Αριθμός 103/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του καλούντος-αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Α., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Τζώρτζη Ρούσσου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των καθ' ων η κλήση-αναιρεσίβλητων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΠ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΤΑΘΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΕΠ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΣΤΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΜΕΣΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", λόγω συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Μαργωμένου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.4.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1719/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6331/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-04-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου από το άρθρο 575 συνάγεται ότι αν η υπόθεση έχει αναβληθεί εκ του πινακίου, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο προς συζήτηση, κατά τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει, κατ' εξαίρεση των όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 γ ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνον εκείνων που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίσθηκαν καθόλου, κατά την αρχική ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου η υπόθεση, εφόσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 7685/27.9.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Θ. ακριβές αντίγραφο της από 15.4.2019 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 6331/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 3.12.2019 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που τελεί υπό εκκαθάριση και ειδικότερα στον εκκαθαριστή αυτής, στις 27.9.2019. Κατά τη δικάσιμο της 3.12.2019 η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 22.9.2020, οπότε εκφωνήθηκε και, απόντων των διαδίκων, ματαιώθηκε. Η συζήτηση της υπόθεσης επαναφέρθηκε με κλήση του αναιρεσείοντος, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος, κατ' άρθρο 568 ΚΠολΔ, η 6.4.2021, κατά την οποία η υπόθεση δεν εκφώνηθηκε εξ αιτίας της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω covid, ορίστηκε δε νέα δικάσιμος γι αυτήν αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021) η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, η οποία και γνωστοποιήθηκε στους διαδίκους σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο εδαφ. β της ως άνω παρ. 2. Πλην όμως δεν αποδεικνύεται, με την προσκόμιση της σχετικής έκθεσης επίδοσης, η επίδοση του δικογράφου της από 28.9.2020 κλήσης στην πρώτη αναιρεσίβλητη που δεν εμφανίστηκε, επομένως η συζήτηση ως προς αυτή είναι απαράδεκτη και τούτο παρά το γεγονός ότι η αναίρεση ασκήθηκε σε βάρος της χωρίς να υφίσταται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1599/2009), αφού η έφεση που ο ίδιος άσκησε έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και το δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του ως προς τους αιτούμενους με αυτήν τόκους επειδή έκρινε ότι οφείλονται από την επίδοσή της, την δέχθηκε καθ' ολοκληρίαν, επιδικάζοντας τόκους από τότε που κάθε μερικότερο αγωγικό κονδύλιο κατέστη απαιτητό (ΑΠ 1081/2017, 754/2018) και με δεδομένο ότι μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, και από κοινού εφεσιβλήτων στην προσβαλλόμενη απόφαση, υφίσταται εις ολόκληρον παθητική ενοχή, χωρίς να συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ τους (ΑΠ 853/2020), ώστε δεν ήταν αναγκαία η απεύθυνση της αναίρεσης και κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης. Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πριν παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης στη δεύτερη αναιρεσίβλητη (βλ. την από 18.3.2019 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Μ. στο αντίγραφο αυτής που επιδόθηκε σε αυτήν) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/1920, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", κατά το άρθρο 4 του οποίου, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ.1). Μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ.2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ.1). Αν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ.2). Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική οντότητα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό το νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διαφορετικό τίτλο ή μορφή. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό το νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτο δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1831/2017). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα στοιχεία είναι: α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, γ) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο φορέα, δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και στ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 178/2002, ο προηγούμενος εργοδότης ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που είχαν δημιουργηθεί από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (ΑΠ 525/2013, 1369/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως, δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου, αυτό όμως προϋποθέτει διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση, ως μη νόμιμη, ή δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση κατ' ουσίαν (ΑΠ 1629/2017). Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και οι μάρτυρες), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 950/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες και συντελέστηκε η παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως (ΑΠ 856/2020). Τέλος, με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, προϋποθέτει ότι αναφέρεται στο αναιρετήριο πως οι ισχυρισμοί ή αντίστοιχα το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 1705/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 6331/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, μη δεχόμενη ότι μεταξύ των αναιρεσιβλήτων υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης και ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ Α.