Αριθμός 915/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Τ. Μ. και Ε. Δ. Έ." (ΤΜΕΔΕ ΝΠΙΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Μ., κατοίκου δημοτικής ενότητας ... του Δήμου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κόκκινο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 161/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-6-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 96/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε η από 27-6-2018 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθμ. 161/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε κάνει δεκτή την από 9-4-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκαν α) οι από 26-02-2013 και με αριθμούς πρωτοκόλλου 17219 και 17221 βεβαιώσεις οφειλών του ήδη αναιρεσείοντος και β) οι από 26-02-2013 και με αριθμούς πρωτοκόλλου ... ατομικές ειδοποιήσεις και προσκλήσεις του τελευταίου, για τα αναγραφόμενα σε αυτές ποσά. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2. Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995). Ο λόγος δε αυτός ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας, (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 741/2017). Ειδικότερα, η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, βρίσκεται, βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση ή βάσει ρητρών κανονιστικής ισχύος, που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στο συμβατικό δεσμό που ρυθμίζουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι, συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι διαφορές που απορρέουν από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, 28/2011, ΟλΑΠ 8/2000, 7/2001). Παραλλήλως, οι διατάξεις του άρθρου 73 ν.δ. 356/1974 "Περί κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), ρυθμίζουν λεπτομερώς την άσκηση από το θιγόμενο ιδιώτη, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ανακοπής, τόσον πριν, όσο και μετά την έναρξη διοικητικής εκτελέσεως. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο τίτλος του άρθρου 2 παρ.2 ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτελέσεως, αποδεικνύει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου, η διαφορά, που δημιουργείται με την άσκηση της απορρέουσας από τη διάταξη του άρθρου 73 ιδίου Κώδικα ανακοπής του θιγόμενου ιδιώτη, φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοικήσεως και την είσπραξη της απαιτήσεως από το Δημόσιο Ταμείο. Επομένως, δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής έχουν, συμφώνως προς τα ανωτέρω και υπό την ισχύ του ν.1406/1983, τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 14/2003,ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2326/1940, σκοπός του ΤΣΜΕΔΕ είναι η παροχή συντάξεως ή εφάπαξ βοηθήματος στους μετόχους, οι οποίοι παύουν να εξασκούν επάγγελμα, όπως και στις οικογένειες τους, με το άρθρο 7 δε του ίδιου νόμου ορίσθηκαν οι πόροι του Ταμείου, και στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 915/1979, ορίζονται τα εξής: "Πάσα απαίτησις του Ταμείου εξ οιασδήποτε αιτίας προερχόμενη, μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων, εισπράττεται βάσει των δικονομικών διατάξεων της εκάστοτε ισχυούσης δια την αναγκαστικήν είσπραξιν των Δημοσίων εσόδων, νομοθεσίας...Τίτλον δια την τοιαύτην αναγκαστικήν είσπραξιν αποτελεί απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, του ΤΣΜΕΔΕ, καθορίζουσα το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων εν γένει απαιτήσεων και προσθέτων επιβαρύνσεων, την αιτίαν της οφειλής, ως και την περίοδον εις ην ανάγεται αύτη. Δια της επιδόσεως της ατομικής ειδοποιήσεως εις οφειλέτην διακόπτεται η παραγραφή. Το Ταμείον δύναται να επιδιώξει την είσπραξιν των απαιτήσεων του και κατά την τακτικήν διαδικασίαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ". Επιπλέον, με το άρθρο 16 του προαναφερόμενου Ν. 915/1979, με το οποίο τροποποιήθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 2 του ΝΔ. 2724/1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της κειμένης νομοθεσίας περί Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε" (ΦΕΚ Α' 327), ορίζονται τα εξής: "... Δια Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., καθορίζεται ο τρόπος και αι προϋποθέσεις εκχωρήσεως προς το Ταμείον του αντιτίμου της εργολαβίας, ο τρόπος καταβολής μέρους ή ολοκλήρου της προεξοφλούμενης απαιτήσεως, το ποσοστόν της προμηθείας του Ταμείου όπερ δεν δύναται να είναι μεγαλύτερον του νομίμου προεξοφλητικού τόκου των Τραπεζών, ως και πάσα αναγκαία λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου". Κατ` εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης, εκδόθηκε το Π.