Αριθμός 1268/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Θ. Χ. Κ., χήρας Κ. Κ., για τον εαυτό της ατομικά, 2. Α. Κ. του Κ., ενηλικιώθηκε, για τον εαυτό της ατομικά, 3. Α. Κ. του Κ., 4. Α. Κ., συζ. Χ. Μ., το γένος Α. Κ., κατοίκων ..., 5. Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., 6. Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 7. Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κων/νο Σκάκα και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Μ. του Ι. και 2. Ε. Κ. του Ά., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χρήστο Γκαργκούδη, βάσει δηλώσεως 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 3.Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις. Β. Του αναιρεσείοντος: Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Μ. του Ι. και 2. Ε. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2003 κύρια αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και την από 18-11-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27181/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 861/2007 μη οριστική και 1925/2009 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 3-2-2011 αίτησή τους και τους από 29-8-2011 πρόσθετους λόγους αυτής και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 28-2-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε: 1. την από 15-2-2012 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου λόγου και των προσθέτων λόγων της, των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων και 2. την από 11-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε για την περίπτωση που γίνει δεκτή η από 3-2-2011 αίτηση αναίρεσης και οι από 29-8-2011 πρόσθετοι λόγοι αυτής, των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθ. 1925/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να γίνει δεκτή και η από 28-2-2012 ένδικη αίτηση αναίρεσης, του υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε επικουρικά κατά της ιδίας απόφασης. Ο πληρεξούσιος των: 1. υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α3 των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη και 2. ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση της από 3-2-2011 αίτησης αναίρεσης της Σ. θυγ. Χ. Κ. κ.λ.π .κατά της Χ. Μ. κ.λ.π. κατά της υπ' αριθ. 1925/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της από 28-2-2011 επικουρικής αίτησης αναίρεσης του τρίτου των αναιρεσιβλήτων της από 3-2-2011 αίτησης αναίρεσης Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της Χ. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της ίδιας υπ' αριθ. 1925/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που απέρριψε ως άνευ αντικειμένου την επικουρική έφεση του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της πρωτόδικης απόφασης και κατά το μέρος της που η τελευταία απέρριψε ως άνευ αντικειμένου την παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής του ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου κατά των αναιρεσιβλήτων Χ. Μ. και Ε. Κ., λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (αρθρ. 246ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατ' αρθρ.573 παρ.1). Α. Επί της από 3-2-2011 αίτησης αναίρεσης της Σ. θυγ. Χ. Κ. κ.λ.π. κατά Χ. Μ. κ.λ.π. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές η ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1925/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τ' ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 27-10-2002 ημέρα Κυριακή και περί ώρα 19,20, η Χ. Μ., προστηθείσα από τον Ε. Κ., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του τελευταίου, που ήταν ανασφάλιστο, βαίνοντας επί της οδού Αρτέμιδος, στη Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς την παλιό εθνική οδό Θεσσαλονίκης - Βέροιας Στο ύψος της διασταύρωσης (σε σχήμα Τ) της οδού Αρτέμιδος με την ως άνω εθνική οδό - που σημειωτέον βρίσκεται εντός του οικισμού της Χαλκηδόνας και είναι διπλής κατεύθυνσης με ένα ρεύμα πορείας, μήκους 5,5 μ., ανά κατεύθυνση - η κυκλοφορία, λόγω και της ημέρας (Κυριακή πριν την εθνική εορτή της 28ης Οκτωβρίου), ήταν πυκνή, το οδόστρωμα ξηρό, ο τεχνητός φωτισμός επαρκής, και το όριο ταχύτητας, λόγω της εισόδου σε κατοικημένη περιοχή, ήταν 50 χλμ./ώρα. Η ως άνω οδηγός, όταν έφτασε στην παραπάνω διασταύρωση, προτιθέμενη να στρίψει αριστερά προς το ρεύμα πορείας της εθνικής οδού προς Θεσσαλονίκη, σταμάτησε το όχημα της, ως όφειλε, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση επί της οδού, όταν δε βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να εισέλθει σ αυτήν, επιχείρησε στροφή αριστερά, διέσχισε κάθετα το ρεύμα πορείας της εθνικής οδού προς Βέροια και εισήλθε στο ρεύμα πορείας της ίδιας οδού προς Θεσσαλονίκη, με ταχύτητα η οποία δεν μπορεί να προσδιοριστεί ακριβώς, πάντως δεν ξεπερνούσε τα 40 χλμ /ώρα. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Κ. Κ., εξερχόμενος οε κατάσταση βιασύνης από παρακείμενο φαρμακείο που βρίσκεται επί της εθνικής οδού στο ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη, είχε σκοπό να διασχίσει καθέτως αυτή, από δεξιά προς αριστερά ως προς την πορεία του ως άνω μοτοποδηλάτου, εκτός διαβάσεων για πεζούς, προκείμενου να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο για να συναντήσει συγγενικό του πρόσωπο σε παρακείμενο κατάστημα. Η πρώτη, εναγομένη, που κατά τον χρόνο εκείνο ενεργούσε την ως άνω αναφερόμενη αριστερή στροφή από την οδό Αρτέμιδος στην εθνική οδό, αντελήφθη από απόσταση ελάχιστων μέτρων, μόλις δηλαδή εισήλθε στο ρεύμα πορείας της εθνικής οδού προς Θεσσαλονίκη, την κίνηση του πεζού, ο οποίος αιφνίδια, ταχύτατα και ανέλεγκτα εξήλθε ανάμεσα από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα και προχώρησε ένα έως ενάμιση μέτρο εντός του οδοστρώματος. Αποτέλεσμα δε της αιφνίδιας κίνησης του πεζού, ήταν να μην τον αντιληφτεί εγκαίρως η πρώτη εναγομένη και να επιπέσει με τo εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε πάνω του, πλήττοντας τον αρχικά στο αριστερό ισχίο και εκτινάσσοντάς τον επί του οδοστρώματος μπροστά και αριστερά εντός του ως άνω ρεύματος της οδού. Συνεπεία της ως άνω σύγκρουσης, ο Κ. Κ. υπέστη κάταγμα κνήμης-περόνης και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση (κατάγματα θόλου κρανίου-ινιακού, υπαραχνοειδή αιμορραγία, θλαστικές αιμορραγίες μετωπιαίων λοβών, εγκολεασμό εγκεφάλου), νοσηλεύτηκε δε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης έως την 6-11-2002, οπότε και απεβίωσε υποκύπτοντας στα τραύματά του. Τα ως. άνω πραγματικά περιστατικά ειδικότερα προκύπτουν : α)από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν οι επιληφθέντες του ατυχήματος -ανακριτικοί υπάλληλοι, απ' όπου προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη, δεδομένης και της μεγάλης κυκλοφορίας στην εθνική οδό, εισήρθε σ' αυτήν από την οδό Αρτέμιδος, εξερχόμενη από θέση στάσης, λόγω δε της μικρής απόστασης που διήλθε μέχρι το σημείο της πρόσκρουσης και του είδους του οχήματος που οδηγούσε, δεν ανέπτυξε ταχύτητα άνω των 40 χλμ/ώρα. Εξάλλου, έμμεσα αποδεικνύεται η χαμηλή ταχύτητα που κινούνταν και από το γεγονός ότι δεν υπέστη φθορές από την πρόσκρουση το όχημα της, ούτε ο θανατωθείς παρασύρθηκε οε ικανή απόσταση λόγο; της σύγκρουσης, β) ενόψει του σημείου παράσυρσης του πεζού, που εντοπίζεται αφενός στην αρχή της εισόδου της πρώτης εναγομένης επί του ρεύματος της εθνικής οδού προς Θεσσαλονίκη και αφετέρου στα 2,8 μ. από το πεζοδρόμιο, ήτοι σε απόσταση μόλις ενός η ενάμιση μέτρου από τα, πλησίον του πεζοδρομίου, παρκαρισμένα αυτοκίνητα, την ύπαρξη των οποίων βεβαιώνει ο μάρτυρας απόδειξης, προκύπτει ότι η οδηγός του μοτοποδηλάτου δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον πεζό από ικανή απόσταση αφ' ης στιγμής κατήλθε στο οδόστρωμα και διήλθε των σταθμευμένων αυτοκίνητων, γ) από την σαφή προανακριτική κατάθεση του φαρμακοποιού, από το κατάστημα του οποίου εξήλθε όπως, προ ειπώθηκε ο πεζός, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, προκύπτει ότι ο θανατωθείς, έχοντας μόλις την προηγουμένη του ατυχήματος μεταβεί στο Κέντρο Υγείας της περιοχής και ενημερωθεί ότι έχει λίγο ανεβασμένες τις τιμές του σακχάρου, επισκέφτηκε το προαναφερθέν εφημερεύον φαρμακείο (ημέρα του ατυχήματος ήταν Κυριακή), προκείμενου να του δείξει ο φαρμακοποιός μια συσκευή με την οποία θα μετρούσε τις τιμές αυτού. Ο τελευταίος, αφού διαπίστωσε με την μέτρηση ότι ήταν ιδιαίτερα ανεβασμένο, του συνέστησε να μεταβεί με κάποιο συγγενικό του πρόσωπο στο Κέντρο Υγείας Κουφαλίων για περαιτέρω εξετάσεις. Το γεγονός δε αυτό θορύβησε τον θανόντα, ο οποίος εξήλθε από το φαρμακείο σε κατάσταση βιασύνης, προκείμενου να κατευθυνθεί σε παρακείμενο κατάστημα όπου βρισκόταν συγγενής του. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο πεζός επέπεσε στο πίσω δεξιό τμήμα του μοτοποδηλάτου της πρώτης εναγομένης και εξ' αυτού του λόγου έπεσε μόνος του στο οδόστρωμα, δεδομένων των βαριών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που αυτός έφερε, οι οποίες δεν θα ήταν δυνατό να επέλθουν αν δεν εκτινασσόταν ο πεζός και έπεφτε μόνος του στο οδόστρωμα, του γεγονότος ότι έφερε κάταγμα στο αριστερό του πόδι, επομένως το όχημα της πρώτης εναγομένης τον έπληξε από μπροστά, δεδομένου ότι η τελευταία έβαινε αριστερά οε σχέση με την κίνηση του θανόντος, καθώς και των κηλίδων αίματος που αναβρέθηκαν στον τόπο του ατυχήματος και τοποθετούνται ελάχιστα μπροστά και αριστερά του σημείου σύγκρουσης. Τέλος αποδεικνύεται από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ότι επί της ως άνω εθνικής οδού και σε άλλα πέρα του σημείου της σύγκρουσης σημείου υπάρχει διάβαση για πεζούς και μάλιστα σε κοντινή απόσταση περίπου 50 μ. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε, ότι η πρώτη εναγομένη δεν έχει υπαιτιότητα για την ως άνω παράσυρση του προαναφερομένου πεζού, ο οποίος ανέλεγκτα κατήλθε στο οδόστρωμα και εξήλθε ανάμεσα από σταθμευμένα οχήματα, γεγονός που βεβαίωσε και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο εξετασθείς συμπληρωματικώς μάρτυς Δ. Χ.. Εξάλλου, και ενώπιον του Τριμελούς Ποινικού Επετείου ο εξετασθείς μάρτυς Κ. Π. Φαρμακοποιός κατέθεσε, ότι ο συγγενής των εναγομένων πριν το ένδικο τροχαίο ατύχημα είχε μετρήσει στο φαρμακείο του το σάκχαρο του και η τιμή του ανήρχετο στο 4,40, γεγονός που προέτρεψε τον θανατωθέντα να εξέλθει με βιασύνη από το φαρμακείο μετά τη συμβουλή του ως άνω φαρμακοποιού να μεταβεί στο Νοσοκομείο και μάλιστα συνοδευόμενος από οικείο του. Η καταδίκη της πρώτης εναγόμενης από το παραπάνω ποινικό Δικαστήριο για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην δίκη αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την κύρια αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και συνακόλουθα και την παρεμπίπτουσα ορθή εκτίμησε τις αποδείξεις". Με τις πιο πάνω παραδοχές, με τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ωε αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η κύρια αγωγή των αναιρεσειόντων κρίνοντας τον θανόντα πεζό συγγενή τους αποκλειστικά υπαίτιο του θανάσιμου τραυματισμού του παραβίασε εκ πλαγίου τη πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ με αιτιολογίες ελλείπεις και ανεπαρκείς ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος από το δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα ενώ αναφέρει ότι στο ύψος της διασταύρωσης σε σχήμα Τ της οδού Αρτέμιδος με την Εθνική οδό σταμάτησε η οδηγός του μοτοποδηλάτου Χ. Μ. και ήλεγξε το ρεύμα πορείας από Θεσσαλονίκη προς Βέροια αριστερά, α) δεν αναφέρει αν ήλεγξε και το ρεύμα πορείας της ίδιας εθνικής οδού προς Θεσσαλονίκη όπου εκινείτο ο πεζός και συγκεκριμένα αν σταμάτησε στη διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας διακεκομμένη διπλή διαχωριστική γραμμή, ώστε να ελέγξει και την κίνηση των τυχόν κινουμένων πεζών επί του ρεύματος τούτου, β) δεν αναφέρει από πόση απόσταση και σε ποιο σημείο της οδού εκινείτο η οδηγός του μοτοποδηλάτου, όταν αντιλήφθηκε τον πεζό μη αρκούσας της αναφοράς ότι τον είδε από απόσταση ελαχίστων μέτρων, δ) δεν αναφέρει αν η οδηγός του μοτοποδηλάτου προτιθέμενη να στρίψει αριστερά για να εισέλθει από την οδό Αρτέμιδος στην παλαιά εθνική οδό Θεσσαλονίκης - Βέροιας με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη γνωστοποίησε έγκαιρα την πρόθεσή της αυτής προς όλους τους κινουμένους στην ένδικη διασταύρωση μεταξύ των οποίων και ο προαναφερθείς πεζός ανάβοντας την φωτεινή ένδειξη του αριστερού φλας του μοτοποδηλάτου, ε) δεν αναφέρει σε ποιες ενέργειες προέβη η οδηγός του μοτοποδηλάτου από τη στιγμή που αντιλήφθηκε τον πεζό και αν μπορούσε να προβεί σε τέτοιες ενέργειες προκειμένου να τον αποφύγει. Επομένως ο πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου την από 3-2-2011 αίτησης αναίρεσης και ο συναφής δεύτερος λόγος όπως ορθά εκτιμάται από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμοι. Β. Επί της από 28-2-2012 επικουρικής αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά Χ. Μ. και Ε. Κ.. Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εάν κατά τη συζήτηση αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και σε καταφατική περίπτωση δικάζεται σαν να ήταν παρών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, οι δυο αναιρεσίβλητοι της επικουρικής αναίρεσης δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της. Από τις υπ' αριθ. 13354/30-4-2012 και 13355/30-4-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης επικουρικής αναίρεσης με κλήση για την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο την 9-11-2012 κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους αναιρεσιβλήτους, κατά τη δικάσιμο δε εκείνη η συζήτηση της επικουρικής αναίρεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας χωρίς ν' απαιτείται νέα κλήτευσή τους στην μετ' αναβολή δικάσιμο της 22-3-2013, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ.3 εδ.γ' του ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή και για τη συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τα άρθρα 575 εδ.β' του ΚΠολΔ. ΙΙ. Στην περίπτωση που η έφεση που άσκησε ο κυρίως ενάγων καθώς και η επικουρική έφεση που άσκησε ο παρεμπιπτόντως ενάγων απορριφθούν και κατά της εφετειακής αποφάσεως ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κύριας έφεσης ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναίρεσης περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης μεταξύ των οποίων θα διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου. Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής αποφάσεως που αφορά την απορριφθείσα επικουρική έφεση του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής. Αν το Εφετείο ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής επεκτείνει την ερευνά του και διαλάβει στην απόφαση του δυσμενή διάταξη και για τον προαναφερόμενο διάδικο που δεν μετέσχε στην αναιρετική δίκη υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ. Ο τελευταίος (εκκαλών στην επικουρική έφεση και ενάγων της παρεμπίπτουσας αγωγής) μπορεί να προστατευθεί στην περίπτωση αυτή, εφόσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση πλήττοντας την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής, αφού έχει έννομο συμφέρον (ΚΠολΔ 556 παρ. 2) προς άσκηση της επικουρικής αυτής αναίρεσης (ΑΠ 1368/2010). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Με την από 18-11-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, στην οποία έχει ενσωματωθεί η από 30-9-2003 κύρια αγωγή των εναγόντων Σ. Κ. κλπ, ζητούσε το αναιρεσείον (όπως το αίτημα της περιορίσθηκε παραδεκτώς, κατά την συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σε αναγνωριστικό, με σχετική δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά και με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι (εδώ αναιρεσίβλητοι), στην περίπτωση που γινόταν δεκτή σε βάρος του η κύρια αγωγή, οφείλουν να του καταβάλουν, σε ολόκληρο καθένας, τα ποσά που θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, β) Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ.27181/2005 οριστική απόφαση του, αφού απέρριψε την ως άνω κύρια αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη (κρίθηκε υπαίτιος του ατυχήματος ο θανών συγγενής των εναγόντων), απέρριψε και την παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, ως άνευ αντικειμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής, αα) οι ενάγοντες της κύριας αγωγής άσκησαν την από 4-10-2005 έφεση, με την οποία ζητούσαν την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή τους εναντίον του αναιρεσείοντος με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους, και ββ) το αναιρεσείον ως ενάγον της από 18-11-2003 παρεμπίπτουσας αγωγής, άσκησε την από 24-12-2005 επικουρική έφεση κατά των αναιρεσιβλήτων, ως εναγομένων στην παρεμπίπτουσα αγωγή του, με την οποία ζητούσε για την περίπτωση που γινόταν δεκτή η έφεση των εναγόντων της κύριας αγωγής και εξαφανιζομένης της πρωτόδικης απόφασης γινόταν δεκτή η αγωγή τους εναντίον του, να αχθεί προς κρίση ενώπιον του Εφετείου και η από 18-11-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων και να γίνει δεκτή, γ) Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ.861/2007 μη οριστική απόφαση του έκανε τυπικά δεκτές τις εφέσεις, και με