Αριθμός 975/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Π. του Χ., 2. Β.-Ν. Μ. του Γ.,3.Γ.-Κ. Α. του Κ., 4.Π. Γ. του Ι., 5.Μ.-Α. Ε. του Π., 6.Β. Α. του Ν., κατοίκων ..., 7.Γ. Ν. του Θ.,8.Γ. Ι. του Μ., 9.Λ.-Ζ. Α. του Γ., 10. Ν. Σ. του Δ., 11.Δ. Γ. του Κ., κατοίκων ..., 12. Σ. Π. του Δ., 13.Α. Μ. του Δ., 14.Σ. Δ. του Ι., 15.Χ. Μ. του Ε., κατοίκων ... 16.Σ. Ν. του Λ., 17.Μ. Μ. του Β., 18.Ζ. του Ν., 19.Ν. Σ. του Π., 20.Β. Φ. του Θ., κατοίκων ..., 21.Τ. Κ. του Γ., 22.Α. Γ. του Χ., κατοίκων ..., 23.Π. Σ. του Κ., κατοίκου ... 24.Ζ. Μ. του Α., 25.Κ. Σ. του Π. και 26. Ζ. Β. του Γ., κατοίκων ..., όλοι υπηρετούντες, εκ της υπηρεσίας τους, στις τοπικές μονάδες υγείας Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ. των ανωτέρω περιοχών, που εκτός του με α/α 12ος ο οποίος δεν παραστάθηκε, οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νεοκλή Γαλανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ελευθερίας Χριστοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις, 3) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, 4) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου (2η Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του, πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παφίλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 5)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο Ευαγγελισμός-Οφθαλμιατρείο Αθηνών-Πολυκλινική"", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Νικολάου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 847/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2538/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-5-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 5ου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (10 Ιανουαρίου 2023) της ένδικης από 7.5.2020 και με αριθμ. κατάθ. 5265/645/28.7.2020 αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων - εναγόντων, η οποία στρέφεται κατά πέντε (αναιρεσιβλήτων) και κατά της με αριθμό 2538/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ο 12ος των αναιρεσειόντων δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, άπαντες δε οι λοιποί αναιρεσείοντες, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νεοκλή Γαλανόπουλο με δήλωση του τελευταίου, καταχωρηθείσα στα πρακτικά. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι η επίσπευση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως έλαβε χώρα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από τη σχετική παραγγελία προς επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως για τις ως άνω δικασίμους κάτω από αντίγραφο αυτής, του Νεοκλή Γαλανόπουλου, ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων. Όμως, από τα ίδια ως άνω στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο από τους 1η, 4ο, 7ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13η, 14ο, 16ο, 17η, 21ο, 22ο, 23η και 24ο, των αναιρεσειόντων, καθότι δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια. Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσείοντες δεν παρέστησαν προσηκόντως κατά τη συζήτηση και κατά συνέπεια είναι δικονομικώς απόντες. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 3824Β'/14.4.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και επικυρωμένο αντίγραφο της με αριθμ. πρωτ. 33 και από 16.3.2022 Βεβαίωσης Αναβολής του Αρείου Πάγου με προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΦΚΑ" και πρώην "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ". Κατά την δικάσιμο όμως αυτή όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστη το ως άνω αναιρεσίβλητο κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην. Κατόπιν αυτού, πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση όσον αφορά τους απολειπόμενους 1η, 4ο, 7ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13η, 14ο, 16ο, 17η, 21ο, 22ο, 23η και 24ο των αναιρεσειόντων και το απολειπόμενο ΝΠΔΔ ΕΦΚΑ, πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ΑΠ 89/2021). Περαιτέρω, οι παριστάμενοι διάδικοι δεν αποδεικνύουν είτε κλήτευση των ως άνω απολειπομένων αναιρεσειόντων είτε επίσπευση της συζήτησης από τους απολειπόμενους, με προσκομιδή της οικείας έκθεσης επίδοσης στην πρώτη περίπτωση, ή του προς αυτούς νομίμως επιδοθέντος αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση και τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, στη δεύτερη περίπτωση. Κατόπιν αυτού, εφόσον οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες δεν κλητεύθηκαν νομίμως από την αντιδίκους τους αναιρεσιβλήτους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς ανωτέρω απολειπόμενους 1η, 4ο, 7ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13η, 14ο, 16ο, 17η, 21ο, 22ο, 23η και 24ο αναιρεσείοντες και τα παριστάμενα νπδδ δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των τους 1ης, 4ου, 7ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ης, 14ου, 16ου, 17ης, 21ου, 22ου, 23ης και 24ου, απόντων αναιρεσειόντων ως προς τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης τους και υπέρ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Δ.Δ., δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτούς δεν είναι οριστική (ΟλΑΠ 4/2013). Για τους λοιπούς παρισταμένους προσηκόντως αναιρεσείοντες (2η, 3η, 5η, 6η, 8ο, 9η, 15ο, 18η, 19ο, 20η, 25ο και 26η)πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης αντιμωλία των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων και ωσεί παρόντος του πρώτου αναιρεσιβλήτου (ΕΦΚΑ), που όπως αναφέρθηκε, έχει κλητευθεί νομότυπα. Με την από 7.5.2020 και με αριθμ. κατάθεσης 5265/645/28.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2538/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 10.2.2014 και με αριθ. κατάθ. 2874/30.4.2014 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων ήδη αναιρεσειόντων και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 847/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 2.12.2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. 234985/6326/3.12.2009) αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του μόνου εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, Α) απορρίφθηκε κατ' ουσία, ως προς τους: 1η, 2η, 3η, 4ο, 6η, 7ο, 8ο, 9η, 10ο, 11ο, 12ο, 14ο, 15ο, 16ο, 17η, 19ο, 20η, 21ο, 22ο, 23η, 24ο, 25ο και 26η ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και Β) έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η ως άνω αγωγή ως προς τους: 5η ενάγουσα, 18η ενάγουσα, όσον αφορά την 1η ΔΥΠΕ Αττικής, ως διάδοχο του αρχικού εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και 13η ενάγουσα, όσον αφορά τη 2η ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, ως διάδοχο του αρχικού εναγομένου ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, και υποχρεώθηκαν οι ως άνω ΔΥΠΕ και ειδικότερα: 1. Η 1η ΔΥΠΕ Αττικής, να εντάξει α. την 5η ενάγουσα στο 7ο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) και ανά διετία να την κατατάσσει στο επόμενο Μ.Κ. και να της καταβάλλει το ποσό των 4.438,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, και β. την 18η ενάγουσα στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) και ανά διετία να την κατατάσσει στο επόμενο Μ.Κ. και να της καταβάλλει το ποσό των 441ευρώ, με το νόμιμο τόκο, και 2. Η 2η ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, την 13η ενάγουσα στο 6ο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) και ανά διετία να την κατατάσσει στο επόμενο Μ.Κ. και να της καταβάλλει το ποσό των 672,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δυνάμει δε των Νόμων 3918/2011, 4238/2014 και 4387/2016, η δίκη συνεχίζεται αυτοδικαίως: -Ως προς την 2η αναιρεσείουσα, από το 1ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία (ΕΦΚΑ), -Ως προς τους: 3η, 7ο, 9η, 11ο, 19ο, 20η και 25ο των αναιρεσειόντων, από το 2ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), -Ως προς τους: 1η, 4ο, 5η, 6η, 8ο, 10ο, 16ο, 17η, 18η, 22ο, 23η, 24ο και 26η των αναιρεσειόντων, από το 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία (1η Δ.Υ.Πε. Αττικής), -Ως προς τους: 12ο, 13η, 14ο και 15η των αναιρεσειόντων, από το 4ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία (Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου) και ως προς τον 21ο των αναιρεσειόντων, από το 5ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ". Με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972 "Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 123), ορίζεται ότι, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή άλλοι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων του ΙΚΑ με θεράποντες ιατρούς ή ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο αντί αμοιβής που ορίζεται είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε κατ' άλλο τρόπο, δίχως περιορισμό από τις διατάξεις περί αμοιβής των ιατρών. Οι συμβάσεις αυτές καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του ιδίου νομοθετικού διατάγματος. Κατά την τελευταία από τις διατάξεις αυτές (άρθ. 5 του Ν.Δ/τος 1204/1972) η μετά του ΙΚΑ σχέση των παραπάνω ιατρών δεν είναι σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται από τις διατάξεις του διατάγματος αυτού και των κανονισμών που εκδίδονται σε εκτέλεσή του, οι ιατροί αυτοί δεν αποτελούν προσωπικό του ΙΚΑ και ο χρόνος της παροχής των ιατρικών φροντίδων τους δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας στο ΙΚΑ (ΑΠ 121/2016, 566/2005, 569/2004, 446/1989). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 - 4 του Ν. 2150/19.6.93 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίζεται ότι: "Οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του ιδρύματος. Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους (παρ. 1). Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις-μετακινήσεις αποσπάσεις-μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα, που ισχύουν για τους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. (παρ. 2) Στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται α) οι με ειδική σύμβαση γιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) Οι με ειδική σύμβαση γιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή. Για τους γιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972. (παρ. 3) Για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ γιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού. Κατ' εξαίρεση σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις γιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες, όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη γιατρών, θα ισχύουν ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972 (παρ.4) ". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 2150/1993 (16.6.93) οι ήδη υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί, όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις της παρ. 3 περ. α' και β' και της παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2150/1993, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές - γιατρούς του ΙΚΑ. Επομένως, ο πριν από τη δημοσίευση του Ν. 2150/1993 χρόνος υπηρεσίας των γιατρών του ΙΚΑ, που έχουν ήδη προσληφθεί, όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 Ν.Δ/τος 1204/1972, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρέσεις, συνυπολογίζεται για την υπαγωγή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και την παροχή του ανάλογου χρονοεπιδόματος (ΑΠ 121/2016, 566/2005). To γεγονός ότι η γενομένη με το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση των προσληφθέντων με το καθεστώς του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972 γιατρών στο ΙΚΑ με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ από ειδική σύμβαση εργασίας (επί των οποίων δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας) σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 5/2000, ΟλΑΠ 9/2018, ΟλΑΠ 22/2007) δεν ασκεί επίδραση, καθώς η υποχρέωση αναγνώρισης του χρόνου υπηρεσίας με την ειδική αυτή συμβατική σχέση, πριν την έναρξη του Ν. 2150/1993, προκύπτει ευθέως εκ της παρ. 1 εδ. β του άρθρου 18 του νόμου αυτού. Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο κατά την διάταξη αυτή υπολογισμός του χρόνου υπηρεσίας των υπηρετούντων στο ΙΚΑ γιατρών για τη μισθολογική τους εξέλιξη αφορά μόνο εκείνους που προσλαμβάνονται κατά το άρθρο 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, αλλά μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993 (16.6.1993), ενώ για τους ήδη υπηρετούντες γιατρούς ο χρόνος αυτός υπολογίζεται για το μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993 διάστημα. Και τούτο διότι η άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 αναφέρεται στους (ήδη) "υπηρετούντες" στο ΙΚΑ γιατρούς και κατά συνέπεια η ρύθμιση του εδαφίου β αυτής δεν θα είχε νόημα, εφόσον αυτοί, μετά τη μισθολογική τους εξομοίωση με τους συνδεομένους με σχέση δημοσίου δικαίου θεραπευτές γιατρούς του ΙΚΑ θα εξελίσσονται μισθολογικά και αναλόγως του χρόνου υπηρεσίας τους, ενώ εξ ετέρου για τους νεοπροσλαμβανόμενους μετά την 15.6.1993 γιατρούς προβλέπει η διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου. Περαιτέρω με το Ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), ορίσθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ. Με την παρ. 4 εδ. β περ. ii του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τους πτυχιούχους πενταετούς (όπως οι ...ι) ή εξαετούς φοίτησης (όπως οι γιατροί) τμημάτων Πανεπιστημίων ορίσθηκε ως εισαγωγικό το 17ο Μ.Κ ή το 16ο Μ.Κ. αντίστοιχα και καταληκτικό το 1ο Μ.Κ. Με το άρθρο 4 παρ.1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι ο διοριζόμενος εισέρχεται στην Υπηρεσία με το μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας στην οποία ανήκει η θέση που διορίζεται, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία (ενός έτους για το αμέσως επόμενο του εισαγωγικού Μ.Κ. και δύο έτη για την απονομή όλων των επομένων) και λαμβάνεται υπόψη γι' αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ. 15 του νόμου αυτού. Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθ. 15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β... γ... δ... ε... στ... ζ... η... θ... ι. ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: ί. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ίί. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Επίσης με το άρθ. 20 εδ. α του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ. του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα". Τέλος με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003, επεκτάθηκε από 1.1.2004 η εφαρμογή των διατάξεων του Α' μέρους του νόμου αυτού (3205/2003) στους γιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/84, Ν. 1579/85) με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/80) καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον Ν. 2150/93. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι από 1.1.2004, για την κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια του Ν. 3205/2003 των γιατρών που υπηρετούν κατά τον χρόνο αυτό στο ΙΚΑ, είχαν δε προσληφθεί σε αυτό με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του Ν. 1204/1972 σε χρόνο πριν την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993, είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μονίμους γιατρούς του ΙΚΑ με τον τελευταίο αυτό νόμο και δεν υπάγονταν στις εξαιρέσεις των παρ. 3 και 4 του Ν. 2150/1993, υπολογίζεται και το χρονικό διάστημα που υπηρέτησαν υπό το καθεστώς του άρθρου 10 του ν. 1204/1972 από την πρόσληψη αυτών μέχρι την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1983, κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 566/2005, ΣτΕ 2409/2012), εφόσον μάλιστα αυτοί παρείχαν κατά το χρόνο αυτό τις υπηρεσίες τους με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας, απασχολούμενοι κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, στο χώρο των εγκαταστάσεων του ΙΚΑ και με την άμεση εποπτεία των υπηρεσιών του, με αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 121/2016). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 στοιχ. α του Ν. 3205/2003 που ως υπηρεσία ορίζει εκείνη που προσφέρθηκε στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, στην οποία δεν εντάσσονται οι συμβάσεις εργασίας των γιατρών του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως της μισθολογικής εξομοίωσής τους με τους μόνιμους θεραπευτές - γιατρούς του Ιδρύματος κατά τα ήδη προαναφερθέντα, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, καθότι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση της παρ. 1 εδ. β του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 για τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ για τη μισθολογική τους εξέλιξη. Ενισχυτικό της ως άνω ερμηνευτικής εκδοχής είναι και το γεγονός ότι μεταξύ των εξαιρέσεων που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν. 3205/2003 για μη συνυπολογισμό υπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη δεν διαλαμβάνεται εκείνη του εδαφίου β της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993. Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1 και 2, 26 παρ.9 [όπως η παρ. 9 προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 21 του Ν. 3984/2011] και 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 31), από τις οποίες η πρώτη προβλέπει τη σύσταση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στον οποίο μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, ο κλάδος υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. η δεύτερη προβλέπει την αυτοδίκαιη μεταφορά των ιατρών και του υγειονομικού προσωπικού που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., και η τρίτη ορίζει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ενώ κατ' άρθ. 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) συνάγεται ότι νομιμοποιούμενος παθητικά για τις πιο πάνω διαφορές ήταν, μετά την ένταξη του υγειονομικού προσωπικού του ΙΚΑ στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, ο τελευταίος (ΑΠ 702/2015, ΣτΕ 4137/2015). Στη συνέχεια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2, 16 και 17 του Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38/17.2.2014) ορίσθηκαν οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών υγείας που εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των οικείων Δ.Υ.ΠΕ. και καθορίσθηκε ο τρόπος μετακίνησης, κατόπιν αιτήσεως, του ιατρικού προσωπικού των μονάδων υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται στις αντίστοιχες χωροταξικά Δ.Υ.ΠΕ. Με το άρθρο 21 παρ. 9 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.ΠΕ., ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις ΔΥΠΕ συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 3329/2005 "Εθνικό Σύστημα Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 81), όπως ισχύει μετά διαδοχικές τροποποιήσεις του, η Επικράτεια διαιρέθηκε σε επτά (7) υγειονομικές περιφέρειες, τα γεωγραφικά όρια των οποίων ταυτίζονται με τα όρια των αποκεντρωμένων της χώρας, στις οποίες περιλαμβάνεται (μεταξύ των λοιπών) η 1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής, η οποία εκτείνεται στα όρια της περιφέρειας Αττικής και περιλαμβάνει τους δήμους του νομού Αττικής με έδρα την Αθήνα, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίσθηκε ότι στην έδρα κάθε Υγειονομικής Περιφέρειας συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Δ.Υ.ΠΕ.", που συμπληρώνεται από το όνομα της οικείας Περιφέρειας, και ότι η κάθε Δ.Υ.