Ε., στη θέση της οποίας υπεισέρχεται και παρίσταται ως καθολική διάδοχος, όπως δήλωσε στο ακροατήριο, η ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία ΕΣΤΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΜΕΣΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ η οποία την απορρόφησε, διαδεχόμενη την πρώτη αναιρεσίβλητη στη θέση του εργοδότη του αναιρεσείοντος, ενεχόταν με αυτήν εις ολόκληρον για τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων πλήττει την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι "η δεύτερη εναγομένη (2η αναιρεσίβλητη) ως νέος φορέας έκδοσης της εφημερίδας "ESPRESSO", δημιούργησε ένα νέο οργανωμένο σύνολο ανθρώπινου δυναμικού, τεχνικών μέσων και άυλων αγαθών, με διαφορετική ταχύτητα από την οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης, η οποία κατά το διάστημα των μηνών Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2012 είχε αποδιοργανωθεί. Ειδικότερα, πλην του σήματος "ESPRESSO", που χρησιμοποίησε η δεύτερη εναγόμενη-εφεσίβλητη, υπό διπλή αρίθμηση των φύλλων της, ήτοι τη να και εντός παρενθέσεως την παλαιά αρίθμηση, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν το οργανωμένο σύνολο που ασχολείται με την έκδοση αυτής είναι διαφορετικά και συνθέτουν μια νέα οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα, η οποία δεν ταυτίζεται με την προηγούμενη, (αυτή της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης) και συνεπώς, αποδεικνύεται ότι δεν υπήρξε οποιουδήποτε είδους ανάληψη κα συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης από την δεύτερη εταιρία με συνέχιση αυτής ως οικονομικής μονάδας υπό το νέο φορέα κι με διατήρηση της ταυτότητάς της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή, έτσι 'ώστε να γίνει υποκατάσταση αυτοδίκαιη του νέου εργοδότη (δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης) στην υφιστάμενη εργασιακή σχέση του ενάγοντος-εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) με βάση της σύμβαση εργασίας του με την πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη, ούτε η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη μπορεί να θεωρηθεί διάδοχος της πρώτης ώστε να ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτήν για τις επίδικες υποχρεώσεις". Ειδικότερα ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη ότι καταλήγοντας στο ως άνω συμπέρασμα εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις περί μεταβίβασης επιχειρήσεως, γιατί δεν εκτίμησε συνολικά τις συνθήκες μεταβίβασης και ειδικότερα α) ότι η δεύτερη εναγομένη μίσθωσε από τον Οκτώβριο 2012 ότε και έγινε η μεταβίβαση μέχρι και το Φεβρουάριο του 2013 τα γραφεία σύνταξης της εφημερίδας όπου εκδιδόταν από την πρώτη εναγομένη στην Καλλιθέα επί της Λ. Ελευθερίου Βενιζέλου αριθ. 282 και συνέχισε να εκδίδει από εκεί την εφημερίδα ESPRESSO, ενώ και στην ιστοσελίδα της εφημερίδα τον Μάρτιο του 2013 ήταν καταχωρημένη ως διεύθυνση των γραφείων η Λ. Ελευθερίου Βενιζέλου αριθ. 282, β) ότι η μεταβίβαση του σήματος της εφημερίδας ESPRESSO από την εταιρεία ΝΕΠ ΕΚΔΟΣΕΙΣ στην κυπριακή εταιρεία "ΙΒΕΤΤ LIMITED" έλαβε χώρα την 5.12.2011 και συμφωνήθηκε να γίνει χρήση μέχρι τέλος του 2012. 'Ότι η ΙΒΕΤΤ έστερξε να καταθέσει τη μεταβίβαση του τίτλου της ESPRESSO δέκα μήνες μετά και μόλις μια μέρα προτού επανεκδοθεί η εφημερίδα από την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΑΕ, ενώ στη συνέχεια η εταιρεία ΙΒΕΤΤ LIMITED φαίνεται να παραχώρησε άδεια αποκλειστικής χρήσης του σήματος στη δεύτερη εναγομένη στις 23.10.2012 για δέκα έτη και ότι από όλα αυτά γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι οι εναγόμενες προσπάθησαν να νομιμοποιήσουν με οποιαδήποτε δυνατό τρόπο τις συναλλαγές και τις υπόγειες ενέργειές τους, γ) ότι σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού της πρώτης εναγομένης επάνδρωσε τις υπηρεσίες της δεύτερης εναγομένης, όπως η περίπτωση των Μ. Χ., Χ. Κ., Ε. Σ., ο Διευθυντής της εφημερίδας, οι αρχισυντάκτες του πολιτικού και αθλητικού τμήματος, ο υπεύθυνος των διεθνών, οι οποίοι προσελήφθησαν στη δεύτερη εναγομένη, δ) ότι η ταυτότητα της εφημερίδας παρέμεινε η ίδια, όπως και το αναγνωστικό κοινό, αφού η δεύτερη εναγομένη πώλησε την πρώτη ημέρα κυκλοφορίας της (24.10.2012) τα ίδια φύλλα με την πρώτη εναγομένη την τελευταία ημέρα κυκλοφορίας της (8.10.2011), διατήρησε δε την τρίτη θέση στα νούμερα κυκλοφορίας ακόμα και εν μέσω απεργιακών κινητοποιήσεων, γεγονός που αποτελεί απόδειξη του ίδιου αναγνωστικού κοινού της. 'Ότι υπό τις συνθήκες αυτές δεν επήλθε μεταβολή στην ταυτότητα της επιχειρηματικής μονάδας υπό το νέο φορέα της, γι αυτό και η προσβαλλομένη που δέχθηκε τα αντίθετα έσφαλε. Και ότι για τους ανωτέρω λόγους η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις αναφερόμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες. Πλην όμως οι πλημμέλειες αυτές δεν εκτίθενται κατά τρόπο ορισμένο στο αναιρετήριο, καθώς σε αυτό εκτίθεται μόνο μικρό απόσπασμα του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης και συγκεκριμένα το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, χωρίς καμία αναφορά στις επαγωγικές σκέψεις που συνιστούν την ελάσσονα πρότασή της και τα πορίσματά της για την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, σύμφωνα με τα οποία στάθμισε τα επί μέρους στοιχεία της μεταξύ των αναιρεσιβλήτων σύμβασης και έκρινε ότι δεν είχε λάβει χώρα μεταβίβαση επιχείρησης. Επομένως καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου και περί της λήψης ή μη υπόψιν όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, επομένως ο λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος που στηρίζεται στους αριθμούς 1 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος. Ομοίως είναι απαράδεκτος κατά το σκέλος που στηρίζεται στον αριθμό 14 αφού δεν αναφέρεται αν και πότε προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο που αυτό δεν κήρυξε, ούτε και υπάρχει σαφής περιγραφή του απαραδέκτου, αλλά υποκρύπτεται στο λόγο αυτό η ήδη προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1. Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη και ο αναιρεσείων που χάνει τη δίκη να καταδικαστεί στα έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, όπως ορίζονται στο διατακτικό (ΚΠολΔ, 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ.2) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Χωρίζει τη υπόθεση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. [24.10.2012] Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτήν. Απορρίπτει την από 15.4.2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της 6331/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών . Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1.800] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