Αριθμός 874/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Ξ. του Ε., 2) Μ. Ξ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαλτέζο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Δ. του Γ., 2) Έ. (E.) Μ. (M.) του Β. (V.), κατοίκων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανάργυρο Μέξη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μάσσητος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/3/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 17-3-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 7/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία κατ' αντιμωλία των διαδίκων έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚπολΔ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 11, 14, 15, 19 παρ. 1α του Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", με εκείνες της υπ' αριθμ. 1/2011 οδηγίας (Απόφαση Α.Π.Δ.Π.Χ. Γ/ΕΞ/2274/2011, που αντικατέστησε την υπ' αριθμ. 1122/2000 Οδηγία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα "για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μέσω κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 παρ. 1α του πιο πάνω νόμου και τροποποιήθηκε με τη μεταγενέστερη υπ' αριθμ. 2162/2005 όμοια), και τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 3917/2011, η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας από δημόσιες αρχές, ΟΤΑ, φυσικά ή νομικά πρόσωπα στους χώρους που διαχειρίζονται επιτρέπεται για το σκοπό της προστασίας προσώπων και αγαθών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 και τις κατευθυντήριες οδηγίες που εκδίδονται από την Αρχή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχ. α' του ν.2472/1997 και τις αιτιολογικές σκέψεις 1417 στο προοίμιο της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, τα δεδομένα ήχου και εικόνας, εφόσον αναφέρονται σε πρόσωπα, συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Εξάλλου, η αποθήκευση και διαβίβαση εικόνας προσώπου, η οποία συλλέγεται από σύστημα βιντεοεπιτήρησης, που λειτουργεί μόνιμα, συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα, σε κλειστό ή ανοικτό χώρο συγκέντρωσης ή διέλευσης προσώπων, συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και μάλιστα εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη κατά την έννοια των άρθρων 2 στοιχ. δ' και 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997. Περαιτέρω, η λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με συστήματα βιντεοεπιτήρησης συνιστά περιορισμό του ατομικού δικαιώματος προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με?ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών δεδομένων, το οποίο καθιερώνεται από το άρθρο 9Α του Συντάγματος. Έτσι η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης σε χώρους που δεν είναι δημόσιοι αλλά είναι προσβάσιμοι στο κοινό πρέπει να γίνεται μετά από ουσιαστική αξιολόγηση της αναγκαιότητας της συγκεκριμένης επεξεργασίας σε σχέση (α) με τον κίνδυνο που ο υπεύθυνος επεξεργασίας επιδιώκει να αντιμετωπίσει και (β) με το μέγεθος της επίπτωσης στην ιδιωτική ζωή των προσώπων που αφορά. Η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει και τη διερεύνηση ηπιότερων μέσων ασφάλειας προσώπων και αγαθών. Εξάλλου, η άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2472/1997, (άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 2472/1997). Ως αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα νοείται εκείνη που αναφέρεται στο ιδιωτικό πεδίο δράσης ενός προσώπου ή μιας οικογένειας, δηλαδή εκείνη που δεν εμπίπτει στην επαγγελματική ή/και εμπορική του δραστηριότητα και δεν έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τη συστηματική διαβίβαση ή τη διάδοση δεδομένων σε τρίτους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που γίνεται ανάρτηση στο διαδίκτυο ή δημοσίευση σε εφημερίδες του συλλεγέντος οπτικοακουστικού υλικού. Δεν θεωρείται, όμως, αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα η λήψη και επεξεργασία εικόνας ή και ήχου με σύστημα βιντεοεπιτήρησης που είναι εγκατεστημένο σε ιδιωτική οικία, όταν το πεδίο ελέγχου της κάμερας περιλαμβάνει εξωτερικούς δημόσιους ή κοινόχρηστους χώρους, όπως - μεταξύ άλλων - είναι και οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί που τον περιβάλλουν, ή άλλοι γειτονικοί ιδιωτικοί χώροι ανήκοντες σε τρίτους, και παρέχεται στον ιδιοκτήτη του η δυνατότητα λήψεως, αποθηκεύσεως ή άλλης περαιτέρω επεξεργασίας της εικόνας τρίτων προσώπων που τους χρησιμοποιούν ελεύθερα, σύμφωνα με τον προορισμό τους, διότι τότε δεν πρόκειται για επεξεργασία προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων αυτού τούτου του προσώπου που την ενεργεί μέσα στον ιδιωτικό του χώρο αλλά για λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τρίτων προσώπων, που δεν έχουν σχέση με το χώρο, αυτό. Η τελευταία επεξεργασία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2472/1997 και, επειδή προσβάλει την προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή του τρίτου, κατ' αρχήν απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση όμως αυτή επιτρέπεται, χωρίς τη συναίνεση του υποκειμένου της, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) αποσκοπεί στην προστασία προσώπων ή αγαθών, β) είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού στον οποίο αποβλέπει, με την έννοια ότι αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά με άλλα λιγότερο επαχθή (στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας) για το υποκείμενο της επεξεργασίας μέσα, γ) το έννομο συμφέρον του υπεύθυνου της επεξεργασίας υπερέχει καταφανώς των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των υποκειμένων αυτής και η επεξεργασία δεν βλάπτει τις προσωπικές τους ελευθερίες, δ) ο υπεύθυνος της επεξεργασίας έχει γνωστοποιήσει εγγράφως στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα την εγκατάσταση του κλειστού κυκλώματος και την έναρξη της λειτουργίας του με όλα τα στοιχεία που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 2472/1997 και ε) με την ανάρτηση ευδιάκριτων πινακίδων, αυτός έχει επισημάνει στα υποκείμενα της επεξεργασίας το χώρο που εμπίπτει στην εμβέλεια της κάμερας και βιντεοσκοπείται, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 2472/1997. Η μη τήρηση ή μη συνδρομή μιας οποιασδήποτε από τις παραπάνω προϋποθέσεις καθιστά παράνομη την δια κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης και κάμερας εγκατεστημένων σε ιδιωτικό χώρο λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τρίτων προσώπων, που διέρχονται έξω από αυτόν, όπως μεταξύ άλλων είναι και η εικόνα τους, ως προσβάλλουσα το δικαίωμα της προσωπικότητάς τους, και δικαιούνται αυτά, κατ' άρθρο 57 ΑΚ, να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία προϋποθέτει υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Εξάλλου, στο άρθρο 10 του ίδιου πάντοτε νόμου ορίζεται ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη και στο άρθρο 22 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για όποιον χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά τέτοια δεδομένα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα (παρ. 4). Στο άρθρο 23 παράγραφος 1 του εν λόγω νόμου ορίζεται ότι φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που, κατά παράβαση του Ν. 2472/1997, προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, σε περίπτωση πλειόνων υπαιτίων προσώπων, δημιουργείται, μεταξύ τους, παθητική εις ολόκληρον ευθύνη, και καθένα φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που, από κοινού με άλλο, κατά παράβαση του Ν. 2472/1997, προκαλεί ηθική βλάβη, είναι υποχρεωμένο, εις ολόκληρον, να καταβάλει αυτήν. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον (ΑΠ 163/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Για την προστασία της προσωπικότητος δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει, η οποία όμως (υπαιτιότητα) απαιτείται για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 Α.Κ. παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. Α.Κ.). Προσβολή δε της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, όπως και απειλή, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 - 363, 333 του Π.Κ.(ΑΠ 1212/2018, ΑΠ 1806/2013). Περαιτέρω, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του ανθρώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή αυτής σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: (α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, (β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και (γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις (ΑΠ 149/2020). Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμιση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται, εκτός των άλλων, και για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, υπό τον απαραίτητο βέβαια όρο, ότι η εκδήλωση αυτή αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς την τήρηση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία του με άλλον τρόπο και ο δράστης να κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση για το σκοπό αυτό. Δικαιολογημένο δε ενδιαφέρον συντρέχει όταν η εκδήλωση του δράστη, αποτελώντας περιεχόμενο οφειλόμενης ή επιθυμητής φροντίδας του για την εξυπηρέτηση σκοπού του, ηθικής ή υλικής φύσης, που δεν είναι αντίθετος με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη, ισοσταθμίζεται ή δεν είναι φανερά δυσανάλογη με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού, η οποία δεν είναι δυνατή με άλλον τρόπο. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της εκδήλωσης αυτής του δράστη, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω διαφύλαξης (προστασίας) δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφήμησης, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, είτε υπό την μορφή της εξύβρισης είτε υπό την μορφή της δυσφήμησης. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 848/2019, ΑΠ 257/2017). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 333 παρ.1 Π.Κ. με την οποία ορίζεται ότι όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται... προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της απειλής απαιτείται πρόκληση σε άλλον τρόμου και ανησυχίας με την απειλή αυτού με βία κατά προσώπων ή πραγμάτων ή απειλή με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, και δόλο (έστω και ενδεχόμενο) του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση ότι η απειλούμενη ενέργεια συνιστά βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και τη θέληση να περιαγάγει τον άλλον σε κατάσταση τρόμου και ανησυχίας (ΑΠ 1806/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται όλοι απολύτως (ΑΠ 930/2021, ΑΠ196/2020, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ίδιου κώδικα (πλην του ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί στις μικροδιαφορές), αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2019, ΑΠ 783/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Για την πληρότητα των άνω από τους αριθμούς 1α' και 6 λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 247/2022, ΑΠ 621/2020, ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης(ΑΠ1373/2019), 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014). Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 7/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, καθώς και των εγγράφων της δικογραφίας, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μάσσητος την από 26/11/2018 αγωγή κατά των αναιρειόντων και της ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με την οποία, αφού εξέθεσαν ότι α) την 30.11.2016 η ως άνω ... εταιρεία (τρίτη ενάγουσα) μίσθωσε από τον πρώτο των εναγομένων ένα οικόπεδο επιφάνειας 525,00 τ.μ., ευρισκόμενο στο ..., με το ισόγειο κτίριο της κείμενης επί του οικοπέδου οικοδομής, που διαθέτει εγκατάσταση πρατηρίου υγρών καυσίμων, στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο της οποίας (οικοδομής) ευρίσκεται η οικία των εναγομένων, β) ότι στον εν λόγω μίσθιο χώρο η τρίτη ενάγουσα στεγάζει την επιχείρησή της, ήτοι ένα πρατήριο πώλησης υγρών καυσίμων της εταιρείας "...", ενώ η δεύτερη ενάγουσα διατηρεί επίσης επιχείρηση πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων της εταιρείας "...", στεγαζόμενο έναντι του ανωτέρω μισθίου και γ) ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) έχουν τοποθετήσει τέσσερις (4) κάμερες καταγραφής στα μπαλκόνια τους και περιμετρικά του ισογείου, με τις οποίες παρανόμως καταγράφονται από τον Απρίλιο του 2017 διάφορα στοιχεία της ιδιωτικής ζωής και δραστηριότητας τους (εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων) και, συγκεκριμένα, ο προαύλιος χώρος του ισογείου (πρατηρίου), με αποτέλεσμα να καταγράφονται οι ίδιοι οι ενάγοντες, ο