Αριθμός 1276/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Σ., και 2. Μ. συζ. Κ. Σ. κατοίκων ... , οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Μιχαλόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Π., και 2. Π. Π., κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σαράντο Ζαβάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2000 αγωγή της αρχικής διαδίκου Άννας Παπαϊωάννου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2574/2002 μη οριστική, 8547/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4497/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 26-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με την από 26-5-2000 αγωγή της, η Α. συζ. Η. Π., ήδη αποβιώσασα και κληρονομηθείσα από τους αναιρεσιβλήτους υιούς της, οι οποίοι ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, ισχυρίσθηκε ότι από την περιγραφομένη σ' αυτήν αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων (απάτη), ζημιώθηκε κατά το ποσό των 45.818.133 δραχμών ή 134.46,60 ευρώ, και εζήτησε, κατά περιορισμό του αρχικού αγωγικού της αιτήματος, να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό προς αποκατάσταση της περιουσιακής της ζημίας, καθώς και το ποσό των 200.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία αυτή υπέστη από την εις βάρος της αδικοπραξία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην ενάγουσα το ποσό των 184.486,7 €, εκ των οποίων 134.486,7 € ως αποζημίωση και 50.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης. Κατά της αποφάσεως αυτής οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων (οι εδώ αναιρεσείοντες) άσκησαν έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή αν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί (πρβλ. Ολ.Α.Π. 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη διαδικασία, μέρος τους τα εξής: "Η ενάγουσα ... κάτοικος Θεσσαλονίκης, ... Τον Φεβρουάριο ... του 1998 ... είδε στην τηλεόραση διαφήμιση για συνομιλία μοναχικών ανθρώπων ... τηλεφώνησε ... στον αριθμό, που παρουσίαζε η ... τηλεοπτική διαφήμιση, από τον οποίο ... πληροφορήθηκε ότι διάφοροι "μοναχικοί τύποι" που αυτοαποκαλούνταν, άφηναν μηνύματα και το τηλέφωνο τους προκειμένου να επικοινωνήσουν μαζί τους όσοι επιθυμούσαν. Από όλα τα μηνύματα, που άκουσε η ενάγουσα βρήκε ενδιαφέρον αυτό του πρώτου εναγομένου Μ. Κ. (σημ: μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), ο οποίος άφηνε και τον αριθμό του τηλεφώνου του. Στην συνέχεια η ενάγουσα του τηλεφώνησε και αυτός της είπε ότι ήταν πατέρας δύο παιδιών και ότι είχε πολλά επαγγελματικά προβλήματα, τα οποία προκλήθηκαν από την εν διαστάσει σύζυγο του και ότι είναι μόνος και πολύ στενοχωρημένος. Επίσης ρώτησε την ενάγουσα αν εργάζεται και αυτή του απάντησε, ότι δεν εργάζεται λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και ότι συντηρείται από χρήματα, που έχει σε Τράπεζα και από μετοχές. Στην συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος είπε στην ενάγουσα ότι την έβρισκε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ως άνθρωπο και της ζήτησε το τηλέφωνο της προκειμένου να επικοινωνήσει μαζί της. Μετά από τρεις (3) ημέρες ... επικοινώνησε τηλεφωνικά με την ενάγουσα και της είπε ότι ήταν λυπημένος ..., διότι ήταν παντρεμένος επί δώδεκα (12) χρόνια με την σύζυγο του, η οποία κατά την διάρκεια του γάμου τους αφού δαπάνησε όλα τα χρήματα, που είχε κερδίσει από την επιχειρηματική και εμπορική του δραστηριότητα ... τον εγκατέλειψε παίρνοντας μαζί της τα