ΠΕ. έχει δικό της προϋπολογισμό, πρωτόκολλο, αρχείο, σφραγίδα και Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013). Τέλος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων ( άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: " Ότι οι ενάγοντες ιατροί και ...ι προσλήφθηκαν από το αρχικά εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεως-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", καθολικός διάδοχος του οποίου α. ως προς τον 21ο ενάγοντα-εκκαλούντα (Τσιαμτσούρης Κωνσταντίνος) είναι το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" και ήδη εφεσίβλητο, β. ως προς τους 3ο, 7ο, 9ο, 11ο, 19ο, 20ο και 25ο ενάγοντες-εκκαλούντες είναι το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και ήδη εφεσίβλητο, γ. ως προς τους 1ο, 4ο, 5ο, 6ο, 8ο, 10ο, 16ο, 17ο, 18ο, 22ο, 23ο, 24ο και 26ο ενάγοντες-εκκαλούντες είναι το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία ''1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής), το οποίο συνεχίζει τη δίκη για τον ΕΟΠΥΥ (αρχικά εφεσίβλητο) δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 9 του ν.4238/2014, και δ. ως προς τους 12ο, 13ο, 14ο και 15ο ενάγοντες-εκκαλούντες είναι το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (2η Δ.Υ.Π.Ε. Πειραιώς και Αιγαίου), το οποίο συνεχίζει τη δίκη για τον ΕΟΠΥΥ (αρχικά εφεσίβλητο) δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 9 του ν.4238/2014, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, συνδεόμενοι, κατά τα εκτιθέμενα στην πρώτη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, αποκλειστικά με συμβάσεις διεπόμενες από το ως άνω νομοθετικό διάταγμα, που δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας. Συγκεκριμένα: 1. η Π. Μ. του Χ., ..., προσλήφθηκε στις 28.6.1988 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 2. η Μ. Β.-Ν. του Γ., ..., προσλήφθηκε στις 4.10.1989 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 3. η Α.-Σ. Γ.-Κ. του Κ., ..., προσλήφθηκε στις 9.10.1991 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 4. ο Γ. Π. του Ι., ..., προσλήφθηκε στις 26.1.1993 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 5. η Ε. Μ.-Α. του Π., ..., προσλήφθηκε στις 26.3.1987 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ... 6. η Α. Β. του Ν., ..., προσλήφθηκε στις 14.2.1992 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 7. ο Ν. Γ. του Θ., ..., προσλήφθηκε στις 9.2.1993 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 8. ο Ι. Τ. του Μ., ..., προσλήφθηκε στις 8.3.1993 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 9. η Α. Λ.-Ζ. του Γ., ..., προσλήφθηκε στις 5.2.1987 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 10. ο Σ. Ν. του Δ., ..., προσλήφθηκε στις 28.6.1994 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 11. ο Γ. Δ. του Κ., ..., προσλήφθηκε στις 15.2.1993 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 12. ο Π. Σ. του Δ., καρδιολόγος, προσλήφθηκε στις 19.1.1993 και υπηρετεί στην Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ..., 13. η Μ. Α. του Δ., ..., προσλήφθηκε στις 2.3.1992 και υπηρετεί στην Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ..., 14. ο Δ. Σ. του Ι., ..., προσλήφθηκε στις 19.10.1992 και υπηρετεί στην Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ..., 15. ο Χ. Μ. του Ε., ..., προσλήφθηκε στις 1.4.1991 και υπηρετεί στην Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ...,16. ο Ν. Σ. του Λ., ..., προσλήφθηκε στις 13.2.1997 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 17. η Μ. Μ. του Β., ..., προσλήφθηκε στις 26.8.1996 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ...,18. η Α. Ζ. του Ν., ..., προσλήφθηκε στις 19.4.1991 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 19. ο Σ. Ν. του Π., ..., προσλήφθηκε στις 17.11.1992 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 20. η Φ. Β. του Θ., ..., προσλήφθηκε στις 24.7.1998 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 21. ο Κ. Τ. του Γ., ..., προσλήφθηκε στις 12.10.1993 και υπηρετεί στο Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ..., 22. ο Γ. Α. του Χ., ..., προσλήφθηκε στις 21.3.1991 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 23. η Σ. Π. του Κ., ..., προσλήφθηκε στις 30.10.1995 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 24. ο Μ. Ζ. του Α., ..., προσλήφθηκε στις 25.11.1992 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., 25. ο Σ. Κ. του Π., ..., προσλήφθηκε στις 16.4.1991 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας ..., και 26. η Β. Ζ. του Γ., ..., προσλήφθηκε στις 23.2.1995 και υπηρετεί στην Τοπική Μονάδα Υγείας .... Δυνάμει των εν λόγω συμβάσεων οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση της παροχής περίθαλψης της ειδικότητας εκάστου, στους ασφαλισμένους του αρχικού εναγόμενου απασχολούμενοι για πέντε ημέρες την εβδομάδα και συνολικά 27 ώρες εβδομαδιαίως, έναντι μηνιαίας κατ' αποκοπή αποζημίωσης ανεξαρτήτως αριθμού περιστατικών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την πρόσληψή τους και επέκεινα οι ενάγοντες υπηρετούν συνεχώς και αδιαλείπτως στις ανωτέρω υγειονομικές μονάδες του αρχικού εναγόμενου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ασκώντας τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητά του καθενός καθήκοντα, χωρίς να κατέχουν άλλη έμμισθη θέση στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ, εξελισσόμενοι μισθολογικά ως εξής: Από την πρόσληψή τους έως την 15.6.1993 ελάμβαναν την συμφωνημένη κατ' αποκοπή αμοιβή ενώ από την 16.6.1993, οπότε εξομοιώθηκαν μισθολογικά δυνάμει του άρθρου 18 παρ. 1 ν. 2150/1993 με τους μόνιμους θεραπευτές του αρχικού εναγόμενου Ιδρύματος υπαχθήκανε αλληλοδιαδοχικώς στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής των ν. 1505/1984 (για τη χρονική περίοδο από 16.6.1993 έως 31.12.1996), του ν. 2470/1997 (για τη χρονική περίοδο από 1.1.1997 έως 31.12.2003). Εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. 2/4302/0022/2004 κοινή υπουργική απόφαση (Κ.Υ.Α) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 21 του ν. 3105/2003, αποφασίστηκε η επέκταση των διατάξεων του Α' Μέρους του v. 3205/2003 (ΦΕΚ 297/Α) "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ και ΟΤΑ κ.λ.π" στους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ που οι αποδοχές τους καθορίζονται από τον. 2470/1997 και στους με σύμβαση γιατρούς (v. 1476/84, ν. 1579/1975, ν.1057/1980 και ν.δ/τος 1204/1972) που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον ν. 2150/1993. Η ως άνω Κ.Υ.Α ίσχυσε αναδρομικά από 1.1.2004. Έτσι οι ενάγοντες ιατροί και ...ι ως συνδεόμενοι με το αρχικό εναγόμενο με ειδική σύμβαση του ν.δ/τος 1204/1972, που είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς του εναγόμενου (άρθρ. 18 ν.2150/1993), υπάχθηκαν αναδρομικά από 1.1.2004 στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 επ. του ν. 3205/2003, ο οποίος προβλέπει ότι το υπαγόμενο στο ρυθμιστικό του πεδίο προσωπικό εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ) και ότι σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο αντιστοιχεί ο ίδιος βασικός μισθός, οι υπάλληλοι δε που έχουν το ίδιο Μ.Κ δικαιούνται το βασικό μισθό που αντιστοιχεί σ' αυτό, ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο ανήκει η θέση τους (άρθρ. 2), ότι τα Μ.Κ των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ, ΥΕ) ορίζονται σε 18 και οι υπάλληλοι της κάθε κατηγορίας, εξελίσσονται σε 18 Μ.Κ, της ΠΕ (πανεπιστημιακής εκπαίδευσης) με πτυχίο ή δίπλωμα πενταετούς διάρκειας (όπως οι εκ των εναγόντων ...ι) με εισαγωγικό το 17ο και καταληκτικό το 1ο Μ.Κ, της δε ΠΕ με πτυχίο ή δίπλωμα εξαετούς διάρκειας (οι λοιποί ενάγοντες) με εισαγωγικό το 16ο και καταληκτικό το 1ο Μ.Κ (άρθρ. 3), ότι ο διοριζόμενος εισέρχεται στην υπηρεσία με το εισαγωγικό Μ.Κ του κλάδου στο οποίο ανήκει η θέση που διορίζεται (άρθρ. 4), ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κλάδων, από κατώτερο σε ανώτερο Μ.Κ, απαιτείται ένα έτος από το εισαγωγικό κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο και για την απονομή όλων των επομένων Μ.Κ υπηρεσία δύο ετών σε κάθε Μ.Κ (άρθρ. 5 παρ. 1), ότι ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα Μ.Κ του άρθρου 3 λαμβάνεται - μεταξύ άλλων - υπόψη η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ και ΟΤΑ καίτοι η υπηρεσία αυτή δεν παρασχέθηκε στα πλαίσια σχέσης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, πλην όμως πληροί σωρευτικά τις τασσόμενες από το άρθρο 15 περ. ι' προϋποθέσεις (άρθρ. 15), ότι η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ του άρθρου 3, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα και ο χρόνος υπηρεσίας που πλεονάζει μετά την κατάταξή τους αυτή, θεωρείται ότι διανύθηκε στο Μ.Κ της κατάταξής τους για την απονομή του επόμενου Μ.Κ (άρθρ. 20). Ακολούθως, με τα από Ιανουαρίου 2008 πιστοποιητικά του τμήματος Μητρώου της Διεύθυνσης Υγειονομικού Προσωπικού του ΙΚΑ οι ενάγοντες κατατάχθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του v. 3205/2003 και δη αναδρομικά από 1.1.2004 στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του νόμου αυτού, με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας αυτών, έχοντας ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική τους εξέλιξη η υπηρεσία τους στο αρχικό εναγόμενο, ήτοι το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2150/1993, κατά το οποίο υπηρετούσαν με ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, ή και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2150/1993 (10ος, 16ος, 17η, 20η, 21ος, 23η και 26η των εναγόντων), με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972. Ειδικότερα, βάσει των ανωτέρω, εφόσον οι 10ος, 16ος, 17η, 20η, 21ος, 23η και 26η ενάγοντες υπηρετούσαν ως ιατροί στο ΙΚΑ, προσληφθέντες με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, μετά την έναρξη ισχύος του ν.2150/1993 (16.6.1993) και δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 18 του ν.2150/1993, και οι λοιποί ενάγοντες υπηρετούσαν ως ιατροί (3η, 4ος, 6η, 7ος, 8ος, 9η, 11ος, 12ος, 14ος, 15ος, 19ος, 22ος, 24ος, και 25ος ενάγοντες) και ως ...