Αριθμός 1508/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λεωνίδα Μπέλτσιο, περί αναιρέσεως της 1360/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμο Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ΕFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιαννίδη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 352/06. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα αναιρετικό λόγο, προκαλεί η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία στο ακροατήριο του δικαστηρίου.Η ακυρότητα αυτή, όμως, προκαλείται όταν ελλείπει η κατά τα άρθρα 63 και 64 ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία η οποία κατά το άρθρο 68 έπρεπε να τηρηθεί, ως προς τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της στο ποινικό δικαστήριο, όχι δε και για άλλες πλημμέλειες και ελλείψεις ως προς την εκπροσώπηση του νομιμοποιούμενου στην άσκηση πολιτικής αγωγής παθόντος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη 1360/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής παράστασης της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας Eurobank Ergasiaς A.E. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ο εμφανισθείς ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως εκπρόσωπος της εν λόγω Τράπεζας Μ1 δεν είχε εξουσία προς αντιπροσώπευση και ακύρως παρασχέθηκε από την Τράπεζα η προς τούτο εξουσία με το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Εφόσον, όμως, ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί την ιδιότητα της Τράπεζας ως αμέσως ζημιωθείσας από την πράξη της απιστίας την οποία αυτός εφέρετο ότι τέλεσε ως υπάλληλός της, εντεύθεν δε την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση της τελευταίας να παραστεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγουσα, η οποιαδήποτε πλημμέλεια ως προς την εξουσία εκπροσωπήσεως του εμφανισθέντος ως άνω φυσικού προσώπου που προέβη στην δήλωση παραστάσεως, δεν δημιούργησε, κατά τα ανωτέρω ακυρότητα. Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ,πρέπει ,να απορριφθεί. ΙΙ.- Κατά το άρθρο 390 του ΠΚ, ως ίσχυε κατά τον προκείμενο κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 32 παρ.2 του Ν.2172/1993 και πριν την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο 15 του Ν.3242/2004 " όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια η διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση". Ουσιώδη στοιχεία του εν λόγω εγκλήματος είναι η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας η οποία του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή η οποία προκαλείται δια της καταχρήσεως της αντιπροσωπευτικής εξουσίας. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία αγαθών του προσώπου τα οποία μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή των κάθε είδους αγαθών, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων και δικαιωμάτων. Ζημία της περιουσίας είναι η μείωση που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως αυτής από τον υπαίτιο και της αξίας της περιουσίας η οποία απομένει μετά τη διάθεσή της. Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, μπορεί να συνιστά και η απλή συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος. Δράστης, επομένως, είναι εκείνος ο διαχειριστής ξένης περιουσίας ο οποίος είτε ευθέως θέλει και επιδιώκει είτε προβλέπει τουλάχιστον ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του την πρόκληση ζημίας στην περιουσία της οποίας έχει τη διαχείριση και αποδέχεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, ούτε απαιτείται να γίνεται μεταξύ αυτών αξιολογική συσχέτιση, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1360/2005 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Λάρισας καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, για απιστία από κοινού και κατ' εξακολούθηση και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων δώδεκα (12) μηνών η οποία ανεστάλη. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που φέρονται ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία του κατηγορούμενου και όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 1999 μέχρι Μάρτιο 2000, στο κατάστημα .... της τράπεζας Εργασίας, εμφανίζονταν χρεωστικά υπόλοιπα προς τη Χρηματιστηριακή Εργασίας από υπαλλήλους της τράπεζας, μεταξύ των οποίων ο δεύτερος κατηγορούμενος, Φ1 και Φ2. Επειδή η Χρηματιστηριακή Εργασίας πίεζε να κλείσουν τα χρεωστικά υπόλοιπα που έφταναν για τον δεύτερο κατηγορούμενο στο ποσό των 180.000.000 δραχμών και για τον Φ2 το ποσό των 83.400.000 δραχμών, ο πρώτος κατηγορούμενος, Διευθυντής και ο δεύτερος κατηγορούμενος, υποδιευθυντής του ως άνω καταστήματος της εγκαλούσας τράπεζας σκέφθηκαν να κλείσουν τα ως άνω χρεωστικά υπόλοιπα με τη χορήγηση πιστώσεων, με ανοικτό λογαριασμό, ύψους 180.000.000 δρχ για τον δεύτερο κατηγορούμενο και 83.400.000 δρχ για τον Φ2. Τις ως άνω πιστώσεις χορήγησαν χωρίς ουδεμία εξασφάλιση αν και γνώριζαν ότι η επιστροφή των πιστώσεων ήταν λίαν επισφαλής από τους ως άνω υπαλλήλους, οι οποίοι, πέραν του μισθού των, ως τραπεζικών υπαλλήλων, δεν διέθεταν άλλα αξιόλογα εισοδήματα και εστερούντο σημαντικής ακίνητης περιουσίας. Τελικά, από τις ως άνω πιστώσεις έμεινε ανεξόφλητο ποσό 80.000 δρχ ζημιώνοντας έτσι ο πρώτος κατηγορούμενος εν γνώσει του την περιουσία της εγκαλούσας τράπεζας κατά το ποσό αυτό με την ως άνω καταχρηστική της διαχειριστικής του εξουσίας ενέργεια, με την ιδιότητά του ως διευθυντού του καταστήματος .... της εγκαλούσας τράπεζας. Προς τη γνώση τους αυτή συμπορεύεται και η όλη μεθόδευση προς συγκάλυψη των ως άνω χορηγηθεισών πιστώσεων, ώστε να διαλάθει της προσοχής των ελεγκτών κατά τη διενέργεια του τακτικού ελέγχου της τράπεζας. Έτσι, για να μην φαίνεται ότι χορήγησαν πίστωση με ανοικτό λογαριασμό και μάλιστα χωρίς ουδεμία εξασφάλιση σε υπαλλήλους, πράγμα που απαγορευόταν από τους κανονισμούς της τράπεζας, εμφάνισαν 1) ότι την πίστωση των 180.000.000 δρχ, χορήγησαν στην Σ1, σύζυγο του δευτέρου κατηγορουμένου (βλ. το με αριθμό ..... ένταλμα πληρωμής), φροντίζοντας μάλιστα να μην υπάρχει υπογεγραμμένο σχετικό έντυπο συμβάσεως και 2) ότι την πίστωση των 83.400.000 δρχ. έλαβε ο Κ1, γνωστός του Φ2, ο οποίος μόνο λογαριασμό ταμιευτηρίου διατηρούσε στην τράπεζα και αγνοούσε παντελώς ότι έλαβε χώρα η εν λόγω πίστωση στο όνομά του. Εξάλλου, στα πλαίσια της ίδιας μεθόδευσης, για να μην φαίνονται οι ως άνω λογαριασμοί ότι βρίσκονται σε καθυστέρηση φρόντισαν να τους εμφανίσουν εξοφλημένους, με τη χορήγηση προς τους αρχικούς πιστούχους και προς τρίτα πρόσωπα άλλων πιστώσεων μικρότερου ποσού που δεν χρειάζονταν έγκριση από τα ανωτέρω κλιμάκια της τράπεζας, το προϊόν των οποίων μεταφέρθηκε για το λογιστικό κλείσιμο των αρχικών λογαριασμών. Έτσι, για το κλείσιμο του λογαριασμού που ανοίχτηκε προς εξυπηρέτηση της συμβάσεως, με την οποία χορηγήθηκε πίστωση με ανοικτό λογαριασμό, ύψους 180.000.000 δρχ, προς την Σ1, χορήγησαν πίστωση με ανοικτό λογαριασμό προς τους Κ2, ...., ....., Σ1, Κ4 και Κ3, ενώ για το κλείσιμο του λογαριασμού για την πίστωση, ύψους 83.400.000 δρχ, προς τον Κ1, χορήγησαν πίστωση προς τους Κ3, Κ1 και ......, σύζυγο του Φ2, από τους οποίους οι Κ1, Κ3, Κ2 και Κ4 αρνήθηκαν ότι έλαβαν από την τράπεζα οποιοδήποτε δάνειο (βλ. κατάθεση μάρτυρα Μ1). Κατόπιν τούτων, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο α΄ κατηγορούμενος για την πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση, που του αποδίδεται για τις περιπτώσεις των Σ1 και Κ1 και να απορριφθεί ο κατ' άρθρο 375&2 αυτοτελής ισχυρισμός που προέβαλε αυτός, με βάση τη διάταξη του άρθρου 353&1 Π.