Αριθμός 410/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ι. Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Eκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Λ. Α. του Α., κατοίκου ..., 2., 569.Χ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 570. Η. Μ. του Ε., κατοίκου .... Οι 39η, 59η, 262ος, 417η, 452η και 566ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε ότι: 1. ο 2ος (Ι. Α.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του Β. Τ. του Α. και το ανήλικο τέκνο Α. Α. του Ι., όπως εκπροσωπείται νομίμως από την μητέρα του Β. Τ. του Α., ως ασκούσα τη γονική επιμέλεια της τελευταίας, 2. ο 111ος (Κ. Β.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του α)…, 3. ο 154ος (Δ. Γ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 4. ο 157ος (Χ. Γ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 5. ο 165ος (Σ. Γ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 6. ο 184ος (Ν. Γ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 7. ο 204ος (Η. Γ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 8. ο 219ος (Κ. Δ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 9. ο 235ος (Μ. Δ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, οι 2 εκ των πρώτων έχουν προβεί σε δήλωση αποποίησης της αυτής κληρονομιάς, 10. ο 296ος (Ι. Ζ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 11. ο 306ος (Α. Θ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 12. ο 310ος (Π. Θ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 13. ο 319ος (Α. Α. Α. Ι.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του …όπως εκπροσωπείται νομίμως από την μητέρα του, Σ. Α. του Ι., ως ασκούσα τη γονική επιμέλεια του τελευταίου, καθότι η χήρα και η κόρη (Π. Σ. και Σ. Α.) έχουν προβεί σε δήλωση αποποίησης της κληρονομιάς, 14. ο 337ος (Γ. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 15. ο 345ος (Γ. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 16. η 375η (Ε. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι της…, 17. ο 377ος (Π. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 18. ο 397ος (Φ. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…. Η πρώτη έχει ορισθεί από τις κείμενες διατάξεις της διαθήκης ως αποκλειστική κληρονόμος στην ένδικη αξίωση, 19.ο 398ος (Γ. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 20 ο 405ος (Α. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, όπου μόνο η πρώτη αναφέρεται στη διαθήκη ως αποκλειστική κληρονόμος του θανόντος, 21. ο 423ος (Ε. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η κληρονόμος του Α. Κ. του Β., 22. ο 432ος (Μ. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…. Οι τρεις πρώτοι έχουν προβεί σε δήλωση αποποίησης της κληρονομιάς, 23. ο 440ος (Γ. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 24. ο 442ος (Χ. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…, 25. η 443η (Ε. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι της…, 26. η 445η (Μ. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι της…, 27. ο 504ος (Π. Κ.) απεβίωσε άνευ κληρονόμων και η δίκη δε συνεχίζεται, και 28. ο 544ος (Μ. Λ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του…. Επίσης ο ως άνω δικηγόρος προέβη στις παρακάτω διορθώσεις και συμπληρώσεις στα ονόματα των αναιρεσιβλήτων: 1. το όνομα και επώνυμο του 57ου (Α. Α.) στο ορθό Α. Α., 2. το επώνυμο της 80ης (Σ. Α. - Α.) στο ορθό Σ. Α. - Σ., 3. το επώνυμο του 164ου (Δ. Γ.) στο ορθό Δ. Γ., 4.συμπληρώνεται ότι η 245η (Μ. Δ.) είναι χήρα, ως καθολική διάδοχος του θανόντος ιατρού Ν. Κ. του Ν., 5. το γένος του 256ου (Ι. Δ.) στο ορθό Ι. Δ., 6. το επώνυμο του 301ου (Δ. Θ.) στο ορθό Δ. Θ., 7. το επώνυμο (στην ονομαστική) του 343ου (Β. Κ.) στο ορθό Β. Κ., 8.το επώνυμο του 356ου (Α. Κ.) στο ορθό Α. Κ., 9. το επώνυμο του 374ου (Κ. Κ.) στο ορθό Κ. Κ., 10.συμπληρώνεται το δεύτερο όνομα στο όνομα του 384ου (Κ. Κ.) στο ορθό Κ. - Γ. Κ., 11. το επώνυμο του 432ου (Μ. Κ.) στο ορθό Μ. Κ., 12.το επώνυμο του 475ου (Κ.) στο ορθό Γ. Κ., 13. το επώνυμο της 481ης Μ. Κ. στο ορθό Μ. Κ., 14. Το πατρώνυμο του 507ου (Κ. Κ. του Α.) στο ορθό Κ. Κ. του Α., 15. Δηλώνεται η ταυτοπροσωπία μεταξύ των 515ου και 516ου Β. Κ. του Ι., και 16. Δηλώνεται η ταυτοπροσωπία μεταξύ των 529ης και 530ης Μ. Λ. (Κ.) του Ν.. Ο ως άνω δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 725/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 8905/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 5-11-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 και 118 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, και το όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο όλων των διαδίκων, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή ενός από τα στοιχεία αυτά στο δικόγραφο, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτού (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ575/2020, ΑΠ 938/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της υπό κρίση από 5.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 87422/162/2021 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) κατά των πεντακοσίων εβδομήντα αναφερόμενων αναιρεσίβλητων: α) το ονοματεπώνυμο του 57ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Α. Α., ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Α. Α., β) το ονοματεπώνυμο της 80ης αναιρεσίβλητης αναγράφεται ως Α. - Α. Σ., ενώ τα ορθά της στοιχεία είναι Α. - Σ. Σ., γ) το ονοματεπώνυμο του 164ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται Γ. Δ., ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Γ. Δ., δ) τα στοιχεία της 245ης αναιρεσίβλητης αναγράφονται Δ. Μ. του Θ. και πρέπει να συμπληρωθούν σωστά ως Δ. Μ. του Θ., χήρα, ως νόμιμης κληρονόμου του θανόντος ιατρού Κ. Ν. του Ν., ε) το ονοματεπώνυμο της 256ης αναιρεσίβλητης αναγράφεται ως Δ. Ι. ενώ τα ορθά στοιχεία της είναι Δ. Ι., στ) το ονοματεπώνυμο του 301ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Θ. Δ., ενώ τα ορθά στοιχεία του είναι Θ. Δ., ζ) το ονοματεπώνυμο του 343ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Κ. Β., ενώ τα ορθά