Δ. 126 της 30.1/13.2.1981 "Περί προεξοφλήσεως παρά του Ταμείου Συντάξεων Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.) εις εργολήπτας - μετόχους αυτού, πιστοποιηθέντων υπέρ αυτών λογαριασμών, εκ της εκτελέσεως Δημοσίων Έργων ή Προμηθειών" (Φ. Α' 37), στο άρθρο 1 του οποίου, ορίζεται ότι: "Οι μέτοχοι προκειμένου να τύχουν παρά του Ταμείου προεξοφλήσεως απαιτήσεώς των, προερχομένης εκ της υπ` αυτών εκτελέσεως έργων ή προμηθειών του Δημοσίου, Δήμων, Κοινοτήτων, Ν.Π.Δ.Δ., Οργανισμών Κοινής Ωφελείας, Δημοσίων Επιχειρήσεων και Τραπεζών, οφείλουν να εκχωρήσουν προς τούτο την τοιαύτην απαίτησίν των, δι' υπογραφής ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του μετόχου και του νομίμου εκπροσώπου του Ταμείου. Κατά την υπογραφήν της συμβάσεως εκχωρήσεως, ο μέτοχος υπόσχεται δι' αυτής την εκχωρουμένην απαίτησίν του, ελευθέραν πάσης ετέρας εκχωρήσεως, συμψηφισμού ή απαιτήσεως τρίτου ή κατασχέσεως και εξουσιοδοτεί το Ταμείον, όπως εισπράττη παρά του οφειλέτου, άνευ ετέρας διατυπώσεως την εκχωρουμένην απαίτησίν του, παραγγέλλει δε εις τον οφειλέτην όπως το εκχωρούμενον ποσόν καταβάλη εις το Ταμείον. Η σύμβασις εκχωρήσεως αναγγέλλεται νομίμως εις τον οφειλέτην δια κοινοποιήσεως προς αυτόν, διδομένης της σχετικής παραγγελίας παρά των συμβαλλομένων, εκχωρητού και εκδοχέως", στο δε άρθρο 2 αυτού, ορίζεται ότι: "Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, αποφασίζει, περί του κατά περίπτωσιν ποσοστού προεξοφλήσεως των εκχωρουμένων υπό των μετόχων λογαριασμών πληρωμής έργων, εκτελεσθέντων υπ` αυτών ή προμηθειών...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το ΤΣMΕΔΕ (ήδη ΤΜΕΔΕ) έχει διφυή χαρακτήρα, αφ` ενός συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως και υπό την ιδιότητα αυτή αποτελεί φορέα δημόσιας εξουσίας και αφ` ετέρου ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (fiscus), όπως ακριβώς δρούν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυώμενο υπέρ των μελών του και προβαίνοντας στην προεξόφληση απαιτήσεων αυτών, τα οποία επιδίδονται έτσι απρόσκοπτα στην ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων, καταβάλλοντας στο Ταμείο ορισμένη προμήθεια (βλ. ΑΠ 1103/2020, ΑΠ 741/2017). 3. Εν προκειμένω, από την επιτρεπτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 9-4-2013 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε, για τους επικαλούμενους σε αυτή λόγους, να ακυρωθούν α) οι από 26-02-2013 και με αριθμούς πρωτοκόλλου 17219 και 17221 βεβαιώσεις οφειλών του προϊσταμένου του Ε. Τ. Α. Α. (ΕΤΑΑ)-Τ. Μ. Κ. Ε. Δ. Ε. και β) οι από 26-02-2013 και με αριθμούς πρωτοκόλλου ... ατομικές ειδοποιήσεις και προσκλήσεις του Α' αντιπροέδρου το ΔΣ του ΕΤΑΑ και προέδρου της διοικούσας επιτροπής του ΕΤΑΑ-Τ. Μ. Κ. Ε. Δ. Ε., καθολικός διάδοχος του οποίου (ΕΤΑΑ) είναι το ήδη αναιρεσείον "Τ. Μ. και Ε. Δ. Έ."(ΤΜΕΔΕ ΝΠΙΔ), με τις οποίες το καθ` ου η ανακοπή, ήδη αναιρεσείον, βεβαίωσε εις βάρος του οφειλή και τον κάλεσε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 69.638,60 ευρώ, που προέρχεται από κεφάλαιο, προμήθειες και τόκους με βάση την υπ'αριθμ.... σύμβαση προεξόφλησης και εκχώρησης απαίτησης, που υπογράφηκε από το "Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων - Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το καθ' ου η ανακοπή, και την κοινοπραξία με την επωνυμία "Π. Τ. Έ. Ο..