δυο τους παιδιά και αφήνοντας του χρέη 10.000.000 δρχ. Μετά την παρέλευση είκοσι (20) ημερών, ο πρώτος εναγόμενος έστειλε λουλούδια στο σπίτι της ενάγουσας και της τηλεφώνησε και πάλι, λέγοντας, ότι ήθελε να συναντηθούν. Κατόπιν τούτου ο πρώτος εναγόμενος συναντήθηκε την επόμενη ημέρα με την ενάγουσα στην Θεσσαλονίκη. Περαιτέρω ... οι εναγόμενοι, προκειμένου να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομα περιουσιακά οφέλη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσα, ... από τον Μάρτιο του έτους 1998 μέχρι τις 14-6-1999 παρέστησαν εν γνώση τους ψευδώς στην ενάγουσα, ότι: 1) Ο πρώτος εναγόμενος, ήταν σε διάσταση με την σύζυγό του 2) η σύζυγος του πρώτου κατά την διάρκεια του γάμου ... κατασπατάλησε τα κέρδη από την επιχείρηση, που διατηρούσε αυτός ... και τον εγκατέλειψε, δημιουργώντας σε βάρος του χρέη 10.000.000 δρχ, εξ αιτίας των οποίων αναγκάσθηκε να κλείσει την επιχείρηση του, 3) η σύζυγος του πρώτου εναγομένου βρισκόταν σε δικαστικό αγώνα μ' αυτόν ... με αποτέλεσμα να της οφείλει 3.750.000 δρχ από αποφάσεις διατροφής σε βάρος του και να εκκρεμούν σε βάρος του αποφάσεις ποινικών Δικαστηρίων για παραβίαση της προς διατροφή υποχρέωσης, 4) η σύζυγος του πρώτου τον είχε απομακρύνει από τα παιδιά τους, 5) ο πρώτος εναγόμενος διατηρούσε ... ένα οικόπεδο 870 τ.μ στη Ν. Σμύρνη και ένα αγροτεμάχιο στην Κινέττα με παλιό κτίσμα, τα οποία κινδύνευε να χάσει από κατάσχεση δανειστών του, 6) η ανωτέρω περιουσία ήταν πατρική, την οποία προόριζε για τα παιδιά του και η ενδεχόμενη απώλεια της προκαλούσε στον πρώτο εναγόμενο την επιθυμία να θέσει τέρμα στη ζωή του ..., 7) ο πρώτος εναγόμενος υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο, 8) ο πρώτος εναγόμενος προξένησε ζημιά 1.000.000 δρχ στο αυτοκίνητο του δευτέρου εναγομένου, 9) ο δεύτερος εναγόμενος ήταν εν ενεργεία αξιωματικός της Αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας και 10) εκδόθηκε απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για 30.000.000 δρχ ... σε βάρος του πρώτου εναγομένου. Τα ανωτέρω, όμως, πραγματικά περιστατικά ... αποδείχθηκε ότι ήσαν ψευδή, γεγονός, που οι εναγόμενοι γνώριζαν. Έτσι, οι εναγόμενοι έπεισαν την ενάγουσα, η οποία είχε αναπτύξει ερωτικό δεσμό με τον πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στον τελευταίο τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) 600.000 δρχ, τον Φεβρουάριο του έτους 1998, 2) κατά το από τον Απρίλιο 1998 μέχρι τον Οκτώβριο 1998 στον πρώτο εναγόμενο το συνολικό ποσό των 8.400.000 δρχ και στον δεύτερο εναγόμενο το συνολικό ποσό των 5.000.000 δρχ, το οποίο σύμφωνα με την δήλωση του ιδίου θα απέδιδε στον πρώτο εναγόμενο, 3) 250.000 δρχ στις 7-1-1999, 4) 1.050.000 δρχ στις 3-12-1998, 5) 151.761 δρχ στις 9-12-1998, 6) 2.500.000 δρχ στις 16-12-1998, 7) 750.000 δρχ στις 23-12-1998, 8) 2.550.000 δρχ στις 31-12-1998, 9) 250.000 δρχ στις 7-1-1999, 10) 420.000 δρχ στις 11-1-1999, 11) 2.000.000 δρχ στις 14-1-1999, 12) 400.000 δρχ στις 25-1-1999, 13) 300.000 δρχ την 1-2-1999, 14) 500.000 δρχ στις 3-2-1999, 15) 300.000 δρχ στις 12-2-1999, 16) 400.000 δρχ στις 18-3-1999, 17) 1.250.000 δρχ στις 26-3-1999, 18) 800.000 δρχ στις 30-3- 1999, 19) 300.000 δρχ στις 6-4-1999, 20) 100.000 δρχ στις 8-4-1999, 21) 1.101.761 δρχ στις 28-4-1999, 22) 5.258.328 δρχ στις 25-5-1999, 23) 1.502.584 δρχ στις 7-6-1999 και 24) 1.400.000 δρχ στις 14-6-1999. Επιπρόσθετα, η ενάγουσα τον Νοέμβριο του έτους κατέλαβε στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 