ι (1η, 2η, 5η, 13η και 18η ενάγοντες) στο ΙΚΑ κατά την έναρξη ισχύος του ν.2150/1993 (16.6.1993) και δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 18 του ν. 2150/1993, εξομοιώθηκαν μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές του ΙΚΑ και ο χρόνος υπηρεσίας τους στο αρχικό εναγόμενο ίδρυμα με ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν. 1204/1972 από το χρόνο προσλήψεώς τους έως 15.6.1993 ή και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι είναι συνυπολογιστέος για την κατάταξή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1Β του ν. 3205/2003 για την απονομή όλων των επόμενων μισθολογικών κλιμακίων (του εισαγωγικού) απαιτείται υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο, θα έπρεπε το αρχικό εναγόμενο να κατατάξει τους ενάγοντες ως εξής: 1) ως προς την 1η ενάγουσα, Π. Μ., ..., που προσλήφθηκε στις 28.6.1988, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 9° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 6 μηνών και 3 ημερών στο οποίο και την κατέταξε, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 15 έτη, 6 μήνες και 3 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 28.6.2005 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο της χορήγησε στις 16.6.2005, στις 28.6.2007 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 7° ΜΚ, το οποίο της χορήγησε στις 16.6.2007, με συνέπεια να μην της οφείλεται κάποιο από τα αιτούμενα ποσά, αφού της καταβάλλονταν οι αποδοχές του ορθού Μ.Κ. στο οποίο την είχε κατατάξει το αρχικό εναγόμενο. Στις 28.6.2009 θα έπρεπε να της είχε χορηγηθεί το 6° Μ.Κ., και να λαμβάνει ως βασικό μισθό το ποσό των 1.352 ευρώ μηνιαίως, αντί των 1.465 ευρώ μηνιαίως που ελάμβανε, με συνέπεια να μην της οφείλεται κάποιο από τα αιτούμενα ποσά, αφού της καταβάλλονταν οι αποδοχές του ορθού Μ.Κ. στο οποίο την είχε κατατάξει το αρχικό εναγόμενο, 2) ως προς την 2η ενάγουσα, Μ. Β.-Ν., ..., που προσλήφθηκε στις 4.10.1989, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 10° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 14 μηνών και 27 ημερών, ενώ την κατέταξε στο 9° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 14 έτη, 2 μήνες και 27 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 4.10.2004 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο της είχε ήδη χορηγήσει από την 1.1.2004, στις 4.10.2006 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο της είχε ήδη χορηγήσει από την 16.6.2005, στις 4.10.2008 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 7° ΜΚ, το οποίο της είχε ήδη χορηγήσει από την 16.6.2007, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να της οφείλεται, αφού της καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 3) ως προς την 3η ενάγουσα, Α.-Σ. Γ.-Κ., ..., που προσλήφθηκε στις 9.10.1991, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 10° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 14 μηνών και 22 ημερών, ενώ την κατέταξε στο 8° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 12 έτη, 2 μήνες και 22 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 9.10.2004 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 9° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 της χορήγησε το 8° ΜΚ, στις 9.10.2006 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει από 1.1.2004, στις 9.10.2008 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 7° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει από τις 9.7.2004 και από τις 9.7.2006 της έχει χορηγήσει το 6° ΜΚ, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να της οφείλεται, αφού της καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 4) ως προς τον 4° ενάγοντα, Γ. Π., ..., που προσλήφθηκε στις 26.1.1993, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 11° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 23 μηνών και 5 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 7° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 10 έτη, 11 μήνες και 5 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 26.1.2004 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 10° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 8° ΜΚ, στις 26.1.2006 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 26.1.2008 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 5) ως προς την 6η ενάγουσα, Α. Β., ..., που προσλήφθηκε στις 14.2.1992, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 10° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 10 μηνών και 16 ημερών, ενώ την κατέταξε στο 5° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 11 έτη, 10 μήνες και 16 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 14.2.2005 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 9° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 της χορήγησε το 5° ΜΚ, στις 14.2.2007 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 14.2.2009 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 7° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να της οφείλεται, αφού της καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 6) ως προς τον 7° ενάγοντα, Ν. Γ., ..., που προσλήφθηκε στις 9.2.1993, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 11° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 22 μηνών και 20 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 8° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 10 έτη, 10 μήνες και 20 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 9.2.2004 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 10° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 8° ΜΚ, στις 9.2.2006 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει την 1.1.2004 και στις 9.2.2008 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 7) ως προς τον 8° ενάγοντα, Ι. Τ., ..., που προσλήφθηκε στις 8.3.1993, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 11° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 21 μηνών και 23 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 6° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 10 έτη, 9 μήνες και 23 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 8.3.2004 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 10° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 6° ΜΚ, στις 8.3.2006 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 8.3.2008 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 8) ως προς την 9η ενάγουσα, Α. Λ.-Ζ. ..., που προσλήφθηκε στις 5.2.1987, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 8° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 22 μηνών και 23 ημερών, ενώ την κατέταξε στο 6° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 16 έτη, 10 μήνες και 23 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 5.2.2004 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 7° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 της χορήγησε το 6° ΜΚ, στις 5.2.2006 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 6° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει από την 1.1.2004 και στις 5.2.2008 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 5° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει από την 2.8.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να της οφείλεται, αφού της καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 9) ως προς τον 10° ενάγοντα, Σ. Ν., ..., που προσλήφθηκε στις 28.6.1994, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 11° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 6 μηνών και 2 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 7° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 9 έτη, 6 μήνες και 2 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 28.6.2005 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 10° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 7° ΜΚ, στις 28.6.2007 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 28.6.2009 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 10) ως προς τον 11° ενάγοντα, Γ. Δ., ..., που προσλήφθηκε στις 15.2.1993, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 11° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 22 μηνών και 13 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 7° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 10 έτη, 10 μήνες και 13 ημέρες Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 15.2.2004 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 10° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 7° ΜΚ, στις 15.2.2006 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 15.2.2008 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 11) ως προς τον 12° ενάγοντα, Π. Σ., ... που προσλήφθηκε στις 19.1.1993, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 11° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 23 μηνών και 12 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 7° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 10 έτη, 11 μήνες και 12 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 19.1.2004 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 10° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 7° ΜΚ, στις 19.1.2006 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 19.1.2008 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 12) ως προς τον 14° ενάγοντα, Δ. Σ., ..., που προσλήφθηκε στις 19.10.1992, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 10° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 14 μηνών