στοιχεία του είναι Κ. Β., η) το ονοματεπώνυμο του 356ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Κ. Α., ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Κ. Α. θ) το ονοματεπώνυμο του 374ου αναγράφεται ως Κ. Κ., ενώ τα ορθά στοιχεία του είναι Κ. Κ., ι) το ονοματεπώνυμο του 384ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Κ. Κ., ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Κ. Κ. - Γ., ια) το ονοματεπώνυμο του 432ου αναγράφεται ως Κ. Μ., ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Κ. Μ., ιβ) το ονοματεπώνυμο του 475ου αναγράφεται ως Κ. Γ., ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Κ. Γ., ιγ) το ονοματεπώνυμο του 507ου αναιρεσιβλητου αναγράφεται ως Κ. Κ. του Α., ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Κ. Κ. του Α. (διόρθωση γένους), ιδ) το ονοματεπώνυμο του 515ο αναιρεσίβλητου Β. Κ. ταυτίζεται με το ονοματεπώνυμο του 516ου αναιρεσίβλητου Β. Κ., ενώ πρόκειται περί του ιδίου διαδίκου με τα ως άνω ορθά στοιχεία και ε) το ονοματεπώνυμο της 529ης αναιρεσίβλητης Λ. Μ. του Ν. ταυτίζεται με το ονοματεπώνυμο της 530ης αναιρεσίβλητης Λ. - Κ. Μ. του Ν., ενώ πρόκειται με της ιδίας διαδίκου με τα ως άνω ορθά στοιχεία. Παρά την εσφαλμένη αυτή αναγραφή (λόγω προφανούς παραδρομής) στο δικόγραφο της αναίρεσης των στοιχείων των 57ου, 80ης, 164ου, 245ης, 256ης, 301ου, 343ου, του 356ου, 374ου, 384ου, 432ου του 475ου, και του 507ου αναιρεσίβλητων και την διπλοεγγραφή ως διαδίκων του 515ου αναιρεσίβλητου (και ως 516ου αναιρεσίβλητου) και της 529ης αναιρεσίβλητης (και ως 530ης αναιρεσίβλητης), δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτών, κατά τα εκτεθέντα και έτσι, συναφώς, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης από την εσφαλμένη διπλή εγγραφή, καθώς και από την εσφαλμένη αναγραφή σ' αυτό των προαναφερθέντων στοιχείων των ως άνω αναιρεσίβλητων, οι οποίοι στο εξής θα προσδιορίζονται με τα ορθά ως άνω στοιχεία τους. 2. Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Εξάλλου κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που επισπεύδοντες τη συζήτηση είναι οι αναιρεσίβλητοι που συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και ως προς τον εξ αυτών απολειπόμενο κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, η ως άνω επίσπευση από αυτόν έλαβε χώρα ακύρως και, εφ' όσον δεν προκύπτει άλλοθεν η κλήτευση αυτού, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς τους λοιπούς που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 4/2003, ΟλΑΠ 9/1992, ΑΠ 684/2022). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (27.09.2022), με εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, από τους συνολικά πεντακόσιους εξήντα οκτώ (568) αναιρεσίβλητους (αφού οι 515/516 και 529/530 αναιρεσίβλητοι είναι τα ίδια πρόσωπα), δεν εμφανίστηκαν οι 39η Β. Α., 59η Μ. Α., 262ος Θ. Ε., 417η Μ. Κ., 452η Α. Κ. και 566ος Σ. Λ. αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι μαζί με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους επέσπευσαν τη συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, σύμφωνα με τη με αριθμό 10651Ε/10.12.2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, διορισμένου στο Π. Α., Ι.. Χ.. Γ.. Ως προς τους ως άνω απολειπόμενους αναιρεσίβλητους από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί παρείχαν πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη, που για λογαριασμό τους επέσπευσε τη συζήτηση, ενώ δεν προκύπτει και η εκ μέρους του αναιρεσειόντος ν.π.δ.δ. κλήτευση αυτών. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η επίσπευση που έγινε με τη σχετική εντολή του προαναφερθέντος δικηγόρου στον δικαστικό επιμελητή για επίδοση στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης για λογαριασμό των μη παρασταθέντων 39ης, 59ης, 262ου, 417ης, 452ης και 566ου αναιρεσίβλητων δεν είναι έγκυρη. Ως εκ τούτου πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς. 3. Κατά το άρθρο 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του. Επομένως, εάν η αγωγή ασκηθεί στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου και τούτο διαλάθει του δικαστικού ελέγχου, δεν ιδρύεται με την άσκησή της η έννομη σχέση της δίκης, αφού λείπει ένα από τα υποκείμενα αυτής, η δε τυχόν απόφαση που εκδίδεται δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα ή δεδικασμένο, εφόσον καταστεί τελεσίδικη. Η απόφαση αυτή, πέραν της δυνατότητας έγερσης αναγνωριστικής αγωγής, μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο, όπως είναι η αναίρεση, όπου το σχετικό ελάττωμα ιδρύει τον εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 448/2005). Μάλιστα η άσκηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής, όπου το ως άνω ελάττωμα προτείνεται με σχετικό λόγο έφεσης ή αναίρεσης ή προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας στο πλαίσιο της κατά το άνω άρθρο 73 του ΚΠολΔ αυτεπάγγελτης από το Δικαστήριο έρευνας των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, αποκλείει κατά την παρ. 2 του άρθρου 313 του ΚΠολΔ την έγερση της αγωγής αναγνώρισης της ανυπαρξίας της. Αν παρότι ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής, δεν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός για ανυπαρξία της απόφασης αυτής, με συνέπεια να εκδοθεί και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απόφαση στο όνομα του προαποβιώσαντος προσώπου, η απόφαση του Εφετείου πάσχει από το ίδιο ελάττωμα, δηλαδή είναι και αυτή ανύπαρκτη (ΑΠ 533/2018). Περαιτέρω η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 729/2019, ΑΠ 533/2018). Στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην περίπτωση έγερσης της αγωγής στο όνομα ήδη προαποβιώσαντος προσώπου, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1681/2007). Αντιθέτως η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 του ΚΠολΔ, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016). Ακόμη, ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 906/2020, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 807/2017). Αν αντίθετα ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη (ΑΠ 2014/2009, ΑΠ 1550/2008). Σε περίπτωση, δε, απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 193/2018, ΑΠ 382/2017). Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με το 30.9.2022 σημείωμά του δήλωσε τα ακόλουθα:1) Ο 2ος αναιρεσίβλητος Α. Ι. του Α. αποβίωσε στις 20.03.2021 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τη μητέρα της, Τ. Β. του Α., ως ασκούσα τη γονική επιμέλεια της τελευταίας, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. 2) Ο 111ος αναιρεσίβλητος Β. Κ. του Γ. αποβίωσε στις 05.10.2017 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα… ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. 3) Ο 154ος αναιρεσίβλητος Γ. Δ. του Ε. αποβίωσε στις 11.12.2021 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. 4) Ο 157ος αναιρεσίβλητος Γ. Χ. του Γ. αποβίωσε στις 04.03.2018 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. 5) Ο 165ος αναιρεσίβλητος Σ. Γ. του Ζ. αποβίωσε στις 31.08.2021 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. 6) Ο 184ος αναιρεσίβλητος Γ. Ν. του Α. αποβίωσε στις 23.09.2014 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. 7) Ο 204ος αναιρεσίβλητος Γ. Η. του Ν.. αποβίωσε στις 29.12.2017 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, Χ. Λ. του Ν.. και τα δύο (2) ενήλικα τέκνα του, …ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. 8)Ο 219ος αναιρεσίβλητος Δ. Κ. του Ι. αποβίωσε στις 05.01.2018 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. 9) Ο 235ος αναιρεσίβλητος Δ. Μ. του Δ. αποβίωσε στις 22.05.2015 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από το ενήλικο τέκνο Χ. Δ. του Μ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, καθότι η χήρα, Δ. Β. του Ε., και το ενήλικο τέκνο του Ε. Δ. του Μ., επίσης εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του έχουν προβεί σε δήλωση αποποίησης της κληρονομίας. 10) Ο 296ος αναιρεσίβλητος Ζ. Ι. του Θ. αποβίωσε στις 10.04.2021 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. 11) Ο 306ος αναιρεσίβλητος Θ. Α. του Ν.. αποβίωσε στις 10.03.2015 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …, ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. 12) Ο 310ος αναιρεσίβλητος Θ. Π. του Κ. αποβίωσε στις 7.07.2018 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα…, ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. 13)Ο 319ος αναιρεσίβλητος Α. Α. Ι. του Α. αποβίωσε στις 19.07.2019 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη χήρα…, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τη μητέρα του Σ. Α. του Ι., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του τελευταίου, καθότι η χήρα και η κόρη έχουν προβεί σε δήλωση αποποίησης της αυτής κληρονομιάς, η οποία, Σ. Α., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ως άνω ανηλίκου τέκνου της, επαναλαμβάνει τη διακοπείσα δίκη. 14)Ο 337ος αναιρεσίβλητος Κ. Γ. του Ν.. αποβίωσε στις 31.07.2020 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα …ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. 15) Ο 345ος αναιρεσίβλητος Κ. Γ. του Κ. αποβίωσε στις 21.06.2022 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, Δ. Κ. του Ι.., και τα δύο (2) ενήλικα τέκνα, …, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. 16) Η 375η αναιρεσίβλητη Κ. Ε. του Κ. αποβίωσε στις 21.06.2022 και επαναλαμβάνεται διακοπείσα δίκη από τα δύο (2) ενήλικα τέκνα…, ως εκ διαθήκης κληρονόμους της. 17) Ο 377ος αναιρεσίβλητος Κ. Π. του Θ. αποβίωσε στις 05.08.2021 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. 18) Ο 397ος αναιρεσίβλητος Κ. Φ. του Π. αποβίωσε στις 06.01.2022 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, Ι. Κ. του Π., η οποία έχει ορισθεί από τις κείμενες διατάξεις της διαθήκης του αποβιώσαντος ως αποκλειστική κληρονόμος της ένδικης αξίωσης. 19)Ο 398ος αναιρεσίβλητος Κ. Γ. του Ι.. αποβίωσε στις 28.08.2020 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τα τρία (3) ενήλικα τέκνα, …, ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. 20) Ο 405ος αναιρεσίβλητος Κ. Α. του Ν.. αποβίωσε στις 01.05.2022 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, Ό. Γ. του Β., ως εκ διαθήκης αποκλειστική κληρονόμο του. 21) Ο 423ος αναιρεσίβλητος Κ. Ε. του Β. αποβίωσε στις 21.07.2018 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από την αμφιθαλή αδελφή του, Α. Κ. του Β., ως εκ διαθήκης κληρονόμο του. 22) Ο 432ος αναιρεσίβλητος Κ. Μ. του Κ. αποβίωσε στις 21.04.2021 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους, από τους οποίους, όμως, οι πρώτη, δεύτερος και τρίτος κληρονόμοι του έχουν προβεί σε δήλωση αποποίησης της κληρονομίας. 23) Ο 440ος αναιρεσίβλητος Κ. Γ. του Φ. αποβίωσε στις 09.09.2021 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …, ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. 24)Ο 442ος αναιρεσίβλητος Κ. Χ. του Α. αποβίωσε στις 16.09.2017 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη χήρα, …, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. 25) Η 443η αναιρεσίβλητη Κ. Ε. του Μ. αποβίωσε στις 21.05.2018 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από το χήρο, Β. Ε. του Π. και το ενήλικο τέκνο Ε. Β. του Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της. 26) Η 445η αναιρεσίβλητη Κ. Μ. του Π. αποβίωσε στις 22.07.2020 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τον αμφιθαλή αδελφό της, Χ. Κ. του Π. και την ενήλικη ανιψιά της, Μ. Κ. του Χ., ως εκ διαθήκης κληρονόμους της. 27) Ο 504ος αναιρεσίβλητος Κ. Π. του Ι.. αποβίωσε το έτος 2013 και 28) Ο 544ος αναιρεσίβλητος Λ. Μ. του Κ.. αποβίωσε στις 02.12.2021 και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από την χήρα P. P. του A. και τα δύο ενήλικα τέκνα, Μ. Λ. του Μ. και Κ. Λ. του Μ., ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. Ως προς τους 184ο, 235ο και 306ο αναιρεσίβλητους, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προέκυψαν τα εξής: α) Σύμφωνα με τη με αριθμό πρωτ. 79811/18.10.2016 ληξιαρχική πράξη του Ειδικού Ληξίαρχου, ο 184ος αναιρεσίβλητος Γ. Ν. του Α., αποβίωσε στις 23.9.2014 στη Φ. Γ. και δηλώθηκε η συνέχιση της δίκης από τη χήρα Α. Γ. του Γ., τη μητέρα του Α. Γ. του Δ. και τα δυο εν ζωή αδέλφια του…. β) Σύμφωνα με τη με αριθμό πρωτ. 1897/30.6.2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Βύρωνος Βασιλικής Δημητρίου, ο 235ος αναιρεσίβλητος Μ. Δ. του Δ. αποβίωσε στις 22.05.2015 και δηλώθηκε ότι επαναλαμβάνεται η δίκη από το ενήλικο τέκνο του Χ. Δ. του Μ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του και γ) Σύμφωνα με το από 11.11.2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Δ.