Αριθμός 1014/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Τ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρακώστα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6412/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 123/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και μόνο ως προς την επιβληθείσα ποινή και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 470 ΚΠΔ "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσον εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του είτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται", η παραβίαση δε της άνω διατάξεως ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της υπερβάσεως εξουσίας. Χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου -εκκαλούντος επέρχεται και όταν το δικαστήριο, το οποίο κρίνει επί ενδίκου μέσου που ήσκησε ο ίδιος ή ησκήθη υπέρ αυτού, παρά το ότι εκήρυξε αθώο ή έπαυσε την κατηγορία οριστικώς δι' έν από τα κεφάλαια της ή για μερικότερες πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, διετήρησε την ιδία ποινή. Η εκ της άνω διατάξεως πηγάζουσα αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος δεν παραβιάζεται επί εξακολουθούντος εγκλήματος, όταν η για το τελευταίο αυτό επιβληθείσα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ποινή είναι μικρότερα εκείνης, η οποία κατεγνώσθη από την πρωτόδικη απόφαση, καίτοι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διατηρεί το ίδιο ύψος για την ποινή μόνο της φυλακίσεως, αλλά μειώνει την χρηματική ποινή (ΑΠ 727/2010, ΑΠ 1555/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 6412/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δικάσαντος κατ' έφεση, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο τον κήρυξε ένοχο για τις υπό στοιχεία 1, 2, 4, 5, 6 πράξεις του κατηγορητηρίου για παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 1800/1982, πράξη τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση και, αφού τον κήρυξε αθώο για την υπό στοιχείο 3 του κατηγορητηρίου μερικότερα πράξη, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών μετατραπείσα προς 5 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Ο αναίρεσείων αιτιάται με τον υπό στοιχείο Α σχετικό λόγο αναιρέσεώς του, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, με την χειροτέρευση της θέσεως του, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιβάλλει την αυτή ποινή φυλακίσεως των δύο ετών δια της υπ' αριθμ. 67727/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Όμως, όπως προκύπτει από την επίσης παραδεκτή επισκόπηση της τελευταίας αυτής (πρωτοδίκου) αποφάσεως, αυτή επέβαλε ποινή φυλακίσεως, δύο ετών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ ήτοι η επιβληθείσα ποινή πρωτοδίκως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι μεγαλύτερα της ποινής που επέβαλε η προσβαλλομένη απόφαση, των δύο ετών και των 250 ευρώ, λαμβάνουσα καταφανώς υπ' όψη της κατά την επιμέτρηση της ποινής το γεγονός της αθωώσεως στο δεύτερο βαθμό για την ανωτέρω υπό στοιχ.3 για την μία μερικότερα πράξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο προβαλλόμενος συναφής λόγος αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας λόγω της χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1300/1982 "Ζωοκλοπή" με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή 20.000 έως 1.000.000 δρχ. [59 - 2.900 ευρώ] τιμωρείται η κλοπή κυψελών μελισσών, επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ίδιου ως άνω νόμου "το ίδιο δικαστήριο (το αρμόδιο για εκδίκαση της ζωοκλοπής) αποφασίζει υποχρεωτικά για τη χρηματική ικανοποίηση του παθόντα λόγω ηθικής βλάβης. Τέλος κατ' άρθρο 6 του ίδιου νόμου 1) η ζωοκλοπή και η ... διώκονται σε κάθε περίπτωση αυτεπάγγελτα. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση αυτής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους. Διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί πραγματικής πλάνης, αφού η παραδοχή τον οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και κατά συνέπεια στην απαλλαγή του και ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ αφού η παραδοχή του οδηγεί κατά την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 παρ.1 του ιδίου Κώδικα. Από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ΠΚ, η οποία ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή η εσφαλμένη αντίληψη του πράττοντος για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορα ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6412/2012 απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά: "Ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, στους αναφερόμενους τόπους, χρόνους και χρονικά διαστήματα αφαίρεσε ικανό αριθμό κυψελών μελισσών με μελίσσια ή χωρίς να έχουν μελίσσια από την κατοχή και κυριότητα των παθόντων μελισσοκόμων, οι οποίοι ασκούν τη μελισσοκομία στην ευρύτερη περιοχή Αχαρνών, όπως τα περιστατικά ειδικότερα αναφέρονται και περιγράφονται στις πράξεις του κατηγορητηρίου σε πέντε περιπτώσεις, κατά Μ., Δ., Λ., Θ. που κατέθεσε ως μάρτυρας στο ακροατήριο και Λ., δηλαδή ξένα ολικά πράγματα από την κατοχή των ιδιοκτητών αυτών με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, γι' αυτό τις κυψέλες αυτές τοποθέτησε, μόνος του ή με τη βοήθεια άλλου, σε παρακείμενο της οικίας του οικόπεδο, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα στη σύζυγο του που κατέθεσε στο ακροατήριο ως μάρτυρας υπεράσπισης. Στην περίπτωση 3 του κατηγορητηρίου από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν προσδιορίστηκαν με τον κωδικό τους ή άλλο στοιχείο, οι συγκεκριμένες κυψέλες μελισσών που διέφυγαν της κατοχής του ιδιοκτήτη Ρ. και αν από τις ευρεθείσες στους χώρους της οικίας ή κατοχής του κατηγορουμένου κάποιες ανήκουν σ' αυτόν, γι' αυτό ο κατηγορούμενος πρέπει να απαλλαγή της επιμέρους αυτής πράξης που φέρεται με τις άλλες κατ' εξακολούθηση. Τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από τις στο ακροατήριο καταθέσεις των μαρτύρων, προέδρου του Μελισσοκομικού Συνεταιρισμού Αχαρνών και των παθόντων των κλοπών, οι οποίοι αναγνώρισαν τις δικές τους κυψέλες, καθώς αυτές φέρουν συγκεκριμένους κωδικούς - αριθμούς. Ειδικότερα από τις μαρτυρικές αυτές καταθέσεις προέκυψε ότι στην αυλή της οικίας του κατηγορουμένου και σε οικόπεδο που διαχωρίζεται από αυτή από την οδό ..., ιδιοκτησίας της συζύγου του, όπως αποδείχθηκε, βρέθηκαν πάνω από 70 κυψέλες, τις οποίες μετέφεραν με φορτηγό παρουσία αστυνομικών οργάνων και εισαγγελικού λειτουργού. Μεταξύ αυτών οι αναφερόμενοι στο κατηγορητήριο παθόντες βρήκαν τις δικές τους. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι αυτός πήρε τις κυψέλες, πλην όμως δεν απέδειξε πειστικά πώς βρέθηκαν αυτές στους δικούς του χώρους, εφόσον τα περί Αλβανού για τον οποίο δεν προέκυψε καταχώρηση ως μελισσοκόμος δεν πείθουν το δικαστήριο. Οι κυψέλες κατασχέθηκαν και στη συνέχεια αποδόθηκαν προσωρινά σε όσους μελισσοκόμους προέκυψε από τα στοιχεία τους ότι τους ανήκουν, όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις κατάσχεσης και απόδοσης που αναγνώστηκαν. Κατόπιν αυτών, ο κατηγορούμενος, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος της πράξης κατ' εξακολούθηση που κατηγορείται για τις επιμέρους πράξεις του κατηγορητηρίου 1, 2, 4, 5, 6, η οποία συνολική (πράξη) στο κλητήριο θέσπισμα έχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατ' άρθρα 320 και 321 Π.Κ. και δη πλήρη προσδιορισμό αυτής μετά του άρθρου του ν. 1300/1986 που παραβιάστηκε, υπόψη ότι δεν εισάγεται με το άρθρο 4 του νόμου αυτού, επομένως δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά του. Επίσης αποδείχθηκε ότι μετά την προανάκριση που διενεργήθηκε από τα αστυνομικά όργανα του Τ.Α. Αχαρνών ασκήθηκε αυτεπάγγελτα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος αρνείται την πράξη, ισχυριζόμενος ότι Αλβανός με το όνομα F. έφερε τις κυψέλες ως δικές του, ισχυρισμός που δεν αποδείχθηκε. Επομένως, όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθώς και αυτοί για αναγνώριση στον κατηγορούμενο ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 Π.