Αριθμός 269/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Κ. Ν., κατοίκου ... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Κουφοπούλου. Της αναιρεσιβλήτου: ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΕΤΑΔ ΑΕ), ως καθολικής διαδόχου της "Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου ΚΕΔ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θαλασσινό Θαλασσινό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2015 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σχοινοχωρίτης ανέγνωσε την από 21-11-2022 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθ. 83/2015 αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 11-2-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθ. 130/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκε η από 26-8-2009 αρνητική αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου ΑΕ, την οποία διαδέχθηκε καθολικά η νυν αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την ηττηθείσα κατά του νικήσαντος διαδίκου εντός της καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 § 3 ΚΠολΔ δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552,553, 556,558, 564 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό του μοναδικού λόγου αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η εφετειακή απόφαση για σφάλμα της, που ιδρύει τον εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Κατά τα άρθρα 38 § 1, 39 § 2 και 44 § 2 του Π.Δ. 715/1977, εκδοθέντος κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 43 §§ 4, 5 και 60 § 1 του Ν.Δ. 496/1974, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 14, 17, 38 § 1, 39 § 2, 44 § 2 του Ν. 369/1976 και 3 Ν.578/1977, "τα εις τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ανήκοντα και εν γένει υπ` αυτών διαχειριζόμενα ακίνητα εκμισθούνται δια δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού". "Ανευ διαγωνισμού εκμίσθωσις ενεργείται, υπό τους αυτούς ή νέους όρους, εάν ο δις διενεργηθείς διαγωνισμός απέβη άνευ αποτελέσματος ή εκρίθη ασύμφορος, δι` ητιολογημένης αποφάσεως του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ συλλογικού οργάνου". "Η σύμβασις μισθώσεως καταρτίζεται δια συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού εγγράφου, κατά την κρίσιν του διοικούντος το νομικό πρόσωπο δημοσίου δίκαιου συλλογικού οργάνου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι διατυπώσεις που προβλέπονται για τις εκμισθώσεις ακινήτων, τα οποία διαχειρίζονται νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, αποτελούν συστατικές του κύρους των σχετικών συμβάσεων προϋποθέσεις και συνεπώς, εάν έχει παραλειφθεί κάποια από αυτές, η σύμβαση λογίζεται ως ανύπαρκτη. Η τήρηση των ως άνω διατυπώσεων, ως ειδικών, και δη η τήρηση τύπου για την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως και γενικά για κάθε συμφωνία που αφορά και ανάγεται στη μίσθωση ακινήτου της άνω κατηγορίας, απαιτείται και οσάκις η μίσθωση του ακινήτου αυτού εμπίπτει στην προστασία του Ν. 813/1978 (ΑΠ 1042/1995). Περαιτέρω, με το άρθρο 41 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζονται τα εξής : "Κάθε σύμβαση για λογαριασμό ν. π. δ. δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (ήδη 2.500 € σύμφωνα με την υπ` αριθ. 2/42053/0094/02 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσό τούτο δύναται να αυξομειώνεται δι` αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρόταση καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δια ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται σε περίπτωση εκπληρώσεως της συμβάσεως". Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό NΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός και για το λόγο αυτό η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 § 1 ΑΚ, άκυρη τη σύμβαση, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως, μόνον όμως όταν για την σύναψή της προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 62/1984, ΑΠ 1160/2013, ΑΠ 1057/2011). Η πρόταση, ούσα μονομερής και απευθυντέα σε τρίτο δήλωση βουλήσεως και αποτελούσα ουσιώδες κατ` άρθ. 192 ΑΚ στοιχείο της σύμβασης, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 199 ΑΚ "σε περίπτωση πλειστηριασμού η σύμβαση, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ωσότου δοθεί μεγαλύτερη προσφορά ή ωσότου ματαιωθεί η κατακύρωση". Στη διάταξη αυτή, που είναι ενδοτικού χαρακτήρα, ο όρος "πλειστηριασμός" λαμβάνεται υπό την έννοια του δημόσιου συναγωνισμού, μειοδοτικού ή πλειοδοτικού, για σύναψη σύμβασης πώλησης, μίσθωσης πράγματος, εργασίας ή έργου ή άλλης σύμβασης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η διακήρυξη δημοπρασίας, που εξομοιώνεται με τον πλειστηριασμό, ενέχει πρόσκληση προς το κοινό για την υποβολή προτάσεων. Αυτός που υπέβαλε την πιο συμφέρουσα προσφορά - πρόταση (υπερθεματιστής) δεσμεύεται μέχρι την υποβολή καλύτερης προσφοράς ή τη ματαίωση της κατακύρωσης, ενώ αυτός που προκήρυξε το διαγωνισμό δεσμεύεται μόνο μετά από την κατακύρωση, εκτός αν συνάγεται κάτι άλλο από την προκήρυξη της δημοπρασίας. Τέλος, επί συμβάσεως μισθώσεως ουσιώδη στοιχεία αυτής αποτελούν το μίσθιο και το μίσθωμα μαζί με την συμφωνία για την παραχώρηση της χρήσης, ενώ ελάχιστα στοιχεία της πρότασης επί δημοσίου ειδικά διαγωνισμού, αποτελεί η προσφορά του εκάστοτε υπερθεματίζοντος για το μίσθωμα. Με την εκπλήρωση της σύμβασης η θεραπεία της ακυρότητας είναι ολοκληρωτική και ισχυροποιεί τη μίσθωση αναδρομικά και για το μέλλον. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2016, 4/2005, 7/2006). Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) Οι πραγματικε?ς διαπιστω?σεις (παραδοχε?ς) της προσβαλλο?μενης απο?φασης που θεμελι?ωσαν την κρι?ση του δικαστηρι?ου για το βα?σιμο η? μη της αγωγη?ς η? του ισχυρισμου? και μα?λιστα με πληρο?τητα και σαφη?νεια και ο?χι αποσπασματικα? και επιλεκτικα? (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 27/1998, ΑΠ 28/1998, ΑΠ 247/2004, ΑΠ 377/2004), καθω?ς και η ε?ννομη συνε?πεια που βα?σει αυτω?ν καταγνω?σθηκε, διο?τι το αναιρετη?ριο δεν μπορει? να συμπληρωθει? απο? την αναιρεσιβαλλο?μενη απο?φαση (ΑΠ 214/2002), β) ο κανο?νας του ουσιαστικου? δικαι?ου που φε?ρεται ο?τι παραβια?σθηκε και μα?λιστα ενα?ριθμα, γ) η επι?δραση του σφα?λματος στο διατακτικο? της απο?φασης (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 214/2002, ΑΠ 346/1999), ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2013). Η κατάφαση του λόγου προϋποθέτει ότι οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1671/2011, ΑΠ 114/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει στο δικόγραφο της αιτήσεως το ιστορικό της διαφοράς της με την αναιρεσίβλητη και τις διατάξεις του άρθρου 44 του ΠΔ 715/1979 και αφού αναφέρει ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος ούτε για την πρόταση ούτε για την αποδοχή της συμβάσεως μισθώσεως, ισχυρίζεται ότι έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση "διότι δεν τηρήθηκε στην κρινόμενη διαφορά έγγραφος τύπος ούτε για την πρόταση ούτε για την αποδοχή της συμβάσεως πολλώ μάλλον αφού η σύμβασή μας δεν υλοποιήθηκε κατ'ουδένα τρόπο. Η πρόταση της ΚΕΔ ήταν γενική ανακοίνωση δημοπρασίας προς το κοινό και η πρότασή μου πλειοδοσίας προφορική". Έτσι που τίθεται ο λόγος αναίρεσης, είναι παντελώς αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι δεν αναφέρει τις πραγματικε?