Αριθμός 512/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κούκλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο αναιρεσείων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/1/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2028/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2018 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/3/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 142/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν στην ουσία τους α) η από 9-3-2017 και με αριθμό κατάθεσης 2612/106/2017 έφεση του αναιρεσείοντος, όπως διευρύνθηκε με τους από …-2017 και με αριθμό κατάθεσης …/2017 πρόσθετους λόγους της και β) η από 8-3-2017 και με αριθμό κατάθεσης 2619/107/2017 έφεση του αναιρεσίβλητου, κατά της με αριθμό 2028/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία έκανε δεκτή εν μέρει την από 1-11-2013 και με αριθμό κατάθεσης 7794/2013 αγωγή του αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ως ευθυνόμενο κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). ΙΙ. Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 1116/2019, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015). Κατά τις διατάξεις αυτές, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητα του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό. Απλές, όμως, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί, που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός), είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης και όχι το έγκλημα της δυσφήμησης (ΑΠ 1069/2019). Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει, όμως, ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση κατ' άρθρο 362 του ΠΚ, που προσβάλλει επίσης, την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 - 367 του ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 343/2016). Ειδικότερα, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1, ότι, '' δεν αποτελούν άδικη πράξη, α) οι δυσμενείς κρίσεις... καθώς και, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον...'' και στην παρ. 2 ότι η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται, α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 972/2020, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 343/2016). Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου από την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησης του από τον εναγόμενο, επειδή οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισης του (ΑΠ 792/2020, 2049/2017). Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος καίτοι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (ΑΠ 972/2020). Στην έννοια του "τρίτου", κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής ή της συκοφαντικής δυσφήμησης, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου, που περιήλθε στο δικαστή, τον εισαγγελέα και το γραμματέα του δικαστηρίου και, εν γένει, σε πρόσωπα θεσμικώς αρμόδια, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του "τρίτου", δεν δικαιολογείται ούτε από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 362-363 ΠΚ, αφού, κατά το γλωσσικό νόημα της λέξεως, "τρίτος" είναι οποιοσδήποτε, που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων, οπότε ο όρος αυτός καλύπτει αδιαστίκτως κάθε φυσικό πρόσωπο, που δεν είναι ο δράστης ή ο παθών του εγκλήματος και, συνεπώς, καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του εννόμου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου μέλους μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης αυτού, που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου, που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός. Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της εννόμου σχέσεως που αφορά τα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου "τρίτος", αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παράστασης για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών είτε για λόγους τυπικούς (όπως π.χ. σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης κλπ), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου εννόμου αγαθού. Δεν αποκλείεται δε ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους, ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει ή να δυσφημήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη (Ολ. ΑΠ 3/2021). ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις, δηλαδή οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ. ΑΠ 18/2005, Ολ. ΑΠ 57/2000, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 1326/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή ναδιαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, όπως ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1431/2019, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 615/2013), όχι όμως και λόγου έφεσης, η μη λήψη υπόψη του οποίου θεωρείται "πράγμα", όταν εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 13/2014, ΑΠ 29/2012), ούτε ένστασης ή αντένστασης, που αποτελούν επίσης "πράγματα" και ωσαύτως ιδρύουν λόγο από τον αριθ.8 (ΑΠ 615/20133, ΑΠ 483/2011, ΑΠ 1892/2009). Ο παρών λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 9 του άρθρ.559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται όταν υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου, ως προς αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, είτε στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 109/2016, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 326/2014), είτε στο αιτιολογικό της με προσόντα διατακτικού (ΑΠ 42/2007). Η περίπτωση του αναιρετικού τούτου λόγου διαφέρει της "σιγή απόρριψης" της αίτησης (ΑΠ 143/2017), οπότε δυνατόν να ιδρυθεί ο λόγος του αριθ. 19 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, για έλλειψη αιτιολογίας. "Σιγή απόρριψη" υπάρχει, όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται απόρριψη του. Δεν συνάγεται όμως σιγή απόρριψη, όταν τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου επί του αιτήματος και δεν προκύπτει από την απόφαση κάποια ένδειξη σχετικά με το λόγο για τον οποίο αυτή αντιπαρήλθε με σιγή το αίτημα (ΑΠ 1478/2005, ΑΠ 1559/2004, ΑΠ 1259/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Ο ενάγων, ήδη Πρόεδρος Εφετών ε.τ, υπηρέτησε κατά τη χρονική περίοδο από 18-9-2008 έως 13-9-2011 στο Εφετείο ..., με το βαθμό του Εφέτη. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα στο ως άνω Δικαστήριο εκκρεμούσαν πολλές ποινικές δίκες μεταξύ του εναγομένου, δικηγόρου τότε, μέλους του ΔΣ ..., και του πρώην εντολέα του, Ε. Κ., που χαρακτηρίζονταν από σφοδρή αντιδικία. Στα πλαίσια της αντιδικίας αυτής ορίστηκε να δικασθεί στο Πενταμελές Εφετείο ... κατά τη συνεδρίαση στις 3-3-2010, η έφεση του εναγομένου κατά της με αριθμό 568/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων (ειδικής δωσιδικίας ως εκ της ιδιότητας του εναγόμενου), με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση, κατόπιν εγκλήσεως του αντιδίκου του. Στη σύνθεση του Δικαστηρίου συμμετείχε ως τακτικό μέλος και ο ενάγων, επί της εφέσεως δε αυτής που εκδικάστηκε στη μετά διακοπή συνεδρίαση στις 17-3-2010 εκδόθηκε η με αριθμό 145/145717-3-2010 απόφασή του, με την οποία ο εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία, μειοψηφούντος του ενάγοντος και ενός έτερου μέλος του Δικαστηρίου, που είχαν τη άποψη ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος. Ακολούθως, κατά τη συνεδρίαση στις 11-10-2010 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., που διακόπηκε αρχικά για τη συνεδρίαση της 19-10-2010 και στη συνέχεια εκ νέου για τη συνεδρίαση στις 27-10-2010, είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί λόγω ειδικής δωσιδικίας και άλλη υπόθεση του εναγόμενου ως κατηγορουμένου για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμισης και εξύβρισης κατόπιν εγκλήσεως του ιδίου αντιδίκου του και πολιτικώς ενάγοντος, Ε. Κ.. Στην υπόθεση αυτή ο τελευταίος ζήτησε και πέτυχε την εξαίρεση του μέλους του Δικαστηρίου, Εφέτη, Νικολάου Δαύρου, τον οποίο ακολούθως αναπλήρωσε νομίμως ο ενάγων, ως αναπληρωματικό μέλος της συνθέσεως, την εξαίρεση του οποίου στη συνέχεια ζήτησε ο εναγόμενος ισχυριζόμενος, ότι, εφόσον έγινε δεκτή η εξαίρεση του αντιδίκου του, έπρεπε, για την ισότητα των όπλων, να γίνει δεκτή και η δική του. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων υπέβαλε την από 19-10-2010 δήλωση αποχής του προς αποφυγή δημιουργίας εσφαλμένων εντυπώσεων στον εναγόμενο, αναφορικά με την καλόπιστη, απροκατάληπτη και αδιάβλητη εκ μέρους του κρίση σε περίπτωση εκδόσεως τυχόν δυσμενούς για αυτόν απόφασης, την οποία ο τελευταίος εκ του λόγου τούτου δεν θα αποδέχετο, αρνούμενος όμως, κατά τα λοιπά την ύπαρξη στο πρόσωπό του όλων των επικαλούμενων σε βάρος του λόγων μεροληψίας ή ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή του από τα καθήκοντα του, αυτή δε (δήλωση) έγινε τελικώς δεκτή από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ο ενάγων συμμετείχε ως τακτικό μέλος στη συνεδρίαση της 1-12-2010 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου ..., στην οποία είχε προσδιορισθεί να εκδικαστεί η έφεση του εναγόμενου κατά της με αριθμό 1142/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή κατόπιν έγκλησης του ίδιου ως άνω αντιδίκου του, Ε. Κ.. Κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, που συνεχίστηκε στις 14-12-2010 ο εναγόμενος υπέβαλε αίτημα να προβεί ο ενάγων σε δήλωση αποχής, όπως είχε πράξει και προηγουμένως στις 19-10-2010, ισχυριζόμενος ότι δεν μπορούν τα ίδια πρόσωπα να δικάζουν ίδιες υποθέσεις, επικουρικά δε υπέβαλε μαζί με τους λοιπούς εκκαλούντες αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης κατ' άρθρο 349 ΚΠολΔ. Το Δικαστήριο απέρριψε αμφότερα τα αιτήματα, και δη το πρώτο εξ αυτών, διότι διατυπώθηκε ως απλή ευχή και "δεν υφίσταται νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί την εξέταση απλών ευχών", όπως ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασής του, το δε δεύτερο ως αβάσιμο, ελλείψει νομίμου λόγου. Κατόπιν τούτου ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση εξαίρεσης του ενάγοντος διότι είχε συμμετάσχει σε άλλη δίκη για την ίδια υπόθεση και είχε εκφέρει δυσμενή σε βάρος του ουσιαστική κρίση, ενώ ταυτόχρονα προσκόμισε και την από 19-10-2010 δήλωση αποχής του τελευταίου. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση εξαίρεσης ως αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων είχε λάβει μέρος σε άλλη δίκη με τους ίδιους διάδικους συναφή ως προς τα πραγματικά περιστατικά με την εκκρεμούσα ενώπιόν του, ενώ περαιτέρω αναφορικά με την δήλωση αποχής αυτού, αποφάνθηκε ότι δεν καθιστά υποχρεωτική ή αναγκαία και την εξαίρεση του στην υπό εξέλιξη ενώπιον του δίκη και ότι σε κάθε περίπτωση δεν υφίσταται ταύτιση των πραγματικών περιστατικών, με αυτά άλλων δικών, ώστε να υπάρχει δέσμευση του Δικαστή για την κρίση του. Ακολούθως δε, το Δικαστήριο με την με αριθμό 549, 549α, 549β, 549γ, 579 και 579α/1 και 14-12-2014 απόφαση του κήρυξε τον εναγόμενο ένοχο κατά πλειοψηφία των προαναφερομένων αδικημάτων, μειοψηφούντων δύο μελών του που είχαν την άποψη ότι αυτός έπρεπε να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών ως προς το δόλο του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2013 ο εναγόμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από … 2013 αναφορά του (υπέχουσα θέση εγκλήσεως), καταγγέλοντας τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς των Δικαστηρίων Πειραιά ότι λαμβάνουν προειλημμένες σε βάρος του αποφάσεις στα πλαίσια της αντιδικίας του με τον αντίδικο του Ε.. Κ., τα άδικα συμφέροντα του οποίου εξυπηρετούν, θέτοντας εκ ποδός την έννοια της δίκαιης δίκης, ακολούθως δε, με το από …2013 επεξηγηματικό της αναφοράς του υπόμνημα, που κατέθεσε, εξεταζόμενος στον 5° Πταισματοδίκη ..., στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης, που διατάχθηκε αρμοδίως (το οποίο σημειωτέον ζήτησε να κοινοποιηθεί επιμέλεια του πταισματοδίκη, στον Εισαγγελέα του ΑΠ και τον Επιθεωρητή Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Πρωτοδικών και Εφετών ...), στην ερώτηση του τελευταίου να διευκρινίσει εάν με την ως άνω από … 2013 αναφορά του καταγγέλλει κάποιον δικαστικό λειτουργό και για ποια αξιόποινη πράξη, αυτός κατονόμασε συγκεκριμένα μεταξύ άλλων και τον ενάγοντα, στον οποίο, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς, που είχε διατυπώσει στη αίτηση εξαίρεσης αυτού ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου ... κατά τις συνεδριάσεις της 1 και 14-12-2010, απέδωσε την αξιόποινη συμπεριφορά της αποσιώπησης του λόγου εξαίρεσής του κατά την συγκεκριμένη δικάσιμο, αν και είχε μετάσχει προηγουμένως σε άλλη δίκη για το ίδιο αντικείμενο. Στο τέλος δε, του υπομνήματος του (σελ. 17) έκανε συλλήβδην λόγο για παραδικαστική κατάσταση. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων κλήθηκε από τον Επιθεωρητή των Δικαστηρίων ... να δώσει έγγραφες εξηγήσεις στα πλαίσια προκαταρτικού σε βάρος του πειθαρχικού ελέγχου, τις οποίες αυτός κατέθεσε τον Μάιο του έτους 2013. Οι ως άνω ισχυρισμοί του εναγόμενου, όμως, όπως συγκεκριμενοποιήθηκαν και στο από 19-3-2013 υπόμνημά του, στερούνται βασιμότητας. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι κατά την εκδίκαση της έφεσης του εναγομένου στις 1 και 14-12-2010 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου ... συνέτρεχε οιοσδήποτε λόγος στο πρόσωπο του ενάγοντος, που να του επέβαλε να δηλώσει αποχή, ήτοι σοβαρός λόγος ευπρέπειας δυνάμενος να κλονίσει αντικειμενικά την εμπιστοσύνη του διαδίκου στο απολύτως αντικειμενικό, απροκάλυπτο και αδιάβλητο της κρίσεώς του, τον οποίο και αποσιώπησε, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 23 παρ.3 ΚΠΔ. Και τούτο, διότι, σε αντίθεση με τα όσα αβάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος δεν υπήρχε ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών και των αδικημάτων, στην εκδίκαση των οποίων συμμετείχε μέχρι τότε ως μέλος πολυμελών συνθέσεων που να τον δεσμεύουν στη κρίση του για την προκείμενη υπόθεση, καθόσον αυτά αφορούσαν διακριτές αξιόποινες συμπεριφορές, εντασσόμενες απλώς στα πλαίσια ευρύτερης αντιδικίας. Την μη ταύτιση αλλά ούτε καν συνάφεια των εν λόγω υποθέσεων, εξάλλου δέχθηκε και το Δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα απόφασή του, που απέρριψε την ένσταση εξαίρεσης του εναγόμενου, της οποίας ο τελευταίος έλαβε άμεσα γνώση ως παριστάμενος στη διαδικασία. Ομοίως, μετά την ολοκλήρωση της προκαταρτικής εξέτασης ο Επιθεωρητής με την με αριθμό …. 2013 πράξη του έθεσε στο αρχείο την αναφορά του εναγόμενου με την ειδικότερη αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση πειθαρχικού ελέγχου τόσο του ενάγοντος όσο και των λοιπών δικαστικών λειτουργών, στους οποίους αναφέρθηκε με το από …. 2013 επεξηγηματικό του έγγραφο, ενώ την ίδια αναφορά, κατά το ποινικό της σκέλος αρχειοθέτησε και η Εισαγγελέας Πρωτοδικών ... με την με αριθμό …. -2013 διάταξή της, με την αιτιολογία ότι τα καταγγελόμενα τυγχάνουν αβάσιμα στην ουσία τους. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι εν λόγω ισχυρισμοί του εναγόμενου σε βάρος του ενάγοντος τυγχάνουν ψευδείς, αυτός δε, τελούσε εν γνώσει του ψεύδους τους, καθόσον γνώριζε την απόφαση περί απόρριψης της υποβληθείσας εκ μέρους του αίτησης εξαίρεσης του ενάγοντος από το Δικαστήριο και την αιτιολογία αυτής, την οποία ως νομικός μπορούσε να αντιληφθεί ορθώς κατά το περιεχόμενο της. Προέβη δε στις ως άνω ενέργειες επιθυμώντας να προκαλέσει την ποινική και πειθαρχική δίωξη του ενάγοντος, και να πλήξει την τιμή και την υπόληψή του, αρνούμενος να αποδεχτεί την δυσμενή κρίση του τελευταίου επί των υποθέσεών του. Τις ανωτέρω, εξάλλου, ουσιαστικές παραδοχές αναφορικά με τη πρόθεση του εναγόμενου δεν αίρει το γεγονός ότι αυτός κατά την υποβολή της ανωτέρω αναφοράς και του υπομνήματός του δεν κατέθεσε και το σχετικό παράβολο της εγκλήσεως, καθόσον το αδίκημα της διάταξης του άρθρου 254 ΠΚ, δεν διώκεται κατ' έγκληση. Τέλος, ενόψει του ψεύδους των εν λόγω ισχυρισμών του παρέλκει η εξέταση της ένστασης του άρθρου 367 παρ.1 παρ.γ ΠΚ, που νομίμως επαναφέρει με λόγο έφεσης ο εναγόμενος, η εφαρμογή της οποίας αφορά στις περιπτώσεις της απλής δυσφήμησης, όχι, όμως και της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως εν προκειμένω, κατά τα ρητώς οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 ΠΚ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ως άνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις του εναγόμενου είχαν ως συνέπεια τη δημόσια αμφισβήτηση της ηθικής, κοινωνικής και υπηρεσιακής υπόστασης του ενάγοντος, ο οποίος εκ του λόγου αυτού υπέστη σημαντική ηθική βλάβη, συνιστάμενη στη στεναχώρια και τη ταλαιπωρία, που βίωσε, καθόσον οι ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμοί έτρωσαν ευθέως την ακεραιότητά του ως δικαστικού λειτουργού και έγιναν ευρέως γνωστοί στο κοινωνικό και υπηρεσιακό του περίγυρο. Λαμβάνοντας δε υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου, τη βαρύτητα των εκ μέρους του καταγγελλομένων σε βάρος του ενάγοντος, το γεγονός ότι οι ψευδείς αυτοί ισχυρισμοί εκφράστηκαν κατ'επανάληψη και απέκτησαν δημοσιότητα περιερχόμενοι σε γνώση ικανού αριθμού ατόμων (Εισαγγελέων, Δικαστών, Γραμματέων, Προϊστάμενων του ενάγοντος), αλλά και την οικονομικοκοινωνική κατάσταση των διαδίκων (ο εναγόμενος από το έτος 2014 έχει απωλέσει τη δικηγορική ιδιότητα, αλλά δεν έχει ακόμη συνταξιοδοτηθεί και ο ενάγων κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής ήταν Πρόεδρος Εφετών) το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσό, που πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ, που κρίνεται ως εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας...Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που, με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα ίδια, δεχόμενο την εκ μέρους του εναγόμενου προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και τη συνακόλουθη πρόκληση σε αυτόν ηθικής βλάβης και επιδίκασε στον τελευταίο ως χρηματική ικανοποίηση για το λόγο αυτό το ανωτέρω ποσό, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και δεν εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις, και οι σχετικοί λόγοι των συνεκδικαζομένων αντίθετων εφέσεων με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα (ο ενάγων, ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης), πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Τέλος, ο εναγόμενος πρωτοδίκως με τις προτάσεις του προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) ισχυριζόμενος ότι ο ενάγων έλαβε μέρος στην εκδίκαση τεσσάρων υποθέσεών του, στις οποίες ψήφισε δύο φορές υπέρ της ενοχής του, μια φορά απέρριψε αίτησή του στο Συμβούλιο Εφετών Πειραιά και μια φορά δήλωσε αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων του, ότι ο ίδιος (εναγόμενος) προέβη στη υποβολή της αναφοράς και του σχετικού επ' αυτής υπομνήματος σε εκτέλεση νομίμου δικαιώματός του και ότι ο ενάγων είναι ο μόνος που κινήθηκε δικαστικά εναντίον του και ζητεί χρηματική ικανοποίηση. Τα ανωτέρω όμως και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν τον κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής σε βάρος του εναγόμενου. Επομένως, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε μη νόμιμη την ένσταση αυτή και την απέρριψε ως τέτοια δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος της πρώτης έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αμφότερες οι κρινόμενες εφέσεις πρέπει να απορριφθούν ως ουσιστικά αβάσιμες...". Το Μονομελές Εφετείο ..., στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, στα οποία στήριξε το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασής του, διέλαβε τις ειδικότερες παραδοχές: α) Ότι κατά τη συνεδρίαση της 19-10-2010 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., ενώπιον του οποίου ο αναιρεσείων δικαζόταν ως κατηγορούμενος για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης, κατόπιν εγκλήσεως του Ε. Κ., ο αναιρεσίβλητος, υπέβαλε δήλωση αποχής προς αποφυγή δημιουργίας εσφαλμένων εντυπώσεων στον αναιρεσείοντα, αναφορικά με την καλόπιστη, απροκατάληπτη και αδιάβλητη εκ μέρους του κρίση σε περίπτωση εκδόσεως τυχόν δυσμενούς για αυτόν απόφασης, καθόσον σε άλλη υπόθεση, που είχε εκδικασθεί ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, ο αναιρεσίβλητος είχε μειοψηφήσει υπέρ της ενοχής του αναιρεσείοντος, τότε κατηγορουμένου. β) Ότι στη συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου ..., στις 1-12-2010, όπου εκδικαζόταν έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 1142/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., με την οποία είχε καταδικαστεί για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή, κατόπιν έγκλησης επίσης του Ε. Κ., ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτηση εξαίρεσης του αναιρεσίβλητου, που συμμετείχε ως μέλος της σύνθεσης του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε πως ο αναιρεσίβλητος είχε λάβει μέρος σε άλλη δίκη με τους ίδιους διαδίκους, συναφή ως προς τα πραγματικά περιστατικά με την εκκρεμούσα ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου. γ) Ότι ο αναιρεσείων τον Φεβρουάριο του έτους 2013 υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από … 2013 αναφορά του (υπέχουσα θέση εγκλήσεως), καταγγέλλοντας τους δικαστικούς και τους εισαγγελικούς λειτουργούς των Δικαστηρίων Πειραιά, ότι λαμβάνουν προειλημμένες σε βάρος του αποφάσεις στα πλαίσια της αντιδικίας του με τον Ε.. Κ., τα άδικα συμφέροντα του οποίου εξυπηρετούν, θέτοντας εκ ποδών την έννοια της δίκαιης δίκης, ενώ ακολούθως με το από 19-3-2013 υπόμνημά του ενώπιον του 5ου Πταισματοδίκη ..., στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης που διατάχθηκε, κατονόμασε και τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, μεταξύ των καταγγελλομένων δικαστικών λειτουργών και