υπάλληλος του πρατηρίου της τρίτης ενάγουσας, οι πελάτες της τρίτης ενάγουσας και τα αυτοκίνητα αυτών και οι πληρωμές από τους πελάτες προς την τρίτη ενάγουσα, κατά παράβαση του Ν 2472/1997, χωρίς την συναίνεση τους (εναγόντων), εκ των οποίων ο πρώτος έχει ζητήσει πολλές φορές την αφαίρεση των καμερών. Ακολούθως, εξέθεσαν ότι, από τον Απρίλιο του 2017, που είχε αυξηθεί η πελατεία τους, και με σκοπό να τους εξαναγκάσουν (οι εναγόμενοι) να αποχωρήσουν από το μίσθιο ακίνητο, προκάλεσαν σε βάρος τους (δύο πρώτων εναγόντων) τα αναφερόμενα επεισόδια συκοφαντικού, εξυβριστικού και απειλητικού χαρακτήρα, καθώς και ότι προέβησαν σε αβάσιμες καταγγελίες σε διάφορες αρχές, σχετιζόμενες με παραβάσεις της επιχειρήσεως (πρατηρίου καυσίμων) της τρίτης ενάγουσας. Ότι με τις συμπεριφορές αυτές, οι εναγόμενοι, αφ'ενός μεν, παράνομα και με πρόθεση προκάλεσαν στους ενάγοντες φόβο και ανησυχία, προσέβαλαν την προσωπικότητά τους, την τιμή και την υπόληψή τους, εξέθεσαν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμά τους και το μέλλον τους και τους προκάλεσαν ταραχή, αγωνία και αίσθημα ανασφάλειας, αφ'ετέρου δε, ότι με την διάδοση των εν γνώσει τους αναληθών ισχυρισμών για το πρόσωπο του πρώτου ενάγοντος, που διοικεί και εκπροσωπεί την τρίτη ενάγουσα, οι οποίοι μπορούν να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού σε αυτήν, τέλεσαν και εις βάρος της τελευταίας το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εις ένα έκαστο των εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Επί της ανωτέρω αγωγής, συζητηθείσης κατ' αντιμωλίαν όλων των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 13.6.2018, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 69/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Μάσσητος, με την οποία η αγωγή α) κρίθηκε παραδεκτή και ορισμένη ως προς τα στοιχεία, που συνιστούν την παράνομη προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, την υπαιτιότητα και την αξίωση για ηθική βλάβη, β) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθ' όσον αφορά την τρίτη ενάγουσα και, αφού κρίθηκε νόμιμη ως προς τους αναιρεσείοντες, έγινε εν μέρει δεκτή αναγνωριζομένου ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους αντιδίκους, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος τούτων, και νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, α) το ποσό των 2.040 ευρώ στον πρώτο και β) το ποσό των 1.040 ευρώ στη δεύτερη από αυτούς. Κατά της εν λόγω απόφασης του Ειρηνοδικείου Μάσσητος οι αναιρεσείοντες, άσκησαν την υπ' αριθμ. 8/2019 έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Επί της έφεσης αυτής, που συζητήθηκε στις 20-11-2019, εκδόθηκε κατά την ίδια (τακτική) διαδικασία, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία, αφ'ενός μεν, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση ως προς την τρίτη εφεσίβλητη (καθόσον μόνο ως προς τα κεφάλαια που ηττήθηκαν οι εναγόμενοι είχε μεταβιβαστεί η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο), αφ'ετέρου δε, έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους. Ήδη, με τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, αναφορικά με τον καθένα από αυτούς, κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης του κατ' έφεση δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου α) την από το άρθρο 560 αριθμ. 1 (ανεξαρτήτως του ότι αρχικώς αναφέρονται και σε αυτήν του άρθρου 559 αριθμ. 1) ΚΠολΔ αιτίαση, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57,59,914,932 του ΑΚ (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 363 και 333 παρ.1 ΠΚ και 93 παρ. 3 Σ.), 2 περ.α' και δ', 3 παρ.1, 5 παρ.1 και 23 παρ. 1 ν. 2472/1977 και, επικουρικώς, β) την από το άρθρο 560 αρ. 6 (ανεξαρτήτως του ότι αρχικώς αναφέρονται και σε αυτήν του άρθρου 559 αριθμ. 19) ΚΠολΔ αιτίαση, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέλαβε καθόλου, ή διέλαβε πλημμελείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του δόλου που αφορά τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης και απειλής που φέρεται ότι τελέστηκαν, αντιστοίχους, από τον πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω δε, από την ως ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που δίκασε ως εφετείο, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα, τα οποία ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία: "Την 30-11- 2016 η ... εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη θέση "..." ... του δήμου ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον πρώτο εξ αυτών, μίσθωσε από τον πρώτο εναγόμενο ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στο ..., επιφάνειας 525,00 τ.μ., μετά της εντός αυτού ισόγειας κτηριακής εγκατάστασης πρατηρίου υγρών καυσίμων και των λοιπών παραρτημάτων αυτού, ενώ στον άνω του ισογείου μισθίου βρίσκεται η οικία των εκκαλούντων. Στον εν λόγω χώρο η ανωτέρω εταιρεία στεγάζει έκτοτε την επιχείρησή της, ήτοι πρατήριο υγρών καυσίμων της εταιρείας "...". Η δεύτερη των εναγόντων, σύζυγος του πρώτου εξ αυτών, διατηρεί επίσης επιχείρηση πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων της εταιρείας "...", το οποίο βρίσκεται έναντι του ανωτέρω μισθίου του συζύγου της. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι από τον Απρίλιο του 2017 έχουν τοποθετήσει κλειστό κύκλωμα βιντεοεπιτήρησης μέσω τεσσάρων (4) καμερών καταγραφής, οι οποίες έχουν τοποθετηθεί στα μπαλκόνια της οικίας τους, το οποίο ο πρώτος των εναγόντων έχει ζητήσει επανειλημμένως αλλά άκαρπα από τους εναγομένους να το αφαιρέσουν. Την τοποθέτηση του συστήματος βιντεοεπιτήρησης ομολογούν και οι εναγόμενοι, οι οποίοι, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι με αυτές κατοπτεύουν το μπαλκόνι της οικίας τους και τις σκάλες ανόδου προς αυτή για λόγους ασφαλείας, καθόσον η οικία τους βρίσκεται στην είσοδο της πόλης του ... και εκτός του πυκνού οικιστικού ιστού. Ωστόσο, από τις συνημμένες στην από 25-4-2018 μήνυσης του πρώτου εκκαλούντος φωτογραφίες, τις οποίες ο ίδιος επισύναψε στην μήνυσή του, αλλά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι εφεσίβλητοι, καθώς οι εκκαλούντες, αφενός, προσκομίζουν μόνο το σώμα της μήνυσης χωρίς τα συνημμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι ανωτέρω αναφερόμενες φωτογραφίες, αφετέρου, προσκομίζουν μετ' επικλήσεως μέρος μόνο των συνημμένων φωτογραφιών, που έχουν ληφθεί όχι από τις ανωτέρω