Αριθμός 632/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.",. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσiβλήτων: 1) Μ., χήρας Κ. Δ., το γένος Π. Κ., 2) Σ. Δ. του Κ., 3) Π. Δ. του Κ. και 4) Α. Δ. του Κ., απάντων κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9884/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6233/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-3-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 1754Ζ'/16-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. Ρ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26-9-2022), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 7-3-2021 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, Παναγιώτη Γκλιούμα, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών και συνεπώς είναι εκ του νόμου αντίκλητός τους. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (26.9.2022), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αίτησης αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών ... "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε τη μεταγενέστερη επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν. "1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ". Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της άσκησης των ενδίκων μέσων και άρα και της αναίρεσης και επομένως το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1130/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 7.3.2021 και με αριθμό κατ. 280/22.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 6233/17.12.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 28.11.2017 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ` αριθ. 9884/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την ως άνω έφεση, εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι έχει αποσβεστεί μέρος του ποσού του κεφαλαίου εκ της υπ' αριθμ. 34180 σύμβασης στεγαστικού δανείου απαίτησης της εναγομένης δανείστριας Τράπεζας ύψους 8.960,30 ευρώ εκ του συνόλου αυτού (κεφαλαίου) ύψους 20.542,14 ευρώ. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 22.4.2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 6233/2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (17.12.2018) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 18.12.2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 22.4.2021. Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 455 του ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 460 έως 462 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι μετά την από τον εκδοχέα αναγγελία της εκχωρηθείσας απαιτήσεως στον οφειλέτη, αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτη με τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται υπέρ του αναγγείλαντος εκδοχέως, ο οποίος δικαιούται έκτοτε στη δικαστική επιδίωξη και είσπραξή της, ο δε εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση μη δικαιούμενος να επιληφθεί αυτής. Το ίδιο ισχύει και επί εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση), δηλαδή ο εκδοχέας καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ` αυτόν (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 376/2020). Εξάλλου, από το άρθρο 421 ΑΚ, που ορίζει ότι αν οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει το αντίθετο με σαφήνεια, σε συνδυασμό με το άρθρο 455 του ίδιου Κώδικα για την εκχώρηση, συνάγεται σαφώς ότι η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης. Και αν μεν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, τότε επέρχεται απόσβεση του χρέους αυτού, ενώ αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) (ΑΠ 1537/2004, ΑΠ 1463/1998, ΑΠ 409/1990). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (που κατά το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ), σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Με ειδική ρύθμιση του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος για τη σύσταση υπέρ τράπεζας (ή άλλης ανώνυμης εταιρείας) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαιτήσεως της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση δανείου (πιστώσεως) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαιτήσεως οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως βάσει του χρόνου γεννήσεώς της από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχυράσεως καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία. Με ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου νομοθετικού διατάγματος αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαιτήσεως από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ενώ το μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 906/2019). Με τις διατάξεις αυτές εισήχθη εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικώς για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχωρήσεως, με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαιτήσεως, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα αν αποσβεσθεί το χρέος να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαιτήσεως σ' αυτόν κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 906/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1168/2015). Παράλληλα ο ενεχυρούχος δανειστής υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 1224 εδ. α`, 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 του ΑΚ, να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία του ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1883/2014, 1388/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Την 20-6-2001 η πρώτη ενάγουσα και ήδη και ο δεύτερος ενάγων και ήδη εκκαλών (αναιρεσίβλητοι) συνήψαν με την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία και ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα) την με αριθμό 34180 σύμβαση εντόκου στεγαστικού δανείου, ποσού 20.542,92 ευρώ. Αρχικά, στην εν λόγω σύμβαση είχε συμβληθεί ως εγγυητής και ο Κ. Δ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δευτέρου των εναγόντων. Ο ανωτέρω απεβίωσε την 30-5-2004 και άφησε μοναδικούς κληρονόμους του την πρώτη ενάγουσα, σύζυγό του, και τους λοιπούς, τέκνα του, οι οποίοι υπεισήλθαν κατά το κληρονομικό τους δικαίωμα στη θέση του στην εν λόγω σύμβαση. Η ανωτέρω σύμβαση δανείου συμφωνήθηκε να έχει διάρκεια 15 ετών και προέβλεπε την εξόφληση δεδουλευμένων τόκων σε 180 μηνιαίες δόσεις, ενώ το κεφάλαιο των 20.542,92 ευρώ θα καταβαλλόταν εφάπαξ με την τελευταία δόση στις 1-7-2016. Προς εξασφάλιση του κεφαλαίου του ποσού του δανείου ο δεύτερος ενάγων και ήδη εκκαλών που συνεβλήθη στην ανωτέρω σύμβαση δανείου ως εγγυητής, αφού είχε καταρτίσει στις 7-6-2001 ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αριθμό ... που τιτλοφορείται ""Βασική Ασφάλεια ζωής - Στέγης ζωής", μικτή ασφάλεια με συμμετοχή στα κέρδη για αποπληρωμή στεγαστικού δανείου" με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." ισόχρονης διάρκειας με το ανωτέρω στεγαστικό δάνειο, ύψους 20.542,92 ευρώ και συνδεδεμένη με τη λήψη κεφαλαίου (ασφαλίσματος) κατά τη λήξη της, εν συνεχεία την απαίτηση του αυτή (το ασφάλισμα) την ενεχύρασε και εκχώρησε στην εναγομένη δανείστρια Τράπεζα (σχετ. αρθρο 11 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σε συνδυασμό με τους όρους της από 20-6-2001 σύμβασης ενεχυρίασης και εκχώρησης ασφαλιστικού συμβολαίου). Την εκχώρηση αυτή η τελευταία (εναγομένη Τράπεζα) ανήγγειλε νομίμως στην ασφαλιστική εταιρεία.... και έκτοτε κατέστη νομέας της ενεχυρασθείσας απαιτήσεώς και εδικαιούτο, κατά τους