ΑΡΙΘΜΟΣ 1350/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Κωνσταντινίδη, περί αναιρέσεως της 9482/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Κ. του Σ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 219/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ.α' ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών ετών εκείνος που από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 Π.Κ. κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευσε όμως ότι δεν θα επήρχετο, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α)να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει ή υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β)να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό πίστευσε όμως ότι δεν θα επήρχετο και γ)να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται ειδικότερα ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από μέρους του των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματος του και ανάγεται σε νομική υποχρέωση του με επιτακτικούς κανόνες. Συγκεκριμένα με το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικα ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική συνδρομή του, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών. Συνεπώς, ο ιατρός ευθύνεται, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπε να γνωρίζει δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους και η άγνοια, η επιπολαιότητα ή απρονοησία του τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση, για να αποτρέπονται προσβολές ή κίνδυνοι κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής. Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται, όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς σε κάθε αποδεικτικό μέσο και ανάλυση του τι προέκυψε χωριστά από καθένα ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ως προς τα οποία η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση αφορά στην ουσία της υποθέσεως και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά της απόφασης, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και μνημονεύει κατ' είδος προέκυψαν τα εξής: ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του έτους 2006 μέχρι τις 4-4-2008 από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής που όφειλε, μπορούσε και ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις λόγω της ιδιότητάς του ως ιατρός μαιευτήρας -γυναικολόγος, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε ή παρακάτω παράλειψη του και προκάλεσε στην εγκαλούσα σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος είναι ιατρός μαιευτήρας -γυναικολόγος και υπήρξε ο προσωπικός θεράπων ιατρός της εγκαλούσας, Α. Κ. σε αμφότερους τους τοκετούς της. Κατά τον πρώτο τοκετό, που πραγματοποιήθηκε στις 18-6-2004 στο ιδιωτικό θεραπευτήριο ΙΑΣΩ, αμέσως μετά την εξαγωγή του παιδιού, εμφανίστηκε μεγάλη αιμορραγία σε αρτηρία του κόλπου, με αποτέλεσμα να χρειασθεί για την αντιμετώπισή της άμεση μετάγγιση αίματος και να απαιτηθεί μεγαλύτερος του προβλεπόμενου χρόνος παραμονής και νοσηλείας της εγκαλούσας στο μαιευτήριο. Μετά από ειδική φαρμακευτική αγωγή και συρραφή η αιμορραγία έπαυσε, πλην όμως για πενήντα περίπου ημέρες μετά τον τοκετό η εγκαλούσα εξακολουθούσε να έχει έντονους πόνους στη περιοχή του κόλπου, χωρίς να της παρέχεται από τον κατηγορούμενο καμία πειστική εξήγηση. Έκτοτε οι πόνοι μειώθηκαν, χωρίς όμως να παύσουν και επιτείνονταν κυρίως κατά το σκύψιμο για την εκτέλεση διαφόρων εργασιών, καθώς και κατά τη διάρκεια των συνευρέσεών της με το σύζυγό της, τους αντιμετώπιζε δε η εγκαλούσα με τη λήψη διαφόρων αναλγητικών φαρμάκων. Κατά τον Αύγουστο όμως του έτους 2006 οι πόνοι της εγκαλούσας στην περιοχή του κόλπου και χαμηλά στην κοιλιά έγινα πλέον εντονότεροι και υποχρεώθηκε να επισκεφθεί για την αντιμετώπισή τους τον κατηγορούμενο, ο οποίος την εξέτασε και της