ς διαπιστω?σεις (παραδοχε?ς) της προσβαλλο?μενης απο?φασης που θεμελι?ωσαν την κρι?ση του δικαστηρι?ου για το ουσία αβάσιμο της αγωγη?ς και μα?λιστα με πληρο?τητα και σαφη?νεια και ο?χι αποσπασματικα? και επιλεκτικα?, όπως απαιτείται, και επίσης σε τι συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλομένης και πως επέδρασε αυτό στο διατακτικό της. Ανεξαρτήτως αυτού, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχική εναγομένη Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ ), στην θέση της οποίας υπεισήλθε η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ " (ΕΤΑΔ ΑΕ) [ήδη αναιρεσίβλητη], ως καθολική διάδοχος αυτής, προκειμένου να προβεί στην εκμίσθωση ακινήτου της, προκήρυξε, σύμφωνα με τις διατάξεις του 973/1979, δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό. Συγκεκριμένα με την με αριθμό 14/13-5-2008 απόφαση του ΔΣ της ΚΕΔ εγκρίθηκε η εκμίσθωση με δημοπρασία, μεταξύ άλλων, του τμήματος β' του ΒΚ 487 δημοσίου ακινήτου, αρμοδιότητας Κ.Υ. Σάμου, που είναι παλαιός αιγιαλός και βρίσκεται στην περιοχή Δημοτικό Σχολείο του Δήμου Πυθαγορείου Σάμου, επιφάνειας 606,43 τμ., για τρεις εποχικές περιόδους των ετών 2008, 2009 και 2010 καθώς και η δημοπράτησή του με ανοικτή διαδικασία με το σύστημα πλειοδοσίας με προφορικές προσφορές και κριτήριο κατακύρωσης την πλέον συμφέρουσα οικονομική προσφορά. Ημέρα διεξαγωγής της ως άνω δημοπρασίας ορίστηκε η 27-6-2008 με την από 10-6-2008 διακήρυξη δημοπρασίας εκμίσθωσης του ως άνω δημοσίου ακινήτου ( παλαιού αιγιαλού), η οποία όριζε και τους όρους αυτής και με τιμή εκκίνησης του μισθώματος, στο ποσό των 7.277,16 ευρώ για την πρώτη εποχική περίοδο 2008, ενώ για την 2η και 3η εποχική περίοδο των ετών 2009 και 2010 θα αναπροσαρμοζόταν κατά 10% για κάθε εποχική περίοδο. Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη [ήδη αναιρεσείουσα], δεδομένου ότι είχε υποβάλει την από 10-12-2007 αίτηση για μίσθωση του ως άνω ακινήτου, ενημερώθηκε για την ως άνω δημοπρασία από την αρμόδια υπηρεσία της ΚΕΔ με το με αριθμό πρωτ. 6364/2805/ Φ 31 4927/10-6-2008 έγγραφό της. Στις 27-6-2008 διεξήχθη η παραπάνω δημοπρασία και η εφεσίβλητη - ενάγουσα ανακηρύχθηκε πλειοδότης, προσφέρουσα το ποσό των 7.641 ευρώ, η οποία κρίθηκε συμφέρουσα, ενόψει της ως άνω τιμής εκκίνησης. Αμέσως μετά και αφού η εφεσίβλητη - ενάγουσα ανακηρύχθηκε πλειοδότης του ως άνω δημοσίου τμήματος (παλαιού αιγιαλού), παραχωρήθηκε στην τελευταία εκ μέρους της εκκαλούσας - εναγομένης, η χρήση του μισθίου χώρου, τον οποίο έκτοτε η εφεσίβλητη - ενάγουσα, με τις αναφερόμενες συγκεκριμένες πράξεις που ενήργησε σ'αυτό, ήτοι με την μόνιμη τοποθέτηση τσιμεντένιου στύλου για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και την περιστασιακή τοποθέτηση κινητών αντικειμένων στο μίσθιο χώρο..., οι οποίες αναμφίβολα συνιστούσαν πράξεις χρήσεως, μεταχειριζόταν και χρησιμοποιούσε αυτό ως μισθώτρια και τον οποίο κυρίως για την χρήση αυτή ενδιαφέρθηκε να μισθώσει με την ως άνω δημοπρασία, καθόσον ήθελε με την μίσθωση του τμήματος του παλαιού αυτού αιγιαλού, να αποκτήσει ομορότητα της ζώνης του όμορου αιγιαλού και να εξασφαλίσει έτσι την απευθείας χορήγηση σ'αυτήν από τον Δήμο Πυθαγορείου της χρήσης και εκμετάλλευσης της ζώνης μου αιγιαλού,... στην οποία (ζώνη του αιγιαλού) άλλωστε και πράγματι τοποθέτησε την καντίνα, τραπεζοκαθίσματα και ομπρέλες με καθίσματα θαλάσσης. Επειδή ακριβώς είχε αμέσως παραχωρηθεί από την εκκαλούσα - εναγομένη, στην εφεσίβλητη - ενάγουσα, μετά την ανάδειξη αυτής ως πλειοδότρια, η