Αριθμός 1440/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Α.. Μ. & Υ. Ο..Ε..", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α., συζύγου Β. Μ., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., 3) Π. Μ. του Β., κατοίκου ..., 4) Σ. Π., χήρας Θ. Μ., 5) 1 και 6) Δ. Μ. του Θ., των τέταρτης πέμπτου και έκτης, ως κληρονόμων εκ διαθήκης του ήδη αποβιώσαντος 1, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2013 ανακοπή των ήδη πρώτης, δεύτερης και τρίτου αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Θ. Μ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1810/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5920/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 7216/21-7-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... με έδρα το Πρωτοδικείο ... Ι. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ηαναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (13-3-2023),προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 15/4/2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Ε. Κ., η οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τους εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση στο Εφετείο και συνεπώς είναι εκ του νόμου αντίκλητός τους (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτοίκλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Οι πρώτη, δεύτερη, τρίτος των αναιρεσίβλητων, καθώς και ο (αποβιώσας) δικαιοπάροχος των λοιπών αναιρεσίβλητων(οι οποίοι με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους στην πρωτοβάθμια δίκη συνέχισαν τη δίκη),με την από 10-12-2013 ανακοπή τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., ζήτησαν για τους αναφερόμενους σε αυτήν [ανακοπή] λόγους να ακυρωθεί η υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη ..., με την οποία αυτοί διατάχθηκαν να καταβάλουν στην δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας - καθ' ης η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, βάσει της από 24.6.2010 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου και της πρόσθετης πράξης αυτής, το συνολικό ποσό των 9.568,14 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Επί της ανωτέρω ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1810/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη, με την παρούσα αίτηση αναίρεσης, υπ'αριθ. 5920/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο, δικάζοντας ως εφετείο, απέρριψε την έφεση. Η κρινόμενη ως άνω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3Κ.Πολ.Δ). Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατάνόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (Α.Π.245/2016, Α.Π.1652/2014). Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (Α.Π.1/2017, Α.Π.991/2007, Α.Π. 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (Α.Π.370/2012). Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (Α.Π.1443/2017, Α.Π.259/2002). Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (Α.Π.911/2005). Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια, δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (Α.Π.123/2023, Α.Π. 1772/2022, Α.Π.368/2019, Α.Π.1349/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975, "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως, επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγόρευσης. Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του ν.128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς, όμως, να ορίζει, ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του, ούτε, όμως, και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξης σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα (Α.Π.756/2015, Α.Π.2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους, δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε, όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, ενόψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς, που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται, με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975, για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (Α.Π.368/2019, Α.Π.430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (Α.Π.123/2023, Α.Π.261/2023, Α.Π.1369/2022, Α.