όρους της, να την εισπράξει μέχρι εξοφλήσεως του στεγαστικού δανείου, τυχόν δε μετά την εξόφληση αυτή υφιστάμενο υπόλοιπο της ενεχυρασθείσας απαιτήσεώς όφειλε να το αποδώσει στον ενεχυραστή.... Περαιτέρω, σε εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων οι ενάγοντες εκπλήρωναν με συνέπεια τις υποχρεώσεις τους και η έννομη σχέση των με τη δανείστρια Τράπεζα εξελίσσονταν ομαλά, αφού καταβάλλονταν περιοδικώς οι προβλεπόμενες μηνιαίες δόσεις των εκάστοτε δουλευμένων τόκων επί του κεφαλαίου του χορηγηθέντος δανείου, το οποίο παρέμενε άληκτο καθόλη τη δεκαετή διάρκεια της δανειακής σύμβασης, ενώ πληρώνονταν και τα ασφάλιστρα του προαναφερθέντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Εντός δε της προβλεπόμενης από τη σύμβαση δεκαπενταετίας (ήτοι από 20-6-2001 έως 7-2016) κατέβαλαν στην δανείστρια τραπεζική εταιρεία το σύνολο των δεδουλευμένων τόκων επί του κεφαλαίου του δανείου, και επιπλέον στην ασφαλιστική εταιρεία για το χρονικό διάστημα από 20-6-2001 έως 29-11-2009 κατέβαλαν το συνολικό χρηματικό ποσό των 11.166,28 ευρώ (34 τριμηνιαίες δόσεις εκ 328,42 ευρώ εκάστη δόση). Ωστόσο η εκχωρηθείσα απαίτησή τους κατά της άνω ασφαλιστικής εταιρείας δεν πληρώθηκε κατά την 5-7-2016, με την καταβολή και της τελευταίας δόσης των δεδουλευμένων τόκων και την εξόφληση αυτών, κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, διότι ήδη από 21-09-2009 δυνάμει της υπ' αριθμ. 156/16-09-2009 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας "..." είχε ανακληθεί οριστικά και αυτή είχε τεθεί σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, κατά τις ειδικές διατάξεις του ν.δ. 400/Ι970 (ΦΕΚ 11292/21-09-2009 Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Τα ανωτέρω όλα συνομολογούνται από αμφότερους τους διαδίκους. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα νομίμως από τους ενάγοντες το πρώτον στο Εφετείο έγγραφα, τα οποία ως αποδεικνύεται έλαβαν στην κατοχή τους μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η εναγομένη Τράπεζα, κατόπιν προσκλήσεως του Επόπτη Εκκαθάρισης της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, προέβη την 9-10-2015 (αριθμ πρωτοκ. ΡΝ 3150) σε νόμιμη αναγγελία για το συμβόλαιο υπ' αριθμ ... με συμβαλλόμενο και ασφαλισμένο τον εδώ δεύτερο ενάγοντα, δυνάμει της σύμβασης ενεχυρίασης και εκχώρησης του συμβολαίου αυτού, σε ασφάλεια του επίδικου ως άνω στεγαστικού δανείου προς του ενάγοντες... Στη συνέχεια δε, εκδόθηκε η με αριθμ. 2610/27-3-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δικάζοντας κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ανακοπή κατά του πίνακα-Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεων που συνέταξε ο εκκαθαριστής της "..." της δικαιούχου απαιτήσεων που δεν συμπεριελήφθησαν σε αυτόν, ήτοι της εδώ εναγομένης δανείστριας Τράπεζας, δέχτηκε κατά ένα μέρος αυτή (ανακοπή) και μεταρρύθμισε την κατάσταση δικαιούχων απαιτήσεων της υπό ασφαλιστικής εκκαθάρισης ανωτέρω ασφαλιστικής επιχείρησης και συμπεριέλαβε σε αυτήν (κατάσταση) και την δανείστρια Τράπεζα-ήδη εφεσίβλητη, ως δικαιούχο των απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής και από ασφάλισμα, ως ειδική αυτών διάδοχος δυνάμει των εκεί αναφερομένων συμβάσεων εκχωρήσεως και ενεχυράσεως, ως έχουσα αποκλειστικά η ίδια προνόμιο του αρθ. 10 παρ1 του νδ. 400/1970 και όχι οι ασφαλισμένοι και δη για τα ύψος αυτών που επαληθεύτηκαν, ως εξειδικεύει. Στην κατάσταση - κατάλογο που αποτελεί το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, συμπεριλαμβάνεται και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που έχει εκχωρηθεί και ενεχυριαστεί στην τελευταία, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, του δευτέρου ενάγοντος με αύξοντα αριθμό 110 