Ε. Κερατσινίου Μιχαήλ Δασκάλα, ο 306ος αναιρεσίβλητος Α. Θ. του Ν.. αποβίωσε στις 10.03.2015 και δηλώθηκε ότι επαναλαμβάνεται η δίκη από τη χήρα, Τ. Μ. του Σ., και τα δύο (2) ενήλικα τέκνα του Δ. Θ. του Α.. και Ν. Θ. του Α.., ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. Με βάση τις ως άνω ημερομηνίες του θανάτου τους, οι ως άνω 184ος, 235ος και 306ος αναιρεσίβλητοι είχαν αποβιώσει πριν την άσκηση της από 25.5.2015 και με αριθμό κατάθεσης 378/4.6.2016 αγωγής, στην οποία αναγράφονται ως 191ος, 248ος και 323ος ενάγοντες (επί συνόλου 600 εναγόντων). Παρ' όλα αυτά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της με αριθμό 725/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, ως πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και της προσβαλλόμενης με αριθμό 8905/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αυτοί εμφανίσθηκαν ως διάδικοι στις σχετικές δίκες, χωρίς να δηλωθεί ο θάνατός τους. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η προσβαλλόμενη με αριθμό 8905/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, είναι ανύπαρκτη (ανίσχυρη) ως προς τους ως άνω διαδίκους και δεν επάγεται κανενός είδους αποτέλεσμα (εκτελεστότητα, δεδικασμένο). Κατόπιν αυτού, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των 184ου, 235ου και 306ου αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθότι ελλείπει η διαδικαστική προϋπόθεση του υποκειμένου της δίκης. Το γεγονός ότι, όταν στις 5.11.2021 το αναιρεσείον κατέθεσε την 5.11.2021 αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται και κατά των 184ου 235ου και 306ου αναιρεσίβλητων, αυτό δεν γνώριζε το θάνατό τους, δεν ασκεί έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία δεν γεννάται ζήτημα βίαιης διακοπής της δίκης μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας, και δεν καταλείπεται έδαφος συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους τους. Επισημαίνεται δε ότι η εκ μέρους των κληρονόμων των ως άνω θανόντων και υπό την ιδιότητά τους αυτή παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον παραστάντα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ελευθέριο Τάγαρη για τον προσδιορισμό της αίτησης αυτής και την παράστασή τους κατά τη συζήτησή της, καθώς και για την έγκριση των γενομένων από τον ως άνω πληρεξούσιο Δικηγόρο διαδικαστικών πράξεων δεν καθιστά έγκυρη την ανοιγείσα με την από 25.5.2015 αγωγή δίκη, καθότι λόγω του προηγηθέντος θανάτου των ως άνω "εναγόντων" δεν ιδρύθηκε έννομη σχέση δίκης. Ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στην πληρωμή δικαστικών εξόδων μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τους 184ο, 235ο και 306ο αναιρεσίβλητους δεν γεννάται, εφόσον οι "δικαιούχοι" αυτών ως άνω αναιρεσίβλητοι είναι ανύπαρκτα πρόσωπα. Ως προς τον 504ο αναιρεσίβλητο, Π. Κ. του Ι.., πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Αν και στο από 30.9.2022 σημείωμα των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στον Άρειο Πάγο, αναγράφεται ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος αποβίωσε το έτος 2013, δηλαδή πριν από την άσκηση της από 25.5.2015 αγωγής στην οποία αναγράφεται ως 530ος ενάγων, εν τούτοις δεν προσκομίζεται σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου αυτού. Επίσης ο 504ος αναιρεσίβλητος, αν και φέρεται ότι από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (βλ. τη με αριθμό 10651Ε/10.12.2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, διορισμένου στο Π. Α. Ι.. Χ.. Γ.), κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε ήταν απών. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο ως άνω 504ος αναιρεσίβλητος παρείχε πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, ούτε προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσειόντος ν.π.δ.δ. κλήτευση του 504ου αναιρεσίβλητου. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη με αρίθμηση 2 νομική σκέψη, η επίσπευση που έγινε με τη σχετική εντολή του προαναφερθέντος δικηγόρου στον δικαστικό επιμελητή για επίδοση στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (και) για λογαριασμό του μη παρασταθέντος 504ου αναιρεσίβλητου (του οποίου δεν προκύπτει ο θάνατος) δεν είναι έγκυρη, με αποτέλεσμα να πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση (και) ως προς τον 504ο αναιρεσίβλητο, που (επίσης) συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (και) ως προς αυτόν. Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος των 2ου, 111ου, 157ου, 165ου, 204ου, 219ου, 296ου, 310ου, 319ου, 337ου, 377ου, 398ου, 423ου, 432ου, 440ου, 442ου, 443ης, 445ης αναιρεσίβλητων έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της από 5.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 87422/162/5.11.2021 αίτησης αναίρεσης. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ κατά την άσκηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης γνώριζε το θάνατο αυτών. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη με αρίθμηση 3 νομική σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των ως άνω αναιρεσίβλητων, που είχαν αποβιώσει πριν από την άσκησή της. Δεδομένου δε ότι το παριστάμενο αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων (πλην των 184ου, 235ου και 306ου αναιρεσίβλητων) και ότι η ημερομηνία θανάτου καθενός από αυτούς αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες ληξιαρχικές πράξεις, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται με τους προαναφερόμενους κληρονόμους τους. Τέλος, νομίμως συνεχίζεται η διακοπείσα δίκη από τους προαναφερόμενους κληρονόμους των 154ου, 345ου, 375ης, 397ου, 405ου και 544ου αναιρεσίβλητων, διότι σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου τους αυτοί αποβίωσαν μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και το αναιρεσείον δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα και των κληρονόμων των ως άνω (154ου, 345ου, 375ης, 397ου, 405ου και 544ου) αναιρεσίβλητων. 