Κ., που παραπέμπει στο εν λόγω άρθρο, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, δεν προέβη ο κατηγορούμενος σε εντελή ικανοποίηση της απαιτήσεως της τράπεζας σε βάρος του, ούτε προέβη σε τέτοια δήλωση η τελευταία, προϋπόθεση που είναι απαραίτητη για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω διάταξη. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 390 του ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία ώστε να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει την ουσιαστική κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, για δε την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται τι προέκυψε από κάθε έγγραφο που αναγνώσθηκε ούτε να αναφέρεται ειδικώς το δικαστήριο στο περιεχόμενο της καταθέσεως κάθε μάρτυρα και να προβαίνει σε αξιολογική σύγκριση των καταθέσεων αυτών. Οι κατά τούτο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και περαιτέρω, η από τον αναιρεσείοντα, με το δικόγραφο της αναιρέσεως, αναφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων και η διαφορετική από αυτόν αξιολόγηση του περιεχομένου τους καθώς και του περιεχομένου των αναγνωσθέντων εγγράφων, πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και εκ του λόγου αυτού είναι απαράδεκτη. Εξάλλου ειδικώς αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου καθόσον διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του Διευθυντή του καταστήματος της εγκαλούσης Τράπεζας και κατά κατάχρηση της διαχειριστικής του εξουσίας, χορήγησε πίστωση με ανοικτό λογαριασμό στον μεν υποδιευθυντή του καταστήματος και συγκατηγορούμενό του Φ1 ύψους 180.000.000 δραχμών και στον ιδιώτη Φ2 ύψους 80.000.000 δραχμών, χωρίς την παροχή οποιασδήποτε εξασφαλίσεως για τις πιστώσεις αυτές, μολονότι γνώριζε ότι η εξόφληση των πιστώσεων ήταν επισφαλής, αφού τα δανειοδοτηθέντα πρόσωπα δεν είχαν αξιόλογα εισοδήματα και σημαντική ακίνητη περιουσία και ότι έτσι θα διακινδύνευε άμεσα η περιουσία της Τράπεζας η οποία και τελικά ζημιώθηκε αφού, από τα χορηγηθέντα δάνεια, τελικώς έμεινε ανεξόφλητο ποσό 80.000.000 δραχμών. Για να καταδειχθεί ο ευθύς δόλος του κατηγορουμένου, διαλαμβάνεται περαιτέρω στην απόφαση ότι κατηγορούμενος μαζί με τον άνω υποδιευθυντή του καταστήματος, μεθόδευσαν την συγκάλυψη των πιστώσεων που χορήγησε ώστε οι πιστώσεις αυτές, που δεν καλύπτονταν με οποιαδήποτε εξασφάλιση, να μην γίνουν αντιληπτές από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της Τράπεζας και περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η συγκάλυψη. Τέλος για την επάρκεια της αιτιολογίας ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απιστίας, δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση σε από ποια από τις δύο δανειακές συμβάσεις αναφέρεται το ανεξόφλητο υπόλοιπο των 80.000.000 δραχμών. Να σημειωθεί, ότι από προφανή παραδρομή στο σκεπτικό αναφέρεται το ανεξόφλητο υπόλοιπο σε 80.000 δραχμές, αντί του αληθούς αναγραφόμενου στο διατακτικό ποσού των 80.000.000 δραχμών, παραδρομή την οποία δεν αμφισβητεί και ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από τον ισχυρισμό του περί ανυπαρξίας οφειλόμενου υπολοίπου. Συνεπώς, και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) και τη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-2-2006 αίτηση του ......, για αναίρεση της 1360/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ,. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