και για ποσό 8.960,30 ευρώ. Έτσι, η δανείστρια Τράπεζα, ως ενεχυρούχος δανείστρια κατέστη αποκλειστική δικαιούχος των απαιτήσεων εκ του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και ειδικότερα για το προαναφερθέν επιδικασθέν ποσό. Η τελευταία (εναγομένη) δεν αρνείται τα ανωτέρω και συνεπώς τα συνομολογεί. Η εναγομένη δανείστρια Τράπεζα σε εκτέλεση των προαναφερομένων όρων της δανειακής σύμβασης και ιδίως αυτού που προέβλεπε την δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης της εξόφλησης της απαίτησης σε περίπτωση που καθίσταντο αμφίβολες οι προσφερόμενες ασφάλειες, αλλά και του 8ου όρου της σύμβασης ενεχυρίασης, κοινοποίησε στους ενάγοντες στις 2-8-2016 εξώδικη όχληση, με την οποία τους καλούσε να εξοφλήσουν το σύνολο του κεφαλαίου του ανωτέρω δανείου, και δη το ποσό των 20.542,14 ευρώ πλέον ποσού 151 ευρώ τόκους υπερημερίας. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, ο συνδυασμός συμβάσεως χορηγήσεως δανείου και συμβάσεως ασφάλειας ζωής, όπου συμφωνείται ρητά η ενεχυρίαση και η εκχώρηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προς εξασφάλιση κάθε απαίτηση της δανείστριας τράπεζας που θα προκύψει από το χορηγηθέν στεγαστικό δάνειο, εφαρμοζομένων των διατάξεων του νδ. 17.7 / 13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", αποτελούσε πάγια τακτική της εναγομένης δανείστριας τράπεζας κατά τη χορήγηση στεγαστικών δανείων κατά την περίοδο από το 1999 έως το 2002, συνεργαζόταν δε αποκλειστικά με την "..." το δε έντυπο των δύο ανωτέρω συμβάσεων ήτο ενιαίο υπογραφόταν από τους δανειολήπτες και υπήρχε και η ρητή εντολή της δανείστριας προς επίδοσή του στην τελευταία ασφαλιστική εταιρεία. Η δανείστρια Τράπεζα δε εν προκειμένω, ως νόμιμη νομέας των απαιτήσεων εκ του ασφαλιστηρίου ως άνω συμβολαίου και μόνη δικαιούχος να εισπράξει αυτό, μετά την εξόφληση της κατά τους τόκους, νομίμως άσκησε τα δικαιώματά της (εκ της συμβάσεως ενεχύρανσης και εκχώρησης) και αναγγέλθηκε για την επίδικη απαίτησή της στον Εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εταιρείας "..." την 9-5-2015, για ποσό 20.542,92 ευρώ (κεφάλαιο δανείου). Μετά δε την έκδοση, ως άνω αναφέρθηκε, της απόφασης με αριθμό 2610/2017 του Μον.Πρωτ. Αθηνών είναι και η αποκλειστική δικαιούχος, ήτοι μόνη αυτή μπορεί να εισπράξει το ποσό των 8.960,30 ευρώ, ως επαληθεύτηκε η εν λόγω απαίτησή της, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά αναφέρονται στη σχετική νομική σκέψη. Εν προκειμένω πρέπει να σημειωθεί ότι η σύμβαση εκχώρησης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ήδη διαδίκων, σκοπό έχει την εξασφάλιση της πιστώτριας τράπεζας, ήτοι καθιερώνεται ένα είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχωρήσεως, η δε δανείστρια ως ενεχυρούχος γίνεται πραγματική και μόνη δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαιτήσεως καθώς αποκόπτεται κάθε δεσμός του ενεχυραστή πιστούχου με την ενεχυρασθείσα απαίτηση ενώ υποχρεούται να αποδώσει στον ενεχυραστή το επιπλέον μετά την εξόφληση της. Πέραν όμως των ανωτέρω η ενεχυρούχος Τράπεζα έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής... Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών.... η εναγομένη δανείστρια Τράπεζα είναι καταρχήν η μόνη δικαιούχος της εκχωρούμενης απαίτησης κατά της ασφαλιστικής εταιρείας και δη για ποσό 8.960,30 ευρώ για το οποίο επαληθεύτηκε και κατετάγη δικαιούχος στο πίνακα απαιτήσεων που συνέταξε ο Εκκαθαριστής κατά τα ανωτέρω. Συνακόλουθα η απαίτηση κατά το ανωτέρω ποσό κεφαλαίου από την επίδικη δανειακή σύμβαση καλύπτεται από το ενέχυρο και την εκχώρηση της ασφαλιστικής απαίτησης ώστε επήλθε απόσβεση αυτού, εφόσον αναγγέλθηκε νομίμως και επαληθεύτηκε αυτό, κατά το χρόνο καταβολής της πληρωμής της τελευταίας