και 12 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 7° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 11 έτη, 2 μήνες και 12 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 19.10.2005 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 7° ΜΚ, στις 19.10.2007 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 19.10.2009 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 7° ΜΚ, το οποίο του χορήγησε την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 13) ως προς τον 15° ενάγοντα, Μ. Χ., ..., που προσλήφθηκε στις 1.4.1991, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 10° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 21 μηνών, ενώ τον κατέταξε στο 7° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 12 έτη και 9 μήνες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 1.4.2004 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 7° ΜΚ, στις 1.4.2006 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 1.4.2008 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 7° ΜΚ, το οποίο του χορήγησε την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 14) ως προς τον Ν. Σ., ..., που προσλήφθηκε στις 13.2.1997, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 13° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 22 μηνών και 15 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 8° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 6 έτη, 10 μήνες και 15 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 13.2.2004 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 12° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 8° ΜΚ, στις 13.2.2006 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 11 ° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 13.2.2008 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 10° ΜΚ, το οποίο του χορήγησε πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 15) ως προς την 17η ενάγουσα, Μ. Μ., ..., που προσλήφθηκε στις 26.8.1996, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 12° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 4 μηνών και 5 ημερών, ενώ την κατέταξε στο 9° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 7 έτη, 4 μήνες και 5 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 26.8.2005 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 11° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 της χορήγησε το 9° ΜΚ, στις 26.8.2007 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 10° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 26.8.2009 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο της χορήγησε την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να της οφείλεται, αφού της καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 16) ως προς τον 19° ενάγοντα Σ. Ν., ..., που προσλήφθηκε στις 17.11.1992, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 10° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 1 μηνός και 13 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 7° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 11 έτη, 1 μήνα και 13 ημέρες Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 17.11.2005 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 7° ΜΚ, στις 17.11.2007 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 17.11.2009 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 7° ΜΚ, το οποίο του χορήγησε την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 17) ως προς την 20η ενάγουσα, Φ. Β., ..., που προσλήφθηκε στις 24.7.1998, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 14° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 17 μηνών και 7 ημερών, ενώ την κατέταξε στο 9° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 5 έτη, 5 μήνες και 7 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 24.7.2004 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 13° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 της χορήγησε το 9° ΜΚ, στις 24.7.2006 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 12° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 24.7.2008 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 11° ΜΚ, το οποίο της χορήγησε πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να της οφείλεται, αφού της καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 18) ως προς τον 21° ενάγοντα, Τ. Κ., ..., που προσλήφθηκε στις 12.10.1993, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 11° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 14 μηνών και 19 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 7° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 10 έτη, 2 μήνες και 19 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 12.10.2004 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 10° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 7° ΜΚ, στις 12.10.2006 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 12.10.2008 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του χορήγησε πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 19) ως προς τον 22° ενάγοντα, Γ. Α., ..., που προσλήφθηκε στις 21.3.1991, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 10° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 21 μηνών και 9 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 7° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 12 έτη, 9 μήνες και 9 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 21.3.2004 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 7° ΜΚ, στις 21.3.2006 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 21.3.2008 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 7° ΜΚ, το οποίο του χορήγησε την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 20) ως προς την 23η ενάγουσα, Σ. Π., ..., που προσλήφθηκε στις 30.10.1995, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 12° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 12 μηνών και 1 ημέρας, ενώ την κατέταξε στο 8° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 8 έτη, 2 μήνες και 1 ημέρα. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 30.10.2004 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 11° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 της χορήγησε το 8° ΜΚ, στις 30.10.2006 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 10° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 30.10.2008 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να της οφείλεται, αφού της καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 21) ως προς τον 24° ενάγοντα, Μ. Ζ., ..., που προσλήφθηκε στις 25.11.1992, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 10° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 1 μηνός και 13 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 6° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 11 έτη, 1 μήνα και 13 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 25.11.2005 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 6° ΜΚ, στις 25.11.2007 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 25.11.2009 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 7° ΜΚ, το οποίο του χορήγησε πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, 22) ως προς τον 25° ενάγοντα, Σ. Κ., ..., που προσλήφθηκε στις 16.4.1991, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να τον κατατάξει την 1.1.2004 στο 10° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 20 μηνών και 14 ημερών, ενώ τον κατέταξε στο 6° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική του εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 13 έτη, 8 μήνες και 14 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 16.4.2004 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 9° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 του χορήγησε το 6° ΜΚ, στις 16.4.2006 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο του είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 16.4.2008 θα έπρεπε να του χορηγήσει το 7° ΜΚ, το οποίο του χορήγησε πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να του οφείλεται, αφού του καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο, και 23) ως προς την 26η ενάγουσα, Β. Ζ., ..., που προσλήφθηκε στις 23.2.1995, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 12° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 22 μηνών και 6 ημερών, ενώ την κατέταξε στο 8° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 8 έτη, 10 μήνες και 6 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 23.2.2004 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 11° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 της χορήγησε το 8° ΜΚ, στις 23.2.2006 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 10° ΜΚ, το οποίο της είχε χορηγήσει πριν από την 1.1.2004 και στις 23.2.2008 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο της χορήγησε πριν από την 1.1.2004, με συνέπεια ουδέν εκ των αιτουμένων ποσών να της οφείλεται, αφού της καταβάλλονταν αποδοχές ανώτερου μισθολογικού κλιμακίου από αυτό στο οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί, σύμφωνα με το νόμο. Κατά συνέπεια ως προς τους προαναφερόμενους ενάγοντες η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη... Περαιτέρω, ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν.3205/2003 "1. Οι μηνιαίες αποδοχές του κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από το βασικό μισθό του Μ. Κ. της κατηγορίας του και τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 8, 11, 12, 13 και 24 του νόμου αυτού, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους. 2. Ο μηνιαίος βασικός μισθός του Μ.Κ. 18 της ΥΈ κατηγορίας ορίζεται σε πεντακόσια ενενήντα ευρώ (590 ευρώ). Ο μηνιαίος βασικός μισθός των λοιπών Μ.