4. Με την από 5.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 87422/162/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 8905/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων την από 24.1.2017 και με αριθμό κατάθεσης 531/49/2017 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", κατά της με αριθμό 725/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που δίκασε επίσης αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία την από 25.5.2015 και με αριθμό κατάθεσης 378/2015 αγωγή των εξακοσίων (600) τότε εναγόντων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι αναιρεσίβλητοι. Με την αγωγή αυτή οι ενάγοντες- γιατροί, επικαλούμενοι την συνταγματική αρχή της ισότητας, ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, στο οποίο έχουν ενταχθεί από 1.1.2012, να υποχρεωθεί καταβάλει στον καθένα τους το συνολικό ποσό των 3.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο αφορά στο χρονικό διάστημα από 1.5.2012 μέχρι 31.1.2014 και το οποίο με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και με τη με αριθμό 2/16519/0022 ΚΥΑ έχει χορηγηθεί σε μια σειρά ειδικότητες εργαζομένων μεταξύ των οποίων και στο προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, καθώς και στους οδηγούς και βοηθούς ασθενοφόρων μονάδων υγείας. Με την ως άνω απόφασή του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο: α) κήρυξε κατηργημένη τη δίκη ως προς την 84η ενάγουσα και μη διάδικο στην αναιρετική δίκη, β) απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς τους 12ο, 36ο, 103ο, 155ο, 197η, 236η, 238ο, 239η, 244η, 283ο, 294η, 322ο, 339ο, 355η, 389η, 411ο, 436ο, 492ο,537ο, 593ο και 599ο ενάγοντες και μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη, γ) απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ως προς τους 69ο, 92η, 247ο, 339ο, 375ο, 383ο και 512ο ενάγοντες και επίσης μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη, δ) έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς 18ο, 20ο, 63ο, 83η, 189ο, 196η, 271η, 273η, 276ο, 331η, 358ο, 364ο, 378η, 387ο, 401η, 420ο, 449ο, 466ο, 470η, 543/544ο, 559η και 597ο ενάγοντες και ήδη 17ο, 19ο, 61ο, 80η, 182ο, 189η, 258η, 260η, 263ο, 314η, 339ο, 345ο, 358η, 366ο, 379η, 397ο, 425ο, 442ο, 446η, 515/516ο, 531η και 568ο αναιρεσίβλητους, επιδικάζοντας για επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας το χρηματικό ποσόν που αναγράφεται για τον καθένα τους, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και ε) έκανε συνολικά δεκτή την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη λοιπούς αναιρεσίβλητους, επιδικάζοντας στον καθένα τους το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας που αφορά στο χρονικό διάστημα από 1.5.2012 μέχρι 31.1.2014. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο εναγόμενο -εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον στις 8.10.2021, σύμφωνα με τη σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή που έχει τεθεί στο πρώτο φύλλο αυτής και η αίτηση για αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 5.11.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Επομένως, ως προς τους αναιρεσίβλητους, πλην: α) των 184ου, 235ου και 306ου ως προς τους οποίους απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης και β) των 39ης, 59ης, 262ου, 417ης, 452ης, 504ου και 566ου αναιρεσίβλητων, για τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 5. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1124/2019, ΑΠ 957/2018). Περαιτέρω, με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κλπ" ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1.1.2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ' του ν. 2470/1997). Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και στο προσωπικό του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ", σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του ν. 2150/1993 ορίζεται ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/0022/1997 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022/1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1.1.1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997, αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993. Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ.3 περ. δ του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, κρίθηκε ότι παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος), διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ' ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ' ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, πρέπει να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 506/2019, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014). Ακολούθως και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18.2.2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 1312/2017). Εξάλλου, με το ήδη καταργηθέν με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) άρθρο 15 του ν. 4024/2011 (εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου), που ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ορίστηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως. Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Κατ' εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης εκδόθηκε η υπ'αριθ. Οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'465/24.02.2012) "καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α/27.10.2011)", που όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Α και Β βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία.... 3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες.... 4. Στην κατηγορία Γ' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες ...5. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων που αναφέρονται σε αυτήν. 6. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του.... Η απόφαση αυτή, που ισχύει από 1/5/2012, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Όπως προεκτέθηκε, υπό το προγενέστερο καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας κλπ. δεν λάμβανε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά το χαρακτηριζόμενο ως νοσοκομειακό επίδομα (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019). Ακολούθως, στο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 (που καταλαμβάνει και τους ιατρούς, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο ΙΚΑ και ακολούθως στον ΕΟΠΠΥ, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 ν. 3918/2011), δεν περιλήφθηκε το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα παρά μόνο τα ειδικά αναφερόμενα στο ν. 4024/2011 επιδόματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του άρθρου 15 παρ. 1 του νόμου (επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας). Με βάση τα παραπάνω, λαμβανομένου υπόψη ότι το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο δικαιούνταν και οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, αφ' ενός μέχρι την 17.2.2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφ' ετέρου μετά την 18.2.2004, κατ'ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 εδ. β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003 (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 957/2018), είχε αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 10 παρ. 1 α' αα' του ν. 2470/1997 για το προσωπικό των νοσοκομείων επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019, ) πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 ν 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'465/24/02/2012), στους οποίους (δικαιούχους) περιλαμβάνεται και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κλπ., αποτελεί στην ουσία, ως προς το παραπάνω προσωπικό, μετεξέλιξη του καταργηθέντος νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λάμβανε τόσο το ιατρικό όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019). Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του ιατρικού προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ και μετέπειτα του αναιρεσείοντος ΕΟΠΠΥ από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κλπ., έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και στο προσωπικό αυτό του εν λόγω επιδόματος (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ (ΑΠ 306/2020, ΣτΕ 806/2015). Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ΑΠ 306/2020). 6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 358/2020, ΑΠ 381/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τους πρώτο και δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, που ως συναφείς ερευνώνται ενιαία, αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει ότι κατά την ένδικη χρονική περίοδο από 1.5.2012 μέχρι 1.1.2014 οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το προβλεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.7 του ν. 2470/1997 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, ότι με αυτό εξομοιώθηκε το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 15 παρ.1 του ν. 4024/2011, ότι οι αναιρεσίβλητοι απασχολούνται υπό τις ίδιες συνθήκες, υπό τις οποίες απασχολείται το προσωπικό των αντιστοίχων ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και κέντρων υγείας καθώς και των νοσοκομείων του ΕΣΥ στους οποίους χορηγείται το επίδομα αυτό και ότι η μη χορήγησή του στους αναιρεσίβλητους παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, 8 παρ.5 του ν.3205/2003, 15 παρ.1 του ν. 4024/2011 και του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Για τη θεμελίωση δε των ως άνω λόγων αναίρεσης, επικαλείται ότι το νοσοκομειακό επίδομα των άρθρων 8 παρ.7 του ν. 2470/1997 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003 είναι διακριτό επίδομα από το επίδομα της "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" και ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εξομοιώνονται μισθολογικά, ούτε υπάγονται στο ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του ΕΣΥ, στους οποίους χορηγείτο νοσοκομειακό επίδομα (πρώτος αναιρετικός λόγος) και ότι η μη χορήγηση στους αναιρεσίβλητους του επίδικου επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, καθότι αυτοί δεν τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες υπηρεσιακής κατάστασης και παροχής υπηρεσιών με τις υπό σύγκριση κατηγορίες των μισθωτών, τους οποίους αναφέρουν στην αγωγή τους και στους οποίους χορηγήθηκε με βάση την ΚΥΑ οικ.2/16519/2022 (ΦΕΚ Β 465/2012) η συγκεκριμένη παροχή (2ος λόγος αναίρεσης). Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα των ως άνω αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "[...] λαμβανομένου υπόψη ότι το νοσοκομειακό επίδομα η παροχή του οποίου έπρεπε να επεκταθεί και στους ιατρούς των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, καθώς τα καθήκοντα και οι συνθήκες εργασίας τους ομοιάζουν ουσιωδώς προς τα καθήκοντα και τις αντίστοιχες συνθήκες εργασίας (ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας) των ιατρών που το δικαιούνταν ευθέως εκ του νόμου [...] είχε αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων και το προβλεπόμενο για το προσωπικό των νοσοκομείων επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 10 παρ. 1 α' αα' του ν. 2470/1997), πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 465/24.2.2012), στην οποία προστέθηκε και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κλπ, αποτελεί στην ουσία ως προς το παραπάνω προσωπικό μετεξέλιξη του καταργηθέντος νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λάμβανε τόσο το ιατρικό, όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας [...]