δόσης των δεδουλευμένων τόκων του δανείου την 5-7-2016... Επομένως η απαίτηση από την επίδικη δανειακή σύμβαση είχε αποσβεσθεί, κατά ένα μέρος και δη για ποσό 8.960,30 ευρώ, κατά το οποίο πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή. Η δε δανείστρια τράπεζα μπορεί να ασκήσει τα νόμιμα μέσα κατά των οφειλετών της για την είσπραξη του ποσού πέραν του ανωτέρω και μέχρι την εξόφληση του κεφαλαίου της δανειακής σύμβασης, που δεν καλύπτεται από ενέχυρο και εκχώρηση ασφαλιστικής απαίτησης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και δη αναφορικά με το ποσό των 8.960,30 ευρώ για το οποίο επήλθε απόσβεση της υποχρεώσεως των εναγόντων προς απόδοση ως μέρος του κεφαλαίου του δανείου, από το χρονικό σημείο πλήρωσης της ανωτέρω αναβλητικής αίρεσης, δηλαδή της καταβολής της πληρωμής της τελευταίας δόσης των ασφαλίστρων και της επαλήθευσης του ποσού από τον εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εταιρείας στη δικαιούχο τράπεζα, κατά τα ανωτέρω, απορριπτομένης αυτής κατά τα λοιπά...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την με αριθ. 9884/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία έκρινε ορισμένη και νόμιμη και ακολούθως τη δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι έχει αποσβεστεί μέρος του ποσού του κεφαλαίου εκ της υπ' αριθ. 34180 σύμβασης στεγαστικού δανείου απαίτησης της εναγομένης δανείστριας Τράπεζας ύψους 8.960,30 ευρώ εκ του συνόλου αυτού (κεφαλαίου) ύψους 20.542,14 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 421, 455, 460, 461 και 462 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απόσβεσης της απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά το ποσό των 8.960,30 ευρώ, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, ναι μεν η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης, πλην όμως απόσβεση του χρέους αυτού επέρχεται αν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, ενώ αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) και η απόσβεση του χρέους δεν επέρχεται πριν λάβει χώρα εξόφληση της ενεχυρασμένης απαίτησης. Εν προκειμένω, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης έλαβε μεν χώρα εκχώρηση της απαίτησης των αναιρεσιβλήτων κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας στην αναιρεσείουσα, πλην όμως δεν γίνεται ταυτόχρονα δεκτό ότι η εκχώρηση αυτή έγινε αντί καταβολής, ώστε να επέλθει απόσβεση του χρέους. Περαιτέρω, γίνεται μεν δεκτό ότι η αναιρεσείουσα συμπεριελήφθη τελικά στην κατάσταση δικαιούχων απαιτήσεων της τελούσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης για το ποσό των 8.960,30 ευρώ, πλην όμως δεν γίνεται ταυτόχρονα δεκτό ότι έλαβε χώρα η καταβολή του ποσού αυτού και άρα η εξόφληση της ενεχυρασμένης απαίτησης κατά το μέρος αυτό, ώστε να επέλθει μερική απόσβεση της οφειλής των αναιρεσιβλήτων προς την αναιρεσείουσα, διότι μόνη η καταχώρηση της τελευταίας στην κατάσταση δικαιούχων και η δυνατότητά της να εισπράξει το ποσό αυτό δεν σημαίνει και ότι θα λάβει χώρα η είσπραξη ολόκληρου αυτού του ποσού, καθόσον αυτό εξαρτάται από το ύψος των απαιτήσεων των τρίτων κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης και των περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας. Επομένως, εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο ότι έλαβε χώρα μερική απόσβεση της απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά το άνω ποσό με μόνη την εκχώρηση του ασφαλίσματος και την συμπερίληψη της αναιρεσείουσας στο σχετικό κατάλογο απαιτήσεων. Συνακόλουθα τούτων, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, καθ' όλα τα σκέλη του. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθ. 6233/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