Κ. της κατηγορίας αυτής διαμορφώνεται με πρόσθεση στο αμέσως προηγούμενο Μ.Κ. του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ανωτέρω εισαγωγικού βασικού μισθού με το συντελεστή 0,0424. Το προστιθέμενο ποσό στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ. 3. Οι βασικοί μισθοί όλων των άλλων Μ.Κ. των κατηγοριών ΔΕ, ΤΕ, ΠΕ προσδιορίζονται με βάση το βασικό μισθό του αντίστοιχου Μ.Κ. της ΥΕ κατηγορίας πολλαπλασιαζόμενο με τους παρακάτω συντελεστές, στρογγυλοποιούμενοι στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ: ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ: ΥΕ 1,00, ΔΕ 1,17, ΤΕ 1,31 και ΠΕ 1,3 7.". Με το άρθρο 2 Ν.3336/2005,ΦΕΚ Α 96/20.4.2005, ο μηνιαίος βασικός μισθός του 18ου μισθολογικού κλιμακίου της Υ.Ε. κατηγορίας του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 ορίστηκε από 1.1.2005 σε εξακόσια έντεκα ευρώ (611 ευρώ), με το άρθρο 11 Ν.3453/2006,ΦΕΚ Α 74, από 1.1.2006 ο μηνιαίος βασικός μισθός του 18ου μισθολογικού κλιμακίου της ΥΕ κατηγορίας του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 3205/2003 ορίζεται σε εξακόσια είκοσι εννέα ευρώ (629 ευρώ) και με το άρθρο 1 παρ. 1ιη του Ν.3554/2007 (ΦΕΚ Α 80/2007) ο μηνιαίος βασικός μισθός του 18ου μισθολογικού κλιμακίου της ΥΕ κατηγορίας του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 3205/2003, ορίζεται από 1.1.2007 σε εξακόσια πενήντα ένα ευρώ (651 ευρώ). Περαιτέρω από την ίδια αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τις 5η, 13η και 18η ενάγουσες: Α. ως προς την ενάγουσα Ε. Μ.-Α., ..., που προσλήφθηκε στις 26.3.1987, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 9° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 21 μηνών και 5 ημερών, ενώ - την κατέταξε στο 10° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 16 έτη, 9 μήνες και 5 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 26.3.2004 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 8° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο την 1.1.2004 της χορήγησε το 10° ΜΚ και στις 13.5.2004 το 9° ΜΚ, στις 26.3.2006 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 7° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο της χορήγησε από τις 13.5.2006 το 8° ΜΚ, στις 26.3.2008 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 6° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο της χορήγησε από τις 13.5.2008 το 7° ΜΚ. Έτσι βάσει των ανωτέρω από τις 13.5.2008 θα πρέπει να της χορηγηθεί το 7° Μ.Κ. και ανά διετία να την κατατάσσει στο επόμενο Μ.Κ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη ενάγουσα 1. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 26.3.2004 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 9° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.175 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 10ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 135 ευρώ (47 ευρώ η διαφορά για κάθε μήνα και 41 ευρώ η διαφορά για τις 26 ημέρες του μηνός Μαρτίου 2004), το οποίο και πρέπει να της επιδικαστεί, 2. για το χρονικό διάστημα από 27.3.2004 έως 13.5.2004 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 8° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.225 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 10ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 201 ευρώ (97 ευρώ η διαφορά για το διάστημα από 27.3.2004 έως 26.4.2004, 55 ευρώ η διαφορά για το διάστημα από 27.4.2004 έως 13.5.2004 και 49 ευρώ η διαφορά του δώρου Πάσχα 2004), το οποίο και πρέπει να της επιδικαστεί, 3. για το χρονικό διάστημα από 14.5.2004 έως 31.12.2004 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 8° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.225 ευρώ, ως προαναφέρθηκε, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 450 ευρώ (50 ευρώ η διαφορά για κάθε μήνα, 25 ευρώ η διαφορά για το διάστημα από 14.5.2004 έως 31.5.2004, 25 ευρώ η διαφορά για το επίδομα αδείας 2004 και 50 ευρώ η διαφορά για το δώρο Χριστουγέννων 2004), πλην όμως επειδή αιτείται το ποσό των 306 ευρώ (34 ευρώ η αιτούμενη διαφορά για κάθε μήνα), αυτό το ποσό θα της επιδικαστεί, 4. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2005 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 8° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.269 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 728 ευρώ (52 ευρώ η διαφορά για κάθε μήνα, 26 ευρώ η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2004, 26 ευρώ η διαφορά για το επίδομα αδείας 2004 και 52 ευρώ η διαφορά για το δώρο Χριστουγέννων 2004), πλην όμως επειδή αιτείται το ποσό των 724 ευρώ (262,50 + 461,50) (35 ευρώ η αιτούμενη διαφορά για κάθε μήνα για το διάστημα από 1.1.2005 έως 8.7.2005 και 71 ευρώ για το διάστημα από 9.7.2005 έως 31.12.2005), αυτό το ποσό θα της επιδικαστεί, 5. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 26.3.2006 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 8° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.307 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 152 ευρώ (53 ευρώ η διαφορά για κάθε μήνα, 46 ευρώ η διαφορά για το διάστημα από 1.3.2006 έως 26.3.2006), 6. για το χρονικό διάστημα από 27.3.2006 έως 13.5.2006 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 7° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.367 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 234 ευρώ (113 ευρώ η διαφορά για το χρονικό διάστημα από 27.3.2006 έως 26.4.2006, 64 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 27.4.2006 έως 13.5.2006 και 57 ευρώ η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2006), 7. για το χρονικό διάστημα από 14.5.2006 έως 31.12.2006 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 7° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.367 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 8ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 542 ευρώ (60 ευρώ η διαφορά για κάθε μήνα, 32 ευρώ η διαφορά για το διάστημα από 14.5.2006 έως 31.5.2006, 30 ευρώ η διαφορά για το επίδομα αδείας 2006 και 60 ευρώ η διαφορά για το δώρο Χριστουγέννων 2006), πλην όμως επειδή για ολόκληρο το έτος 2006 αιτείται, αντί του πράγματι οφειλόμενου σε αυτή ποσού των 928 ευρώ (152+234+542), το συνολικό ποσό των 703 ευρώ (370 + 333) (74 ευρώ η αιτούμενη διαφορά για κάθε μήνα για το διάστημα από 1.1.2006 έως 13.5.2006 και 37 ευρώ για το διάστημα από 14.5.2006 έως 31.12.2006), αυτό το ποσό θα της επιδικαστεί, 8. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.12.2007 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 7° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.408 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 8ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 798 ευρώ (57 ευρώ η διαφορά για κάθε μήνα, 28,5 ευρώ η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2007, 28,5 ευρώ η διαφορά για το επίδομα αδείας 2007 και 57 ευρώ η διαφορά για το δώρο Χριστουγέννων 2007), πλην όμως επειδή για ολόκληρο το έτος 2007 αιτείται, αντί του πράγματι οφειλόμενου σε αυτή ποσού των 798 ευρώ, το συνολικό ποσό των 793 ευρώ (292,50 + 500,50) (39 ευρώ η αιτούμενη διαφορά για κάθε μήνα για το διάστημα από 1.1.2007 έως 8.7.2007 και 77 ευρώ για το διάστημα από 9.7.2007 έως 31.12.2007), αυτό το ποσό θα της επιδικαστεί, 9. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 26.3.2008 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 7° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.408 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 8ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 163 ευρώ (57 ευρώ η διαφορά για κάθε μήνα, 49 ευρώ η διαφορά για το χρονικό διάστημα από 1.3.2008 έως 26.3.2008), 10. για το χρονικό διάστημα από 27.3.2008 έως 13.5.2008 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 6° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.469 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 8ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 244 ευρώ (118 ευρώ η διαφορά για το χρονικό διάστημα από 27.3.2008 έως 26.4.2008, 67 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 27.4.2008 έως 13.5.2008 και 59 ευρώ η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2008), 11 . για το χρονικό διάστημα από 14.5.2008 έως 31.12.2008 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 6° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.469 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 7ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 679 ευρώ (34,50 ευρώ η διαφορά για το χρονικό διάστημα από 14.5.2008 έως 31.5.2008, 61 ευρώ για κάθε μήνα, 30,50 ευρώ η διαφορά για το επίδομα αδείας 2008 και 61 ευρώ η διαφορά για το δώρο Χριστουγέννων 2008), πλην όμως επειδή για ολόκληρο το έτος 2008 αιτείται, αντί του πράγματι οφειλόμενου σε αυτή ποσού των 1.086 ευρώ (163 + 244 + 679), το συνολικό ποσό των 750 ευρώ (395 + 195 + 160) (39 ευρώ η αιτούμενη διαφορά για κάθε μήνα για το διάστημα από 1.1.2008 έως 13.5.2008, 39 ευρώ για το διάστημα από 14.5.2008 έως 30.9.2008 και 40 ευρώ για το διάστημα από 1.10.2008 έως 31.12.2008), αυτό το ποσό θα της επιδικαστεί, 12. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 13.12.2009 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 6° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.469 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 7ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 854 ευρώ (61 ευρώ για κάθε μήνα, 30,50 ευρώ η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2009, 30,50 ευρώ η διαφορά για το επίδομα αδείας 2009 και 61 ευρώ η διαφορά για το δώρο Χριστουγέννων 2009), πλην όμως επειδή για ολόκληρο το έτος 2009 αιτείται, αντί του πράγματι οφειλόμενου σε αυτή ποσού των 854 ευρώ, το συνολικό ποσό των 826,50 ευρώ (300 + 526,50) (40 ευρώ η αιτούμενη διαφορά για κάθε μήνα για το διάστημα από 1.1.2009 έως 8.7.2009 και 81 ευρώ για το διάστημα από 9.7.2009 έως 31.12.2009), αυτό το ποσό θα της επιδικαστεί. Συνολικά δηλαδή στην προαναφερομένη 5η ενάγουσα πρέπει να επιδικαστεί το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και πενήντα λεπτών (4.438,50), Β. ως προς την 13η ενάγουσα, Μ. Α., ..., που προσλήφθηκε στις 2.3.1992, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 9° Μ.