Αριθμός 2295/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) X1 και 2) X2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καπόλλα, για αναίρεση της 1068/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Ιανουαρίου 2007 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 335/2007 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι ορισμένοι, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι ώστε να παρέχουν τη δυνατότητα αξιολογήσεως και, σε περίπτωση αποδοχής, οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των αορίστων αυτών ισχυρισμών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθ. 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής. 'Όταν, δε, συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μία φορά, το Δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση αυτής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων και το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ.α') καθώς και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ.δ). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αναφορικά με την αίτηση αναίρεσης της X1: 'Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ. 1068/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, αυτή (καθώς και ο άλλος αναιρεσείων X2) ζήτησε, δια του συνηγόρου της, να της αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της. 'Ετσι, όμως, όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός για την αναγνώριση των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι εντελώς αόριστος, δεδομένου ότι δεν συνοδεύθηκε με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν τις εν λόγω ελαφρυντικές περιστάσεις. Επομένως το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ως άνω αόριστο ισχυρισμό. Ο περαιτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και από το γεγονός ότι, αφ'ενός, απορρίφθηκε ο παραπάνω ισχυρισμός της, ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.:α' ΠΚ. και, αφ' ετέρου, έγινε δεκτό το αίτημά της και της ανεστάλη η ποινή που της επιβλήθηκε, μετά από τη διαπίστωση ύπαρξης στο πρόσωπό της περιστατικού που συνηγορούσαν στην αναστολή, είναι αβάσιμος, διότι είναι διαφορετική η περίπτωση της χορήγησης του παραπάνω ελαφρυντικού, από εκείνη της αναστολής της επιβληθείσας ποινής. Αναφορικά με την αίτηση αναιρέσεως του X2. Ι.Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι, από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως που αναφέρει και προσδιορίζει κατ'είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στα ....... Θάσου, κατά το χρονικό διάστημα από 7-2-2000 μέχρι 26-7-2000, στο ισόγειο ενός ακινήτου λειτουργούσε κέντρο διασκεδάσεως με τον τίτλο " .......", το οποίο εκμεταλλευόταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ στον πρώτο όροφο αυτού υπήρχαν δωμάτια τα οποία οι κατηγορούμενοι, που είναι σύζυγοι, από κοινού εκμεταλλευόταν με την εκμίσθωσή των σε τρίτους. Ο πρώτος κατηγορούμενος, έχοντας πρόθεση να αποκτήσει εισοδήματα από την προαγωγή στην πορνεία αλλοδαπών γυναικών, δημιούργησε στο ισόγειο κατάστημά του, την αναγκαία υποδομή και συγκεκριμένα, διαμόρφωσε δύο δωμάτια κατάλληλα για ερωτική συνεύρεση, στα οποία τοποθέτησε διπλό κρεβάτι και, εκτός των άλλων αναγκαίων επίπλων και σκευών, είχε και προφυλακτικά. Τα δωμάτια αυτά βρίσκονταν, το ένα στο ισόγειο κατάστημά του, δίπλα στην αίθουσα του κέντρου διασκεδάσεως, η ύπαρξη του οποίου δεν γινόταν ευκόλως αντιληπτή, γιατί διακόσμησε την πόρτα αυτού, με τέτοιο τρόπο (κατασκευή ντεκόρ), ώστε να μην γίνεται αντιληπτό από τους διενεργούντες σχετικό έλεγχο αστυνομικούς, και το άλλο στον πρώτο όροφο. Επίσης, προκειμένου να αποφύγει τον αιφνιδιαστικό έλεγχο των αστυνομικών οργάνων, τοποθέτησε έξω από το κατάστημα κάμερες λήψης και, επιπροσθέτως, προς ασφαλέστερο έλεγχο των εισερχομένων ατόμων και αποφυγή εισόδου αστυνομικών με πολιτική περιβολή, απαγόρευε την ελεύθερη πρόσβαση των ατόμων. Πάντα ταύτα ρητώς και κατηγορηματικώς κατατέθηκαν από τον δεύτερο μάρτυρα κατηγορίας, αστυνομικό των Εσωτερικών Υποθέσεων, ο οποίος είχε ιδία αντίληψη. Τούτο, διότι διαπίστωσε τα ανωτέρω κατά την διενέργεια σχετικού ελέγχου κατά την μετάβασή του στο ως άνω κατάστημα, μετά από υπόδειξη της Γ1. Ως κατέθεσε, δεν του επιτράπηκε η είσοδος σ'αυτό και παρέμεινε έξω από το κατάστημα καθόλη τη διάρκεια της νύχτας