεί για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας...... Δυνάμει του από 4-2-2010 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας, η ως άνω ασφαλισμένη της ενάγουσας, ήταν συμβεβλημένη με την εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." .., η οποία ...., εναγομένη, ανέλαβε έναντι συμφωνηθείσας μηνιαίας αμοιβής την υποχρέωση να παρέχει τις ανάλογες εξειδικευμένες υπηρεσίες φύλαξης και ασφαλείας και να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή την διαρρήξεων και λοιπών συναφών κινδύνων στον προαναφερόμενο ασφαλιζόμενο χώρο. ..........Στις 06-05-2013... άγνωστοι...δράστες, αφού παραβίασαν ... εισήλθαν στον προαύλιο χώρο .... παραβίασαν τον χώρο της αποθήκης και .... αφαίρεσαν ελαστικά αυτοκινήτων και φορτηγών, διαφόρων τύπων και διαστάσεων....... Την 18-5-2015 άγνωστοι ....δράστες .....εισήλθαν ...στον προαύλιο χώρο......παραβίασαν το χώρο της αποθήκης, από όπου αφαίρεσαν ελαστικά αυτοκινήτων...και στις 1-10-2013, άγνωστοι ... δράστες...εισήλθαν .......και πάλι στον προαύλιο χώρο των εγκαταστάσεων..........παραβίασαν ξανά τον χώρο της αποθήκης, από όπου αφαίρεσαν ελαστικά ...για την ...... πρόκληση των άνω ζημιών ... υπαίτια είναι η εναγομένη ...από συμπεριφορά των υπαλλήλων της...κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. ...Ισχυρίζεται η εναγομένη ότι με το ίδιο ως άνω-το από 4-2-2010- συμφωνητικό, συμφωνήθηκε ο περιορισμός του ποσού της αποζημίωσης που θα κατέβαλε στην αντισυμβαλλόμενή της, σε περίπτωση επέλευσης της ζημίας μέχρι του ποσού των 3.000 ευρώ, αποκλειόμενης κάθε περαιτέρω αξίωσης από την πλευρά της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο ανωτέρω όρος του ιδιωτικού συμφωνητικού που υπεγράφη μεταξύ της εταιρίας ... και της εναγομένης, ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών και η ρήτρα αυτή καθεαυτή συνιστά υπέρμετρο περιορισμό της ευθύνης της εναγόμενης, γεγονός που την καθιστά παράνομη ως καταχρηστική και ως εκ τούτου, η εναγομένη υποχρεούται να αποζημιώσει την αντισυμβαλλόμενή της και κατ' επέκταση την υποκατασταθείσα στη θέση της ενάγουσα, για το σύνολο της ζημίας (11.550,97 ευρώ για την (πρώτη) κλοπή που έγινε στις 6-5-2013 και 3.312,18 ευρώ για την (τρίτη κλοπή) που έγινε την 1-10-2013). Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη ότι ο ελεγχόμενος συμβατικός όρος αποτελούσε γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ)....παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων που εφάρμοσε και τούτο διότι η ένδικη ρήτρα με το παρατιθέμενο περιεχόμενο δεν συνιστά ΓΟΣ,...αλλά αναφέρεται σε ένα από τα εξατομικευμένα στοιχεία της ένδικης σύμβασης φύλαξης που είναι το ασφαλιστικό ποσό, δηλαδή το ανώτατο όριο ευθύνης της εταιρίας φύλαξης, το οποίο αποτελεί το σύνηθες αντικείμενο διαπραγμάτευσης.......Επομένως, η εναγομένη οφείλει ως αποζημίωση στην ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ για την (πρώτη) κλοπή που έγινε στις 6-5-2013 και......το ποσό των 3.000 ευρώ για την (τρίτη) κλοπή που έγινε την 1-10-2013......Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ'ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η ένδικη (υπ'αριθ.κατάθ. 592/2015) αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 6.498,65 ευρώ, ήτοι το ποσό των 3.000 ευρώ για την (πρώτη) κλοπή που έγινε στις 6-5-2013, το ποσό των 498,65 ευρώ για την (δεύτερη) κλοπή που έγινε στις 18-5-2013 και το ποσό των 3.000 ευρώ για την (τρίτη) κλοπή που έγινε την 1-10-2013, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης δεχόμενο ως βάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης με την κατ'ουσίαν παραδοχή της ένστασής της περί περιορισμού της ενδοσυμβατικής της ευθύνης για καταβολή μειωμένης αποζημίωσης για τις δύο κλοπές, και μετά ταύτα επιδίκασε στην αντίδικό της ασφαλιστική εταιρία-η οποία είχε