κάμερες, προκύπτει μετά βεβαιότητας συμπέρασμα ουσιωδώς διάφορο του σχετικού ισχυρισμού των εκκαλούντων, που αποτελεί και τον τρίτο λόγο της παρούσας έφεσης, καθώς και των ενόρκως βεβαιωθέντων από τον Ε. Σ. του Ν., ο οποίος εγκατέστησε το σύστημα βιντεοεπιτήρησης, ο οποίος καταθέτει "Τοποθετήσαμε το σύστημα έτσι ώστε να μην εποπτεύει το χώρου του πρατηρίου με τις ανάλογες ανοχές. Δηλαδή όταν βάζεις μία κάμερα και βλέπεις ένα μπαλκόνι θα βλέπεις και λίγο παραπέρα από το όριο του μπαλκονιού". Η εν λόγω ουσιώδης διαφοροποίηση οφείλεται στο ότι από τις ανωτέρω φωτογραφίες απεικονίζονται τα αυτοκίνητα των πελατών των εναγόντων και οι αριθμοί κυκλοφορίας τους, ο υπάλληλός τους, Χ. Μ. εν ώρα εργασίας, προκύπτει ότι τουλάχιστον κάμερες εκ του συνολικού αριθμού αυτών δεν καταγράφουν τόσο την οικία των εναγομένων όσο κυρίως τον χώρο του πρατηρίου με σταθερή και σαφή εστίαση προς τον κύριο χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων των πελατών του πρατηρίου με αναπόφευκτη λήψη και των προσώπων αυτών αλλά και του ανωτέρω υπαλλήλου. Για το παρόν Δικαστήριο, εξάλλου, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι το σύστημα βιντεοεπιτήρησης τοποθετήθηκε για λόγους ασφαλείας, θα μπορούσε να γίνει δεκτός, εφόσον τούτο είχε πεδίο κατόπτευσης και βεληνεκές ως επί το πλείστον σε χώρους της αμιγούς ιδιωτικής δράσης και ιδιοκτησίας των εκκαλούντων με αποδεκτά ελάχιστα όρια ανοχής, ενώ δεν μπορεί να παροραθεί και το γεγονός ότι τούτο τοποθετήθηκε σε χρόνο εγγύς και προπαντός μεταγενέστερο της κατάρτισης της σύμβασης μίσθωσης, χωρίς να αποδεικνύουν οι εκκαλούντες κάποιον καταλυτικό της ανάγκης τοποθέτησης συστήματος επιτήρησης με κάμερες όχι νωρίτερα από τον αληθή χρόνο εγκατάστασης. Το συμπέρασμα αυτό περί του πραγματικού βεληνεκούς των καμερών προκύπτει και από το ότι στην από 25-04-2018 μήνυση, ο ίδιος ο μηνυτής αναφέρει ότι μηνυτής αναφέρει ότι "...Ο μηνυόμενος καταγράφηκε κρατώντας κόκκινο δοχείο, από την κάμερα ασφαλείας της οικίας μου...". Συνεπώς, η θέση και η εμβέλεια του επίδικου συστήματος, που επιτρέπει τη λήψη εικόνων από τον περιβάλλοντα την κατοικία των εναγόντων χώρο, ήτοι του βενζινάδικου, χωρίς τη συναίνεση του πρώτου των εναγόντων, συνιστά μη νόμιμη επεξεργασία. Επίσης, υποκείμενο της παραβίασης του ν. 2472/1997 είναι ο οποιοσδήποτε συλλέγει και εν γένει επεξεργάζεται το υλικό, που προέρχεται από την βιντεοεπιτήρηση, επομένως, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι ο δέκτης, που συνδέεται με τις κάμερες, βρίσκεται σε διάφορο της μόνιμης κατοικίας των εκκαλούντων μέρος, την επεξεργασία έχουν διενεργήσει αμφότεροι οι εκκαλούντες. Η τοποθέτηση των καμερών και η εκ της χρήσης και λειτουργίας αυτών επεξεργασία προσβάλλει σαφώς το δικαίωμα των εναγόντων, διότι τους έθεσε υπό έλεγχο και αδικαιολόγητο περιορισμό της ελευθερίας τους, ως εκδήλωση της προσωπικότητάς τους και τους παρεμπόδισε στην ελεύθερη ανάπτυξη της κοινωνικής δραστηριότητάς τους, με αποτέλεσμα αμφότεροι οι εναγόμενοι - εκκαλούντες να έχουν τελέσει αδικοπραξία λόγω της διαφαινόμενης προσβολής της προσωπικότητάς τους. Περαιτέρω, την 4-6-2018 και περί ώρα 19:30, ο πρώτος εναγόμενος επισκέφτηκε τον πρώτο των εναγόντων στο μίσθιο πρατήριο, όπου βρισκόταν με τον υπάλληλό του Χ. Μ., προκειμένου να εισπράξει το τρέχον μίσθωμα, οπότε ο πρώτος εναγόμενος τον κατηγόρησε ότι δεν διατηρεί σύστημα πυρασφάλειας στο πρατήριο πυρασφάλεια. Ο πρώτος των εναγόντων του επέδειξε τις βεβαιώσεις του τεχνικού ασφαλείας. Εν συνεχεία, η δεύτερη εναγομένη, η οποία βρισκόταν στο μπαλκόνι της οικίας της, εξύβρισε τον πρώτο ενάγοντα λέγοντας "έλα πάνω ..., άσε τον σάτυρο", ενώ μετά από λίγο κατέβηκε, στάθηκε έξω από το γραφείο του πρατηρίου και απευθυνόμενη στον πρώτο εναγόμενο ανέφερε "πάμε ..., θα τα πούμε με τον σάτυρο στα δικαστήρια", τον αποκάλεσε "..., σίχαμα" προσθέτοντας "Θα σας τρέχω στα δικαστήρια μέχρι να πεθάνετε αν δεν τα μαζέψετε να φύγετε από δω. Θα σας κάνω να μην έχετε στον ήλιο μοίρα". Στην συνέχεια στράφηκε προς την δεύτερη των εναγόντων, η οποία βρισκόταν στο πρατήριο συμφερόντων της, έναντι του μισθίου πρατηρίου, λέγοντας σε αυτήν "... μωρή βρωμιάρα, πουταναριό του κάμπου". Τα ανωτέρω, πέραν του ότι βεβαιώνονται ενόρκως από τον ανωτέρω αναφερόμενο μάρτυρα των εναγόντων Χ. Μ., υπάλληλο του πρώτου των εναγόντων, για τον οποίο δεν αμφιβάλλει το Δικαστήριο για την παρουσία του, προκύπτουν και από την τελεσίδικη υπ' αριθ. 65/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μάσσητος, το οποίο δίκασε κατά την διαδικασία των μικροδιαφορών, όπου αποδείχθηκε έντονη λογομαχία των διαδίκων με εκατέρωθεν βαρείς εξυβριστικούς χαρακτηρισμούς και απειλές. Ο ισχυρισμός της προηγούμενης ανάρμοστης συμπεριφοράς του πρώτου ενάγοντος δεν αποδεικνύεται μετά βεβαιότητας ότι ήταν ο αποκλειστικός λόγος της τέλεσης της εξύβρισης από αμφότερους τους εναγομένους εις βάρος αμφοτέρων των εκκαλούντων, καθώς προκύπτει ότι η μεταξύ των αντιδίκων σχέση ορίζεται από έντονη μεταξύ τους διαμάχη με πρόθεση συντήρησης από όλες τις πλευρές. Ως εκ τούτου, η δεύτερη εναγομένη τέλεσε την πράξη της απειλής, καθώς προκλήθηκε στους ενάγοντες φόβος και ανησυχία, και της εξύβρισης, δεδομένου ότι η προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά των εναγόντων δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα τους. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι την 16-11-2018 ο πρώτος εναγόμενος από το μπαλκόνι της οικίας του έψεξε τον πρώτο των εναγόντων για την υγρασία σε έναν σοφαντισμένο τοίχο του μισθίου και του δήλωσε επί λέξει: "... και θα δεις πόσους ελέγχους θα έχεις από δω και πέρα", και όταν ο πρώτος ενάγων του απάντησε ότι δεν τον νοιάζουν οι καταγγελίες, ο πρώτος εναγόμενος τον απείλησε με τις λέξεις "φύγε από δω ρε πούστη γιατί θα σε καθαρίσω, εξαφανίσου από μπροστά μου γιατί θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια". Ο πρώτος των εναγομένων δεν αρνείται το ανωτέρω περιστατικό, το οποίο βεβαιώνει ενόρκως ο Χ. Μ., με αποτέλεσμα να καταφάσκεται η αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου διά της εξύβρισης και της απειλής εις βάρος του πρώτου ενάγοντος. Επίσης, με την 26-6-2018 ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην καταγγελία εις βάρος του πρώτου ενάγοντος ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου αναφέροντας ότι στο πρατήριο υγρών καυσίμων του πρώτου