Ε.. - Ν. Κ. Κ. Ε.", ο δε ανακόπτων Καλοδούκας Παπαμιχαήλ ήταν, κατά το χρόνο εκείνο, ομόρρυθμος εταίρος, διαχειριστής και εκπρόσωπος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, σύμφωνα με το από 11-10-1989 καταστατικό ίδρυσης ομορρύθμου εταιρείας. Με βάση τους όρους της εν λόγω σύμβασης, το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. συμφώνησε να προεξοφλήσει προς την εργολήπτρια κοινοπραξία το ποσό των 9.776.132 δραχμών (ήδη 28.690,04 ευρώ), το οποίο αποτελούσε την απαίτηση της ως άνω κοινοπραξίας από τον 9° λογαριασμό πληρωμής, έναντι της τότε Κοινότητας ... ..., για την εκτέλεση του έργου "Διαμόρφωση πλατείας Φαληράκι", για την οποία είχε αναδειχθεί μειοδότρια, ενώ παράλληλα, η κοινοπραξία εκχώρησε προς το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. την απαίτησή της έναντι της παραπάνω κοινότητας, παραγγέλλοντας αυτήν να καταβάλει το ποσό αυτό χωρίς άλλη εντολή ή σύμπραξη της εκχωρήτριας κοινοπραξίας. Η προεξόφληση αυτή συμφωνήθηκε να γίνει έναντι προμήθειας, η οποία ανερχόταν σε ποσοστό 11%, καθώς και με επιτόκιο 13% ετησίως, ενώ συνομολογήθηκε περαιτέρω ο όρος ότι το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. θα είχε το δικαίωμα, ανεξάρτητα από την αγωγή του ενεχύρου, να ασκεί την αγωγή που απέρρεε από τη συγκεκριμένη σύμβαση κατά της συμβαλλόμενης κοινοπραξίας. Εν συνεχεία, σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. κατέβαλε προς την κοινοπραξία το ποσό των 5.865.679 δραχμών (ήδη 17.214 ευρώ), το έργο δε για την εκτέλεση του οποίου συστήθηκε η εν λόγω κοινοπραξία εκτελέστηκε και παραλήφθηκε οριστικά από την κοινότητα ... στις 31-10-1996. Μετά πάροδο έντεκα (11) περίπου ετών, το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. κοινοποίησε στον ανακόπτοντα το με αριθμό 50780/19-6-2007 έγγραφό του, με το οποίο του γνωστοποιούσε ότι υφίσταται οφειλή του από προεξόφληση - εκχώρηση λογαριασμού ύψους 61.955,32 ευρώ, επί του οποίου (εγγράφου) ο ανακόπτων απάντησε με την από 27-7-2007 εξώδικη απάντηση, με την οποία αποποιήθηκε κάθε ευθύνης του για τη συγκεκριμένη απαίτηση και κάλεσε το ΤΣΜΕΔΕ να αναζητήσει την είσπραξη της απαίτησης από τον Δήμο ... (με την ιδιότητά του τελευταίου ως καθολικού διαδόχου της κοινότητας ...)". Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε ότι: "Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων...προκύπτει ότι εν προκειμένω το καθ'ου η ανακοπή ενήργησε ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (fiscus), όπως ακριβώς και τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα προεξοφλώντας μία απαίτηση έναντι προμηθείας. Κατά συνέπεια η εκ της αιτίας αυτής απαίτηση δημιουργεί... ιδιωτική διαφορά, για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια, επομένως ο πρώτος λόγος έφεσης,με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου θεώρησε ότι έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς,είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Η κρίση αυτή του ως άνω Δικαστηρίου, με βάση την οποία απέρριψε ακολούθως την ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ως προς την ένδικη διαφορά, που πρότεινε το αναιρεσείον, είναι ορθή, εφ` όσον, κατά τα προεκτεθέντα, η δυνατότητα εκτελέσεως προς είσπραξη της επίδικης απαιτήσεως μόνο κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, δεν αρκεί για να καταστήσει διοικητική την ένδικη διαφορά. Τούτο δε διότι η υποκείμενη έννομη σχέση δεν εμφανίζει στοιχεία υπεροχής του καθ` ού η ανακοπή αναιρεσείοντος έναντι του ανακόπτοντος αναιρεσιβλήτου, αλλά είναι ιδιωτικού δικαίου, οπότε τον ίδιο χαρακτήρα έχει και η ένδικη διαφορά. Ειδικότερα, οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος αφορούν στην καταβολή κεφαλαίου, προμηθειών και τόκων από την υπ'αριθμ.... σύμβαση προεξόφλησης έναντι προμηθείας και εκχώρησης απαίτησης, στην σύναψη της οποίας προέβη το αναιρεσείον ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου, και στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του αυτής παρέχον στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εντεύθεν η υποκείμενη σχέση της διαφοράς, είναι ιδιωτικού δικαίου, ενώ δεν εξαρτάται από τη σχετική σύμβαση, που συνήφθη για την εκτέλεση του έργου, ούτε γεννήθηκε από αυτή. Δηλαδή η απαίτηση του αναιρεσείοντος, η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται με τις προσβαλλόμενες πράξεις, στηρίζεται σε έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου (σύμβαση προεξόφλησης έναντι προμηθείας και εκχώρησης απαίτησης) και, ως εκ τούτου, η ένδικη διαφορά είναι, κατά την ουσιαστική της φύση, ιδιωτική, αφού διέπεται από κανόνες ιδιωτικού δικαίου, η φύση της δε αυτή δεν μεταβάλλεται σε διοικητική με την παρεμβολή της βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοίκησης και την είσπραξη της απαίτησης από το δημόσιο ταμείο, ούτε ασκεί έννομη επιρροή, αν αυτή καταρτίστηκε για την εξυπηρέτηση, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, υποκείμενη σχέση. Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο (κατά την νοηματική του εκτίμηση) το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 4. Στο άρθρο 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999, φ. 97 Α') ορίζεται ότι: "1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης. 2. Ανακοπή, επίσης, χωρεί κατά: α) της αρνητικής δήλωσης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κ.Ε.Δ.Ε., εφόσον και η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου, β) της δήλωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου, για την ύπαρξη απαίτησης δημοσίου δικαίου ή προνομίου του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 62 του Κ.Ε.Δ.Ε. 3. Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 63 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη διαδικασία". Επίσης, στο άρθρο 219 παρ. 1 περ. α' του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: "Προς άσκηση ανακοπής νομιμοποιούνται: α) στις περιπτώσεις α', β', γ' και ε' της παρ. 1 του άρθρου 217: ο καθ' ου ή ο θιγόμενος ενυπόθηκος δανειστής". Εξάλλου, στο μεν άρθρο 4 του Ν.Δ/τος 356/1974 ("Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", φ. 90 Α') ορίζεται ότι: "1. `Αμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται... να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν και να κοινοποιήσει ταύτην περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις ... 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων", στο δε άρθρο 41 του Β.Δ/τος 757/1969 (φ. 241 Α'), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Π.Δ/τος 26/1977 (φ. 14 Α'), ορίζεται ότι: "Αι κατά τον Νόμον περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων εκδιδόμενοι ατομικαί ειδοποιήσεις διά την καταβολήν των βεβαιωθέντων εσόδων καταχωρούνται εις ειδικόν βιβλίον, δέον δε να είναι σαφείς, καθαρογεγραμμέναι και να περιέχουν πλήρη τα στοιχεία του χρέους του οφειλέτου. Επί χρεών καταβαλλομένων εις δόσεις, δέον να σημειούται απαραιτήτως το ποσόν και η χρονολογία καθ' ην είναι καταβλητέα εκάστη δόσις, επί δε εφάπαξ καταβαλλομένων χρεών η χρονολογία καταβολής των. Εφ' ενός εκάστου των τίτλων εισπράξεως συντάσσεται πράξις, πιστοποιούσα την έκδοσιν των ατομικών ειδοποιήσεων προς τους οφειλέτας". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και ενόψει όσων εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σύμφωνα με τα οποία με την ανακοπή προσβάλλονται όλες οι πράξεις που εκδίδονται από την ταμειακή βεβαίωση της οφειλής έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκτέλεσης, συνάγεται ότι η ατομική ειδοποίηση του άρθρου 4 του Κ.Ε.Δ.Ε. δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη, που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης, αλλά πληροφοριακό έγγραφο, το οποίο αποστέλλεται από τον Προϊστάμενο της οικείας Δ.Ο.Υ. προς τον οφειλέτη για να του γνωστοποιήσει το υφιστάμενο χρέος του, κατά του οποίου δεν χωρεί ανακοπή του άρθρου 217 Κ.Διοικ.Δικ. Εφόσον όμως στην ατομική αυτή ειδοποίηση περιέχεται, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του Κ.Ε.Δ.Ε., η πράξη ταμειακής βεβαίωσης του σχετικού χρέους, τότε η ανακοπή είναι δυνατόν, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, να θεωρηθεί ότι στρέφεται και κατά της ταμειακής βεβαίωσης και να ερευνηθεί η ανακοπή ως προς αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 1639/2003). Κατ' εξαίρεση όμως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ατομική ειδοποίηση έχει εκτελεστό χαρακτήρα στην περίπτωση, που αποστέλλεται σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι κατά νόμο είτε αλληλεγγύως υπεύθυνο με τον οφειλέτη για την εξόφληση του χρέους είτε αυτοτελώς υπεύθυνο για την εξόφληση του προς τρίτο χρέους του (το οποίο επιδιώκεται να εισπραχθεί σε βάρος του, λόγω εκχώρησης προς το Δημόσιο) με τις περί Κ.Ε.Δ.