3.750.000 δρχ, για το οποίο ο τελευταίος της ανέφερε ψευδώς, ότι εκκρεμούσαν σε βάρος του (3) Δικαστήρια για παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως του και ότι αν δεν κατέβαλε το ποσό αυτό υπήρχε κίνδυνος να εκτελεσθούν σε βάρος του καταδικαστικές αποφάσεις και να οδηγηθεί στη φυλακή. Κατόπιν τούτου η ενάγουσα, η οποία τελούσε σε συναισθηματική εξάρτηση από τον πρώτο εναγόμενο, παρέδωσε στα χέρια του το ποσό των 3.500.000 δρχ. Επίσης, στις 5-5-1999 μετά από σχετικό τηλεφώνημα της τρίτης εναγομένης, η οποία της είπε με αγωνία, ότι ο πρώτος εναγόμενος έχει εξαφανισθεί από το κατάστημα του, διότι είχαν πάει δικαστικοί επιμελητές να τον συλλάβουν προκειμένου να προσωποκρατηθεί για χρέη, ύψους 3.500.000 δρχ. η ενάγουσα απέστειλε στην τρίτη εναγομένη σε λογαριασμό, που η ίδια διατηρούσε στην Τράπεζα εργασίας το ποσό των 3.307.056 δρχ, για να εξοφλήσει το χρέος του πρώτου εναγομένου. Μετά την αποστολή του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού στην τρίτη εναγομένη η ενάγουσα στις 8-5-1999 μετέβη στην Αθήνα, όπου συναντήθηκε με τον πρώτο εναγόμενο, στον οποίο κατέβαλε το χρηματικό ποσό του 1.000.000 δρχ. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Γ. Ζ. που περιέχεται στην υπ. αριθμ. 4/2007 εισηγητική έκθεση της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος ανέφερε, ότι στις 14-6-1999 στο γραφείο του στην Θεσσαλονίκη με παρούσα και την ενάγουσα, ο μεν πρώτος εναγόμενος ομολόγησε, ότι η δουλειά του ήταν η επ' αμοιβή συντροφιά κυριών(ζιγκολό)οι δε δεύτερος και τρίτη των εναγομένων εκκαλούντες δέχθηκαν, ότι την εν λόγω ενασχόληση του πρώτου την γνωρίζουν και οι δύο. Αντίθετα η κατάθεση της μάρτυρος των δευτέρου και τρίτης των εναγομένων δεν κρίνεται πειστική ..., αλλά και τα έγγραφα, τα οποία η ενάγουσα προσκόμισε με επίκληση και ιδιαίτερα εκείνα της "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ" της Εμπορικής Τράπεζας, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και της Τράπεζας Εργασίας, από τα οποία αποδεικνύεται η αποστολή των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών από την ενάγουσα προς τον πρώτο εναγόμενο καθώς και την τρίτη εναγομένη. Τα ανωτέρω ενισχύονται και από την 4496/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος για απάτη κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση άνω των 15.000 ευρώ, οι δε δεύτερος και τρίτη εναγομένων για απλή συνεργεία στην παραπάνω πράξη και επεβλήθηκε στον πρώτο κάθειρξη επτά (7) ετών και σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο, φυλάκιση τριών (3) ετών. Αντίθετα, τα ισχυριζόμενα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων-εκκαλούντες, ότι την ενάγουσα την γνώρισαν για πρώτη φορά στις 7-5-1999 κατά την πρώτη επίσκεψη της ενάγουσας στην Αθήνα ενώ είχαν επικοινωνήσει τηλεφωνικά στα τέλη Απριλίου 1999, δεν κρίνεται πειστικός και ανατρέπεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι η ενάγουσα στις 5-5-1999 κατέθεσε σε λογαριασμό της τρίτης εναγομένης, που τηρούσε στην Τράπεζα Εργασίας το ποσό των 3.300.000 δρχ δεδομένου, ότι με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, η αποστολή χρημάτων σε άγνωστα πρόσωπα είναι ασυνήθιστη και ως εκ τούτου η γνωριμία της ενάγουσας με τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων είχε προηγηθεί. Ο δε δεύτερος εναγόμενος εμφανισθείς και ως Ανθυπαστυνόμος της Διεύθυνσης Μεταγωγών, ενώ στην πραγματικότητα ήταν γραμματέας των Μεταγωγών ενέπνευσε εμπιστοσύνη στην ενάγουσα με αποτέλεσμα