χρήση του μισθίου δημοσίου τμήματος του ως άνω παλαιού αιγιαλού και θεωρείτο μισθωμένο το τμήμα αυτό, γι'αυτό και δεν εκδόθηκε εναντίον της για την ως άνω χρήση που η τελευταία έκανε στο μίσθιο χώρο, πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, όπως εκδόθηκε για το όμορο του μισθίου τμήματος της ζώνης του αιγιαλού, στο οποίο η εφεσίβλητη - ενάγουσα έκανε αυθαίρετη χρήση, όπως προκύπτει από την από 6-10-2008 έκθεση ελέγχου του υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Σάμου Ε. Π.. Εν συνεχεία, δυνάμει της με αριθμό 25/9-10-2008 /Εα9 απόφασης του Δ.Σ. της εκκαλούσας - εναγομένης, εγκρίθηκε η κατακύρωση του ως άνω αποτελέσματος της δημοπρασίας περί εκμίσθωσης του τμήματος β' του ΒΚ 487 δημοσίου ακινήτου, αρμοδιότητας Κ.Υ. Σάμου, που είναι παλαιός αιγιαλός και βρίσκεται στην περιοχή Δημοτικό Σχολείο του Δήμου Πυθαγορείου Σάμου, στην εφεσίβλητη - εκκαλούσα Κ. Ν. και ακολούθως η εκκαλούσα - εναγομένη με το υπ'αριθμ. 13517/5386/2-12-2008 έγγραφό της, απέστειλε: α) στην εφεσίβλητη - ενάγουσα έντυπο μισθωτηρίου συμβολαίου για υπογραφή και β) στις 23-12-2008 στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. τους σχετικούς χρηματικούς καταλόγους για βεβαίωση των μισθωμάτων του μισθίου χώρου για τις μισθωτικές περιόδους 2008, 2009 και 2010, συνολικού ύψους 26.202,52 ευρώ, πλην όμως η εφεσίβλητη - ενάγουσα αρνήθηκε να υπογράψει τα μισθωτήρια συμβόλαια, υποστηρίζοντας ότι ουδέν οφείλει, καθόσον δεν υφίσταται μισθωτική σύμβαση, λόγω μη έγκαιρης αποστολής και μη υπογραφής μισθωτηρίων εγγράφων και ότι εκ του λόγου αυτού δεν, παρέλαβε και δεν έκανε ουδεμία χρήση του ανωτέρω χώρου. Από τα προεκτεθέντα όμως αποδείχθηκε, ότι αμέσως μετά την ανάδειξη της εφεσίβλητης - ενάγουσας ως πλειοδότριας της ως άνω δημοπρασίας, παραχωρήθηκε στην τελευταία, εκ μέρους της εκκαλούσας - εναγομένης, η χρήση του μισθίου χώρου, το οποίο έκτοτε, με τις προαναφερόμενες συγκεκριμένες πράξεις, που ενήργησε στα μίσθιο και αναμφίβολα συνιστούσαν πράξεις χρήσεως, μεταχειριζόταν και χρησιμοποιούσε αυτό ως μισθώτρια. Έτσι, με την εκπλήρωση της σύμβασης από την εκμισθώτρια ΚΕΔ - ν.π.δ.δ., με την παράδοση της χρήσης του μισθίου στην μισθώτρια και δεδομένης της χρήσης αυτού από την τελευταία, (όπως ρητά κατέθεσε γι'αυτό και ο μάρτυρας της εκκαλούσας - εναγομένης ) επήλθε, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, πλήρης άρση της ακυρότητας, εκ της μη τήρησης του εγγράφου τύπου, η δε θεραπεία της ακυρότητας είναι ολοκληρωτική και ισχυροποίησε την ένδικη μίσθωση και για το μέλλον και όχι μόνον για το χρονικό διάστημα που αφορούσαν οι καταβολές. Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί ισχυρισμοί με τους οποίους η εφεσίβλητη - ενάγουσα υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται μισθωτική σύμβαση, λόγω μη υπογραφής μισθωτηρίων εγγράφων και ότι εκ του λόγου αυτού δεν παρέλαβε και δεν έκανε χρήση του ανωτέρω χώρου. Σε κάθε όμως περίπτωση, στην μη αξιοποίηση του μισθίου μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, για τον σκοπό που κατακυρώθηκε, δεν συνετέλεσε η έλλειψη μισθωτηρίων εγγράφων, αλλά οφείλεται στο γεγονός ότι βασικός σκοπός της εφεσίβλητης - ενάγουσας, ήταν να κάνει εκεί δευτερεύουσα χρήση, όπως και έκανε, κυρίως όμως ήταν να αποκτήσει ομορότητα με την έμπροσθεν του μισθίου παλαιού αιγιαλού, όμορη ζώνη του αιγιαλού, στην οποία και τοποθέτησε την καντίνα και τα τραπεζοκαθίσματα και τις ομπρέλες, όντας, όπως προαναφέρθηκε, αυθαίρετη χρήση της ζώνης του αιγιαλού, δεδομένου ότι δεν είχε συνάψει μίσθωση για αυτό με τον Δήμο - Πυθαγορείου. Συνεπώς, εφόσον η ένδικη μίσθωση ισχυροποιήθηκε