. Ως εκ τούτου ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του ιατρικού προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ και μετέπειτα του ΕΟΠΥΥ [...] από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κλπ, έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται προς αποκατάσταση της αρχής αυτής η χορήγηση και σε αυτό του εν λόγω επιδόματος. Εν προκειμένω [...] Οι εφεσίβλητοι είναι οδοντίατροι / ιατροί με τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής τους ειδικότητες (δερματολόγοι ωτορινολαρυγγολόγοι, οφθαλμίατροι, γενικής ιατρικής, οδοντίατροι, ορθοδοντικοί, ενδοκρινολόγοι, γυναικολόγοι, καρδιολόγοι, αλλεργιολόγοι, ορθοπεδικοί, χειρούργοι, πνευμονολόγοι, δερματολόγοι, κυτταρολόγοι, μικροβιολόγοι, παιδίατρος ψυχίατροι, νευρολόγοι, φυσικής ιατρικής, ακτινοδιαγνώστες, γαστρεντερολόγοι), που είχαν προσληφθεί από το ΙΚΑ με ειδικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρου 10 ΝΔ 1024/1972 και υπηρετούσαν από το χρόνο της πρόσληψής τους στις Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του Ιδρύματος, προσφέροντας ανάλογα με την ειδικότητά τους τις υπηρεσίες τους στους παραπάνω χώρους με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση εντός του ωραρίου τους, ενώ από 1-1-2012 και την ένταξη των κλάδων υγείας του ΙΚΑ στον ΕΟΠΥΥ (Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας] προσέφεραν τις υπηρεσίες του στις μεταφερόμενες σ' αυτό υγειονομικές μονάδες. Οι μηνιαίες αποδοχές τους καθορίζονταν από το εκάστοτε μισθολόγιο για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης. Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα 1-5-2012 έως 15-12-2014 (εννοεί 31.1.2014) και κατά τις ειδικότερες διακρίσεις για κάθε έναν εξ αυτών, παρείχαν ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές) στους ασθενείς - ασφαλισμένους του ΙΚΑ, μετέπειτα δε του εναγομένου. Ειδικότερα, οι ακτινοδιαγνώστες ασχολούνταν με τη χρήση ακτινών X, υπερήχων, τομογράφων και διαγνωστικούς σκοπούς, οι αλλεργιολόγοι με τη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση νοσολογικών καταστάσεων της αλλεργιολογίας και κλινικής ανοσολογίας, οι μικροβιολόγοι και κυτταρολόγοι με τη διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων, οι γαστρεντερολόγοι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση παθήσεων του πεπτικού συστήματος και την εκτέλεση ενδοσκοπικών πράξεων, οι γενικοί ιατροί με τη διάγνωση και θεραπεία οξέων και χρόνιων νοσημάτων, την παροχή άμεσης περίθαλψης σε επείγουσες περιπτώσεις και την παραπομπή σε άλλες ειδικότητες, οι οδοντίατροι με τη διάγνωση και την αντιμετώπιση παθολογικών καταστάσεων της στοματικής κοιλότητας, οι δερματολόγοι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση νόσων του δέρματος, των βλεννογόνων και των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, οι ενδοκρινολόγοι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση παθήσεων των ενδοκρινών αδένων, των διαταραχών του μεταβολισμού κλπ., οι καρδιολόγοι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των ανατομικών και λειτουργικών καρδιακών συνδρόμων, οι γυναικολόγοι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των παθήσεων του γεννητικού συστήματος της γυναίκας και των οργάνων που επηρεάζουν ή επηρεάζονται από το γεννητικό σύστημα κλπ., οι νευρολόγοι με την διάγνωση και αντιμετώπιση νευρολογικών νοσημάτων, οι ορθοπεδικοί με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των παθήσεων και κακώσεων του μυοσκελετικού συστήματος, οι ουρολόγοι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των παθήσεων του ουροποιογεννητικού συστήματος, οι οφθαλμίατροι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των παθήσεων των οφθαλμών, οι παθολόγοι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των παθολογικών καταστάσεων του σώματος, οι παιδίατροι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των παιδιατρικών νοσημάτων, οι χειρουργοί με την επεμβατική θεραπεία διαφόρων παθήσεων, κακώσεων και ανωμαλιών τους σώματος, οι ψυχίατροι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών και οι ωτορινολαρυγγολόγοι με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των παθήσεων του αυτιού, του κροταφικού ιστού, της μύτης, της στοματικής κοιλότητας, του φάρυγγα, του λάρυγγα, της τραχείας, του οισοφάγου. Κατά την εκτέλεση των παραπάνω καθηκόντων τους στους χώρους των υγειονομικών μονάδων συγχρωτίζονταν καθημερινά με ασθενείς, που φέρουν λοιμωξιγενή ή μικροβιακά στελέχη ή πάσχουν από σοβαρές λοιμώδεις και μεταδοτικές νόσους, που έχουν αυξημένο κίνδυνο μεταδοτικότητας, ενώ και η εκτέλεση των ιατρικών πράξεων στους παραπάνω χώρους ενέχει επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα γι' αυτούς, καθώς κατά τη διάρκειά τους έρχονται σε επαφή με ασθενείς και τα σωματικά εκκρίματά τους, μερικοί εκ των οποίων μάλιστα πάσχουν από μεταδοτικές νόσους (λχ. ηπατίτιδα, αφροδίσια νοσήματα, ιογενείς νόσους του αναπνευστικού συστήματος, δερματικές παθήσεις κλπ.). Περαιτέρω, οι χώροι, όπου παρέχουν τις υπηρεσίες τους (πρωτοβάθμιες μονάδες υγείας) ενέχουν και αυτοί επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα, καθώς αποτελούν χώρους συγκέντρωσης ασθενών. Ως εκ τούτου, οι συνθήκες εργασίας των εφεσιβλήτων είναι το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας του νοσηλευτικού προσωπικού των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, που αμείβεται με το ίδιο μισθολόγιο με τους εφεσίβλητους ιατρούς και στο οποίο χορηγήθηκε το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 Ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας με την Οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ [ΦΕΚ Β'465/24/02/2012). Συνεπώς, ο αποκλεισμός τους από τη χορήγηση του διεκδικούμενου επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ύψους 150 € μηνιαίως, αποτελεί αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος τους, και θα πρέπει αυτό, ύψους 150 € για κάθε μήνα απασχόλησής τους και για το χρονικό διάστημα για το οποίο καθένας παρείχε τις υπηρεσίες του, όπως αυτό (χρονικό διάστημα) καθορίσθηκε για κάθε έναν εξ αυτών με την εκκαλουμένη απόφαση και δεν παραπονείται το εκκαλούν, να χορηγηθεί και σε αυτούς κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Εξάλλου, οι εφεσίβλητοι πληρούν και την τασσόμενη στην παράγραφο 6 της προαναφερόμενης ΚΥΑ προϋπόθεση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στους χώρους, που δικαιολογεί την καταβολή του, δεδομένου ότι οι τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ (μετέπειτα Μονάδες Παροχής Υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Δ.