τα λεγόμενα από αυτόν περιστατικά να γίνονται απολύτως πιστευτά από την ενάγουσα, η οποία από τον Απρίλιο του έτους 1998 μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 1998 μετά την παράσταση των προαναφερομένων ψευδών περιστατικών ως αληθινών, αναφορικά με την οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση του πρώτου εναγομένου, του παρέδωσε το συνολικό ποσό των 5.000.000 δρχ, προκειμένου αυτός να το δώσει στον πρώτο εναγόμενο και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με σχετικό λόγο (6β) της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσία δεδομένου ότι με τον ίδιο λόγο (6 α) αρνείται την καταβολή του ποσού των 9.000.000 δρχ προς τον πρώτο εναγόμενο, από τον Οκτώβριο του έτους 1998 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 1999, η οποία, όμως, αποδεικνύεται πλήρως από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έντυπα της "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ", της Εμπορικής Τράπεζας και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Με βάση τα εκτιθέμενα ανωτέρω αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν από κοινού σε βάρος της ενάγουσας αδικοπραξία, που φέρει τα στοιχεία της απάτης (άρθρο 386 ΠΚ), καθόσον με σκοπό να αποκομίσουν περιουσιακό όφελος σε βάρος της, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών την έπεισαν να τους καταβάλει τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Όλοι δε οι εναγόμενοι είναι υπαίτιοι, ευθύνονται παράλληλα και ενέχονται εις ολόκληρο (άρθρο 926 ΑΚ) και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου ... είναι απορριπτέα κατ' ουσία ... Από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων η ενάγουσα υπέστη συνολική θετική ζημία 45.806.195 δρχ. ... καθώς και ηθική βλάβη, αφού δοκίμασε στενοχώρια, θλίψη και οικονομική καταστροφή, εύλογο ποσό της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ ... , ως προς τα οποία (134.486,7 και 50.000 ευρώ) ... ουδεμία αιτίαση περιέχεται στην κρινόμενη έφεση ... Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ομοίως δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τους προαναφερθέντες λόγους εφέσεως είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα κατ' ουσία, καθώς και η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες για τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, και δη για τα στοιχειοθετούντα την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, την ζημία και ηθική βλάβη της αρχικώς εναγούσης και τον μεταξύ των αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 926 και 932 του Α.Κ.. Κατά συνέπειαν τυγχάνουν αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., που προβάλλονται με τους τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά τα οικεία μέρη αυτών. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετική αιτίαση εκ ου άρθρου 559 αριθμ.10 Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίζονται ότι έγιναν από την εν λόγω απόφαση δεκτά ως αληθή πράγματα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Συγκεκριμένα υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δέχθηκε με την απόφασή του ως αποδεδειγμένους τους αγωγικούς ισχυρισμούς, που θεμελιώνουν την ένδικη εξ αδικήματος απαίτηση της εναγούσης έναντι όλων των εναγομένων, όπως αναλυτικώς αναφέρονται ανωτέρω και επαναλαμβάνονται στο λόγο αναιρέσεως, μολονότι εξ ουδενός εκ των προσκομισθέντων ενώπιόν του και ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων ... προκύπτει η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων), τα οποία αναφέρονται αναλυτικώς σ' αυτήν. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ,Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των πρoβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Βεβαίως δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελευθέρα κρίση του μεγαλυτέρας σημασίας των, αρκεί να είναι απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αποδεικνυόμενο ή μη ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1077/2010, 1551/2008, 694/2009). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς των αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 10-10-2007 ένορκη ενώπιον του αρμοδίου εισηγητού δικαστού κατάθεση της εξετασθείσης με πρόταση αυτών μάρτυρος, Α. Κ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση συνάγεται ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτά μέσα και την φερομένη ως αγνοηθείσα κατάθεση. Και είναι μεν αληθές ότι στην απόφαση γίνεται λόγος για "κατάθεση του μάρτυρα των δευτέρου και τρίτης των εναγομένων", και όχι "των μαρτύρων" όπως θα έπρεπε, όμως η αναφορά αυτή, (που ήταν ταυτόσημη και στην πρωτόδικη απόφαση, χωρίς μάλιστα να επισημανθεί από τους αναιρεσιβλήτους στην κατ' έφεση δίκη), οφείλεται σε προφανή παραδρομή στη διατύπωση και δεν υποδηλώνει παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη του την ρηθείσα κατάθεση. Άλλωστε, κατά την αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, το Εφετείο μνημονεύει ειδικώς την κατάθεση αυτή (την οποία κρίνει μη πειστική). Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει στα επιχειρήματα των διαδίκων που αυτοί αντλούν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως (Α.Π. 374/2012, 140/2006, 857/2007). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις" Τέλος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., ιδρυόμενος αναιρετικός λόγος της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου, συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 374/2012, 1627/2010, 832/2009). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τους εμπεριεχομένους στους τρίτο και τέταρτο λόγους ισχυρισμούς τους καταλογίζουν στο Εφετείο, (πέραν της εκ πλαγίου παραβάσεως του νόμου, που προαναφέρθηκε), ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι έλαβε περαιτέρω υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ότι διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές διατάξεις και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα, υποπίπτοντας έτσι στις με αριθμούς 8, 11, 17 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες. Για την στοιχειοθέτηση των πλημμελειών αυτών, αφού παραθέτουν τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προσθέτουν: "Ούτω όμως κρίνασα η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε σε πολλαπλό σφάλμα: α) Κατ' αρχάς λαμβάνει υπ' όψιν και δη ως πλήρως αποδεδειγμένο πραγματικό ισχυρισμό (πράγμα), ο οποίος ουδέποτε προβλήθηκε από τον ενάγοντα, ήτοι ότι το ποσό των 9.000.000 δρχ. καταβλήθηκε στον α' εναγόμενο δια τραπεζικών εμβασμάτων από του Οκτωβρίου 1998 έως τον Ιούνιο 1999 δεδομένου ότι ο αληθής και μόνος (δια της αγωγής της και των προτάσεών της αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας) ισχυρισμός της ενάγουσας ήταν κατά τ' ανωτέρω ότι, το ποσό αυτό (9.000.000 δρχ.) καταβλήθηκε στον α' εναγόμενο τμηματικώς και αυτοπροσώπως, από του Φεβρουαρίου του 1998 έως τον Οκτώβριο 1998. β) Περαιτέρω, λαμβάνει