Κ. διότι τα επικαλούμενα περιστατικά περί συνδρομής των αστυνομικών οργάνων για τη διαλεύκανση της υπόθεσης δεν αποδείχθηκαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα ζωοκλοπής κατ' εξακολούθηση κυψελών και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών μετατραπείσα προς 5 ευρώ και χρηματική ποινή 250 ευρώ και απέρριψε τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς εκ του άρθρου 84 παρ2 εδαφ.α και γ Π.Κ. και του άρθρου 30 παρ 1 ΠΚ. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την τέλεση του αδικήματος της ζωοκλοπής, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1300/1982, την οποία εφάρμοσε. Επίσης και ως προς την απορριπτική επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κρίση του, διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ" αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε αβάσιμους τους εν λόγω ισχυρισμούς. Άλλωστε, ο αναιρεσείων, αρνούμενος την ενοχή του, όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α + γ Π.Κ., όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχεν προβληθεί εντελώς αόριστα με επίκληση μόνον ότι "είναι οικογενειάρχης και δεν έχει απασχολήσει τις αρχές με τέτοιου είδους αδικήματα και ότι έδωσε στοιχεία του ατόμου που φερόταν ως ιδιοκτήτης των κυψελών και βοήθησε με όσα μέσα και στοιχεία είχε τις αρχές". Ειδικότερα, όσον αφορά τις λοιπές επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος α) η υπό στοιχείο Β 2α αιτίαση περί απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής δίωξης εκ του λόγου ότι ουδείς υπέβαλε μήνυση, είναι αβάσιμη, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 1300/1982 η δίωξη για το αδίκημα της ζωοκλοπής γίνεται από τον εισαγγελέα αυτεπάγγελτα με οιαδήποτε αφορμή, καταγγελία ή μήνυση β) η υπό στοιχείο Β2β αιτίαση περί απώλειας του δικαιώματος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, εφόσον δεν επιδικάσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση προβάλλεται χωρίς να υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος. Συνεπώς ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510, παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ σχετικός Β2α, 2β, Β3, Β4 και Β5 λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω οι αιτιάσεις ότι δεν αποδείχθηκε ο δόλος, ούτε η κυριότητα των παθόντων επί των συγκεκριμένων κυψελών μελισσίων και ότι προέκυψαν αμφιβολίες περί την ενοχή του αναιρεσείοντες, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Κατά την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδο της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος διαλαμβάνοντας στην έφεσή του ειδικό λόγο περί τούτου. Τούτο αποτελεί την προϋπόθεση για να μπορεί να προτείνει παραδεκτά στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισμό και τούτο θα γίνει πριν την ανάπτυξη της εφέσεως από τον εισαγγελέα ή την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης υπ' αριθ. 67727/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της προσβαλλομένης αποφάσεως προέκυψαν τα ακόλουθα: Στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος (εκπροσωπήθηκε κατ' άρθρο 340 παρ.2 ΚΠΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Καράκωστα, αλλά δεν προέβαλλε καμία ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Στη συνέχεια στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στο οποίο εκπροσωπήθηκε και πάλι από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο υπέβαλε το πρώτον την ένσταση της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος . Όμως η για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προβολή της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα , απαράδεκτη διότι έχει καλυφθεί εκ της μη προσβολής της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκ περισσού απάντησε στην προβληθείσα ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως η υπό στοιχείο Β1 αιτίαση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος είναι αβάσιμη. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Ιανουαρίου 2013 αίτηση-δήλωση του Τ. Π. του Δ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6412/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