Αριθμός 130/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ιωσήφ. Της αναιρεσίβλητης: Α.- Α. Κ. του Ι., συζύγου Σ. Μ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου Κ. Μ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πάχη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-1-2008 και 23-1-2008 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1665/2008 του ίδιου Δικαστηρίου 2611/2010 μη οριστική και 3641/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-10-2001 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 666 επ. και 681Β' ΚΠολΔ 3641/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, κατ' ουσίαν την από 23-3-2009 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 1665/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την επιδίκαση διατροφής στην ίδια και στο ανήλικο τέκνο της. Ακολούθως η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή στην ουσία της με την εφετειακή απόφαση, με την οποία και υποχρεώθηκε ο ήδη αναιρεσείων να προκαταβάλλει στην αναιρεσίβλητη, για την αναφερομένη διετία, ως μηνιαία διατροφή για την ίδια ατομικά και με την ιδιότητά της ως ασκούσης την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της τα ποσά των 1.400 και 1.400 ευρώ, αντίστοιχα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2.- Επειδή, με το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, την οποία έλαβε υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της αιτούμενης διατροφής: "Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων τυγχάνει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας, με το διακριτικό τίτλο "ΜΑSTERETAIL Α. Ε. Ε.", που εδρεύει στην ... (οδός ... αριθμ. 34), της οποίας τυγχάνει και βασικός μέτοχος κατά ποσοστό 99%. Η εταιρία αυτή εμπορεύεται στην ελληνική και την ευρωπαϊκή αγορά προϊόντα χαμηλής τιμής και διαχειρίζεται στην Ελλάδα καταστήματα λιανικής πώλησης με το σύστημα "Franchise". Έτσι προμηθεύει με εισαγωγές εμπορευμάτων κυρίως από την Κίνα, περί τα 23 καταστήματα τόσο στην Αθήνα όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα, υπό το σήμα "EYRO 1 SΗΟΡ" (καταστήματα με εμπορεύματα αξίας ενός ευρώ), καθώς επίσης και τις αλυσίδες super market GARREFOYR, ALEX PAΚ και ΑΤΛΑΝΤΙΚ. Ακόμη παίρνει μέρος σε διεθνείς εκθέσεις... Η πορεία της εταιρίας, καθόσον αφορά στα κέρδη της, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, υπήρξε ανέκαθεν ανοδική, αφού από την ίδρυσή της τον Αύγουστο 1997 έχει επαρκώς εδραιωθεί και καταξιωθεί στο πεδίο που αφορά ο σκοπός της. Η εταιρία αυτή βαρύνεται με την καταβολή υπολοίπου αλληλοχρέου λογαριασμού στην Εθνική Τράπεζα με πιστωτικό όριο 360.000 ευρώ, την τήρηση του οποίου έχει εγγυηθεί ο εναγόμενος. Ακόμη εξέδωσε ομολογιακό δάνειο 770.000 ευρώ και με το από 15.6.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, την τήρηση του οποίου εγγυήθηκε ο εναγόμενος, το οποίο συνήφθη μεταξύ αυτής και της Τράπεζας Εργασίας, η εν λόγω Τράπεζα κάλυψε την έκδοση του εν λόγω ομολογιακού δανείου. Ο αντίθετος, επομένως, ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η εταιρία του έχει διαρκώς φθίνουσα, πτωτική πορεία με τα κέρδη της να μειώνονται σταθερά κάθε οικονομικό έτος, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, αναιρούμενος από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους οι διάδικοι διέθεταν για τη διατροφή, την ένδυση, την υπόδηση, την ψυχαγωγία τους και τις διάφορες κοινωνικές τους υποχρεώσεις μεγάλα χρηματικά ποσά. Πραγματοποιούσαν ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, διαμένοντας σε ακριβά και πολυτελή καταλύματα, αλλά και ταξίδια με σκάφος (ιστιοπλοϊκό), που ο εναγόμενος μίσθωνε για τον σκοπό αυτό. Μετά την αποχώρησή του από τη συζυγική κατοικία ο εναγόμενος διέμενε σε μισθωμένο διαμέρισμα, αντί μηνιαίου μισθώματος 930 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η ως άνω εταιρία του, επ' ονόματι της οποίας έχει εκδοθεί και η άδεια κυκλοφορίας του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο χρησιμοποιεί αποκλειστικά αυτός για την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών. Ήδη αυτός διαμένει άλλοτε μεν στην επί της οδού ... αριθ. 54 στη ... οικία της συντρόφου του Ε. Λ.