εναγομένου δεν έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα πυροπροστασίας (δεξαμενή ύδατος, πυροσβεστήρες), εισόδου και εξόδου οχημάτων (έλλειψη σηματοδότητησης και κόμβου), ενώ από το πρατήριο υγρών καυσίμων, συμφερόντων της δεύτερης ενάγουσας, εκχέονται στον κεντρικό δρόμο και στην αυτή της οικίας του πρώτου ενάγοντος βρώμικα ύδατα και σαπουνάδες με κίνδυνο πρόκλησης ατυχημάτων. Ωστόσο, από την από 22-09-2017 υπεύθυνη δήλωση του τεχνικού ασφαλείας Π. Χ., την από ...2017 υπεύθυνη δήλωση του ηλεκτρομηχανολόγου Θ. Σ., οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, διότι κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου έγιναν σε ανύποπτο χρόνο σε σχέση με την παρούσα δίκη αλλά στο πλαίσιο της μεταξύ των διαδίκων διαρκούς διένεξης, τις από Ιουλίου του 2017 έως και Ιούνιο του 2018 βεβαιώσεις ελέγχου του ανωτέρω τεχνικού ασφαλείας Π. Χ., τα αντίγραφα από το βιβλίο συντήρησης της πυρασφάλειας των ετών 2017 και 2018, κατά τις οποίες τα μέσα πυρασφάλειας και πυρόσβεσης λειτουργούν καλώς, ενώ κατά τον έλεγχο από τον ίδιο τον Μάιο του 2018 αναφέρεται "γενική εικόνα πυρασφάλειας σε ισχύ" και τον Ιούνιο του 2018, μήνα, κατά τον οποίο ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην ανωτέρω καταγγελία, αναφέρεται ότι "έγινε έλεγχος τήρησης μέσων πυρόσβεσης", χωρίς σε αμφότερες τις εν λόγω περιπτώσεις να γίνει ιδιαίτερη δυσμενής αναφορά για την πυροπροστασία, ενώ και με βάση την από ...2018 βεβαίωση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ναυπλίου, που διαπίστωσε ότι έχουν ληφθεί όλα τα νόμιμα μέσα πυρασφάλειας, προκύπτει ότι το πρατήριο υγρών καυσίμων δεν λειτουργούσε παράτυπα κατά παράβαση των κανόνων, ενώ στις περιπτώσεις αποκλίσεων αναφέρεται ότι δόθηκαν οδηγίες από τον υπεύθυνο τεχνικό ασφαλείας, επομένως συνάγεται ότι οι αποκλίσεις αυτές δεν ήταν ουσιώδεις και διοικητικά ή ποινικά διώξιμες. Τέλος, ο πρώτος των εναγομένων κατήγγειλε το πρώτο των εναγόντων προφορικά στην εταιρεία "..." ότι μεταφέρει καύσιμα από τις δεξαμενές του πρατηρίου υγρών καυσίμων συμφερόντων του πρώτου ενάγοντος στις δεξαμενές του πρατηρίου καυσίμων της "..." Την καταγγελία αυτή δεν αρνείται ο πρώτος εναγόμενος, όμως, έχων το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του, δεν αποδεικνύει ότι ανταποκρίνεται σε πραγματικά γεγονότα, ενώ κρίνεται ότι, εφόσον γνώριζε θετικά την ανωτέρω καταγγελθείσα παράνομη μεταφορά υγρών καυσίμων, θα προέβαινε σε έγγραφη καταγγελία, όπως συνηθίζει. Επισημαίνεται ότι με αυτά τα δεδομένα, ενόψει και της τέλεσης από τον πρώτο εναγόμενο της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ, καθώς τούτο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 363 ΠΚ. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι οι εναγόμενοι διέπραξαν πλείονες αδικοπραξίες, ήτοι, αφενός, ο πρώτος εναγόμενος αυτές που αντιστοιχούν στις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης, της απειλής και της συκοφαντικής δυσφήμησης, και, αφετέρου, η πρώτη εναγομένη αυτές που αντιστοιχούν στις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και της απειλής κατά συρροή, αμφότεροι δε, επιπλέον, την προσβολή προσωπικότητας του πρώτου ενάγοντος κατά παράβαση του ν.2472/1997. Τέλος, η εκ μέρους των εναγομένων προταθείσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, ενόψει του ότι τα επικαλούμενα με αυτήν πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να υπαχθούν στην διάταξη του 281 ΑΚ, καθώς στο πλαίσιο της μεταξύ των αντιδίκων κραταιάς διαμάχης και λόγω αυτής, εκάστη των διάδικων πλευρών ασκεί τις νόμιμες αξιώσεις της, προκειμένου να διασφαλίσει το δικαιώματά της και τα έννομα αγαθά της, τα οποία, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, είναι εν προκειμένω η προσωπικότητα, η τιμή και η προσωπική ελευθερία. Επομένως, η εκκαλουμένη, που δέχθηκε τα ίδια, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα κατά τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους έφεσης είναι απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί. Κατά συνέπεια, η εκκαλουμένη, που δέχθηκε, συγκεκριμένα, ότι οι ανωτέρω ενέργειες των εναγομένων, που παράλληλα συνιστούν το πραγματικό των ποινικών αδικημάτων της εξύβρισης, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της απειλής και της παράβασης των διατάξεων του Ν. 2472/1997, προσβάλλουν την προσωπικότητα των εναγόντων, χωρίς, περαιτέρω, κατά περίπτωση, ο παράνομος χαρακτήρας τους να αποκλείεται από οποιονδήποτε λόγο, και, λαμβανομένων υπόψη του είδους, της βαρύτητας, και των συνθηκών της προσβολής, του τόπου του χρόνου τελέσεώς της, της υπαιτιότητας του εναγομένων, ως και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, έκρινε ότι πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση αμφότερων των εναγομένων να καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 2.040,00 ευρώ στον πρώτο των εναγόντων και το ποσό των 1.040,00 ευρώ στην δεύτερη των εναγόντων, ως χρηματική, το οποίο, κατά το παρόν Δικαστήριο κρίνεται το ελάχιστο εύλογο, από το οποίο όμως θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 40,00 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατόπιν των ανωτέρω, η εκκαλουμένη, αφού στην ίδια κρίση κατέληξε, δεν έσφαλε, όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εκκαλούντων, που συγκροτούν τους ανωτέρω λόγους της έφεσης, με τους οποίους παραπονείται ότι η εκκαλούμενη απόφαση πραγματοποίησε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολό της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Οι αναιρεσείοντες, αφού εκθέτουν με ποιο σκεπτικό, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου) απέρριψε την έφεσή τους κατά τον τρίτο λόγο αυτής (ότι εσφαλμένους κρίνεται και γίνεται δεκτό πως δια της τοποθέτησης του κλειστού κυκλώματος βιντεοσκόπησης προσέβαλαν την προσωπικότητα των αντιδίκων τους, καθώς και ότι οι τέσσερις (4) κάμερες έχουν οπτικό πεδίο καλύπτον ολόκληρο τον προαύλιο χώρο του ισογείου πρατηρίου, ενώ τούτο δεν αληθεύει), ισχυρίζονται, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία, άλλως κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και δη των ανωτέρω διατάξεων των αρθ. 57, 59, 914 και 932 ΑΚ και αρθ. 2α, 2γ και 23§1 Ν 2472/1997, δέχθηκε και έκρινε, ότι από την εκ μέρους τους, με τις κάμερες του κλειστού κυκλώματος βιντεοεπιτήρησης της οικίας τους, παρακολούθηση και καταγραφή, όχι των αντιδίκων τους, αλλά