Π.669/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και ειδικότερα κατά τη διάταξη υπ' αριθ.1 αυτού που ταυτίζεται μ' αυτή του άρθρου 559 αριθ.1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τον τρίτο και εν μέρει με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής τους οι ανακόπτοντες εξέθεσαν ότι η καθ'ής η ανακοπή παράνομα διενεργεί μετακύλιση του βάρους της εισφοράς του Ν. 128/1975 στους ανακόπτοντεςκαι επιπρόσθετα ενοποιεί μαζί με τους τόκους που χρεώνει το ποσοστό της άνω εισφοράς και με τον τρόπο αυτό προχωρεί σε ανατοκισμό των ποσών αυτών, με αποτέλεσμα την ύπαρξη ακυρότητας ως προς αυτά και κατά συνέπεια τη μη έγγραφη απόδειξη του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού τα σχετικά ποσά ενσωματώνονται στο λογαριασμό και υπολογίζονται στην οφειλή τους. Ο λόγος αυτός ορθά κρίθηκε ορισμένος με την εκκαλουμένη απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού περί αοριστίας που προέβαλε η καθ'ής η ανακοπή με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις της, και νόμω βάσιμος..., παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της νυν εκκαλούσας και καθ' ης η ανακοπή, εφόσον για το ορισμένο των λόγων ανακοπής με την οποία αμφισβητείται το ύψος της απαίτησης ή το εκκαθαρισμένο αυτής, δεν απαιτείται να προσδιορίσει το ποσό κατά το οποίο είναι ανεκκαθάριστη η απαίτηση, διότι έτσι αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης αφού κατ' αυτόν τον τρόπο μετατίθεται στον ανακόπτοντα η υποχρέωση του καθ' ου η ανακοπή και αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής να επικαλεστεί το ακριβές ύψος της απαίτησής του και να αποδείξει εγγράφως το βέβαιο και εκκαθαρισμένο αυτής και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της έφεσης περί αοριστίας της ανακοπής... Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες, εκ των οποίων ο τέταρτος απεβίωσε, σύμφωνα με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως της πληρεξουσίου δικηγόρου των κληρονόμων αυτού, Σ. Π. συζ. Θ. Μ., Γ. Μ. του Θ. και Δ. Μ. του Θ., οι οποίοι υπεισήλθαν στη θέση του ως κληρονόμοι αυτού...και οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη που ανοίχτηκε με την υπό κρίση ανακοπή, με την οποία όλοι οι ανακόπτοντες ζητούν ν' ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν, η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής του δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκαν τούτοι να καταβάλουν στην καθ' ής η ανακοπή (σήμερα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ....", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Όθωνος, αρ. 8, και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης εταιρίας από την πρώτη, δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ2-7651/27.12.2013 απόφασης του Υπ. Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας..., η οποία ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "..." κατέστη διάδοχος κατά νόμον (άρθρο 68 τον ν.3601/2007, ως τροποποιηθείς ισχύει) της πρώην τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "1" ... και η οποία με τη σειρά της κατέστη διάδοχος κατά νόμον (αρ 63Δ τον ν.3601/2007, ως τροποποιηθείς ισχύει) της πρώην Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "1., ως η επωνυμία αυτής είχε προέλθει εκ της μετονομασίας της πρώην "A. «Α.... και παλαιότερα «Α. Σ. Τ. Α..»Ε.) έκαστος εις ολόκληρον το ποσό των 9.568,14 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, η πρώτη ανακόπτουσα ως πιστούχος και οι λοιποί ανακόπτοντες ως εγγυητές υπέρ της και της από 15-11-2013, συγκοινοποιούμενης με τη προαναφερόμενη Διαταγή Πληρωμής, ά επιταγής προς πληρωμή, που έχει συνταχθεί κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής, για τους λόγους που εκθέτουν στο δικόγραφο, καταδικαζόμενης της καθ' ής στη δικαστική τους δαπάνη. Μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της αρχικής τράπεζας με την επωνυμία "A. Α.", όπως νομιμοποιείται και εκπροσωπείται σήμερα..., υπογράφηκε στις 24-6-2010 η υπ'αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης επιχειρηματικού τοκοχρεωλυτικού δανείου, με τους λοιπούς ανακόπτοντες ως εγγυητές υπέρ της πρώτης ανακόπτουσας και χορηγήθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα το ποσό των ... ευρώ, ενώ ανοίχτηκε ο υπ'αριθμ... παρακολούθησης της οφειλής. Δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης και της με την υπ'αριθμ. ...