υπέδειξε τη διενέργεια υπερήχου μήτρας. Ούτε όμως από την προσωπική εξέταση της εγκαλούσας ούτε από τα ευρήματα του υπερήχου ο κατηγορούμενος κατάφερε να εντοπίσει και να αντιμετωπίσει την αιτία των πόνων και κρίνοντας ότι μπορεί να υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τα έντερα, γι'αυτό υπέδειξε στην εγκαλούσα να επισκεφθεί ιατρό γαστρεντερολόγο. Πράγματι η εγκαλούσα επισκέφθηκε ιατρό γαστρεντερολόγο, πλην όμως η περαιτέρω ενδεικνυόμενη εξέταση της κολονοσκόπησης δεν πραγματοποιήθηκε γιατί διαπιστώθηκε ότι η εγκαλούσα ήταν ήδη έγκυος στο δεύτερο παιδί της και υπήρχε κίνδυνος για το έμβρυο. Καθ' όλη τη διάρκεια και της δεύτερης αυτής εγκυμοσύνης η εγκαλούσα εξακολουθούσε να έχει αφόρητους πόνους, τους οποίους με σύσταση του κατηγορούμενου αντιμετώπιζε με Buscopan. Στις 19-6-2007 η εγκαλούσα γέννησε με φυσιολογικό τοκετό το δεύτερο παιδί της, πλην όμως μετά τον τοκετό οι πόνοι στο υπογάστριο και στον κόλπο έγιναν εντονότεροι, ο κατηγορούμενος αρχικά την καθησύχαζε χωρίς να της παρέχει κάποια πειστική δικαιολογία, εξέφραζε δε την άποψη ότι μπορούσε η αιτία των πόνων να είναι ψυχοσωματική και προσπαθούσε να προϊδεάσει την απελπισμένη εγκαλούσα ότι μπορεί να πονά και εφόρου ζωής. Στις 23-11-2007 ο κατηγορούμενος εξέτασε εκ νέου την εγκαλούσα ,η οποία συνέχιζε να διαμαρτύρεται για τους έντονους πόνους και της υπέδειξε τη διενέργεια υπερήχου μήτρας και ωοθηκών, που η εγκαλούσα πραγματοποίησε στο ιατρικό κέντρο ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ, χωρίς και πάλι να διαπιστωθεί κάποιο παθολογικό πρόβλημα που να συνδέεται με την αιτία των συνεχιζόμενων πόνων. Στη συνέχεια η εγκαλούσα κατέφυγε και πάλι σε ιατρό γαστρεντερολόγο, ο οποίος, αφού δεν διαπίστωσε κάποιο παθολογικό πρόβλημα με τη λειτουργία των εντέρων, υπέδειξε στη εγκαλούσα τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας, στην οποία η τελευταία υποβλήθηκε στις 22-3-2008 και διαπιστώθηκε η απεικόνιση συμπλόκου κυστικού μορφώματος με διαφράγματα και ανομοιογενές περιεχόμενο στο δεξιό πλάγιο της ελάσσονος πυέλου, στο δεξιό περιορθικό χώρο διαστάσεων 5,8 χ 4,7 cm περίπου. Κατόπιν τούτου η εγκαλούσα αναγκάστηκε για την αντιμετώπιση του προβλήματος να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 4-4-2008 στο Γ.ΝΑ ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΙΟ -ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ από τον εξετασθέντα και ως μάρτυρα κατηγορίας ειδικό χειρούργο ιατρό Κ. Κ., αφαιρέθηκε το παραπάνω κυστικό μόρφωμα και μετά την εξέταση της μάζας αυτής διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για γάζα που ο κατηγορούμενος είχε καταλείψει στο χώρο της ελάσσονος πυέλου της εγκαλούσας στις 18-6-2004, δηλαδή κατά τον πρώτο τοκετό της τελευταίας. Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε κατά παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής, το παραπάνω ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράλειψη αυτών και δεν ήταν σύμφωνο με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Δηλαδή δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος ιατρός όφειλε και μπορούσε κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους θεμελιώδεις γενικά αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και η παράλειψή του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα της επιδείνωσης της υγείας και της σωματικής κάκωσης της εγκαλούσας. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, μολονότι γνώριζε ότι η εγκαλούσα ήδη από τον πρώτο τοκετό, κατά τη διάρκεια του οποίου είχε λάβει χώρα μεγάλη αιμορραγία από αρτηρία του κόλπου, συχνά του εξέφραζε και με προσωπικές στο ιατρείο του επισκέψεις για συνεχιζόμενους πόνους χαμηλά στην κοιλιά και στην περιοχή του κόλπου, παρά το γεγονός ότι οι πόνοι αυτοί συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση και τον Αύγουστο του έτους 2006, όποτε και τον επισκέφθηκε πάλι, αφού και τα ευρήματα του υπέρηχου δεν απεικόνιζαν κάτι παθολογικό, και αφού οι πόνοι εστιάζονταν στην περιοχή του κόλπου και ανάγονταν σε περιοχή της ειδικότητάς του, όφειλε να προβεί σε νέα ενδελεχή εξέταση, ώστε να αποκλείσει όλα τα ενδεχόμενα του κύκλου της ειδικότητας του, δηλαδή να υποδείξει νέα ενδελεχή εξέταση υπερήχων με διακολπικό ή ορθικό υπερηχογράφημα, όπως περί τούτου κατέθεσε ο μάρτυρας Κ. Καραλιώτας και σε περίπτωση αρνητικών και πάλι αποτελεσμάτων, να υποδείξει τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας, ενέργειες τις οποίες επιβαλλόταν να κάνει και μετά το δεύτερο τοκετό της εγκαλούσας, οπότε και την είχε επισκεφθεί και πάλι, και τις οποίες, αν είχε υποδείξει, όπως έπραξε τελικά ο γαστρεντερολόγος, στον οποίο είχε καταφύγει η εγκαλούσα, θα είχε διακριβωθεί η αιτία των πόνων και ήδη από το έτος 2006 θα μπορούσε πλέον να χειρουργηθεί η εγκαλούσα για την αφαίρεση του κυστικού μορφώματος, δεν θα παρέμεινε τούτο στο παραπάνω σημείο με κίνδυνο περαιτέρω επιδείνωσης της σωματικής αυτής βλάβης της εγκαλούσας μέχρι τις 4-4-2008, οπότε και τελικά η τελευταία αναγκάστηκε να υποβληθεί στην ως άνω χειρουργική επέμβαση. Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτουμένη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά καθώς και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1β, 28, 314 παρ.1α, 315 παρ.1β Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται το είδος της αμέλειάς του ως ασυνείδητης και παραθέτει αναλυτικά τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της Ιατρικής επιστήμης περιστατικά ήτοι ότι ο αναιρεσείων μολονότι γνώριζε ότι η πολιτικώς ενάγουσα ήδη από τον πρώτο τοκετό, κατά τη διάρκεια του οποίου είχε λάβει χώρα μεγάλη αιμορραγία από αρτηρία του κόλπου, συχνά του εξέφραζε, με προσωπικές στο ιατρείο του επισκέψεις, για συνεχιζόμενους πόνους χαμηλά στην κοιλιά και στην περιοχή του κόλπου, παρά το γεγονός ότι οι πόνοι αυτοί συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση από τον Αύγουστο του 2006 οπότε και τον επισκέφθηκε πάλι, αφού και τα ευρήματα του υπερήχου δεν απεικόνιζαν κάτι το παθολογικό, και αφού οι πόνοι εστιάζονταν στην περιοχή του κόλπου και ανάγονταν σε περιοχή της ειδικότητάς του, όφειλε να προβεί σε νέα ενδελεχή εξέταση υπερήχων με διακολπικό ή ορθικό υπερηχογράφημα και σε περίπτωση αρνητικών και πάλι αποτελεσμάτων να υποδείξει την διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας, ενέργειες τις οποίες επιβαλλόταν να κάνει και μετά το δεύτερο τοκετό οπότε τον είχε επισκεφθεί και πάλι και τις οποίες, αν είχε υποδείξει, όπως έπραξε τελικά ο γαστρεντερολόγος στον οποίο κατέφυγε η πολιτικώς ενάγουσα, θα είχε διακριβωθεί η αιτία των πόνων και από το έτος 2006 θα μπορούσε να χειρουργηθεί για την αφαίρεση του κυστικού μορφώματος το οποίο είχε δημιουργηθεί από γάζα που ο κατηγορούμενος είχε εγκαταλείψει μέσα στην κοιλιά, και δεν θα παρέμενε τούτο στο παραπάνω σημείο με κίνδυνο περαιτέρω επιδείνωση της σωματικής αυτής βλάβης της πολιτικώς ενάγουσας μέχρι 4-4-2008 όποτε τελικά αναγκάσθηκε να υποβληθεί στην χειρουργική επέμβαση. Με την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και όσα στη συνέχεια εκτίθενται στο μέρος αυτό της αποφάσεως για τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από αυτά αιτιολογείται από το δικαστήριο ότι μετά συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι μετά από επιλεκτική λήψη υπόψη ορισμένων μόνον από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και των αναγνωσθέντων εγγράφων κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό συμπέρασμα για την ενοχή του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος ότι είναι ελλιπής ως τυπική η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ότι από το δικάσαν Εφετείο δεν λήφθηκαν υπόψη όλες οι καταθέσεις των ιατρών