των αυτοκινήτων τρίτων προσώπων, ήτοι των πελατών της επιχείρησης της ως άνω εταιρείας (μη διαδίκων στην έκκλητο δίκη) και του αριθμού κυκλοφορίας αυτών, του υπαλλήλου της ίδιας εταιρείας Χ. Μ. εν ώρα εργασίας και του χώρου του πρατηρίου υγρών καυσίμων, που κατέχεται δυνάμει μισθώσεως από την ως άνω εταιρεία, χωρίς, επί πλέον, καμία παραδοχή περί του αν οι ως άνω "καταγραφές", ή οποιαδήποτε άλλη καταγραφή γίνεται δεκτή με την αναιρεσιβαλλομένη, καταχωρήθηκαν, ή προορίζετο να καταχωρηθούν σε "αρχείο", ότι παραβίασαν τις διατάξεις του Ν 2472/1997, πλήττοντας έτσι την προσωπικότητα του πρώτου αντιδίκου και προκαλούντες σ' αυτόν ηθική βλάβη, καίτοι επί τη βάσει των ως άνω παραδοχών του δικαστηρίου, ούτε ο πρώτος, ούτε η δεύτερη των αντιδίκων είναι, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, "υποκείμενα των δεδομένων", ήτοι των επίμαχων πληροφοριών που, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, προσεβλήθησαν από τις πράξεις τους αυτές και σε κάθε περίπτωση δεν είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ο αμέσως βλαπτόμενος από αυτές (πράξεις τους), οι οποίες αφορούν σε τρίτα πρόσωπα (πελάτες της εταιρείας, υπάλληλος της εταιρείας και η ως άνω εταιρεία - κάτοχος του εποπτευόμενου χώρου), ώστε δεν υπέστη αυτός ηθική βλάβη από τις πράξεις τους και, συνεπώς, δεν είναι φορέας αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση. 'Αλλως και επικουρικώς, ότι, το εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, το οποίο με τις ως άνω παραδοχές και σκεπτικό απέρριψε την έφεσή τους κατά τον τρίτο λόγο αυτής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, διότι δεν αιτιολόγησε, άλλως αιτιολόγησε ανεπαρκώς, την κρίση του και το συμπέρασμά του ότι από τις ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες κατά τις παραδοχές του πράξεις τους, οι οποίες αφορούν σε τρίτα πρόσωπα (πελάτες της εταιρείας, υπάλληλος της εταιρείας και η ως άνω εταιρεία - κάτοχος του εποπτευόμενου χώρου) και όχι στους αντιδίκους τους, προσεβλήθη ο πρώτος αναιρεσίβλητος στην προσωπικότητά του υποστάς ως εκ τούτου ηθική βλάβη. Κατ'αρχήν, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αφ'ενός μεν, η αποθήκευση και διαβίβαση εικόνας προσώπου, η οποία συλλέγεται από σύστημα βιντεοεπιτήρησης, που λειτουργεί μόνιμα, συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα, σε κλειστό ή ανοικτό χώρο συγκέντρωσης ή διέλευσης προσώπων, συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και μάλιστα εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη κατά την έννοια των άρθρων 2 στοιχ. δ' και 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997, αφ'ετέρου δε, η λήψη και επεξεργασία εικόνας ή και ήχου με σύστημα βιντεοεπιτήρησης που είναι εγκατεστημένο σε ιδιωτική οικία, όταν το πεδίο ελέγχου της κάμερας περιλαμβάνει εξωτερικούς δημόσιους ή κοινόχρηστους χώρους, καθώς και - μεταξύ άλλων - γειτονικούς ιδιωτικούς χώρους ανήκοντες σε τρίτους, και παρέχεται στον ιδιοκτήτη του η δυνατότητα λήψεως, αποθηκεύσεως ή άλλης περαιτέρω επεξεργασίας της εικόνας τρίτων προσώπων που τους χρησιμοποιούν ελεύθερα, σύμφωνα με τον προορισμό τους, πρόκειται για λήψη και επεξεργασία (που συνιστά περιορισμό του ατομικού δικαιώματος προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση προσωπικών δεδομένων) δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τρίτων προσώπων, που δεν έχουν σχέση με τον ιδιωτικό χώρο του ιδιοκτήτη και η τελευταία επεξεργασία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2472/1997, επειδή δε προσβάλει την προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή του τρίτου, κατ' αρχήν απαγορεύεται, επιτρεπόμενη μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαία για την ασφάλεια του ιδιοκτήτη και ο υπεύθυνος της επεξεργασίας έχει γνωστοποιήσει εγγράφως στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα την εγκατάσταση του κλειστού κυκλώματος και την έναρξη της λειτουργίας του με όλα τα στοιχεία που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 2472/1997. Περαιτέρω, αναφορικά με το επίμαχο ζήτημα, με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνονται δεκτά τα προαναφερόμενα και ότι: Εν όψει του βεληνεκούς των καμερών που τοποθέτησαν οι αναιρεσείοντες και της χρήσης και λειτουργίας αυτών, η επεξεργασία των δεδομένων που αυτοί συνέλεξαν προσβάλλει σαφώς το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων, διότι τους έθεσε υπό έλεγχο και αδικαιολόγητο περιορισμό της ελευθερίας τους, ως εκδήλωση της προσωπικότητάς τους και τους παρεμπόδισε στην ελεύθερη ανάπτυξη της κοινωνικής δραστηριότητάς τους, με αποτέλεσμα αμφότεροι οι αναιρεσείοντες να έχουν τελέσει αδικοπραξία λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς των αναιρεσιβλήτων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφ'ενός μεν, στις φωτογραφίες που εξήχθησαν - και που είχαν συλλεγεί, αποθηκευτεί και, επομένως, επεξεργαστεί - από το ως ανωτέρω σύστημα βιντεοεπιτήρησης, δεν απεικονίζονταν μόνο τα αυτοκίνητα των πελατών των εναγόντων και οι αριθμοί κυκλοφορίας τους, ο υπάλληλός τους, Χ. Μ. εν ώρα εργασίας, αλλά, όπως και παρακάτω αναφέρεται, και ο ίδιος ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όπως παραδέχτηκε ο πρώτος αναιρεσείων, στην από 25-04- 2018 μήνυσή του, "...καταγράφηκε κρατώντας κόκκινο δοχείο, από την κάμερα ασφαλείας της οικίας μου...". Επομένως, η καταγραφή αφορούσε και τον πρώτο αναιρεσίβλητο - ενάγοντα (και όχι μόνο τον υπάλληλό του και τρίτα πρόσωπα, όπως και τα αυτοκίνητά τους, που ευρίσκοντο στον χώρο του πρατηρίου υγρών καυσίμων). Περαιτέρω δε, αναφέρονται και όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων σε σχέση με την επεξεργασία από αρχείο (δια της συλλογής και αποθήκευσης εικόνων μέσω του καταγραφικού στο σύστημα βιντεοεπιτήρησης) - και, ακολούθως, την εξαγωγή από αυτό φωτογραφιών - χωρίς τη συναίνεση των αναιρεσιβλήτων και χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο. Επομένως, αφ'ενός μεν, δεν παραβίασε το Δικαστήριο τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφ'ετέρου δε, αιτιολόγησε επαρκώς τις παραδοχές του, οι δε προεκτεθέντες (κύριος και επικουρικός) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους η δεύτερη από αυτούς αρνήθηκε την οποιαδήποτε σχέση της με τη λειτουργία του επίμαχου κυκλώματος βιντεοεπιτήρησης της οικίας τους, ισχυριζόμενη ότι την ευθύνη από την τοποθέτηση