Ε. διατάξεις, χωρίς να προηγηθεί ταμειακή βεβαίωση σε βάρος του. Και τούτο, διότι η αποστολή ατομικής ειδοποίησης στην περίπτωση αυτή έχει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, καθ' όσον ο οφειλέτης καλείται για πρώτη φορά, ως είτε εις ολόκληρον είτε αυτοτελώς αντίστοιχα υπόχρεος, να καταβάλει ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο, με την απειλή λήψης μέτρων εκτέλεσης σε βάρος του, ενώ η δυνατότητα προσβολής μεταγενέστερων πράξεων εκτέλεσης (έκθεσης κατάσχεσης, προγράμματος πλειστηριασμού κ.λ.π.) δεν εξασφαλίζει πλήρως το Συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμά του για δικαστική προστασία (άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος), αφού κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την έκδοση μεταγενέστερων πράξεων εκτέλεσης δεν του παρέχεται κανένα ένδικο βοήθημα προς υποστήριξη των δικαιωμάτων του (σε περίπτωση που δεν εκδίδεται ταμειακή βεβαίωση σε βάρος του), παράλληλα δε υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες από την ύπαρξη της οφειλής του (υπολογισμός προσαυξήσεων, ενδεχόμενη άσκηση ποινικής δίωξης κλπ.) (πρβλ.ΣτΕ 1552/2017, ΣτΕ 1639/2003,ΕΣ 6474/2015). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). 5. Εν προκειμένω, το Εφετείο, ερευνώντας το παραδεκτό του αιτήματος της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης ανακοπής, προκύπτει ότι ο ανακόπτων εκτός από τις ατομικές ειδοποιήσεις, προσβάλλει σαφώς και τις κοινοποιηθείσες σε αυτόν ταμειακές βεβαιώσεις, επομένως ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν επαναφέρει τον ισχυρισμό περί απαράδεκτης προσβολής των αναφερομένων στην ανακοπή ατομικών ειδοποιήσεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ενόψει του ότι έχουν εκδοθεί οι αναφερόμενες στις ατομικές ειδοποιήσεις χρεών υπ` αριθμ... ταμειακές βεβαιώσεις, οι οποίες και συμπροσβάλλονται, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου (άρθ.559 αρ.14), όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης (κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου),ο οποίος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 6. Με το άρθρο 17 Εισ.Ν.ΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή των διατάξεων για παραγραφή, που αφορούσαν το Δημόσιο. Έτσι, μετά την εισαγωγή του Α.Κ., καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του Α.Κ., εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούν το Δημόσιο ή τυχόν μεταγενέστερες του Α,Κ ειδικές διατάξεις. Επακολούθησε το Ν.Δ. 321/1969, "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: "Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, εκδόθηκε το Β.Δ. 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον ότι και κατά το άρθρο 101 Ν.Δ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς. Εκδόθηκε όμως το Ν.Δ. 496/74, το οποίο με τα άρθρα 44 επ. ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρο 44 του ν.δ. 496/1974, περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ., ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ν.π. παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ. 1 εδ. α' )..... "Χρέη προς το ν.π. α).., β).., γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2). Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλην των αναφερομένων στην παρ.1)..... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν". Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ν.δ. 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς. Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54: Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννωμένων αξιώσεων. Άρθρο 55: Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι". Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι" εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του Π.Δ, 305/1985 (ΑΠ 663/2011,ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006). Με το ν. 2326/1940 ιδρύθηκε το Ταμείο Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), του οποίου καθολικός διάδοχος κατέστη αρχικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 και 38 του ν.3655/2008, το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) και στη συνέχεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ.1 και 2 του Ν.4387/2016 και των άρθρων 1 παρ.1,2 και 3 και 27 παρ.1 και 2 ΥΑ Αριθμ.