έκανε συλλήβδην λόγο για παραδικαστική κατάσταση. δ) Ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, που περιέχονται στο από … 2013 πιο πάνω υπόμνημά του στερούνται βασιμότητας, ως αναπόδεικτοι, η δε από ….2013 αναφορά του αναιρεσείοντος τέθηκε στο αρχείο. ε) Ότι οι επίδικοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος - εναγόμενου σε βάρος του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου τυγχάνουν ψευδείς, αυτός δε τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους, καθόσον εγνώριζε την απόφαση του Δικαστηρίου που απέρριψε την πιο πάνω αίτηση εξαίρεσης αιτιολογημένα, την οποία ως νομικός μπορούσε να αντιληφθεί ορθώς κατά το περιεχόμενό της. στ) ότι ο αναιρεσείων - εναγόμενος προέβη στις ως άνω ενέργειές του επιθυμώντας να προκαλέσει την ποινική και πειθαρχική δίωξη του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου και να πλήξει την τιμή και την υπόληψή του, αρνούμενος να αποδεχθεί την δυσμενή κρίση του τελευταίου επί των υποθέσεών του. ζ) Ότι οι ως άνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις του εναγομένου - αναιρεσείοντος είχαν ως συνέπεια τη δημόσια αμφισβήτηση της ηθικής, κοινωνικής και υπηρεσιακής υπόστασης του ενάγοντος, ο οποίος υπέστη σημαντική ηθική βλάβη και η) Ότι η από το άρθρο 367 παρ.1 περ.γ ΠΚ ένσταση του εναγομένου, που επανέφερε με λόγο έφεσης, αφορά περιπτώσεις απλής δυσφήμησης και όχι συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 367 παρ.2 του ΠΚ. Με όλα τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο, στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης, διέλαβε σαφείς, πλήρως εμπεριστατωμένες και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, την υπαιτιότητά του με το στοιχείο του δόλου και την έκταση της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 330, 914, 932 του ΑΚ και 362-363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς και για την μη συνδρομή των όρων της διάταξης του άρθρου 367 παρ.1 περ.γ' ΠΚ, περί άρσης του αδίκου ένεκα δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, στην οποία διάταξη στήριξε την σχετική ένστασή του ο εναγόμενος - αναιρεσείων, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δέχθηκε ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση και, σύμφωνα με το άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ, η παρ.1 του ίδιου άρθρου δεν εφαρμόζεται. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενες στην έλλειψη νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αναφορικά με τα θεμελιωτικά περιστατικά της αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς και δια της συκοφαντικής δυσφήμησης του αναιρεσίβλητου, καθώς και ο λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 559, με τον οποίο αποδίδει ευθεία παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων και συγκεκριμένα: 1) Ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο διατείνεται εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 932 ΑΚ, 229 ΠΚ περί ψευδούς (πειθαρχικής) καταμήνυσης και 363 ΠΚ, 2) Ο δεύτερος λόγος της αίτησης, ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην απόφαση η εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 229 παρ.1, 362, 363, 367 ΠΚ, 3) Ο τρίτος λόγος της αίτησης, ως προς το δεύτερο (επικουρικό) σκέλος του, με το οποίο διατείνεται εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 932 ΑΚ, 229 παρ.1, 362, 363 ΠΚ, 4) Ο πέμπτος λόγος της αίτηση, ως προς το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με το οποίο αποδίδεται ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 299, 914 και 932 ΑΚ, καθώς και ως προς το δεύτερο (επικουρικό) σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 932 ΑΚ και των συναφών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ και 5) Ο έκτος, κατ' ορθή αρίθμηση (4ος και τελευταίος στο αναιρετήριο), με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Εφετείου παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 229 παρ.1, 224 παρ.2, 362, 363, 367,371 ΠΚ, ως προς το ζήτημα της γνώσης της αναλήθειας των διαδοθέντων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, ο έκτος αναιρετικός λόγος, ως προς την ειδικότερη αιτίασή του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την μη αιτιολόγηση του στοιχείου της γνώσης παραβίασε το δικαίωμα του αναιρεσείοντος για δίκαιη δίκη, αν εκτιμηθεί ως σκέλος με αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι πρωτίστως απαράδεκτο, ένεκα αοριστίας, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, ενάριθμα, αναφορικά με το σκέλος του λόγου αυτού, ως παραβιασθείσα ουσιαστική διάταξη και το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου σε δίκαιη δίκη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι αβάσιμο, διότι με τις ως άνω, πλήρως αιτιολογημένες, παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Με τους παραπάνω λόγους ο αναιρεσείων, με την επίφαση του αναιρετικού ελέγχου, βάλει κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο, επικουρικό, σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου σφάλμα από τον αριθ.9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενος ότι άφησε αδίκαστη την ένστασή του από το άρθρο 367 παρ.1 περ.γ' ΠΚ, περί άρσης του αδίκου των πράξεών του ένεκα δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι η παραπάνω ένσταση δεν είναι αίτηση που να δημιουργεί εκκρεμοδικία, ώστε να ιδρύει αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που παραθέτει ο αναιρεσείων, αλλά συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθ.8 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο "παρά το νόμο...ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης". Εάν εκτιμηθεί ο λόγος αυτός, ορθά ως αποδιδόμενο σφάλμα από τον αριθ.8 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσείοντος, αφού, σχετικά με αυτήν, διέλαβε την προεκτεθείσα αιτιολογία ότι "τέλος, ενόψει του ψεύδους των εν λόγω ισχυρισμών του παρέλκει η εξέταση της ένστασης του άρθρου 367 παρ.1 περ.γ ΠΚ, που νομίμως επαναφέρει με λόγο έφεσης ο εναγόμενος, η εφαρμογή της οποίας αφορά στις περιπτώσεις της απλής δυσφήμησης, όχι όμως και της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως εν προκειμένω, κατά τα ρητώς οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 ΠΚ". Το Εφετείο, δηλαδή, δεν απέρριψε μεν ρητά την ένσταση του αναιρεσείοντος, έκρινε, όμως, ότι η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 περ.γ' ΠΚ δεν τυγχάνει κατά νόμο εφαρμοστέα, αφού πρόκειται για περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ) και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επανάφερε την εν λόγω ένσταση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου το σφάλμα της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 229 παρ.1, 362, 363, 229 παρ.1 του ΠΚ, επειδή δέχθηκε ότι πρόσβαλε την προσωπικότητά του δια της δυσφημιστικής διάδοσης γεγονότων σε βάρος του αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Επιθεωρητή του Αρείου Πάγου, καθώς και ενώπιον Δικαστών, Εισαγγελέων και Γραμματέων, οι οποίοι δεν είναι "τρίτοι" κατά την έννοια των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, στην έννοια του "τρίτου" περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως δικαστές, εισαγγελείς και υπάλληλοι δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 3/2021). IV. Με τις διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.53/1974, που στην παρ.1 καθιερώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου σε δίκαιη δίκη και στην παρ.2 ορίζει ότι "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", ταυτόσημη κατά περιεχόμενο με το άρθρο 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997, αλλά και με το άρθρο 71 του νέου Κ.Ποιν.Δ. (Ν. 4620/2019), που ορίζει ότι "Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο", καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του προσώπου, ως θεμελιώδες δικαίωμά του, αλλά και ως ανεξάρτητη υποχρέωση της Πολιτείας. Το τεκμήριο αυτό, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως και παραβιάζεται όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ούτε καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 4/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, ενώ με τον τέταρτο, συναφή αναιρετικό λόγο αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου το σφάλμα της παραβίασης των αυτών παραπάνω διατάξεων, καθώς και των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 362, 363 και 229 παρ.1 ΠΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητάς του, καθόσον παρείδε τις πολιτικές και ποινικές αποφάσεις που επικαλέστηκε και προσκόμισε, οι οποίες περιείχαν αθωωτικές κρίσεις και παραδοχές, ενδεικτικά δε τις αποφάσεις: α) πολιτικές, με αριθ. 788/2005 του