Κ., με πλεονάζοντα χρόνο 9 μηνών, ενώ την κατέταξε στο 9° Μ.Κ., καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 15 έτη και 7 μήνες, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου αναγνωρισμένης προϋπηρεσίας (3 έτη, 9 μήνες και 2 ημέρες). Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 2.3.2005 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 8° Μ.Κ., ενώ το εναγόμενο την 16.6.2005 της χορήγησε το 8° Μ.Κ., στις 2.3.2007 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 7° Μ.Κ., το οποίο της χορήγησε από την 16.6.2007 και στις 2.3.2009 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 6° ΜΚ, το οποίο της χορήγησε στις 16.6.2009. Έτσι βάσει των ανωτέρω από τις 2.3.2009 θα πρέπει να της χορηγηθεί το 6° Μ.Κ. και ανά διετία να την κατατάσσει στο επόμενο Μ.Κ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη ενάγουσα 1. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2004 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 9° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.175 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 2. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 2.3.2005 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 9° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.217 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 3. για το χρονικό διάστημα από 3.3.2005 έως 16.6.2005 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 8° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.269 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 204,50 ευρώ (52 ευρώ για κάθε μήνα, 22,50 ευρώ η διαφορά για το χρονικό διάστημα από 3.6.2005 έως 16.6.2005, 26 ευρώ η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2005), ποσό το οποίο πρέπει να της επιδικαστεί, 4. για το χρονικό διάστημα από 17.6.2005 έως 31.12.2005 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 8° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.269 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 8ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 5. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.12.2006 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 8° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.307 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 8ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 6. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 2.3.2007 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 8° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.351 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 8ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 7. για το χρονικό διάστημα από 3.3.2007 έως 16.6.2007 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 7° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.408 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 8ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 226 ευρώ (57 ευρώ για κάθε μήνα, 26,50 ευρώ η διαφορά για το χρονικό διάστημα από 3.6.2007 έως 16.6.2007, 28,50 ευρώ η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2005), ποσό το οποίο πρέπει να της επιδικαστεί, 8. για το χρονικό διάστημα από 17.6.2007 έως 31.12.2007 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 7° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.408 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 7ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 9. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 7° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.408 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 7ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 10. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 2.3.2009 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 7° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.408 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 8ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 11. για το χρονικό διάστημα από 3.3.2009 έως 16.6.2009 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 6° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.469 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 7ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 242 ευρώ (61 ευρώ για κάθε μήνα, 28,50 ευρώ η διαφορά για το χρονικό διάστημα από 3.6.2009 έως 16.6.2009, 30,50 ευρώ η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2005), ποσό το οποίο πρέπει να της επιδικαστεί, και 12. για το χρονικό διάστημα από 17.6.2009 έως 31.12.2009 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 6° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.469 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 6ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό. Συνολικά δηλαδή στην προαναφερομένη δέκατη τρίτη ενάγουσα πρέπει να επιδικαστεί το ποσό των εξακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και πενήντα λεπτών (672,50), Γ. ως προς την 18η ενάγουσα, Α. Ζ., ..., που προσλήφθηκε στις 19.4.1991, το αρχικό εναγόμενο θα έπρεπε να την κατατάξει την 1.1.2004 στο 11° ΜΚ, με πλεονάζοντα χρόνο 20 μηνών και 11 ημερών, ενώ την κατέταξε στο 11° ΜΚ, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική της εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανήρχετο σε 12 έτη, 8 μήνες και 11 ημέρες. Έτσι βάσει των ανωτέρω στις 19.4.2004 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 10° ΜΚ, ενώ το εναγόμενο στις 2.7.2004 της χορήγησε το 10° ΜΚ, στις 19.4.2006 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 9° ΜΚ, το οποίο της χορήγησε στις 2.7.2006 και στις 19.4.2008 θα έπρεπε να της χορηγήσει το 8° ΜΚ, το οποίο της χορήγησε στις 2.7.2008. Έτσι βάσει των ανωτέρω από τις 2.7.2008 θα πρέπει να της χορηγηθεί το 8° Μ.Κ. και ανά διετία να την κατατάσσει στο επόμενο Μ.Κ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη ενάγουσα 1. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 19.4.2004 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 11° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.082 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 11ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, 2. για το χρονικό διάστημα από 20.4.2004 έως 2.7.2004 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 10° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.128 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 11ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 133,50 ευρώ (46 ευρώ για κάθε μήνα, 18,50 ευρώ η διαφορά για το χρονικό διάστημα από 20.6.2004 έως 2.7.2004 και 23 ευρώ η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2004), ποσό το οποίο πρέπει να της επιδικαστεί, 3. για το χρονικό διάστημα από 3.7.2004 έως 31.12.2004 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 10° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.128 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 10ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 4. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2005 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 10° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.167 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 10ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 5. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 19.4.2006 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 10° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.203 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 10ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, 6. για το χρονικό διάστημα από 20.4.2006 έως 2.7.2006 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 9° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.254 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 10ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 148 ευρώ (51 ευρώ για κάθε μήνα, 20,50 ευρώ η διαφορά για το χρονικό διάστημα από 20.6.2006 έως 2.7.2006 και 25,50 η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2006), ποσό το οποίο πρέπει να της επιδικαστεί, 7. για το χρονικό διάστημα από 3.7.2006 έως 31.12.2006 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 9° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.254 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 8. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.12.2007 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 9° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.296 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 9. για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 19.4.2008 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 9° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.296 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό, 10. για το χρονικό διάστημα από 20.4.2008 έως 2.7.2008 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 8° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.351 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 9ου Μ.Κ., με συνέπεια να της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 159,50 ευρώ (55 ευρώ για κάθε μήνα, 22 ευρώ η διαφορά για το χρονικό διάστημα από 20.6.2008 έως 2.7.2008 και 27,50 ευρώ η διαφορά για το δώρο Πάσχα 2008), ποσό το οποίο πρέπει να της επιδικαστεί, και 11. για το χρονικό διάστημα από 3.7.2008 έως 31.12.2009 κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε καταταγεί στο 8° Μ.