Φ.80000/οικ.58192/2153 του Υπουργού Εργασίας,Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το αναιρεσείον Τ. Μ. και Ε. Δ. Έ. (ΤΜΕΔΕ ΝΠΙΔ) υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/1977, εξαιρέθηκε τούτο ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ν δ 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων Ν.Π.Δ.Δ., δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Α.Κ. Έτσι, κατά το άρθρο 249 του κώδικα αυτού, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όπως στην περίπτωση του άρθρου 250 περ.5, που αναφέρεται στις αξιώσεις εκείνων, που ασκούν κατ' επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους οι οποίες παραγράφονται σε πέντε χρόνια, από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 251-253 του Α.Κ. Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ΤΣΜΕΔΕ έχει διφυή χαρακτήρα, αφενός συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και με την ιδιότητα αυτή αποτελεί φορέα δημόσιας εξουσίας και αφετέρου ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου, όπως ακριβώς δρούν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυόμενο υπέρ των μελών του και προβαίνοντας σε προεξόφληση απαιτήσεων αυτών, έναντι ορισμένης προμήθειας. Η καταβολή προμήθειας, είτε για την παροχή εγγύησης ή την έκδοση εγγυητικής επιστολής είτε για την προεξόφληση απαίτησης, συνιστά ανταποδοτικό αντάλλαγμα (αμοιβή). Κατά συνέπεια, το ΤΣΜΕΔΕ, κατά το μέρος που ασκεί κατ` επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα, ανήκει στην κατηγορία των προσώπων της περ. 5 του άρθρου 250 ΑΚ, και οι αντίστοιχες (για καταβολή προμήθειας) αξιώσεις του υπόκεινται στην οριζόμενη από το άρθρο αυτό πενταετή παραγραφή (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 350/2018, ΑΠ 1601/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 806 του Α.Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη). Οι αξιώσεις δε από δάνειο υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Επίσης, από το άρθρο 421 ΑΚ, που ορίζει ότι αν οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει το αντίθετο με σαφήνεια, σε συνδυασμό με το άρθρο 455 του ίδιου Κώδικα για την εκχώρηση, συνάγεται σαφώς ότι η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης. Και αν μεν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, τότε επέρχεται απόσβεση του χρέους αυτού, ενώ αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) (ΑΠ 1537/2004, ΑΠ 1463/1998, ΑΠ 409/1990). Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 16 του Ν. 915/1979 και 1 του Π.Δ. 126 της 30.1/13.2.1981 "Περί προεξοφλήσεως παρά του Ταμείου Συντάξεων Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.) εις εργολήπτας - μετόχους αυτού, πιστοποιηθέντων υπέρ αυτών λογαριασμών, εκ της εκτελέσεως Δημοσίων Έργων ή Προμηθειών" συνάγεται ότι έχει καθιερωθεί ειδικό καθεστώς διενέργειας προεξοφλήσεων από το Ταμείο στους εργολήπτες δημοσίων έργων - μετόχους του, των πιστοποιηθέντων υπέρ αυτών λογαριασμών για την εκτέλεση δημοσίων έργων. Η προεξόφληση αυτή προσιδιάζει σε δάνειο, αφού φέρει τα στοιχεία της σύμβασης δανείου, όπως αυτή διαμορφώνεται στον Αστικό Κώδικα, δεδομένου ότι το Ταμείο μεταβιβάζει στον εργολήπτη - μέτοχο κατά κυριότητα χρηματικό ποσό, το οποίο είναι ισόποσο με τον πιστοποιηθέντα λογαριασμό υπέρ του μετόχου, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει στο Ταμείο ισόποσο χρηματικό ποσό, προβαίνοντας, για την εξασφάλιση της απαίτησης του Ταμείου προς απόδοση του δανείου, σε εκχώρηση προς αυτό της απαίτησής του από τον πιστοποιηθέντα λογαριασμό. Η εκχώρηση δηλαδή της απαίτησης (εκ του λογαριασμού) αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της προεξόφλησης, άνευ συνδρομής και συνομολόγησης της οποίας (εκχώρησης) δεν θα μπορούσε να συνομολογηθεί σύμβαση προεξόφλησης, ήτοι δεν θα ήταν νόμιμη η έγκριση και η διενέργεια της προεξόφλησης από το Ταμείο. Η συνομολόγηση των όρων αυτών υπό του Ταμείου και μετόχων συνιστά συμβατική υπαγωγή αυτών στις ειδικές προβλέψεις του νόμου, διά των οποίων συνάπτεται και εξελίσσεται η εκ δικαίου ενοχή. Συνεπώς, υφίστανται δύο συμβάσεις, η της αιτίας (βασική σύμβαση προεξόφλησης λογαριασμού - δάνειο) και αυτή της εκχωρήσεως απαιτήσεως εκ του λογαριασμού, δηλαδή της απαιτήσεως έναντι του κυρίου του δημοσίου έργου, περιεχόμενο της οποίας, ειδικά όταν συμφωνείται λόγω ενεχύρου, δεν είναι η δια μόνης της εκχωρήσεως απόσβεση του χρέους του