Λ/30-1-02012 πρόσθετης πράξης συμφωνήθηκε ότι η πρώτη ανακόπτουσα θα εξοφλούσε το δάνειο στην καθ'ής βάσει των όρων της συναφθείσας σύμβασης, η οποία προέβλεπε ότι θα εφαρμοστεί το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας, ενώ το επιτόκιο θα επιβαρύνεται με την εισφορά του ν. 128/1975 ποσού 0,60%.'Οσον αφορά τον συνυπολογισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στον καθορισμό του επιτοκίου που σαν συνακόλουθη συνέπεια είχε την αύξησή του και την μετακύλιση αυτής από την καθ'ής (τράπεζα) στην πρώτη ανακόπτουσα (πιστούχο), στο βαθμό που το ποσοστό αυτής είχε προσδιοριστεί στη σύμβαση και είχε γίνει αναφορά για τη χρέωσή της ..., σημειώνεται ότι ... τούτο δεν αντίκειται στο άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου... Αποδείχθηκε όμως, ότι στην επίδικη σύμβαση, η καθ'ης ανακοπή και ήδη εκκαλούσα Τράπεζα μετακύλιε την εισφορά του Ν. 128/1975 και χρέωνε τόκους πάσης φύσεως, προβαίνοντας σε ανατοκισμό και της προαναφερόμενης εισφοράς, ο οποίος επιτρέπεται μόνο επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών... Εξάλλου, η καθ' ής η ανακοπή Τράπεζα και ήδη εφεσίβλητη δεν αρνείται τον ανατοκισμό της εν λόγω εισφοράς, όπως αποδεικνύεται και από το δικόγραφο των προτάσεών της, αλλά αρκείται αναφέρεται στο νόμιμο της μετακύλισης της εισφοράς στο δανειολήπτη. Η καθ'ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, λοιπόν κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/75, κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως (δεδομένου ότι και ο καθορισμός του συμβατικού επιτοκίου έγινε ενιαία με την εισφορά του Ν. 128/75) και ανατόκιζε τα ποσά της (αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) περιέχοντες και ποσά εισφοράς του ν. 128/75, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς). Ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γίνεται με την ενσωμάτωσή της στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων και προκύπτει ευθέως από τα αντίγραφα λογαριασμών, ενώ καμία αναφορά δεν γίνεται στο επιτόκιο και στον τρόπο υπολογισμού προκειμένου να εξαχθεί μαθηματικά το ποσό των λογιστικών και εξωλογιστικών τόκων και τι αυτοί περιλαμβάνουν σε κάθε περίπτωση. Από τα ανωτέρω, δεδομένου ότι η καθ' ης αρκείται στην αόριστη άρνηση του εκτοκισμού και ανατοκισμού της εισφοράς, χωρίς να επικαλείται και να αποδεικνύει μέχρι ποιου ύψους είναι εκκαθαρισμένη η απαίτησή της, με βάση τα προσκομιζόμενα με την αίτηση της έγγραφα, προκύπτει ότι, η επιδικασθείσα με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής απαίτηση της καθής περιέχει χρεώσεις της εισφοράς του ν. 128/75, η οποία νομίμως επιβλήθηκε, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων, παρανόμως όμως ανατοκίστηκε, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής. Η ακυρότητα δε των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα του συνόλου της απαιτήσεως, αφού δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής, αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στον λογαριασμό των ποσών της εισφοράς στα ποσά των τόκων. Εξάλλου, είναι ανέφικτο να προκύψει με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς σε ποιο ποσό ανέρχονται οι παράνομες χρεώσεις του λογαριασμού, ήτοι τα ποσά που χρεώθηκαν λόγω του παράνομου εκτοκισμού της εισφοράςδιότι απαιτούνται λόγω της πολυπλοκότητας των αριθμητικών και λογιστικών πράξεων, ειδικές γνώσεις της οικονομικής (λογιστικής) επιστήμης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η απλή αντικατάσταση των ανά περίπτωση ποσών κεφαλαίου τόκων επιτοκίου και χρόνου στον μαθηματικό τύπο Τόκος=Κεφάλαιο Χ Επιτόκιο Χ Χρόνια, ή μήνες, ή ημέρες θα δώσει μία αριθμητική τιμή για το επιτόκιο και θα αποδίδει πάντα ένα "νόμιμο" αποτέλεσμα το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδείξει πως υπολογίστηκαν οι τόκοι, τι ακριβώς επιτόκιο χρησιμοποίησε ο κάθε δανειστής, πως ακριβώς έγινε ο υπολογισμός των τόκων και αν υπολογίστηκαν αυτοί παράνομα ή μη... Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η νυν εκκαλούσα και η καθ'ης η ανακοπή Τράπεζα, όπως και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα διαθέτουν μια εκτεταμένη και οργανωμένη τεχνοοικονομική δομή και πολυάριθμο εξιδεικευμένο προσωπικό και χρησιμοποιεί εξελιγμένα λογισμικά προγράμματα προκειμένου να προβεί στους υπολογισμούς των απαιτήσεών της, της τοκοφορίας αυτών, τις χρεώσεις κ.