υπ' όψιν άρνηση (πράγμα) υμών μηδέποτε προβληθείσα, ήτοι ότι δήθεν εμείς αρνηθήκαμε την καταβολή συνολικού ποσού 9.000.000 δρχ. προς τον πρώτο εναγόμενο από του Οκτωβρίου 1998 μέχρι τον Ιούνιο 1999 και δη δια των επικληθέντων υπό της αντιδίκου εμβασμάτων, ενώ ο αληθής ισχυρισμός και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεώς μας ήταν σαφής και αφορούσε το ψευδές του ισχυρισμού της ενάγουσας περί της αυτοπρόσωπης τμηματικής καταβολής του ποσού αυτού στον α' εναγόμενο από του Φεβρουαρίου 1998 έως τον Οκτώβριο 1998. γ) Προς τούτοις, λαμβάνει υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα των οποίων ουδέποτε έγινε μετ' επικλήσεως προσκόμιση υπό της ενάγουσας, δεδομένου ότι, "τα προσκομιζόμενα με επίκληση υπό της αντιδίκου έντυπα της ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, της Εμπορικής Τράπεζας και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, χρησιμοποιήθηκαν κατά τ' ανωτέρω από την ενάγουσα για την απόδειξη καταβολής, όχι του ποσού των 9.000.000 δρχ. αλλά των επιπλέον και επακολουθησάντων ποσών που καταβλήθηκαν στον α' εναγόμενο, στο χρονικό διάστημα από 6.10.1998 έως 14.6.1999 και στα οποία τα εμβάσματα αυτά αποκλειστικώς αντιστοιχούσαν. δ) Επί πλέον και προς αιτιολόγηση της απορρίψεως του οικείου λόγου εφέσεως, δέχεται ως πλήρως αποδεδειγμένη, δια των ως άνω τραπεζικών εμβασμάτων, την καταβολή στον α' εναγόμενο ποσού 9.000.000 δρχ. από τον Οκτώβριο 1998 μέχρι τον Ιούνιο 1999, αντιφάσκουσα κραυγαλέως προς εαυτήν, αφού στο αμέσως προηγούμενο σχετικό χωρίο του σκεπτικού της (ανωτ.φύλλο 5α), αποφαίνεται ρητώς ότι το ποσό των 9.000.000 δρχ. αποσπάστηκε από τον α' εναγόμενο, όχι δι' εμβασμάτων αλλά με καταβολή 1) 600.000 δρχ. τον Φεβρουάριο 1998 και 2) 8.400.000 δρχ. συνολικώς κατά το από του Απριλίου 1998 μέχρι τον Οκτώβριο 1998 χρονικό διάστημα. ε) Τέλος παραμορφώνει το περιεχόμενο των υπό της αντιδίκου προσκομισθέντων και επικληθέντων ως άνω "εντύπων της ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, της Εμπορικής Τράπεζας και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", δεχόμενη ότι στα έντυπα αυτά περιλαμβάνονται και αποδεικνύονται οι καταβολές συνολικού ποσού 9.000.000 δρχ., οι οποίες όμως στην πραγματικότητα δεν περιλαμβάνονται, αφού το ποσό των 9.000.000 καταβλήθηκε κατά τ' ανωτέρω στον α' εναγόμενο εξωτραπεζικώς, στα δε ανωτέρω έντυπα περιλαμβάνονται και αποδεικνύονται οι μεταγενέστερες επίδικες καταβολές γενόμενες από Οκτωβρίου 1998 έως Ιούνιο 1999". Με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων ουδεμία εκ των αποδιδομένων στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμελειών στοιχειοθετείται, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αφορούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, ούτε έγγραφα μη νομίμως προσκομισθέντα ή παραμορφωθέντα, αλλ' αντιθέτως ανάγονται στην ουσία της υποθέσεως και συνιστούν αιτιάσεις για τον τρόπο που το Εφετείο εξετίμησε τις αποδείξεις και διεμόρφωσε, βάσει αυτών, το αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι μεν καθόσον αφορά τις αποδιδόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες, που δεν έχουν συντελεσθεί, απαράδεκτοι δε καθό μέρος υπό την επίκληση των πλημμελειών αυτών πλήττεται η απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την βάσει αυτής διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-3-2011 αίτηση αναιρέσεως των Κ. Σ. και Μ. συζ. Κ. Σ., κατά της υπ' αριθμ. 4497/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