υπεισέλθει, μετά από καταβολή του ασφαλίσματος, στη θέση της αντισυμβαλλομένης της στην από 4-2-2010 σύμβαση παροχής υπηρεσιών φύλαξης χώρου-μειωμένη αποζημίωση, λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων, ποσού 3.000 ευρώ (αντί 11.550,97 ευρώ) για τη ζημία από την (πρώτη) κλοπή, που έγινε στις 6-5-2013 και ποσού 3.000 ευρώ (αντί 3.312,18 ευρώ) για τη ζημία από την (τρίτη) κλοπή που έγινε την 1-10-2013. Έτσι που έκρινε το Εφετείο για την ένσταση του συμβατικού-εκ των προτέρων, πριν την επέλευση της ζημίας- περιορισμού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 332 παρ.1α ΑΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν, καθ'όσον τα γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την παραδοχή της ως άνω ενστάσεως της εναγομένης. Ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλομένης ότι υπήρχε συμβατική ρύθμιση με το από 4-2-2010 συμφωνητικό μεταξύ της εναγομένης και της αντισυμβαλλομένης της εταιρείας "..."" για μειωμένη αποζημίωση, ποσού 3.000 ευρώ για κάθε μία από τις ανωτέρω δύο κλοπές, -των οποίων η επελθούσα ζημία υπερέβαινε το ποσό αυτό- δεν αρκούσαν για την νομιμότητα και την παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως. Τούτο διότι, ενόψει της τεκμαιρομένης υπαιτιότητας της εναγομένης ως υπόχρεης σε αποζημίωση, λόγω της ενδοσυμβατικής της ευθύνης από την πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από την από 4-2-2010 σύμβαση παροχής υπηρεσιών φύλαξης επαγγελματικού χώρου, και της ακυρότητος πάσης εκ των προτέρων συμφωνίας, περί περιορισμού της ευθύνης της από δόλο ή βαριά αμέλεια, η ρήτρα του άρθρου 332 παρ.1α'ΑΚ για περιορισμό της ευθύνης της για αποζημίωση μπορούσε να συμφωνηθεί με την αντισυμβαλλομένη της στην άνω σύμβαση, μόνο για την περίπτωση ελαφράς αμέλειάς της. Η εναγομένη-αναιρεσίβλητη όμως δεν επικαλέστηκε για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού της ότι η ζημία από τις επίδικες κλοπές οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια των βοηθών εκπληρώσεως της, εκθέτοντας παράλληλα και συγκεκριμένα περιστατικά που να θεμελιώνουν πταίσμα αυτής με την πιο πάνω μορφή της αμέλειας, και το Εφετείο, αντί να απορρίψει ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της αυτό με το ανωτέρω περιεχόμενο, κατ'εφαρμογή των άρθρων 361 και 332 παρ.1α ΑΚ, τον έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, με μόνη την παραδοχή της, εκ των προτέρων, συμβατικής ρύθμισης για περιορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης και περιόρισε αυτήν στο ποσό των 3.000 ευρώ, επιδικάζοντας το μειωμένο αυτό ποσό στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα για κάθε μία από τις επίδικες δύο κλοπές. Έτσι το Εφετείο αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από όσα αξιώνουν οι ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την εφαρμογή τους και παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτές, ενόψει του ότι στην απόφασή του δεν υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συντρέχουν οι προυποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 361 και 332 παρ1α Α.Κ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθεί ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης που αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, η εξέταση του οποίου παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προεκτεθέν μέρος της (της επιδικασθείσας, για την αποκατάσταση της ζημίας που επήλθε από τις δύο κλοπές που έλαβαν χώρα στις 6-5-2013 και 1-10-2013, αντίστοιχα, αποζημίωσης), κατά το οποίο έγινε δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθ.8083/2019 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (δικάζοντος ως Εφετείου) κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (δικάζοντος ως Εφετείο), συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