Εφετείου ..., 880/2007 του Αρείου Πάγου, 103/2018 του Εφετείου ..., 1484/2010 του Αρείου Πάγου, 4876/2003 του Μον. Πρωτ. ... και β) ποινικές, με αριθ. 13/2015, 1190/2016, 1629/2015, 334/2013, 335/2013, 603/2014, 245/2014, 616, 645/2017, 292, 377/2018, 179/2018, 319/2018 του Τριμελούς Εφετείου ..., 689/2011, 735/2014, 145, 145α/2010 του Πενταμελούς Εφετείου .... Ότι οι ποινικές αποφάσεις αυτές περιλαμβάνονται στις είκοσι πέντε (25) και πλέον αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις (πλέον των δέκα (10) Εισαγγελικών απαλλακτικών διατάξεων), με τις οποίες κηρύχθηκε αθώος των αντίστοιχων (με την ένδικη αδικοπραξία) ποινικών αδικημάτων που του αποδόθηκαν κατόπιν εγκλήσεως του ίδιου (πάντοτε) εγκαλούντος Ε. Κ., τα οποία αδικήματα ταυτίζονται απόλυτα κατά την ιστορική και νομική τους βάση με την επίδικη αγωγή αδικοπραξίας. Οι αμέσως παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι: α) πρωτίστως δεν ιδρύονται, καθόσον ο αναιρεσείων αιτιάται μεν γενικά ότι οι αθωωτικές αποφάσεις αφορούν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, πλην όμως από την ενδελεχή επισκόπηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης συνάγεται ότι όλες αυτές οι αποφάσεις (μη προσκομιζόμενες στην παρούσα δίκη), σχετίζονται με τις εγκλήσεις και αγωγές του Ε. Κ., σε βάρος του αναιρεσείοντος, δηλαδή με πρόσωπο διάφορο του ήδη αναιρεσίβλητου - ενάγοντος και για περιστατικά άσχετα με την ιστορική βάση της ένδικης, από 1-11-2013 αγωγής του. β) Σε κάθε περίπτωση οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι αόριστοι, αφού ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει και δη επαρκώς, τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων έκριναν οι αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί η ύπαρξη συνάφειας με την αστική δίκη, που έκρινε την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου και, συνεπώς, αν το Εφετείο παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του αναιρεσείοντος. Ας σημειωθεί ότι ο αναιρεσίβλητος, με τις έγγραφες προτάσεις της παρούσας δίκης, ως τη μόνη ποινική εμπλοκή του με τον αναιρεσείοντα, αναφέρει την με αριθμό 130/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου (μη προσκομιζόμενη, αφού το έγγραφο με αριθ.17, που επικαλείται ως σχετικό, αφορά ποινική απόφαση με κατηγορούμενο τρίτο πρόσωπο), με την οποία ο αναιρεσείων, κατά τα εκτιθέμενα στις ως άνω προτάσεις, καταδικάστηκε για ψευδή καταμήνυση 14 Δικαστικών Λειτουργών, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος. Περαιτέρω, η ειδικότερη αιτίαση που περιέχεται στον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, περί σφάλματος του Εφετείου που απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου που πρότεινε ο αναιρεσείων, που απορρέει από την με αριθ. 788/2005 απόφαση του Εφετείου ..., αν εκτιμηθεί ως αναιρετικό σκέλος από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμο διότι κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η παραπάνω απόφαση έκρινε τελεσίδικα επί αγωγής καταβολής δικηγορικής αμοιβής, οπότε δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων με τον αναιρεσίβλητο (άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ). Επίσης το ίδιο σκέλος του τρίτου λόγου, με το οποίο γίνεται αιτίαση παραβίασης δεδικασμένου που απορρέει από τις ποινικές αποφάσεις, είναι ωσαύτως αβάσιμο, διότι οι αποφάσεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, δεν παράγουν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη. Τέλος, η προβαλλόμενη με τις έγγραφες προτάσεις της παρούσας δίκης ένσταση του αναιρεσείοντος, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ένδικης αγωγής (άρθρο 281 ΑΚ), εάν ήθελε εκτιμηθεί ως πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος διότι δεν ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 569 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Την εν λόγω ένσταση, που είχε προτείνει πρωτοδίκως ο αναιρεσείων, επανάφερε στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, ο οποίος απορρίφθηκε, διότι η ένσταση κρίθηκε ως μη νόμιμη, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της απόφασής του, η οποία δεν προσβάλλεται ως προς το κεφάλαιο αυτό με κάποιον από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-3-2019 αίτηση του Μ. Π., για αναίρεση της με αριθμό 142/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