παρακολουθώντας την κίνηση αυτού, ενώ, όταν, με την παρουσία του αρμόδιου Εισαγγελέα, εισηλθε στο εσωτερικό του καταστήματος, διαπίστωσε την ανωτέρω υποδομή. Επιδιώκοντας, λοιπόν, ο πρώτος κατηγορούμενος τον πορισμό αθεμίτου οικονομικού οφέλους, προσέλαβε, στα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται παρακάτω, ως σερβιτόρες του ως άνω ακταστήματός του, τις αλλοδαπές Γ1 υπήκοο Ρωσίας (από 7-2-2000 έως 30-5-2000), Γ2, υπήκοο Ρωσίας (από 26-5-2000 έως 26-7-2000), Γ3, υπήκοο Μολδαβίας (από 26-5-2000 έως 26-7-2000), Γ4, υπήκοο Βουλγαρίας (από 19-7-2000 έως 26-7-2000), Γ5 υπήκοο Ρωσίας (από 20-5-2000 έως 26-7-2000), με σκοπό όμως να τις προαγάγει και στην πορνεία, προκειμένου να προσπορίσει για τον εαυτό του αθέμιτα κέρδη. Ως αποδείχθηκε οι ως άνω αλλοδαπές γυναίκες, ανεξαρτήτως εάν προ της προσλήψεώς των από τον πρώτο κατηγορούμενο ήταν ή όχι άμεμπτων ηθών, δεν ήταν πόρνες, υπό την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια αυτής, γεγονός που γνώριζε και ο πρώτος κατηγορούμενος. Επίσης οι κατηγορούμενοι, παρόλο που γνώριζαν ότι οι τρεις εκ των ως άνω γυναικών και δη η Γ2, η Γ3 και η Γ5, δεν είχαν δικαίωμα εισόδου και παραμονής στο ελληνικό έδαφος, στις 26-7-2000, τις εγκατέστησαν στον πρώτο όροφο της ως άνω οικίας των, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό κατοικία και αποκρύπτοντας αυτές από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο πρώτος κατηγορούμενος απαιτούσε από τις προαναφερόμενες πέντε αλλοδαπές, εκτός από την παροχή της εργασίας των ως σερβιτόρες, να έρχονται καθημερινά, άνευ εκλογής, σε σεξουαλική επαφή και σαρκικές ηδονές με αόριστο αριθμό ανδρών πελατών του καταστήμάτός του (η ταυτότητα των οποίων δεν εξακριβώθηκε) στα ανωτέρω δωμάτια που διαμόρφωσε για το σκοπό αυτό, έναντι αμοιβής ποσού 5.000 δραχμών την κάθε φορά. Το ποσό αυτό το εισέπραττε η κάθε αλλοδαπή από τον εκάστοτε άνδρα που συνευρισκόταν και υποχρεωνόταν από τον πρώτο κατηγορούμενο να το αποδίδει άμεσα σ'αυτόν. Επιπροσθέτως δε, υποχρέωνε την Γ1 να επιβιβάζεται στα αυτοκίνητα των πελατών του καταστήματός του και να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μαζί τους έναντι αμοιβής 7.000 δραχμές τη φορά. Ο πρώτος κατηγορούμενος κατέβαλλε σε κάθε μία αλλοδαπή το ποσό των 3.000 δραχμών ημερησίως, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν η αμοιβή τους για την προαναφερόμενη εργασία των ως σερβιτόρες και τις ως άνω ερωτικές συνάφειες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εξανάγκασε τις ως άνω γυναίκες στην πορνεία, ασκώντας σ'αυτές ψυχολογική βία με την κατακράτηση των ταξιδιωτικών τους εγγράφων, με την αποστέρηση της ελευθερίας κινήσεώς των, καθόσον τις είχε κλειδωμένες στο ως άνω κατάστημά του και η έξοδός του απ'αυτό γινόταν με αυστηρή επιτήρηση τρίτου προσώπου για να μη διαφύγουν. Με τους ανωτέρω τρόπους υποχρέωσε την ως άνω Γ1 να συνευρεθεί σεξουαλικά με άνδρες, έναντι χρημάτων, 72 φορές, ενώ δεν εξακριβώθηκε ο ακριβής αριθμός των σεξουαλικών συνευρέσεων των λοιπών αλλοδαπών. Στις 26-7-2000, κατά διενέργεια αστυνομικού ελέγχου που έγινε στο κατάστημα του κατηγορουμενου, μετά από την προαναφερόμενη ολονύχτια παρακολούθηση τούτου από αστυνομικούς των Εσωτερικών Υποθέσεων, βρέθηκαν οι άνω αλλοδαπές Γ2, Γ3, Γ4, Γ5, κλειδωμένες στο δωμάτιο του καταστήματος κάτω από το κρεβάτι, ενώ τα ταξιδιωτικά του έγγραφα τα κατακρατούσε ο πρώτος κατηγορούμενος και τα παρέδωσε στους αστυνομικούς η δεύτερη κατηγορουμένη, μετά από σχετική επιμονή των αστυνομικών. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά κατατέθηκαν από τον δεύτερο μάρτυρα κατηγορίας και από τη Γ1 στις 19-7-2000, 26-7-2000, 27-7-2000 και 28-7-2000 ένορκες καταθέσεις της, καθώς και από την Γ3 στις από 26-7-2000 και 27-7-2000 ένορκες καταθέσεις της, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο με τη συναίνεση των κατηγορουμένων. Σημειωτέον ότι, η τελευταία Γ3 τηρούσε και σημείωμα, στο οποίο, εκτός των άλλων, σημείωνε και τις σεξουαλικές επαφές με την ημερομηνία και τα αντίστοιχα ποσά. Στην εν λόγω πράξη της προέβη καθόσον, όπως κατέθεσε, τόσο αυτή, όσο και η Γ1,ο πρώτος κατηγορούμενος τις είχε αγοράσει έναντι ποσού 850.000 δραχμών την καθεμιά και έπρεπε με το αντίτιμο από τις καθημερινές σεξουαλικές τους επαφές να γίνει η απόσβεση του εν λόγω τιμήματος της αγοραπωλησίας. Και ναι μεν η Γ3 με γράμματα που απεύθυνε προς τον πρώτο κατηγορούμενο, τα οποία προσκομίσθηκαν απ'αυτόν και υπάρχουν στη δικογραφία, επιχείρησε ν ανασκευάσει τα όσα κατέθεσε εις βάρος του στις ως άνω ένορκες καταθέσεις της, πλην όμως και στην περίπτωση που οι επιστολές αυτές έχουν γραφεί από την ίδια, δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, καθ' όσον δεν αποδείχθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες έχουν γραφεί και ούτε αν το περιεχόμενο τούτων είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησής της. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ένοχους α) την μεν Χ1, της παράβασης του άρθρου 33 παρ.1 α του ν.1975/1991 (παροχή καταλύματος σε αλλοδαπές) κατά συρροή β) τον δε Χ2 των πράξεων 1) της μαστροπείας κατά συρροή και 2) της παράβασης του άρθρου 33 παρ.1 α του ν.1975/1991 κατά συρροή και επέβαλε, στη μεν πρώτη, συνολική ποινή φυλάκισης 2 ετών, με τριετή αναστολή και συνολική χρηματική ποινή 590 ευρώ, στον δε δεύτερο, συνολική ποινή φυλάκισης 4 ετών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως και συνολική χρηματική ποινή 1950 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και, συνεπώς, μεταξύ αυτών, και οι αναγνωσθείσες καταθέσεις των παθουσών αλλοδαπών γυναικών και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταδικαστική για τον δεύτερο αναιρεσείοντα κρίση του, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσδιορίζει κατά το είδος τους (μάρτυρες, πρακτικά πρωτοβαθμίων δικών, έγγραφα, απολογία), χωρίς να είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη μνεία του καθενός αποδεικτικού μέσου και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από αυτό. Το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι αγνοήθηκαν τα υπόλοιπα. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του ίδιου αναιρεσείοντος, ότι από την αντίθεση μεταξύ του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και των όσων οι παρασυρθείσες από τον αναιρεσείοντα αυτόν στην πορνεία, βεβαιώνουν στις αναγνωσθείσες ένορκες καταθέσεις τους, προκύπτει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98 και 349 παρ.3 ΠΚ, αυτός (ισχυρισμός) είναι αβάσιμος, αφού, με την επίκληση του αναιρετικού αυτού λόγου (ΚΠΔ 510 παρ.1 στοιχ.Ε'), πλήττεται η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, οι οποίες όμως δεν αποτελούν λόγον αναιρέσεως. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 και 94 ΠΚ, προκύπτει ότι η εξειδίκευση των μερικοτέρων πράξεων του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, εκτός αν για μία ή περισσότερες πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, όπως παραγραφή, η οποία αρχίζει από την ημέρα τέλεσης της κάθε μιας από τις μερικότερες πράξεις ή όταν συντρέχει λόγος απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέρα από τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β', 370 στοιχ. β' και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας την ύπαρξη της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για τον λόγο ότι ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχεται σ'αυτήν, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ.2 και 509 ΚΠΔ, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικώς αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠΔ, ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος. Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, δεν συντρέχει λόγος προσδιορισμού του ειδικότερου χρόνου τέλεσης κάθε επί μέρους πράξης του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος της μαστροπείας, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ενόψει του ότι όλες φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 7-2-2000 έως 30-5-2000 και 26-5-2000 έως 26-7-2000 και συνεπώς, από την έναρξη του χρόνου αυτού και μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως στο Εφετείο, στις 8 και 9 Νοεμβρίου 2006, δεν είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής και της αναστολής αυτών (οκταετία). Συνεπώς, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αυτού, οι οποίες περιέχονται στον συναφή λόγο της ένδικης αναίρεσης αυτού. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ.α' ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από τον Δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω διατάξεως συνιστά υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχειρίσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το Δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, επαυξάνοντας την βαρύτερη με κάθε μία από τις λοιπές πράξεις, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια ποινής του οικείου εγκλήματος. Η επιλογή του ενός ή του άλλου συστήματος επιβολής της ποινής για το κατ'εξακολούθηση έγκλημα, αν δηλαδή θα επιβάλει μία ενιαία ποινή ή μία συνολική ποινή, που θα απαρτίζεται από τις ποινές για κάθε μερικότερη πράξη, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας, ο αναιρεσείων Χ2 καταδικάσθηκε, με την υπ'αριθ. 116/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, σε φυλάκιση δύο ετών για την πράξη της μαστροπείας με προαγωγή στην πορνεία της αλλοδαπής Γ1 και με την υπ'αριθ. 888/2005 απόφαση του Τριμελούς, επίσης Πλημμελειοδικείου Καβάλας, σε φυλάκιση δύο ετών και σε χρηματική ποινή 1500 ευρώ, για την πράξη της μαστροπείας κατ'εξακολούθηση, με προαγωγή στην πορνεία των Γ3, Γ4, Γ2 KAI Γ5. Οι εφέσεις που άσκησε κατά των ανωτέρω αποφάσεων συνεκδικάσθησαν, λόγω συναφείας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 1068/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο κήρυξε και πάλι ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και του επέβαλε, για μεν την πράξη της μαστροπείας, που αναφέρεται στην υπ'αριθ. 116/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, φυλάκιση δύο ετών, για δε την πράξη της μαστροπείας κατ'εξακολούθηση, που αναφέρεται στην υπ'αριθ. 888/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, φυλάκιση δύο ετών και χρηματική ποινή 1500 δραχμών. Από τα ανωτέρω προκύπτει ανενδοίαστα ότι δεν χειροτέρευσε η θέση του αναιρεσείοντος, αφού, με την προσβαλλόμενη απόφαση, του επιβλήθηκαν ακριβώς οι ίδιες πρωτόδικες ποινές. Η επιλογή του Εφετείου να επιβάλει στον εν λόγω αναιρεσείοντα δύο ποινές και όχι μία, εν όψει του ότι πρόκειται για έγκλημα κατ'εξακολούθηση, ανήκε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, στη διακριτική του ευχέρεια, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά και ως εκ τούτου, ο σχετικός (συναφής) λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. IV. Από τη διάταξη του άρθρου 211 περ.β' ΚΠΔ, κατά την οποία, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο... β) όσοι κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη που εκδικάζεται, και αν ακόμη δεν τους επιβλήθηκε ποινή, προκύπτει ότι η εξέταση μάρτυρα στο ακροατήριο κατά παράβαση της διατάξεως αυτής, με την οποία ισοδυναμεί και η ανάγνωση προανακριτικής του καταθέσεως ή των πρακτικών της προηγούμενης δίκης που περιέχουν κατάθεσή του, δημιουργεί ακυρότητα, η οποία όμως είναι σχετική και, αν δεν προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, καλύπτεται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1 και 174 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. 'Ετσι, η ακυρότητα που δημιουργείται, από την κατάθεση μάρτυρα στο ακροατήριο εκείνου, ο οποίος είχε καταδικασθεί για την ίδια πράξη ή την ισοδύναμη ανάγνωση της προανακριτικής καταθέσεώς του ή απολογίας ή των πρακτικών προηγούμενης δίκης που περιέχουν κατάθεση ή απολογία του, καλύπτεται από τη μη σχετική εναντίωση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται ο σχετικός, για ακυρότητα της διαδικασίας, λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία, στο ακροατήριο, εξετάσθηκε, μεταξύ άλλων, ως μάρτυρας, η πρώτη αναιρεσείουσα Χ1, η οποία έχει καταδικασθεί για την πράξη της παροχής καταλύματος σε αλλοδαπές κατά συρροή, για την οποία πράξη καταδικάσθηκε επίσης και ο αναιρεσείων Χ2, καθώς και ότι αναγνώστηκαν τα πρακτικά της δίκης εκείνης, που περιείχαν την απολογία της. Η κατάθεση, όμως, αυτή της εν λόγω Χ1 έλαβε χώρα χωρίς να εκδηλωθεί σχετική εναντίωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2 ή έστω του νομικού του παραστάτη. Επομένως, ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε από την κατάθεση αυτή και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μετά από όλα όσα προαναφέρθηκαν, οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, κατ'άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει τις από 22-1-2007 αιτήσεις των X1 και X2, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1068/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