την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του (1925/2009), τις απέρριψε, την μεν έφεση των εναγόντων της κύριας αγωγής, Σ. Κ. κλπ (κύρια έφεση), κατ' ουσίαν (επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την από 30-9-2003 κύρια αγωγή εναντίον του αναιρεσείοντος την δε επικουρική έφεση του αναιρεσείοντος ως άνευ αντικειμένου (επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την από 18-11-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων). δ) Κατά της άνω οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης (1925/2009) οι ενάγοντες της από 30-9-2003 κύριας αγωγής (και εκκαλούντες της από 4-10-2005 εφέσεως) άσκησαν την από 3-2-2001 αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της του απέρριψε κατ' ουσίαν την από 4-10-2005 έφεση τους κατά της υπ' αριθμ.27181/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 30-9-2003 κύρια αγωγή τους εναντίον του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων. Σύμφωνα λοιπόν με τα προεκτεθέντα, μετά την άσκηση της ως άνω από 3-2-2011 αιτήσεως αναίρεσης των εναγόντων της κύριας αγωγής κατά της υπ' αριθ. 1925/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει δικαίωμα και έννομο συμφέρον το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο να ασκήσει την ένδικη επικουρική αναίρεση κατά της ίδιας απόφασης, ως προς το μέρος αυτής που έκρινε και απέρριψε (ως άνευ αντικειμένου) την από 24-12-2005 επικουρική έφεση του κατά της υπ' αριθμ. 27181/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 18-11-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων (την οποία και επικύρωσε), και να ζητήσει για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε γίνει δεκτή η από 3-2-2011 αίτηση αναιρέσεως και οι από 29-8-2011 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ.1925/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναιρεθεί η απόφαση αυτή, κατά το μέρος που απέρριψε την από 4-10-2005 έφεση των Σ. Κ. κλπ κατά της υπ' αριθμ 27181/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε η από 30-9-2003 κύρια αγωγή τους εναντίον του αναιρεσείοντος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς το σκέλος της που έκρινε και απέρριψε ως άνευ αντικειμένου την από 24-12-2005 επικουρική έφεση του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά της ίδιας απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε επίσης η από 18-11-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, να παραπεμφθεί και η υπόθεση αυτή για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, έτσι ώστε, εφόσον το Εφετείο Θεσσαλονίκης (ως δικαστήριο της παραπομπής), δικάσει κατ' ουσίαν την άνω από 4-10-2005 έφεση των Σ. Κ. κλπ και την από 30-9-2003 κύρια αγωγή τους και τις κάνει δεκτές ως βάσιμες εναντίον του αναιρεσείοντος, να δικάσει κατ' ουσίαν επίσης την από ?4-12-2005 (επικουρική) έφεση του κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά της υπ' αριθμ. 27181/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την από 18-11-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων. Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα μέρη της που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση με αριθ. 3998/2005 των κυρίως εναγόντων Σ. θυγ. Χ. Κ. κ.λ.π .και την συνεκδικασθείσα με αριθ. 5349/2005 επικουρική έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου ως άνευ αντικειμένου κατά της Χ. Μ. κ.λ.π. να παραπεμφθεί η υπόθεση ενιαία για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι των δυο συνεκδικασθεισών αιτήσεων αναιρέσεων στα χωριστά δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων για κάθε αίτηση αναίρεσης. (αρθρ176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 1925/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα εις το σκεπτικό μέρη της που αφορούν την απόρριψη των δύο συνεκδικασθεισών εφέσεων (κύριας και επικουρικής). Παραπέμπει την υπόθεση, ενιαία για τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους κάθε μίας των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως χωριστά στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κάθε μίας των ίδιων αιτήσεων αναιρέσεως, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000)ευρώ για τους αναιρεσείοντες κάθε αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14-Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