λ.π. τα οποία αποθηκεύει σε τράπεζες δεδομένων με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα ευχερές να ανασύρει τα σχετικά στοιχεία και να τα προσκομίσει στο Δικαστήριο ώστε να προκύψουν με ακρίβεια σε ποιες χρεώσεις προέβη κατά το υπολογισμό των απαιτήσεών της ποιο ήταν κάθε φορά το ύψος τον επιτοκίων βάσει των οποίων υπολογίστηκαν η τοκοφορία της απαίτησής της, καθώς και αν εκτοκίστηκε η μετακυλιόμενη εισφορά του ν. 128/1975. Πλην όμως, η εκκαλούσα και καθ'ης η ανακοπή αρκείται σε γενικόλογη άρνηση χωρίς να προσκομίζει στοιχεία τα οποία που έχει ήδη, στην διάθεσή της και θα μπορούσε απλά να ανασύρει και να εκτυπώσει ώστε να αποδείξει τους ισχυρισμούς της ...το βάρος απόδειξης το έχει η καθ' ης ή ανακοπή, και ο ανακόπτων προκειμένου να ευδοκιμήσει η ανακοπή του δεν χρειάζεται να αποδείξει, ούτε ότι η απαίτηση είναι μη εκκαθαρισμένη, ότι δηλαδή το ποσό της δεν είναι ορισμένο, αλλά αρκεί μόνο αμφισβητώντας την αρνητική αυτή προϋπόθεση στα πλαίσια της ανταποδεικτικής του ευχέρειας να δημιουργήσει αμφιβολία στο Δικαστήριο σχετικά με τη συνδρομή της και περαιτέρω να μην επιτύχει ο καθ' ου η ανακοπή να άρει τη σχετική αμφιβολία παρότι φέρει τον κίνδυνό της ως έχων το υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξής της. Από τα προσκομιζόμενα δε έγγραφα της καθήςυπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης, αφού από τα εν λόγω αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων, που προσκομίστηκαν από την καθ' ης η αίτηση (εννοεί η ανακοπή), δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους των εγγραφών, με περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ' ης. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι ανακοπής, όσον αφορά τον ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/75, είναι ουσιαστικά βάσιμοι, και πρέπει παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, να γίνει δεκτή στην ουσία της η επίδικη ανακοπή και να ακυρωθεί η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής του δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, καθώς και η από 15-11-2013, συγκοινοποιούμενη με τη ΔΠ, επιταγή προς πληρωμή, που έχει συνταχθεί κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής, του Ειρηνοδικείου .......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και είχε ακυρώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο, ενώ δέχθηκε, ορθά, ότι ήταν νόμιμος ο συμβατικός συνυπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 στον καθορισμό του επιτοκίου της ένδικης σύμβασης χορήγησης επιχειρηματικού τοκοχρεωλυτικού δανείου, καθώς και η συνακόλουθη μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς στην πιστούχο πρώτη αναιρεσίβλητη, στη συνέχεια, έκρινε ότι τα σχετικά ποσά της εισφοράς παρανόμως εκτοκίστηκαν και ανατοκίστηκαν και ότι, συνεπεία της αδυναμίας προσδιορισμού αφενός μεν των παράνομων αυτών χρεώσεων αφετέρου δε του πραγματικού ποσού της οφειλής, καθίσταται ανεκκαθάριστη η όλη απαίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν. 128/1975,12 του Ν.2601/1998 και 293 παρ.1 β' του Α.Κ., δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η παραπάνω εισφορά του ν. 128/1975, εφόσον η μετακύλισή της ήταν νόμιμη, εντασσόμενη στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, ως τόκος και συνεπώς, νομίμως ανατοκίστηκε και κεφαλαιοποιήθηκε μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελούσε μέρος του συμφωνηθέντος ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Επομένως, ο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1 παρ.3 του Ν.128/1975, 12 του Ν.2601/1998, 293 παρ.1 β', 345 και 361 του Α.Κ., δέχθηκε το σχετικό λόγο ανακοπής των αντιδίκων της, με τον οποίο προέβαλαν, ότι παρανόμως η δικαιοπάροχός της μετακύλισε σ` αυτούς την εισφορά του ν. 128/1975 και εν συνεχεία κεφαλαιοποίησε και ανατόκισε αυτή (εισφορά) καθιστώντας την απαίτηση της αναιρεσείουσας ανεκκαθάριστη, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ.5920/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις ... ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις ... Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