Κ. και να ελάμβανε βασικό μισθό 1.351 ευρώ, ελάμβανε το βασικό μισθό του 8ου Μ.Κ., ως η ίδια ομολογεί στην ένδικη αγωγή, με συνέπεια να μην της οφείλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κάποιο χρηματικό ποσό. Συνολικά δηλαδή στην προαναφερομένη 18η ενάγουσα πρέπει να επιδικαστεί το ποσό των τετρακοσίων σαράντα ενός ευρώ (441)". Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή κατ' ουσία την από 10.2.2014 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων (αναιρεσειόντων) και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 847/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την 2.12.2009 αγωγή αυτών, Α) απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς τους: 1η, 2η, 3η, 4ο, 6η, 7ο, 8ο, 9η, 10ο, 11ο, 12ο, 14ο, 15ο, 16ο, 17η, 19ο, 20η, 21ο, 22ο, 23η, 24ο, 25ο και 26η ενάγοντες, και Β) δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσία ως προς τις: 5η, 13η και 18η ενάγουσες (αναιρεσείουσες), Υποχρεώνοντας 1. Την 1η ΔΥΠε. Αττικής (3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ), ως διάδοχο του αρχικά εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να καταβάλλει α. στην 5η ενάγουσα το ποσό των (4.438,50) ευρώ με το νόμιμο τόκο, και β. στην 18η ενάγουσα το ποσό των (441) ευρώ, με το νόμιμο τόκο και 2. Την 2η ΔΥΠε. Πειραιώς και Αιγαίου (4ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ), ως διάδοχο του αρχικά εναγομένου ΙΚΑ- ΕΤΑΜ να καταβάλλει στην 13η ενάγουσα το ποσό των (672,50) ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο ότι το άρθρο 15 του ν.3205/2003, αφορά την προϋπηρεσία των αναιρεσειόντων ιατρών - οδοντιάτρων στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με την ειδική σύμβαση του ν.δ/τος 1204/1972 και όχι και προϋπηρεσία αυτών σε άλλους φορείς, δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ.1204/1972, του άρθρου18 του ν. 2150/1993, άρθρου 15 του ν. 3205/2003, και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της επανακατάταξης των εναγόντων - αναιρεσειόντων (ιατρών - οδοντιάτρων) στα σωστά μισθολογικά κλιμάκια, με το συνυπολογισμό και του χρόνου που είχαν διανύσει, υπό το καθεστώς του ν.δ. 1204/1972, προ της 16.6.1993, που τέθηκε σε ισχύ ο ν. 2150/1993, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι οι αναιρεσείοντες ιατροί και ...ι, από την πρόσληψή τους έως την 15.6.1993, ελάμβαναν τη συμφωνημένη κατ' αποκοπή αμοιβή και από την 16.6.1993, ότε εξομοιώθηκαν μισθολογικά δυνάμει του άρθρου 18 παρ. 1 ν.2150/ 1993 με τους μόνιμους θεραπευτές του αρχικού εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υπαχθήκανε στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής των ν. 1505/1984 (για τη χρονική περίοδο από 16.6.1993 έως 31.12.1996) του ν. 2470/1997 (για τη χρονική περίοδο από 1.1.1997 έως 31.12.2003), β) ότι με την υπ' αριθμ. 2/4302/0022/2004 κοινή υπουργική απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 21 του ν. 3105/2003, εξομοιώθηκαν μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993 και γ) ότι από 1.1.2004 οι αναιρεσείοντες ιατροί και ...ι, υπήχθησαν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1επ. του ν. 3205/2003, και ούτω από 1.1.2004, για την ένταξη στα μισθολογικά κλιμάκια των γιατρών που υπηρετούν κατά το χρόνο αυτό στο ΙΚΑ, είχαν δε προσληφθεί σε αυτό αρχικά με ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν. 1204/1972, υπολογίζεται και ο χρόνος που υπηρέτησαν υπό το καθεστώς του εν λόγω άρθρου του ν. 1204/1972. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μισθολογικής εξομοίωσης των προσληφθέντων με το καθεστώς του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 γιατρών στο ΙΚΑ με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου, και από 1.1.2004, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 3205/2003, για την ένταξη στα μισθολογικά κλιμάκια, υπολογίζεται και ο χρόνος που υπηρέτησαν υπό το καθεστώς του άρθρου 10 του ν. 1204/1972, και όχι κάθε προϋπηρεσία αυτών, την απαιτούμενη αιτιολογία, ήτοι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί τις ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι από 1.1.2004 για την ένταξη στα μισθολογικά κλιμάκια των γιατρών, των προσληφθέντων αρχικά με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν. 1204/1972 και εξομοιωθέντων μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ με το ν. 2150/1993 , υπολογίζεται και ο χρόνος που υπηρέτησαν υπό το καθεστώς του άρθρου 10 του ν. 1204/1972. Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί τέταρτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δεύτερος και τρίτος λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε το άρθρο 15 του ν. 3205/2003 και δεν προσμέτρησε την προϋπηρεσία των αναιρεσειόντων και σε άλλους φορείς πλην του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, κατατάσσοντας έτσι έκαστο των αναιρεσειόντων σε μη νόμιμο μισθολογικό κλιμάκιο πλην της 1ης εξ αυτών και δη τους: 5η, 13η και 18η των αναιρεσειόντων σε κατώτερο του νομίμου μισθολογικό κλιμάκιο και τους λοιπούς σε ανώτερο τοιούτο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλά με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 1663/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των με ημερομηνία 21.1.2008, 24.1.2008, 25.1.2008, 28.1.2008, 29.1.2008,30.1.2008, 31.8.2009, 26.2.2010 Πιστοποιητικών υπηρεσιακών μεταβολών, εκδοθέντων από το Τμήμα Μητρώου της Διεύθυνσης Υγειονομικού Προσωπικού του Ν.Π.Δ.Δ. "ΙΚΑ- ΕΤΑΜ", τα οποία είχαν προσκομίσει μετ' επικλήσεως οι διάδικοι ενώπιόν του, τα οποία, αν ορθά είχε αναγνώσει, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι για την κατάταξη εκάστου των αναιρεσειόντων σε μισθολογικό κλιμάκιο του ν. 3205/2003 δεν ελήφθη υπ' όψη ο χρόνος υπηρεσίας, ο οποίος δεν ελαμβάνετο υπ' όψη προ της 1ης.1.2004. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αδιστάκτως έλαβε υπόψη το Εφετείο και σωστά ανέγνωσε, απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Ουσιαστικά με το λόγο αυτό υπάρχει παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Μετά από αυτά και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις πλην του 3ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία 1η ΔΥΠΕ Αττικής, το οποίο παρέστη αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 ΚΠολΔ). Δεν ορίζεται δε, η δικαστική δαπάνη μειωμένη, όσον αφορά τους: 3ο και 4ο των αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ, με την επωνυμία: 1η Δ.Υ.Π.ε Αττικής, 2η Δ.Υ.Π.ε Πειραιώς και Αιγαίου, διότι στην υπόθεση αυτή έκαστος των ως άνω αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί στους αναιρεσιβλήτους με πάγια αντιμισθία (βλ. την από 9.1.2023 υπεύθυνη δήλωση του ιδιώτη δικηγόρου Μιχαήλ Μουζουράκη, όσον αφορά την 1η Δ.Υ.Π.ε Αττικής και το υπ' αριθμ. 6118/18.1.2022 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Κ. Παντάλου του εν λόγω ΝΠΔΔ, και το υπ' αριθμ. 1842/7.10.2019 πληρεξούσιο του συμβ/φου Πειραιώς Χρήστου Γκορίτσα, του Διοικητή της Δ.Υ.Π.ε Πειραιώς και Αιγαίου προς τον δικηγόρο Γεώργιο Παφίλη και την από 5.1.2023 δήλωση αυτού κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους {άρθρα 30 παρ. 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α. 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α.270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚΑ.208/27.9.2013)}, και ορίζεται η δικαστική δαπάνη μειωμένη, όσον αφορά το 2ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αφού η νομική υπηρεσία αυτού διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 3086/ 2002) και εκπροσωπήθηκε από την Ελευθερία Χριστοπούλου, μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Δεν θα περιληφθεί διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιρεσειόντων και υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία (Ε.Φ.Κ.Α.), αφού λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα (ΑΠ 824/2013). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 7.5.2020 και με αριθμό κατάθ. 5265/645/2020 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2538/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά τους απολειπομένους 1η, 4ο, 7ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13η, 14ο, 16ο, 17η, 21ο, 22ο, 23η, και 24ο των αναιρεσειόντων και το απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία (ΕΦΚΑ) πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους: 1η, 4ο, 7ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13η, 14ο, 16ο, 17η, 21ο, 22ο, 23η, και 24ο των αναιρεσειόντων. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω απολειπόμενους 1η, 4ο, 7ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13η, 14ο, 16ο, 17η, 21ο, 22ο, 23η, και 24ο αναιρεσείοντες και τα παριστάμενα νπδδ, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων. Απορρίπτει κατά τα λοιπά, όσον αφορά τους: 2η, 3η, 5η, 6η, 8ο, 9η, 15ο, 18η, 19ο, 20η, 25ο και 26η των αναιρεσειόντων, την από 7.5.2020 και με αριθμό εκθ. καταθ.5265/645/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2538/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων και ειδικότερα: α) τους: 3η, 9η, 19ο, 20η και 25ο αναιρεσείοντες στην πληρωμή ποσού τριακοσίων (300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του 2ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ε.Ο.Π.Υ.Υ., β) τους: 5η, 6η, 8ο, 18η και 26η αναιρεσείοντες στην πληρωμή ποσού χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του 3ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία 1η Δ.Υ.Π.ε Αττικής, και γ) τον 15ο αναιρεσείοντα στην πληρωμή ποσού χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του 4ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, με την επωνυμία: 2η Δ.Υ.Π.ε Πειραιώς και Αιγαίου και ήδη Δ.Υ.Π.ε Πειραιώς και Αιγαίου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