μετόχου προς το Ταμείο, αλλά η παροχή ασφάλειας από τον μέτοχο προς το Ταμείο. Επομένως, παρά τη γενομένη εκχώρηση ο μέτοχος - πιστούχος εξακολουθεί να οφείλει από την προεξόφληση, ήτοι εκ δανείου, αφού η εκχώρηση αυτή δεν απόσβεσε την εκ δανείου οφειλή και, ως εκ τούτου, το Ταμείο, που προέβη σε προεξόφληση, έχει αγωγή από τη σύμβαση του δανείου, η οποία, όπως αναφέρθηκε, παραγράφεται σε μία εικοσαετία κατά το άρθρο 249 ΑΚ. Με το άρθρο 26 παρ.11 του ν.4075/2012 (ΦΕΚ Α' 89/11-4-2012), στο τέλος της παραγράφου 1 του Α Τμήματος του άρθρου 137 του ν.3655/2008 (Α 58), προστέθηκε νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: "Απαιτήσεις του ΤΣΜΕΔΕ κατά ασφαλισμένων του από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, που έχουν εκδοθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν.3655/2008 (Α' 58), παραγράφονται εντός πενταετίας, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του επόμενου οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες". Με βάση δε τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον η παραγραφή των προαναφερόμενων απαιτήσεων του ΤΣΜΕΔΕ είχε συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν.4075/2012 (11-4-2012), υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προεκτέθηκε, η βεβαίωση της αντίστοιχης οφειλής και η εντεύθεν εφαρμογή του άρθρου 137 παρ.1, εδάφιο τελευταίο του ν.3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ.11 του ν.4075/2012, για την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης, αποτελούν διαδικασίες ακυρωτέες, αν ο οφειλέτης υποβάλλει σχετική ένσταση παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, ενώ δεν χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 137 Α' Τμήμα, παρ. 1, εδάφιο τελευταίο του Ν. 3655/2008 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 του Ν. 4075/2012), που εφαρμόζεται για τις μη παραγεγραμμένες μέχρι την 11.4.2012 οφειλές (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017). Σημειώνεται, ότι η τελευταία αυτή διάταξη εισάγει νέα ρύθμιση και δεν έχει ερμηνευτικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου ούτε και αναδρομική δύναμη. Τούτο δε γιατί οι ως άνω προϊσχύσασες σχετικές διατάξεις ήταν επαρκώς σαφείς ως προς την έννοια, την έκταση και το χρόνο εφαρμογής τους και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε περίπτωση ερμηνείας τους από το νομοθέτη (ΑΠ 1103/2020). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013,7/2006,4/2005). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). 5. Εν προκειμένω, το Εφετείο, ερευνώντας τον περί παραγραφής της επίδικης αξιώσεως του αναιρεσείοντος Ταμείου λόγο της ανακοπής, που είχε προτείνει ο αναιρεσίβλητος, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 250 αρ. 5 ΑΚ, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Στη συνέχεια, ο προϊστάμενος του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.), διαδόχου του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και δικαιοπαρόχου του νυν καθ' ου η ανακοπή (ΤΜΕΔΕ), προχώρησε στη βεβαίωση του ποσού των 69.638,60 ευρώ υπέρ του Ταμείου δυνάμει των υπ' αριθμ. ... Βεβαιώσεων Οφειλών (προσβαλλόμενων με την ανακοπή), τις οποίες επέδωσε προς τον ανακόπτοντα μαζί με τις υπ' αριθμ. .../26-2-2013 Ατομικές Ειδοποιήσεις (επίσης προσβαλλόμενες με την ανακοπή, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η αξίωση του καθ' ου η ανακοπή, η δικαστική επιδίωξη της οποίας ήταν δυνατή ήδη από την υπογραφή της σύμβασης προεξόφλησης (28-4-1995) σύμφωνα με τους προαναφερθέντες όρους, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 του ΑΚ...., καθώς μέχρι το έτος 1993 (ενν.2013) που χώρησε η βεβαίωσή της έχει παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των πέντε (5) ετών, αφού το ΤΣΜΕΔΕ κατά την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης προεξόφλησης και εκχώρησης απαίτησης, παρείχε πιστωτικές υπηρεσίες στην ανωτέρω κοινοπραξία, ενεργώντας ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (fiscus), ήτοι προέβη στην προεξόφληση της ένδικης απαίτησης, όπως ακριβώς θα λειτουργούσε και ένα πιστωτικό ίδρυμα, παρακρατώντας και σημαντικό μέρος της απαίτησης ως προμήθεια, κάτι που συνιστά αντάλλαγμα ανταποδοτικό για τις υπηρεσίες που παρείχε. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη και το ότι στο καταστατικό του καθ' ου η ανακοπή δεν προβλέπεται ειδική ρύθμιση σχετικά με την παραγραφή των αξιώσεών του κατά τρίτων, η ένδικη αξίωση υπόκειται στην παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 5 ΑΚ, ενώ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το εκκαλούν, δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 26 παρ.11 του ν. 4075/2012,...., αφού η εν λόγω διάταξη αφορά μόνο απαιτήσεις προερχόμενες από προμήθειες εγγυητικών επιστολών και όχι όλες τις περιπτώσεις που το ΤΣΜΕΔΕ έλαβε προμήθεια επειδή παρείχε πιστωτικές υπηρεσίες. Οι δε υπηρεσίες αυτές, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως σύμβαση δανείου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν, καθώς τα συγκεκριμένα στοιχεία της υπό κρίση περίπτωσης και ειδικότερα α) η πρόβλεψη προμήθειας υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ και β) η πρόβλεψη, με βάση το άρθρο 4 του Π.Δ. 126/1981, ότι η προεξόφληση λογαριασμών υπέρ εργοληπτών, γίνεται εντός των πλαισίων που διαγράφουν οι διατάξεις περί Νομισματικής Επιτροπής, διαφέρουν ουσιωδώς από τα στοιχεία της σύμβασης δανείου, όπως η σύμβαση αυτή διαμορφώνεται στον Αστικό Κώδικα. Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τον σχετικό λόγο ανακοπής και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις λόγω παραγραφής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, και ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος Ταμείου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία δέχθηκε την ανακοπή του νυν αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις. 6. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η ένδικη αξίωση του καθ` ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ταμείου για κεφάλαιο, προμήθειες και τόκους αυτών από την ανωτέρω σύμβαση υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ, δεχόμενο ακολούθως τον περί παραγραφής της εν λόγω αξίωσης λόγο της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις, εφαρμόζοντας τη διάταξη άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ, ενώ αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα, και μη εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον οι ένδικες απαιτήσεις του Ταμείου προέρχονται από προεξόφληση λογαριασμών, που αποτελεί δάνειο, δηλαδή σύμβαση για την οποία δεν ισχύει η 5ετής του άρθρου 250 αρ.5 ΑΚ, αλλά η 20ετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς (υπό το οποίο δεν ήταν αναγκαία η βεβαίωση της οφειλής από το ΤΣΜΕΔΕ για την έναρξη της παραγραφής), δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από την υπογραφή της σύμβασης προεξόφλησης στις 28-4-1995, οπότε ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξης της εν λόγω αξίωσης, μέχρι την 26-2-2013, που έγινε η βεβαίωση αυτής από το ΕΤΑΑ, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το αναιρεσείον, δεν παρήλθε εικοσαετία, με συνέπεια η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος να μην έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ, και ως εκ τούτου η κίνηση της ένδικης διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης της ως άνω αξίωσης του αναιρεσείοντος είναι έγκυρη. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης,με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δέχτηκε ότι για την ένδικη αξίωσή του ισχύει η 5ετής και όχι η 20ετής παραγραφή, είναι βάσιμος. Αναφορικά με την έναρξη του χρόνου της παραγραφής, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 137 Α` Τμήμα, παρ. 1, εδάφιο τελευταίο του ν. 3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ.11 του ν.4075/2012, η οποία, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού, η διάταξη αυτή αφορά μόνο απαιτήσεις προερχόμενες από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, και συνεπώς, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμος. 7. Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί, κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα όμως κατά το μέτρο του άρθρου 28 παρ. 5 ν. 2579/1998 (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 702/2018), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 96/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