με την εκπλήρωση της σύμβασης και για το μέλλον και όχι μόνον για το χρονικό διάστημα που αφορούσαν οι καταβολές και λειτουργούσε κανονικά, όφειλε η εφεσίβλητη - ενάγουσα μισθώτρια, η οποία είχε την φυσική εξουσίαση του μισθίου και ενεργούσε πράξεις προσιδιάζουσες στην ιδιότητα του μισθωτή, να καταβάλει τα μισθώματα, δεδομένου ότι ουδέποτε κατήγγειλε την μίσθωση ( άρθρο 585 ΑΚ)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που είχε κάνει δεκτή την αρνητική αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσείουσας, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι με την παραχώρηση από μέρους της αναιρεσίβλητης της χρήσης του μισθίου ακινήτου στην αναιρεσείουσα και την εκπλήρωση έτσι της προκηρυχθείσας με τη δημοπρασία σύμβασης θεραπεύτηκε ολοκληρωτικά η, από τη μη τήρηση του έγγραφου τύπου, ακυρότητα της ένδικης σύμβασης μίσθωσης. Παράλληλα, όμως, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την προφορική προσφορά (πρόταση) της αναιρεσείουσας ακολούθησε η έγγραφη αποδοχή της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δια της εκδόσεως της με αριθμό 25/9-10-2008 /Εα9 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, με την οποία εγκρίθηκε η κατακύρωση του ως άνω αποτελέσματος της δημοπρασίας, τούτου επέχοντος θέση αποδοχής, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με την, κατ' ανέλεγκτη κρίση, παράδοση της χρήσης του μισθίου στην αναιρεσείουσα, να έχει συναφθεί, κατά νόμον, η σύμβαση μισθώσεως. Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Η διάταξη θεσπίζει εφαρμογή της αρχής jura novit curia προς διατήρηση του κύρους της απόφασης, παρά το νομικό σφάλμα της που προβάλλεται με λόγο αναίρεσης. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 37/1996, ΑΠ 931/2001). Η δυνατότητα αυτή είναι απόρροια της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος δεσμεύεται μεν από τα πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όχι όμως και από τη νομική αιτία (μείζονα πρόταση). Ως αιτιολογικό νοείται εν προκειμένω η διάταξη νόμου που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης δηλ. η νομική αιτία (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 732/2018). Επομένως, με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο ορθώς μεν κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε και σε ορθό διατακτικό οδηγήθηκε, δεχόμενο ότι ήρθη η ακυρότητα της σύμβασης μίσθωσης λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και απορρίπτοντας για το λόγο αυτό την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, το αιτιολογικό όμως της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, για τη σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως δεν αρκούσε μόνον η παράδοση της χρήσης του μισθίου, όπως εσφαλμένως δέχεται η προσβαλλομένη, αλλά ήταν αναγκαία και η, λόγω της τυπικότητος που απαιτείται, έγγραφη διατύπωση μιας εκ των δηλώσεων βουλήσεως εκ της συμπτώσεως των οποίων επέρχεται η σύναψη της συμβάσεως, η οποία εν προκειμένω και συντελέστηκε, κατά τις πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, πρέπει, αφού αντικατασταθεί, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, το προαναφερόμενο εσφαλμένο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με την ως άνω ορθή αιτιολογία, να απορριφθεί ως αλυσιτελής ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 44 του ΠΔ 715/1979, καθώς και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Πρέπει δε να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-11-2015 αίτηση της Κ. Ν. για αναίρεση της υπ'αριθ. 83/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