και χρήση των καμερών φέρει αποκλειστικά ο πρώτος από αυτούς, ο οποίος, μάλιστα, είναι και ο αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος της οικίας και ότι, το εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της αυτόν με το σκεπτικό ότι, "υποκείμενο της παραβίασης του ν. 2472/1997 είναι ο οποιοσδήποτε συλλέγει και εν γένει επεξεργάζεται το υλικό, που προέρχεται από την βιντεοεπιτήρηση, επομένως, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι ο δέκτης, που συνδέεται με τις κάμερες, βρίσκεται σε διάφορο της μόνιμης κατοικίας των εκκαλούντων μέρος, την επεξεργασία έχουν διενεργήσει αμφότεροι οι εκκαλούντες". Ότι, δηλαδή, το Εφετείο έκρινε ότι αρκεί η συγκατοίκησή τους στο χώρο εγκατάστασης του κυκλώματος βιντεοεπιτήρησης, για να θεωρηθεί (και αυτή) δράστις της κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης παράνομης και υπαίτιας πααρκολούθησης, επεξεργασίας και καταγραφής των αναφερομένων σ' αυτή πληροφοριών, που προσέβαλαν την προσωπικότητα του πρώτου αντιδίκου και επέφεραν σ' αυτόν ηθική βλάβη, χωρίς καμία άλλη παραδοχή περιστατικών τέτοιων, που θα μπορούσαν να της αποδώσουν την ιδιότητα, είτε του "υπευθύνου επεξεργασίας", είτε του "εκτελούντος την επεξεργασία", ώστε να προκύπτει η οποιαδήποτε υπαιτιότητά της για τις οποιεσδήποτε παράνομες πράξεις από τη χρήση του κλειστού κυκλώματος και ότι, έτσι, υπέπεσε (το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ. Πλην, όμως, και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, για τους παρακάτω λόγους: Επιπλέον των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη, στην παρ. 1 του άρθρου 23 αυτού με τίτλο "αστική ευθύνη", ορίζεται ότι, "φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, αν δε προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον". Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι, σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 23 του Ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω νόμου, προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει: α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1977 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφ' ενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφ' ετέρου της πιθανότητος να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητος τεκμαίρεται και, ως εκ τούτου, το πρόσωπο, που παραβιάζει τις εν λόγω διατάξεις, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έναντι του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, που υπέστη ηθική βλάβη, από την παραβίαση, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα και με την περί τούτου ρητή διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 της ως άνω Οδηγίας (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 1740/2013, 637/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, η ύπαρξη υπαιτιότητος (πέραν και των άλλων περιστατικών που γίνονται δεκτά για τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των διαδίκων, από τα οποία προκύπτει ότι δεν ήταν τρίτη αμέτοχη των μεταξύ τους διαφορών) το στοιχείο της κατοικίας της δεύτερης αναιρεσείουσας στο διαμέρισμα που ανήκει στον πρώτο, μαζί με αυτόν, και επομένως της εξουσίασης και από αυτήν του χώρου όπου ήταν εγκατεστημένο το σύστημα βιντεοεπιτήρησης αρκούσε για τη θεμελίωση του τεκμηρίου της συμμετοχής της στην ως άνω παράνομη επεξεργασία. Ως εκ τούτου, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη της, έναντι του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, που υπέστη ηθική βλάβη από την παραβίαση αυτή, είχε το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά της αδικοπραξίας πραγματικά γεγονότα, πράγμα που δεν επικαλείται ότι έπραξε και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά, με συνέπεια να μη στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση επαρκούς αιτιολογίας. Με τους υπό III και IV λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού εκθέτουν τις παραδοχές αυτής για τη θεμελίωση των αδικοπραξιών τους στα άρθρα 363-362 και 333 ΠΚ, αντιστοίχως, ως προς ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες, καθόσον αφορά στον πρώτο αναιρεσείοντα, α) του αρθ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, της εσφαλμένης ερμηνείας, άλλως εσφαλμένης εφαρμογής, του νόμου και δη της διάταξης του αρθ. 363 ΠΚ και των αρθ. 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, διότι δεν αρκεί για την θεμελίωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ο απλός, ή ενδεχόμενος, δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη προβολή ενώπιον τρίτου ισχυρισμού, ή της διάδοσης ψευδούς και πρόσφορου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, στις παραδοχές και σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης καμία αναφορά δεν γίνεται περί τέτοιου άμεσου δόλου του πρώτου εξ αυτών και β) επικουρικώς, αν ήθελε κριθεί ότι δεν πρόκειται για πλημμέλεια ελεγχόμενη κατά το αρθ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσιβαλλομένη έχει υποπέσει στην πλημμέλεια του αρθ. 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, διότι, όπως στην πιο πάνω νομική σκέψη επί του αρθ. 363 ΠΚ εκτίθεται, απαιτείται για την θεμελίωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ο άμεσος κατά τα ανωτέρω δόλος και, συνεπώς, στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης, πρέπει, η ύπαρξη τέτοιου δόλου (άμεσου) να αιτιολογείται ειδικώς στη δικαστική απόφαση με την παράθεση εκείνων των περιστατικών, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή, τόσο των αντικειμενικών, όσον και υποκειμενικών στοιχείων της συκοφαντικής δυσφήμησης, μεταξύ των οποίων και η γνώση του εναγομένου (δράστη της "αδικοπραξίας") ότι ο επίμαχος ισχυρισμός του είναι ψευδής και πρόσφορος να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του αντιδίκου του, καθώς και ότι προβλήθηκε με την θέληση επέλευσης τέτοιας βλάβης, χωρίς τα οποία (περιστατικά) η δικαστική απόφαση στερείται της αξιούμενης από το αρθ. 93§3 του Συντάγματος πλήρους, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Καθόσον δε αφορά στην δεύτερη αναιρεσείουσα, α) Στην πλημμέλεια του αρθ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, της εσφαλμένης ερμηνείας, άλλως εσφαλμένης εφαρμογής, του νόμου και δη της διάταξης του αρθ. 333 ΠΚ και των αρθ. 