Αριθμός 430/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Καϊτανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 4372/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-9-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 73 του ν.δ. 356/1974 [Κ.Ε.Δ.Ε.] '' 1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτη ασκείται : α] κατά της εκδοθείσας ατομικής ειδοποίησης, β] κατά του εντάλματος προσωπικής κράτησης, που εκδόθηκε και δεν εκτελέστηκε και γ] κατά του νόμιμου τίτλου, εκδικάζεται δε από το αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 583 έως 585 ΚΠολΔ. Δια ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βάσιμου της απαιτήσεως του Δημοσίου εφόσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινόμενος μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται πάντοτε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους: α] Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν, β]Εάν το χρέος απεσβέσθη δια καταβολής ή δια συμψηφισμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος ν. διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως, γ] Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως, δ] Εάν το χρέος παρεγράφη, ε] Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεος, στ] Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπική κράτησιν και ζ] Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος ν. διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη''. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το συγκεκριμένο άρθρο αφενός παρέχει στον οφειλέτη, ως άμυνα, δύο είδη ανακοπών, και δη την ανακοπή της παρ. 1 πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης και την ανακοπή της παρ. 2 μετά την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, η οποία [ έναρξη ] εντοπίζεται στην επιβολή κατάσχεσης ή την σύλληψη του οφειλέτη, και αφετέρου οριοθετεί την προθεσμία για την άσκηση και των δύο προκείμενων ανακοπών για τους σε αυτές λόγους, ώστε με την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης να λήγει η προθεσμία της πρώτης ανακοπής της παρ. 1 και να αρχίζει η προθεσμία της δεύτερης ανακοπής της παρ. 2 [ΑΠ139/2018]. Ειδικότερα δε, ως προς την προθεσμία της άσκησης της ανακοπής του άρθρου 73 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα δεν θέτει εναρκτήριο, αλλά μόνο καταληκτικό γεγονός, ήτοι την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης. Ο νομοθέτης με τη συγκεκριμένη ρύθμιση [του άρθρου 73 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε.] θέλησε να παράσχει στον οφειλέτη μία ολοκληρωτική έννομη προστασία πριν αρχίσει η διοικητική εκτέλεση και, παράλληλα, να χορηγήσει τη δυνατότητα στο Διευθυντή του Δημόσιου του Δημόσιου Ταμείου να σταθμίσει, πριν προβεί στην έναρξη της εκτέλεσης, την κατάσταση που δημιουργήθηκε με την άσκηση της οικείας ανακοπής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης [άρθρο 321 ΚΠολΔ], κρίσιμός δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος άσκησης της τελευταίας με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει [ολΑΠ 18/2001]. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του [ολΑΠ 15/2001], ενεργοποιεί τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης [άρθρο 502 ΚΠολΔ], με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση από αυτόν ή τον αντίδικό του αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ], αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών άσκησης της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση [ολΑΠ 11/1998, ΑΠ 1543/2018], δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Ειδικότερα, η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην και διαμένει στην Ελλάδα είναι δέκα πέντε ημέρες από την επίδοση της [ερήμην] απόφασης [άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ] Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε, αντίστοιχα, δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτήν δεν έχει θεσπισθεί καταχρηστική προθεσμία, αντίστοιχη, με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση [ΑΠ 1543/2018]. Περαιτέρω, η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από το διάδικο κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, όπως και οι προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνονται μόνο από το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο αποφαίνεται και για τη βασιμότητα των λόγων αυτής και όχι παρεμπιπτόντως από τον Άρειο Πάγο, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει [ολΑΠ 15/2001]. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, που έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, αναφέροντας, απαραιτήτως, στη σχετική απόφαση τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης (ΑΠ 1331/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''...'', με την από 6-7-2010 ανακοπή της, επιδίωξε για τους λόγους που διαλαμβάνονται σ' αυτήν την ακύρωση: α] της υπ' αριθμ. 22783 4-6-2010 ταμειακής προσκλήσεως του Δήμου Αθηναίων, β] της υπ' αριθμ. 22784/4-6-2010 ταμειακής προσκλήσεως του Δήμου Αθηναίων, γ] της υπ' αριθμ. 760/2009 ταμειακής βεβαιώσεως χρέους της Διευθύνσεως Οικονομικών του Δήμου Αθηναίων και δ] της υπ' αριθμ. 761/2009 ταμειακής βεβαιώσεως χρέους της Διευθύνσεως Οικονομικών του Δήμου Αθηναίων, δυνάμει των οποίων βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας, ως οφειλή της έναντι του καθ' ου Δήμου Αθηναίων, τα ποσά των 23674,30 ευρώ και 5524 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης και ποινική ρήτρα, από την παρακράτηση του αναφερόμενου μισθίου καταστήματος μετά τη λήξη της μίσθωσης. Με αυτό το περιεχόμενο, η ως άνω ανακοπή στηρίζεται στο άρθρο 73 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε., ο οποίος εν προκειμένω εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 167 του ν. 3463/2006 και όχι στο άρθρο 73 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., δεδομένου με αυτή [ανακοπή] προσβάλλονται μόνο οι ταμειακές προσκλήσεις και οι ταμειακές βεβαιώσεις που εκδόθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες του καθ' ου η ανακοπή, ήτοι πράξεις που προηγούνται της έναρξης της διοικητικής εκτέλεσης, η οποία έναρξη εντοπίζεται στην επιβολή κατάσχεσης [ή της σύλληψης του οφειλέτη], ενώ δεν προκύπτει εν προκειμένω ότι για τις προσβαλλόμενες πράξεις του καθ' ου η ανακοπή έχει αρχίσει η διοικητική εκτέλεση, ήτοι ότι έχει επιβληθεί κατάσχεση. Περαιτέρω, επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4372/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, ερήμην του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος και ακυρώθηκαν οι παραπάνω πράξεις. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων έχει ασκήσει την από 20-3-2019 και με αριθμό κατάθεσης 30713/2618/2019 ανακοπή ερημοδικίας, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 17-9-2019 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παραιτήθηκε νόμιμα από το δικόγραφο και το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ανδρικόπουλου [δυνάμει του υπ' αριθμ. 36621/10-9-2019 ειδικού πληρεξουσίου του Δημάρχου Αθηναίων, που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο Αθηνών Παναγή Α. Αναγνωστόπουλο, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 568/24-7-2019 εγκριτική πράξη της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Αθηναίων], ο οποίος υπέβαλε προφορικά αλλά και εγγράφως δήλωση παραίτησης από το ανωτέρω δικόγραφο και από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας. Ωστόσο δεν προκύπτει, για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι κατά τον χρόνο της άσκησής της, είχε τελεσιδικήσει η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε διότι είχε παρέλθει η σχετική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, αφού δεν προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα σχετική βεβαίωση (πιστοποιητικό) του αρμοδίου γραμματέως περί μη άσκησης του ένδικου αυτού μέσου είτε διότι αυτός (αναιρεσείων) είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή από την ασκηθείσα ανακοπή (ή και λόγω απόρριψης αυτής), αφού δεν προσκομίζονται τα σχετικά με τα ως άνω θέματα, στοιχεία (διαδικαστικά έγγραφα), ώστε να καταστεί δυνατή η κρίση του δικαστηρίου τούτου, αναφορικά με την επέλευση της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης και, εντεύθεν, το παραδεκτό ή μη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης, παρουσιάσθηκαν τα ως άνω κενά και αμφίβολα σημεία, τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση και πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα πιο πάνω στοιχεία, σχετικά με τη συνδρομή της παραπάνω προϋπόθεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 21-9-2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4372/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