- με την οποία έχει αποκτήσει μία κόρη, που γεννήθηκε στις 17.4.2010- άλλοτε δε στην οικία που διατηρεί στα ... στον παραπάνω αναφερόμενο επαγγελματικό χώρο που έχει δημιουργήσει. Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η ανωτέρω σύντροφός του εργάζεται ως "μοντελίστ" και διατηρεί επιχείρηση κατασκευής και πώλησης πλεκτών ειδών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συνάγεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι από την άσκηση της προαναφερόμενης δραστηριότητάς του ο εναγόμενος αποκομίζει κατά μέσο όρο το ποσό των 12.000 ευρώ μηνιαίως καθαρά. Η άποψη αυτή περί του ύψους των μηνιαίων εισοδημάτων του εναγομένου, στην οποία οδηγήθηκε το Δικαστήριο από την συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, ενισχύεται ακόμη και από το γεγονός ότι αυτός έχει εγγυηθεί προσωπικά δάνεια της εταιρίας του, συνολικού ύψους 1.000.000 ευρώ, πράγμα βέβαια που δεν θα συνέβαινε αν τα μηνιαία εισοδήματα ήταν μικρότερα των 4.500 ευρώ, όπως αυτός αβασίμως υποστηρίζει. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των οικονομικών δυνατοτήτων του αναιρεσείοντος, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1489 ΑΚ. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση που διαλαμβάνεται στο λόγο αυτό, ότι το Εφετείο "κατέληξε στο λανθασμένο συμπέρασμα, ότι υφίσταται υπέρ αυτού οικονομική ευρωστία, ενώ όλα τα στοιχεία αποδείκνυαν τη φθίνουσα πορεία της εταιρίας, την ύπαρξη χρεών, τη μη ύπαρξη κερδών και περιουσιακά στοιχεία με εμπράγματες ασφάλειες", είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ανάγεται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. 3.- Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης. Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψιν από το δικαστήριο και απερρίφθη για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψιν ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψιν υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψιν του τους ισχυρισμούς του, ότι η ακίνητη περιουσία της εταιρίας αποκτήθηκε με δάνεια και σε βάρος της υπάρχουν εμπράγματες ασφάλειες. Επίσης, ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, (από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψιν, α) τη νομίμως προταθείσα ένσταση συνεισφοράς της αντιδίκου του στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους, β) τον ισχυρισμό του "περί έλλειψης των προϋποθέσεων του άρθρου 1391 ΑΚ για τη διατροφή της αναιρεσίβλητης" και γ) την νομίμως προταθείσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος για διατροφή της αντιδίκου. Τέλος, ο αναιρεσείων με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψιν του περιστατικά που δεν περιέχονταν στην αγωγή και συγκεκριμένα έλαβε υπόψιν του για να στηρίξει την κρίση του, ότι η οικονομική πορεία της εταιρίας του είναι κερδοφόρα μία συνέντευξή του που έδωσε στο περιοδικό FRANCHISE, ενώ είναι γνωστό ότι η συνέντευξη αυτή απέβλεπε "στη διαφήμιση και προσέλκυση πελατειακού κύκλου ως γεγονός ανθοφορίας και κερδοφορίας χωρίς να υφίσταται ο απαραίτητος αιτιώδης σύνδεσμος". Όλοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η μη λήψη υπόψιν αρνητικών ισχυρισμών, όπως εν προκειμένω, δεν ιδρύουν τον ως άνω από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 λόγο αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος (πρώτος), κατά το δεύτερο μέρος του, όσον αφορά την πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψιν την ανωτέρω ένσταση συνεισφοράς, που ο αναιρεσείων παραδεκτά πρότεινε, και τη δέχθηκε και κατ' ουσίαν εν μέρει, όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό για επιδίκαση διατροφής στην ενάγουσα και όσον αφορά την τρίτη αιτίαση είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα συγκροτούντα την ένσταση καταχρηστικής άσκησης γεγονότα, και ο τρόπος που προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας. Τέλος, ο ίδιος λόγος (πρώτος) κατά το τρίτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα πιο πάνω αναφερόμενα, τα σχετικά με την συνέντευξη του αναιρεσείοντος, δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου που προέκυψε από τις αποδείξεις. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διατυπώνονται με τον παραπάνω πρώτο λόγο αναίρεσης, με τις οποίες παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατέληξε, αναφορικά με την οικονομική πορεία της εταιρίας και συνακόλουθα τις οικονομικές του δυνάμεις, σε αποδεικτικό πόρισμα που δεν προκύπτει από την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραγνώριση της επιχειρηματολογίας που αυτός είχε προβάλει, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού, "πράγματα", η μη λήψη υπόψιν των οποίων ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφ. β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, δεν αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, τα σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων επιχειρήματα του διαδίκου και ειδικότερα η μη σύμφωνη με την επιχειρηματολογία αυτού (αναιρεσείοντος) συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος. 4.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που έχουν ληφθεί νόμιμα και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα εκείνα που ανάγονται στην οικονομική πορεία της πιο πάνω εταιρίας του αναιρεσείοντος ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται κακή εκτίμηση, από το Εφετείο, του περιεχομένου της προαναφερθείσης συνέντευξής του αναιρεσείοντος στο περιοδικό FRANCHISE, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας, που ως αναιρετικός λόγος προβλέπεται από τον αριθμό 10 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. 5.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψιν. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψιν του αποδεικτικά μέσα που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προκύπτει η μειωμένη οικονομική δυνατότητά του για την παροχή της αιτούμενης με την ένδικη αγωγή διατροφής και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψιν τους ισολογισμούς και ισοζύγια της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΣΤΕΡΙΤΕΙΛ ΑΕ" και δη τον ισολογισμό της εταιρικής χρήσης του έτους 2006, το ισοζύγιο λογαριασμών της εταιρίας του έτους 2007, τα αντίγραφα των συμβάσεων πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό της εταιρίας με την Εθνική Τράπεζα, το αντίγραφο της σύμβασης ομολογιακού δανείου της εταιρίας με την τράπεζα ΕUROΒΑΝΚ ΑΕ, 20 επίσημα αντίγραφα των κινήσεων λογαριασμών της εταιρείας, τα επίσημα αντίγραφα Δηλώσεων Φορολογίας Εισοδήματός του για τα οικονομικά έτη 2007 και 2008 και το επίσημο αντίγραφο ισοζυγίου της εταιρίας για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2008 μέχρι Σεπτέμβριο 2008. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της, ότι λήφθηκαν υπόψιν όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δε γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του. 6.- Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, προσέδωσε αυξημένη ή μικρότερη αποδεικτική ισχύ, σε αποδεικτικό μέσο από εκείνη που καθορίζει, δεσμευτικά, για το δικαστήριο ο νόμος. Δεν καθιδρύεται ο λόγος, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα, ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι εσφαλμένως προσέδωσε στην περιεχομένη στο ως άνω περιοδικό, (που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη), συνέντευξή του επαυξημένη αποδεικτική δύναμη, ενώ δεν προσέδωσε στα επίσημα βιβλία της εταιρίας (ισολογισμούς και ισοζύγια) την αποδεικτική δύναμη που έπρεπε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις παραπάνω παραδοχές, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, πως το Εφετείο, έλαβε, με τον προσήκοντα τρόπο, υπόψιν, και, εξετίμησε τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα με τη δύναμη που ο νόμος προσδίδει σ' αυτά, εφ' όσον "... η αξιολόγηση ..." ή μη αυτών, κατά τον τρόπο που εκτιμά ο αναιρεσείων, δε συνιστά τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Άλλωστε, ο αναιρεσείων, κάνει λόγο, εκτενώς, για τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, που κείνται εκτός του αναιρετικού ελέγχου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-10-2011 αίτηση του Σ. Μ. για αναίρεση της 3641/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