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, διότι απαιτείται, για μεν τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της απειλής η πρόκληση στον άλλον τρόμου ή ανησυχίας, με την απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, για δε την υποκειμενική του υπόσταση άμεσος δόλος, συνιστάμενος στη γνώση του υπαιτίου ότι η απειλούμενη ενεργειά του συνιστά βία, ή άλλη παράνομη πράξη και τη θέληση να προκαλέσει στον άλλο τρόμο ή ανησυχία, δεν στοιχειοθετείται δε το αδίκημα της εκ μέρους της απειλής, ούτε ως προς την αντικειμενική, ούτε ως προς την υποκειμενική υπόστασή του, διότι: 1) Η απευθυνθείσα εκ μέρους της δεύτερης προς τον πρώτο αντίδικό της φράση "θα σας τρέχω στα δικαστήρια μέχρι να πεθάνετε αν δεν τα μαζέψετε να φύγετε από δω, θα σας κάνω να μην έχετε στον ήλιο μοίρα" δεν περιέχει απειλή, ούτε βίας, ούτε παράνομης πράξης, ούτε παράνομης παράλειψης, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί βίαιη ή παράνομη η δήλωσή της περί προσφυγής στα δικαστήρια, η οποία θα έχει, κατά την άποψή της, δυσμενή συνέπεια για τον αντίδικό ("δεν θα έχει στον ήλιο μοίρα") και 2) Δεν περιέχεται στις παραδοχές και σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης καμία αναφορά περί άμεσου δόλου της δεύτερης αναιρεσείουσας και, ειδικότερα, δεν περιλαμβάνονται παραδοχές περί της γνώσης της ότι η ως άνω απευθυνθείσα προς τον πρώτο αντίδικό φράση της συνιστά βία, ή άλλη παράνομη πράξη, ούτε και ότι έγινε με τη θέληση να προκαλέσει σ' αυτόν ή οποιονδήποτε άλλο τρόμο ή ανησυχία και β) επικουρικώς, αν ήθελε κριθεί ότι δεν πρόκειται για πλημμέλεια ελεγχόμενη κατά το άρθ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσιβαλλομένη έχει υποπέσει στην πλημμέλεια του αρθ. 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ως στερούμενη την αξιούμενη από το αρθ. 93§3 του Συντάγματος πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, άλλως ως περιέχουσα ανεπαρκή αιτιολογία επί του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματος της τέλεσης εκ μέρους της δεύτερης εξ αυτών της αδικοπραξίας της απειλής, διότι δεν αιτιολογείται και δεν διευκρινίζονται τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω αδικήματος, για τη θεμελίωση της εν λόγω αδικοπρακτικής της συμπεριφοράς. Κατ'αρχήν, η συνδρομή του δόλου, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Ακόμη, με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια αιτιολογείται το στοιχείο του δόλου και δη η γνώση περί της παράστασης των ως άνω ψευδών γεγονότων, θεμελιούμενη από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης, σε προσωπική αντίληψη του υπαιτίου (ΑΠ (ποιν) 1043/2021, 810/2020, 504/2020, 262/2020), ακόμη κι αν δεν υπάρχει πανηγυρική διατύπωση αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τα ως άνω επίμαχα ζητήματα (και, αναγκαίως, τα συναφή με αυτά που αναφέρονται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε τις ακόλουθες αιτιολογίες: α) Ότι την 4-6-2018 και περί ώρα 19:30, ο πρώτος αναιρεσείων επισκέφτηκε τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων στο μίσθιο πρατήριο, όπου βρισκόταν με τον υπάλληλό του Χ. Μ., και τον κατηγόρησε ότι δεν διατηρεί σύστημα πυρασφάλειας στο πρατήριο, ο δε πρώτος αναιρεσίβλητος του επέδειξε τις βεβαιώσεις του τεχνικού ασφαλείας, ενώ δεν αποδείχθηκε και οποιαδήποτε παραβίαση των μέτρων πυρασφάλειας. β)Ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, από το μπαλκόνι της οικίας της, εξύβρισε τον πρώτο αναιρεσίβλητο λέγοντας "έλα πάνω ..., άσε τον σάτυρο", ενώ μετά από λίγο κατέβηκε, στάθηκε έξω από το γραφείο του πρατηρίου και απευθυνόμενη στον πρώτο αναιρεσίβλητο είπε "πάμε ..., θα τα πούμε με τον σάτυρο στα δικαστήρια", τον αποκάλεσε "..., σίχαμα" προσθέτοντας "Θα σας τρέχω στα δικαστήρια μέχρι να πεθάνετε αν δεν τα μαζέψετε να φύγετε από δω. Θα σας κάνω να μην έχετε στον ήλιο μοίρα". Στην συνέχεια στράφηκε προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, η οποία βρισκόταν στο πρατήριο συμφερόντων της, έναντι του μισθίου πρατηρίου, λέγοντας σε αυτήν "... μωρή βρωμιάρα, πουταναριό του κάμπου", γ) Ότι, την 16-11-2018, ο πρώτος αναιρεσείων, από το μπαλκόνι της οικίας του, απευθυνόμενος στον πρώτο αναιρεσίβλητο του δήλωσε επί λέξει: "... και θα δεις πόσους ελέγχους θα έχεις από δω και πέρα" και τον απείλησε με τις λέξεις "φύγε από δω ρε πούστη γιατί θα σε καθαρίσω, εξαφανίσου από μπροστά μου γιατί θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια". δ) Ότι, ο πρώτος των αναιρεσειόντων κατήγγειλε τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων προφορικά στην εταιρεία "..." ότι μεταφέρει καύσιμα από τις δεξαμενές του πρατηρίου υγρών καυσίμων συμφερόντων του πρώτου ενάγοντος στις δεξαμενές του πρατηρίου καυσίμων της "...", καταγγελία που δεν αποδεικνύεται ότι ανταποκρίνεται σε πραγματικά γεγονότα και ο ανωτέρω αναιρεσείων δεν στήριζε σε γνωστά σε εκείνον πραγματικά περιστατικά, γεγονός που γνώριζε, γι'αυτό και δεν προέβη σε έγγραφη καταγγελία. Με αυτά τα δεδομένα, το Πρωτοδικείο κατέληξε στις κρίσεις του ότι, ενόψει και της τέλεσης από τον πρώτο αναιρεσείοντα της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ, καθώς τούτο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 363 ΠΚ και ότι οι αναιρεσείοντες διέπραξαν πλείονες αδικοπραξίες, ήτοι, αφενός, ο πρώτος εναγόμενος αυτές που αντιστοιχούν στις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης, της απειλής και της συκοφαντικής δυσφήμησης, και, αφετέρου, η πρώτη εναγομένη αυτές που αντιστοιχούν στις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και της απειλής κατά συρροή, αμφότεροι δε, επιπλέον, την προσβολή προσωπικότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά παράβαση του ν.2472/1997. Επομένως, με τις κρίσεις του αυτές, το δίκασαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του ΠΚ που εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού καλύπτονται όλα τα στοιχεία του ουσιαστικού δικαίου που θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και τον αιτιώδη σύνδεσμο της συμπεριφοράς τους αυτής με την επελθούσα ηθική βλάβη από την προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων. Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι ως άνω λόγοι της αναιρέσεως. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατάθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-3-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 7/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