Υ.Πε.) [εννοεί του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.], όπου υπηρετούν οι εφεσίβλητοι, παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, όπως συμβαίνει και στα Κέντρα Υγείας, και ότι η απασχόλησή τους στους παραπάνω χώρους είναι αποκλειστική και πλήρης κατά το συμβατικό τους ωράριο, χωρίς να επηρεάζει τούτο το γεγονός ότι μέχρι τις 31-3-2014 οι εφεσίβλητοι δικαιούνταν, υπό το καθεστώς του ΝΔ 1204/1972, να λειτουργούν εκτός του ωραρίου τους και ιδιωτικό ιατρείο, καθώς η ως άνω ΚΥΑ αξιώνει πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους, που δικαιολογούν την καταβολή του επιδόματος λόγω της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητά τους, εντός του προβλεπόμενου για τους δικαιούχους του επιδόματος ωραρίου, και όχι να μην έχουν οι δικαιούχοι του επιδόματος τη δυνατότητα, εκτός του νόμιμου ή συμβατικού ωραρίου τους, να απασχολούνται σε άλλο εργοδότη ή να αυτοαπασχολούνται, εφόσον τούτο ήταν επιτρεπτό από τις κείμενες διατάξεις. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας στους εφεσίβλητους το διεκδικούμενο επίδομα των 150 € μηνιαίως, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν". Υπό τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, 8 παρ.5 του ν.3205/2003, 15 παρ.1 του ν. 4024/2011 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Και τούτο διότι το Δικαστήριο της ουσίας με το να κρίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί παρείχαν αρχικά τις υπηρεσίες τους σε τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ότι, στη συνέχεια, από 1.1.2012 μεταφέρθηκαν στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, σε μονάδες του οποίου υπηρετούσαν κατά την ένδικη χρονική περίοδο, δηλαδή από 1.5.2012 μέχρι 31.1.2014, κατά την οποία έρχονταν καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν πολλές φορές από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (λ.χ. ηπατίτιδα, αφροδίσια νοσήματα, ιογενείς νόσους του αναπνευστικού συστήματος, δερματικές παθήσεις κλπ) που ενέχουν επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα και ότι το προσωπικό των αντιστοίχων με τους αναιρεσίβλητους ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και των κέντρων υγείας, αλλά και των νοσοκομείων του ΕΣΥ, επιτελεί τις ίδιες εργασίες με τους αναιρεσίβλητους και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο και υπό ουσιωδώς όμοιες τοπικές, χρονικές (ωράριο κλπ) και λοιπές περιστάσεις, υπό το ίδιο καθεστώς (με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) μισθοδοτούμενοι με το ίδιο μισθολόγιο (ν. 2470/1997, ν. 3205/2003 και ν. 4024/2011), ότι η μη χορήγηση και σ' αυτούς (αναιρεσίβλητους) του ένδικου επιδόματος συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, η οποία (παράβαση) δεν δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 15 παρ.1 του ν. 4024/2011, και της υπ'αριθμ. 2/16519/0022/2012 ΚΥΑ. Επιπρόσθετα, το Μονομελές Π. Α., που δίκασε ως Εφετείο, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι αρχικά απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος παρέχοντας πρωτοβάθμια περίθαλψη, εξαιρούνταν μεν από τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999 με την οποία ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997, πλην, όμως αυτοί δικαιούνταν το νοσοκομειακό επίδομα με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας, ενώ από 18.2.2004 δικαιούνταν αυτό κατ' ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β', του ν. 3235/2004 (βλ. 63ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης), του οποίου (νοσοκομειακού επιδόματος) μετά την κατάργησή του με το ν. 4024/2011, μετεξέλιξη αποτελεί το επίδικο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 15 του ν. 4024/2011), καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β', του ν. 3235/2004. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, ως προς όλες τους τις ως άνω αιτιάσεις περί παραβίασης από το Δικαστήριο της ουσίας των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη, από 5.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης87422/162/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 8905/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσίβλητων και των κληρονόμων των θανόντων αναιρεσίβλητων (πλην των κληρονόμων των θανόντων 184ου, 235ου και 306ου αναιρεσίβλητων), που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), καθότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ έχει όλα τα δικαστικά προνόμια του Δημοσίου και εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 30 του Ν 4038/2012 (ΦΕΚ Α 14) [ΑΠ 1298/2022]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 5.11.2021 και με αριθ. κατάθ. 87422/162/5.11.2021 αίτηση αναίρεσης ως προς τον 1840 αναιρεσίβλητο Ν. Γ. του Α., τον 235ο αναιρεσίβλητο Μ. Δ. του Δ. και τον 306ο αναιρεσίβλητο Α. Θ. του Ν. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεση ως προς την 39η αναιρεσίβλητη Β. Α. του Ν., την 59η αναιρεσίβλητη Μ. Α. του Ν., τον 262ο αναιρεσίβλητο τον Θ. Ε. του Ο., την 417η αναιρεσίβλητη Μ. Κ. του Χ., την 452η αναιρεσίβλητη Α. Κ. του Ι., τον 504ο αναιρεσίβλητο Π. Κ. του Ι. και τον 566ο αναιρεσίβλητο Σ. Λ. του Λ.. Απορρίπτει την από 5.11.2021 με αριθ. καταθ. 87422/162/5.11.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 8905/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσίβλητους και Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω παραστάμενων προσηκόντως αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