που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες στο ακροατήριο του και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, είναι αβάσιμος. Οι δε περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προβαλλόμενες αιτιάσεις α) ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν εξηγεί επαρκώς στην προσβαλλομένη απόφαση για ποιο λόγο δεν αρκούσε η παραπομπή της παθούσας από τον αναιρεσείοντα σε γαστρεντερολόγο, ο οποίος αφού διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχε κάποιο παθολογικό πρόβλημα με τη λειτουργία των εντέρων, της υπέδειξε τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας από την οποία διακριβώθηκε και η αιτία των έντονων πόνων, που συνδέονταν με την ύπαρξη χειρουργικής γάζας στην περιοχή της κοιλίας της από τον προηγούμενο στις 18-6-2004 τοκετό της, β) ότι ο ίδιος υπέδειξε τη διενέργεια υπέρηχου μήτρας και ωοθηκών, που δεν διαφέρει από την εξέταση των υπερήχων με διακολπικό ή ορθικό υπερηχογράφημα και γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίστηκε επιλεκτικά στην αξιολόγηση της κατάθεσης του μάρτυρος, Ιατρού Κ. Κ. με την υιοθέτηση της οποίας περιέπεσε σε αντίφαση, αγνοώντας τις καταθέσεις των άλλων μαρτύρων και ιδιαίτερα εκείνες των Μ. Χ. και Ν. Λ., είναι απαράδεκτες. Και τούτο διότι σύμφωνα με το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, η ποινικά ενδιαφέρουσα και κατά τούτο ελεγχόμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνίσταται στην έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχής που όφειλε και ήταν υποχρεωμένος, λόγω του επαγγέλματός του να καταβάλει ώστε να αποφευχθεί το αποτέλεσμα που προκάλεσε η απρονοησία που επέδειξε δεδομένου ότι ως ιατρός με την ειδικότητα του μαιευτήρα - γυναικολόγου παραλείποντας να προβεί στις ενδεδειγμένες ιατρικά ενέργειες και συγκεκριμένα στην εξέταση της πάσχουσας περιοχής του σώματος της παθούσας με μαγνητική τομογραφία, δεν διέγνωσε το αναγόμενον στον κύκλο της ειδικότητάς του πρόβλημα που αυτή αντιμετώπιζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της και την εμφάνιση συμπλόκου κυστικού μορφώματος το οποίο εντοπίσθηκε με τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας που υπέδειξε ο γαστρεντερολόγος. Εκ μόνου δε του λόγου ότι ο αναιρεσείων, αδυνατώντας ο ίδιος να διαγνώσει και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, παρέπεμψε την παθούσα στον εν λόγω ιατρό και μάλιστα προκειμένου να την εξετάσει για ενδεχόμενη εντερική δυσλειτουργία δεν αίρει την επιλήψιμη συμπεριφορά του. Επίσης με δεδομένη την κλινική εικόνα της ασθενούς ήταν επιβεβλημένη η ενδελεχέστερη εξέτασή της, η διενέργεια δε υπερήχου περιλαμβανόταν σε μία σειρά ενδεικνυόμενων εξεταστικών μεθόδων διακρίβωσης του προβλήματος και βέβαια όχι τελικά αυτή με την οποία διαγνώσθηκε η ύπαρξη ενδοκολπικού κυστικού μορφώματος το οποίο αφαιρέθηκε με χειρουργική επέμβαση. Τέλος αδιαμφισβήτητα προκύπτει ότι για τη διαμόρφωση της κρίσης του το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, από το γεγονός δε ότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης επισημαίνεται ιδιαίτερα το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα Κ. Κ. δεν συνάγεται ότι δεν αξιολογήθηκαν αποδεικτικά οι καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων, όπως αυτές της Μ. Χ. και Ν. Λ., ενώ ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο υιοθετώντας την κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα περιέπεσε σε αντίφαση, παρίσταται απαράδεκτος διότι σύμφωνα με τις προηγούμενες αναπτύξεις η εσφαλμένη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος αξιολόγηση της συγκεκριμένης μαρτυρικής καταθέσεως δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Φεβρουαρίου 2013 (υπ' αριθ. πρωτ. 1087/2013) αίτηση του Χ. Μ. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 9482/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