Αριθμός 427/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: .... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Νικολακόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 319/2005 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κότσιφα. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1247/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 3 Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Ισχυρισμός όμως που αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε τέτοιο μη αυτοτελή ισχυρισμό και συνεπώς ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν απόρριψή του. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι δεν εκτίθενται σ΄ αυτήν "οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι όλα τα χρηματικά ποσά που απεστάλησαν κατά καιρούς από τον πολιτικώς ενάγοντα Χ1 , την αδελφή του Ζ1 και τον επ΄ αδελφό γαμπρό του .... , τους τα είχε δώσει ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του" πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού ο ως άνω ισχυρισμός που προέβαλε ο κατηγορούμενος δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας και επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στο σκεπτικό του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 365 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που αναφέρονται σ΄ αυτή τη διάταξη. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει στο ακροατήριο κατάθεση της προδικασίας και αν ακόμη δεν συνέτρεξε νόμιμη περίπτωση, εφόσον δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος. Επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 365 του Κ.Π.Δ. αναγνώσθηκε η ληφθείσα κατά την προδικασία κατάθεση της μάρτυρος Ζ1 , πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου οποιαδήποτε αντίρρηση για την ανάγνωση της καταθέσεως εκείνης. Επειδή η ανάγνωση που έγινε στο ακροατήριο εγγράφου, το οποίο υπήρχε στη δικογραφία πριν από την έναρξη της συζητήσεως ή είχε υποβληθεί από τον εισαγγελέα ή τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν είχε αμφισβητηθεί η γνησιότητά του, χωρίς να κληθεί ενώπιον του δικαστηρίου ο συντάκτης αυτού προς υποβολή ερωτήσεων, δεν προκαλεί κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ακυρότητα, ούτε μπορεί να παρεμποδίσει τον κατηγορύμενο από την άσκηση των δικαιωμάτων του, όπως αναφέρονται στο άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου κώδικα, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Επομένως ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα προκύψαντα από κάθε αποδεικτικό μέσο περιστατικά, περιέχει ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης σε πράγματα κρίσεως του δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 του Κ.ΠολΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3.7.2006 αίτηση του .... , για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 319/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Χ1 , που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